Ιστορία
Προσανατολισμού: Συνδυαστική πηγή για την ανάπτυξη της Βιομηχανίας ΘΕΜΑ Δ1 Συνδυάζοντας τις
ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να
αναφέρετε: α. την ανάπτυξη
των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1870 έως και τα
πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα β. τον αντίκτυπο
που είχε η άφιξη των προσφύγων στη βιομηχανία της χώρας. ΚΕΙΜΕΝΟ Α Είναι γεγονός πως
καθ’ όλη την περίοδο που ερευνούμε -αλλά και πριν- οι τράπεζες είναι ιδιαιτέρως
συντηρητικές ως προς το δανεισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όχι με
δική τους μόνον ευθύνη, αλλά και των επαγγελματιών (οι περισσότεροι εκ των
οποίων δεν τηρούσαν καν εμπορικά βιβλία), με αποτέλεσμα να προτιμούν ενυπόθηκα
δάνεια ή επενδύσεις σε ακίνητα. Ο Ζολώτας περιγράφει: «Αι εν Ελλάδι τράπεζαι
και δη η Εθνική Τράπεζα κατείχοντο υπό προλήψεως ότι η Ελλάς δεν είναι χώρα
κατάλληλος δια βιομηχανική ανάπττυξιν…[και] δεν επιδεικνύουν ουδεμίαν προθυμίαν
εις την παροχήν πιστώσεων δια βιομηχανικάς επιχειρήσεις». Ιωάννης
Παναγιώτου, Οικονομική Σκέψη σε Καιρούς Κρίσης, Ελλάδα (1880-1910) ΚΕΙΜΕΝΟ Β Στην αύξηση του
αριθμού των απασχολουμένων γυναικών στη βιομηχανία, ή και αλλού, συμβάλλει
επίσης σημαντικά και η μικρασιατική καταστροφή, που οδηγεί πολλές γυναίκες –
πρόσφυγες συχνά, αρχηγούς μονογονεϊκών οικογενειών, να ενταχθούν στην Αγορά
Εργασίας, ακολουθώντας επαγγέλματα - προεκτάσεις του κοινωνικού τους φύλου,
όπως είναι, μεταξύ αυτών και της εργάτριας στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία. Μ. Κανταράκη,
Γυναίκες και εργασιακές σχέσεις στη βιομηχανική υφαντουργία ΚΕΙΜΕΝΟ Γ Από το 1869 και
μετά ιδρύονται στην Ελλάδα 29 μεταλλευτικές εταιρείες. Το ονομαστικό κεφάλαιο
αυτών των 29 επιχειρήσεων ήταν 50.829.000 δρχ., αρκετά ικανοποιητικό για την
εποχή. Δύο από αυτές τις επιχειρήσεις είχαν ιδρυθεί το 1869 και 1870 και οι
άλλες το 1872 και 1873. Από αυτές που ιδρύθηκαν το 1873 οι έντεκα διαλύθηκαν
και παρέμειναν 18 των οποίων το ονομαστικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 35.945.000
δρχ. Παπαδάκη –Λάππα
Ελευθερία, Ιστορία και πολιτική των επιχειρήσεων της Λαυρεωτικής 19ος -20ος
αιώνας ΚΕΙΜΕΝΟ Δ Σε όλη την περίοδο
1923-1938 η ελληνική βιομηχανία παρουσίασε εντυπωσιακούς ρυθμούς αναπτύξεως. Οι
λόγοι που συνέβαλαν σε αυτό το αποτέλεσμα ήταν δύο ειδών: η μαζική άφιξη των
προσφύγων και η διεθνής ύφεση. […] Μεταξύ 1928 και
1938, η συνολική βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 68%, ενώ οι βιομηχανικές
εξαγωγές μόνο κατά 16%. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι το βασικό κίνητρο για
την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής δεν ήταν η εξαγωγή, αλλά η εγχώρια αγορά.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στο ίδιο διάστημα οι εισαγωγές βιομηχανικών
πρώτων υλών δεν αυξήθηκαν ανάλογα με το προϊόν της βιομηχανίας, αλλά μόνο κατά
20%. Αυτό σημαίνει ότι το διεθνές σύστημα έπαιξε ιδιαίτερα μειωμένο ρόλο στην
ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας, τόσο από την άποψη των αγορών της ελληνικής
βιομηχανίας, όσο και από την άποψη των προμηθειών. Και από τις δύο αυτές
απόψεις, τον βασικό ρόλο έπαιξε η εγχώρια αγορά. Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ΄ Ενδεικτική απάντηση α. Χρειάστηκε να
περάσουν σαράντα περίπου χρόνια από την απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας για
να παρατηρηθεί μια πρώτη απόπειρα ανάπτυξης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη
χώρα. Γύρω στα 1870 σημειώθηκε κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων,
περισσότερων από εκατό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκε κάποια τάση αύξησης του
δυναμικού των ήδη υπαρχουσών μονάδων. Επιβεβαιωτικά λειτουργούν τα στοιχεία που
παραθέτει η Ε. Παπαδάκη-Λάππα (Κείμενο Γ) αναφερόμενη στην ίδρυση
μεταλλευτικών εταιρειών εκείνη την περίοδο. Ειδικότερα, όπως επισημαίνει, από
το 1869 και εξής πραγματοποιείται η ίδρυση είκοσι εννέα μεταλλευτικών εταιρειών
στην Ελλάδα, το ονομαστικό κεφάλαιο των οποίων ήταν 50.829.000 δραχμές, ποσό επαρκώς
υψηλό για τα δεδομένα της εποχής. Από τις επιχειρήσεις αυτές δύο είχαν ιδρυθεί
το 1869 και το 1860, ενώ οι υπόλοιπες κατά την περίοδο 1872-1873. Από εκείνες
που ιδρύθηκαν το 1873 οι έντεκα διέκοψαν τη λειτουργία τους, με αποτέλεσμα να
παραμείνουν σε λειτουργία δεκαοκτώ μεταλλευτικές εταιρείες με ονομαστικό
κεφάλαιο 35.945.000 δραχμών. Πολύ γρήγορα όμως, η απόπειρα αυτή έχασε τη
δυναμική της και οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη
στασιμότητα. Ένα αίτιο της στασιμότητας αυτής καταγράφεται από τον Ιωάννη
Παναγιώτου (Κείμενο Α), ο οποίος αναφερόμενος στην περίοδο 1880-1910
επισημαίνει τη διστακτικότητα των τραπεζών της εποχής να δανείζουν σε
επιχειρήσεις. Επρόκειτο για μια κατάσταση, για την οποία δεν ευθύνονταν μόνο οι
τράπεζες αλλά και οι ίδιοι οι επιχειρηματίες, καθώς πολλοί από αυτούς δεν διατηρούσαν
ούτε εμπορικά βιβλία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προτιμούν οι τράπεζες να
δίνουν ενυπόθηκα δάνεια ή να επενδύουν σε ακίνητα. Όπως, άλλωστε, είχε
επισημάνει ο Ζολώτας, οι ελληνικές τράπεζες και κυρίως η Εθνική, είχαν διαμορφώσει
την πεποίθηση πως η Ελλάδα δεν ήταν κατάλληλη για την ανάπτυξη βιομηχανίας, γι’
αυτό και δεν ήταν καθόλου πρόθυμες να παρέχουν δάνεια στις βιομηχανικές
επιχειρήσεις. Οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται μόλις στα τελευταία χρόνια του
19ου αιώνα και, κυρίως, στα πρώτα χρόνια του 20ού. Τότε δημιουργήθηκε ένα
βιομηχανικό δυναμικό σχετικά σταθερό, πολυδιάστατο, με τάσεις ανάπτυξης της
βαριάς βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, της ναυπηγικής και της
τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του νέου αιώνα. β. Η άφιξη των
προσφύγων αναζωογόνησε και τη βιομηχανία με νέο, ειδικευμένο και φθηνό εργατικό
δυναμικό, με τη διεύρυνση της καταναλωτικής αγοράς και με τη δράση ανθρώπων με
επιχειρηματικές ικανότητες. Στη δεκαετία 1922-1932, διπλασιάστηκε ο αριθμός των
βιομηχανικών μονάδων. Η ανάπτυξη αυτή επιβεβαιώνεται από την Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Δ), στην οποία τονίζεται πως οι λόγοι που
κατέστησαν εφικτή την αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης ήταν αφενός η διεθνής
οικονομική ύφεση και αφετέρου η μαζική άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα. Η
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους εστιάζει ειδικότερα στην περίοδο 1928-1932,
κατά την οποία η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε άνοδο 68% τη στιγμή που οι εξαγωγές
βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκαν μόνο κατά 16%. Ως εκ τούτου, γίνεται σαφές πως
η ενισχυμένη βιομηχανική παραγωγή είχε ως στόχο της την εγχώρια αγορά και όχι
την εξαγωγή προϊόντων. Η εστίαση, άλλωστε, στην εγχώρια αγορά γίνεται εμφανής από
το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη οι εισαγωγές πρώτων υλών για τη βιομηχανία
αυξήθηκαν μόνο κατά 20% χωρίς να συμβαδίζουν με την πολύ μεγαλύτερη αύξηση της βιομηχανικής
παραγωγής. Γίνεται, επομένως, αντιληπτό πως οι διεθνείς αγορές διαδραμάτισαν πολύ
μικρό ρόλο στην ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, εφόσον δεν υπήρξε άνοδος των
εξαγωγών, αλλά ούτε και άνοδος στην εισαγωγή πρώτων υλών. Η πρόοδος όμως της ελληνικής
βιομηχανίας δεν ήταν σημαντική, εξαιτίας κυρίως της διατήρησης των παραδοσιακών
δομών λειτουργίας τους. Η συμμετοχή των
προσφύγων (ως κεφαλαιούχων και ως εργατών) ήταν μεγαλύτερη στην
κλωστοϋφαντουργία, την ταπητουργία, τη μεταξουργία, την αλευροβιομηχανία και
την παραγωγή οικοδομικών υλικών. Αρκετοί ήταν οι πρόσφυγες που αναδείχθηκαν ως
επιχειρηματίες, βιομήχανοι ή μεγαλέμποροι. Οι Έλληνες που προέρχονταν από τα
αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας και την Κωνσταντινούπολη υπερείχαν σε σύγκριση
με τους αυτόχθονες σε επιχειρηματικό πνεύμα, εκπαίδευση, κατάρτιση και
προοδευτικές αντιλήψεις. Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της ζωής τους, η γνώση
ξένων γλωσσών, οι επαφές που είχαν αναπτύξει με την Ευρώπη και η πείρα που
διέθεταν τους βοήθησαν, όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, να οργανώσουν δικές
τους επιχειρήσεις ή να στελεχώσουν επιχειρήσεις άλλων, προσφύγων ή γηγενών. Η άφιξη των
προσφύγων επέδρασε και στην ένταξη των γυναικών στον ενεργό πληθυσμό. Το 1930
οι γυναίκες αποτελούσαν την πλειονότητα των εργατών στην κλωστοϋφαντουργία, την
καπνοβιομηχανία και τη βιομηχανία ετοίμων ενδυμάτων. Τα στοιχεία αυτά
επιβεβαιώνονται από τη Μ. Κανταράκη (Κείμενο Β), η οποία επισημαίνει πως
λόγω της μικρασιατικής καταστροφής πολλές γυναίκες -κυρίως πρόσφυγες- που είχαν
χάσει τον σύζυγό τους και ήταν πλέον αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών αναγκάστηκαν
να εργαστούν, επιλέγοντας πρωτίστως επαγγέλματα που ανταποκρίνονταν στο φύλο τους.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, πολλές γυναίκες επέλεξαν να εργαστούν στην
κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου