Συνέχειες και ασυνέχειες στους στόχους
της ελληνικής πολιτικής στα Βαλκάνια πριν και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο
Ευάνθης Χατζηβασιλείου
Η αναζήτηση των κρίσιμων καμπών στην ιστορία των διεθνών σχέσεων
αποτελεί θέμα που συνήθως προσελκύει το ενδιαφέρον των μελετητών. Όσο και αν η
συζήτηση για τη συνέχεια της εξωτερικής πολιτικής εμπεριέχει το στοιχείο της
«ρήξης» —αντικείμενο έντονων αμφισβητήσεων από την πλευρά ιστορικών που το
θεωρούν τεχνητό νοητικό κατασκεύασμα— είναι πράγματι κρίσιμο, σε περιπτώσεις
κοσμογονικών αλλαγών, να αναζητηθούν ενδείξεις συνέχειας ή ασυνέχειας, που με
τη σειρά τους θέτουν σε μια ευρύτερη ιστορική προοπτική τα γεγονότα μιας
συγκεκριμένης περιόδου.
Έτσι, μια αναμφισβήτητη καμπή στη σύγχρονη ελληνική εξωτερική
πολιτική αντιπροσωπεύει η συνδιάσκεψη της Λωζάνης και η ελληνοτουρκική
ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, που μετέβαλαν τον έως τότε πρώτιστα
αλυτρωτικό προσανατολισμό της ελληνικής διπλωματίας και μετέτρεψαν τη χώρα σε
δύναμη συντηρητική, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της εδαφικής της ακεραιότητας
και της πολιτικής της ανεξαρτησίας.
Η εμπλοκή της Ελλάδας στη δεύτερη παγκόσμια σύρραξη δεν προκάλεσε
έντονες συζητήσεις σχετικά με τη συνέχεια στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής,
πιθανότατα επειδή ο εμφύλιος πόλεμος και η ένταξη της Αθήνας στο πλαίσιο
ευρύτερων ψυχροπολεμικών ισορροπιών επισκίασαν κάθε άλλο θέμα.
Στο κείμενο αυτό θα υποστηριχθεί ότι το στοιχείο της συνέχειας είναι
κυρίαρχο όσον αφορά τους στόχους της ελληνικής διπλωματίας στα Βαλκάνια —παρά
τις αναγκαίες προσαρμογές στις μεγάλες μεταβολές της διεθνούς συγκυρίας μετά το
1944— καθώς η συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο δεν μετέβαλε τα θεμελιώδη
δεδομένα που καθόρισαν την εξωτερική της πολιτική την περίοδο 1923-1940.
I
Μετά το 1923 η χάραξη της ελληνικής πολιτικής στα Βαλκάνια καθορίστηκε
από την απουσία εκτεταμένων εδαφικών διεκδικήσεων, καθώς και από την αγωνιώδη
προσπάθεια διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων να διασφαλίσουν την εδαφική
ακεραιότητα της χώρας απέναντι σε υπαρκτές επιβουλές, είτε άμεσες (από τον
αναθεωρητισμό της Βουλγαρίας) είτε έμμεσες (από τον ηγεμονισμό της
Γιουγκοσλαβίας).
Η Αθήνα προσανατόλισε την πολιτική της προς δύο κατευθύνσεις: την
αποφυγή εμπλοκής σε νέο πόλεμο, περιφερειακό ή γενικό, από τον οποίο τίποτα δεν
θα είχε να κερδίσει αφού δεν διεκδικούσε νέα εδάφη· και (ιδίως μετά τη διάψευση
των ελπίδων της για κατοχύρωση της ασφάλειάς της μέσω της ΚτΕ) την αναζήτηση
μιας ισορροπίας δυνάμεων στη νοτιοανατολική Ευρώπη, μόνη πλέον προστασία έναντι
της πολιτικής της Σόφιας και του Βελιγραδίου.
Η διπλωματική εξόρμηση του Ε. Βενιζέλου το 1928-1930, η σύμπηξη του
ελληνοτουρκικού άξονα το 1930, οι ελληνοτουρκικές συνθήκες συμμαχίας του 1933
και του 1938 και η συμμετοχή της χώρας στο Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934
—ανεξάρτητα από τη δημόσια συζήτηση που πυροδοτήθηκε για την αξία των διμερών ή
των πολυμερών συμφώνων— αντικατόπτριζαν την αγωνία της Αθήνας για την
αποκατάσταση ισορροπίας και την εξασφάλιση αποτελεσματικών εγγυήσεων απέναντι
στον αναθεωρητισμό ή στον ηγεμονισμό τοπικών ή και μεγάλων δυνάμεων.
Ήδη πάντως από την εποχή της ιταλικής εισβολής στην Αβησσυνία, η οποία
ανέτρεψε τις υφιστάμενες ευαίσθητες ισορροπίες στην ανατολική Μεσόγειο, έγινε
εμφανής η θεμελιώδης μεταβολή στη φύση των διεθνών σχέσεων στην Ευρώπη, που
έμελλε και να οδηγήσει στο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο: Η σταδιακή αλλά δραματική
κατάρρευση της γαλλικής ισχύος, κύριου ως τότε παράγοντα που αντιτασσόταν στις
αναθεωρητικές δυνάμεις, και οι σημαντικές επιτυχίες των τελευταίων στην
Αβησσυνία και στη Ρηνανία —και ιδίως στην Αυστρία το 1938— σήμαναν την ανάδυση
μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας και υποθήκευσαν ουσιαστικά τις προβλέψεις
περιφερειακών διευθετήσεων, όπως το Βαλκανικό Σύμφωνο.
Πράγματι, η προσέγγιση των συντηρητικών βαλκανικών κρατών —μέσω είτε
διμερών είτε πολυμερών συμφώνων— είχε αντικείμενο μόνο αν μπορούσε να
διατηρηθεί η υφιστάμενη γενικότερη ευρωπαϊκή ισορροπία μεταξύ συντηρητικών και
αναθεωρητικών δυνάμεων. Αντίθετα, μόλις αυτή η ευρύτερη ισορροπία διαταράχθηκε,
εκδηλώθηκαν και οι κεντρόφυγες τάσεις στην τοπική συμμαχία του 1934, με κύριο
παράδειγμα τη βουλγαρο-γιουγκοσλαβική συνθήκη του 1937. Η ενίσχυση της ιταλικής
θέσης —μετά την εισβολή στην Αβησσυνία— και κατόπιν της βρετανικής παρουσίας
στην ανατολική Μεσόγειο —με το αγγλο-αιγυπτιακό σύμφωνο του 1936— ανάγκασαν και
την Ελλάδα να αναπροσαρμόσει την πολιτική της. Έτσι αναζήτησε τη συμμαχία
του Λονδίνου, υπέγραψε τη συνθήκη του 1938 με την Τουρκία και αποδέχτηκε
τον επανεξοπλισμό της Βουλγαρίας με τη συμφωνία Μεταξά-Κιοσεϊβάνοφ τον ίδιο
χρόνο. Οι ελιγμοί αυτοί οφείλουν να ερμηνευτούν ως φυσιολογικά επιμέρους
αποτελέσματα της γενικότερης ανακατανομής των δυνάμεων στην Ευρώπη στα χρόνια
του «κατευνασμού», όταν οι μικρές συντηρητικές βαλκανικές χώρες, σαν την
Ελλάδα, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο, ίσως και σπασμωδικά (ιδίως στην περίπτωση
της Γιουγκοσλαβίας), να διαφυλάξουν το ισχύον εδαφικό καθεστώς στην περιοχή.
Ένα εδαφικό καθεστώς που, ως μέρος της ευρύτερης διαρρύθμισης στην
Ευρώπη από το 1919-1920, έμελλε να συμπαρασυρθεί στην κατάρρευση, όχι γιατί
κινδύνευε από εξελίξεις στην ίδια τη χερσόνησο του Αίμου (όπου η τοπική ισχύς
του συντηρητικού συνασπισμού ήταν αδιαμφισβήτητη), αλλά γιατί δεχόταν βαριά
πλήγματα το γενικότερο εδαφικό καθεστώς που είχε διαμορφωθεί στην Κεντρική
Ευρώπη —στην Αυστρία και στην Τσεχοσλοβακία— από την επιβίωση του οποίου
εξαρτούνταν συνολικά οι ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Καθώς κατέρρεε η πολιτική πραγματικότητα που είχε διαμορφωθεί στις Βερσαλλίες,
άρχιζε και η διαδικασία με την οποία τα «γεράκια» θα επικρατούσαν τελικά στη
Σόφια, όταν πλέον ο πόλεμος θα είχε φτάσει και στη νοτιοανατολική Ευρώπη, με
την ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας, την απόκρουσή της και την απόφαση της
Γερμανίας να σπεύσει σε βοήθεια του Μουσολίνι. Στις αρχές του 1941 ο μόνος
παράγοντας που θα μπορούσε να αποτρέψει τη γενίκευση της σύγκρουσης στην
περιοχή ήταν η σύμπηξη ενός ελληνοτουρκικού μετώπου, που όμως δεν
πραγματοποιήθηκε ποτέ εξαιτίας της τουρκικής εφεκτικότητας, αλλά και του
δυναμισμού της γερμανικής διπλωματίας, που ήδη είχε παρασύρει τις άλλες
βαλκανικές χώρες σε μυστικές διαβουλεύσεις.
Τα Βαλκάνια του 1936-1941, με άλλα λόγια, αποτελούν κλασικό δείγμα
περιφερειακής ρύθμισης, απόλυτα εξαρτημένης από την ευρύτερη ευρωπαϊκή
πραγματικότητα, ρύθμισης που θα καταρρεύσει όταν μεταβληθούν δραστικά —και
βίαια— οι ευρύτερες κεντροευρωπαϊκές και δυτικοευρωπαϊκές ισορροπίες και το
εδαφικό καθεστώς που αυτές διαμόρφωσαν. Από το φθινόπωρο του 1940, στην
Ελλάδα δεν απέμενε παρά ο δρόμος της αντίστασης, έστω και χωρίς βοήθεια από
άλλες δυνάμεις της περιοχής. Οπωσδήποτε η νίκη στην Πίνδο, η προέλαση στην
Αλβανία και η αντίσταση στη γερμανική εισβολή την άνοιξη του 1941 πρόσφεραν
στην υπόδουλη Ευρώπη παράδειγμα και ελπίδα, απόλυτα απαραίτητα τις δύσκολες
εκείνες στιγμές.
Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η Ελλάδα προσπάθησε —απέτυχε
μεν, αλλά προσπάθησε— να μείνει εκτός του πολέμου, και για το σκοπό αυτό
εκτέλεσε διπλωματικούς ελιγμούς που αποκάλυπταν ένα σημαντικό βαθμό
ανεξαρτησίας από το γερμανικό παράγοντα — πολύ μεγαλύτερη, σε κάθε περίπτωση,
από αυτήν των γειτονικών κρατών, τα οποία είχαν υποστεί τη γερμανική «αναίμακτη
εισβολή» τα προηγούμενα χρόνια. Η ανεξαρτησία αυτή θα πρέπει να ερμηνευτεί ως
αποτέλεσμα της φύσης της ελληνικής οικονομίας, η οποία, αν και δέχτηκε και αυτή
γερμανική διείσδυση στον τομέα των αγροτικών προϊόντων, και ιδίως στον καπνό,
κατάφερε να αποφύγει τον πολιτικό εναγκαλισμό του Βερολίνου χάρη στην ύπαρξη
και στην, κρίσιμη για τα ελληνικά δεδομένα, δραστηριότητα του ελληνικού
εμπορικού στόλου, πολύτιμου συνδέσμου με τη Βρετανία και το δυτικοευρωπαϊκό
κόσμο, που εξισορρόπησε και εξουδετέρωσε την επιρροή της Γερμανίας.
Ακριβώς αυτός ο μεσογειακός —και όχι αποκλειστικά βαλκανικός και
ηπειρωτικός— χαρακτήρας της χώρας και της οικονομίας της ήταν ένας από τους
κύριους μοχλούς χάρη στους οποίους η Ελλάδα κατάφερε να μην παρασυρθεί στη δίνη
της παντοδυναμίας του Τρίτου Ράιχ.
ΙΙ.
Η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας και η σθεναρή αντίσταση της χώρας
κατά των δυνάμεων του Άξονα έφεραν στο προσκήνιο το θέμα των εθνικών
διεκδικήσεων. Ήδη τον Ιούνιο του 1941 ο πρωθυπουργός της εξόριστης κυβέρνησης
Εμμανουήλ Τσουδερός καθόρισε ως διεκδικούμενα εδάφη τα Δωδεκάνησα, τη Βόρειο
Ήπειρο, την Κύπρο· σημείωσε επίσης την ανάγκη για «διαρρύθμιση» των
ελληνικών συνόρων προς βορρά, ώστε να αποκτήσει η χώρα «σπονδυλική στήλη» στα
Βαλκάνια. Το ζήτημα των εθνικών διεκδικήσεων θα περιπλακεί στα επόμενα χρόνια,
λόγω της αναδυόμενης ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ του ΕΑΜ και των αστικών
δυνάμεων. Το κυριότερο όμως ζήτημα κατά την εποχή της Απελευθέρωσης, το 1944,
ήταν ο ίδιος ο μελλοντικός διεθνής προσανατολισμός της Ελλάδας.
Ακριβώς ο μεσογειακός χαρακτήρας της ήταν και το στοιχείο που καθόρισε,
στο τέλος του πολέμου, και τη διεθνή θέση της Ελλάδας. Το κυριότερο σχετικό
επεισόδιο ήταν η «συμφωνία ποσοστών» μεταξύ Στάλιν και Τσόρτσιλ τον Οκτώβριο
του 1944. Πάντως δεν θα πρέπει να υπερβάλλει κανείς ως προς τη σημασία της
συγκεκριμένης συμφωνίας — καθώς επρόκειτο περισσότερο για μια ντε φάκτο
«συναντίληψη» μεταξύ των δύο ηγετών παρά για διεθνή σύμβαση με την κυριολεκτική
έννοια της λέξης. Η συνεννόηση Στάλιν και Τσόρτσιλ αντανακλούσε πρώτιστα την
—ομολογουμένως ακριβή— κατανόηση και από τις δύο πλευρές των ορίων που έθετε
στην ισχύ τους η εξέλιξη του πολέμου. Έτσι το Λονδίνο, ως ναυτική δύναμη,
εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για την κρίσιμη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας
(και της Γιουγκοσλαβίας) στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ αναγνώρισε την αδυναμία
του να ελέγξει την κατάσταση στα κράτη της βαλκανικής ενδοχώρας.
Αντίστοιχα, η Μόσχα εκδήλωσε το ενδιαφέρον της για τις χώρες του
εσωτερικού, τον έλεγχο των οποίων θεωρούσε αναγκαίο για την κατοχύρωση της
ασφάλειάς της, ενώ διακήρυξε στους Βρετανούς την απροθυμία της να συμπεριλάβει
στη σφαίρα επιρροής της τη ναυτική χώρα της περιοχής, την Ελλάδα, γνωρίζοντας
καλά ότι παρόμοια προσπάθεια θα την έφερνε σε τροχιά σύγκρουσης με το δυτικό
κόσμο.
Τα ποσοστά αυτά καθαυτά λίγη σημασία είχαν (τι σημαίνει άραγε 75% για
την ΕΣΣΔ και 25% για τη Βρετανία ως προς τη μια βαλκανική χώρα, και τι διαφορά
έχει από το 90% προς 10% για την άλλη;). Η «συμφωνία ποσοστών» ήταν
σημαντική για δύο άλλους λόγους: Πρώτον, ως ένδειξη του κυνισμού με τον
οποίο αντιμετώπιζαν την κατάσταση και οι δύο πλευρές, μεσούντος του μεγαλύτερου
πολέμου για την ελευθερία στη σύγχρονη ιστορία. Και, δεύτερον, ως απόδειξη ότι
είχαν αντιληφθεί τα όρια των δυνατοτήτων τους.
Ο Τσόρτσιλ και ιδίως ο Στάλιν —παρά την αρχικά κρατούσα αντίληψη που
ήθελε το Σοβιετικό ηγέτη να εξυφαίνει σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας— είχαν, ήδη
το 1944, αυτοπεριοριστεί στη χάραξη των στόχων τους. Δεν θα ήταν υπερβολή να
υποστηριχθεί ότι, και αν ακόμα το περίφημο έγγραφο δεν είχε ποτέ συνταχθεί, η
αγγλο-σοβιετική συνεννόηση και πάλι θα υπήρχε, και τα πράγματα δεν θα είχαν
εξελιχθεί πολύ διαφορετικά.
Μετά την Απελευθέρωση και την επανενοποίηση της χώρας, η ελληνική
βαλκανική πολιτική διαμορφώθηκε σε ένα κλίμα πολύ διαφορετικό από αυτό του
Μεσοπολέμου. Ο επί σχεδόν μια δεκαετία αποκλεισμός των πολιτικών δυνάμεων από
την άσκηση της εξουσίας, το γεγονός ότι η κρατική αρχή δεν έφτανε σε πολλά
σημεία της επικράτειας, η πόλωση μεταξύ των κομμουνιστικών και αστικών
δυνάμεων, η διείσδυση ξένων παραγόντων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην
Αθήνα και η τραγική οικονομική κατάσταση της χώρας θα διαμορφώσουν το εσωτερικό
περιβάλλον, που, μαζί με την αναδυόμενη διεθνή πραγματικότητα του ανταγωνισμού
των δύο κόσμων, ήδη παρούσα στη νοτιοανατολική Ευρώπη, θα καθορίσουν
αποφασιστικά τη χάραξη της ελληνικής πολιτικής στην περιοχή.
Το γενικότερο αυτό πλαίσιο θα επηρεάσει σημαντικά και τις εθνικές
διεκδικήσεις της χώρας, και πιο συγκεκριμένα το αίτημα για την ενσωμάτωση της
Βορείου Ηπείρου και της Δωδεκανήσου, καθώς και αυτό για την επαναχάραξη
(«διόρθωση») των ελληνο-βουλγαρικών συνόρων. Όσο για την Κύπρο, η αποφυγή
δεσμευτικών απαντήσεων από το Λονδίνο κατά τη διάρκεια του πολέμου και το
γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση θεωρούσε γεωπολιτική αναγκαιότητα να
διατηρήσει τη βρετανική υποστήριξη απέτρεψαν την Αθήνα από το να προβάλει
δυναμικά μια τέτοια διεκδίκηση, η οποία όμως θα διατυπωθεί από το ΕΑΜ.
Η προβολή των εθνικών διεκδικήσεων, ιδιαίτερα μετά την Απελευθέρωση,
δίνει λαβή σε μια σειρά ερωτημάτων. Σηματοδοτούσε άραγε μια αλλαγή της
θεμελιωδώς συντηρητικής πολιτικής της Ελλάδας από το 1923; Κατά πόσο οι
διεκδικήσεις αυτές προορίζονταν να χαρακτηρίσουν την ελληνική πολιτική με τον
τρόπο, λόγου χάρη, που την προσδιόρισαν ως τη σύναψη της συνθήκης της Λωζάνης;
Με άλλα λόγια, υπήρχε η διάθεση στην Αθήνα να αναζητηθεί κάποιος ρόλος
περιφερειακής δύναμης μετά το 1945, ή ο προσανατολισμός του ελληνικού κράτους
παρέμεινε, παρά τη διατύπωση διεκδικήσεων στη βαλκανική ενδοχώρα, πρώτιστα
αμυντικός;
Η προσάρτηση των Δωδεκανήσων, απόρροια της ιταλικής επίθεσης το 1940
και της συντριπτικής ελληνικής πλειοψηφίας του πληθυσμού των νησιών,
απομακρυσμένων αισθητά από τον κορμό των Βαλκανίων, δεν θα μπορούσε να
θεμελιώσει το επιχείρημα της ασυνέχειας στους στόχους της ελληνικής
διπλωματίας. Η απόπειρα διόρθωσης των ελληνο-βουλγαρικών συνόρων δεν βασίστηκε
σε εθνολογικά, αλλά σε στρατηγικά δεδομένα. Ήταν πράγματι εξαιρετικά σπάνιο —αν
όχι η πρώτη φορά— που η Ελλάδα ζητούσε έστω ελάσσονα αλλαγή συνόρων για λόγο
διαφορετικό από τη λύτρωση υπόδουλων Ελλήνων.
Ωστόσο το αίτημα αυτό αποκάλυπτε μια διάθεση κυρίαρχα αμυντική: Έχοντας
υποστεί τρεις βουλγαρικές εισβολές σε διάστημα τριάντα ετών, και καθώς το νέο
καθεστώς στη Σόφια είχε δείξει διάθεση να παραμείνει στην ανατολική Μακεδονία
και στη δυτική Θράκη μετά το 1944, ενώ διεκδίκησε την τελευταία και το 1946 με
το επιχείρημα ότι χρειαζόταν έξοδο στο Αιγαίο, η Ελλάδα επιζητούσε μια
συνοριακή γραμμή ευκολότερα υπερασπίσιμη από το μικρό της στρατό, που, σε
περίπτωση νέας βουλγαρικής εισβολής, θα ήταν αναγκασμένος να μάχεται
κυριολεκτικά με την πλάτη στη θάλασσα.
Συνεπώς τα διεκδικούμενα εδάφη όχι μόνο δεν αντιπροσώπευαν σημαντική
εδαφική μεταβολή (αντίθετα, η Σόφια εξακολουθούσε να ζητά μια ολόκληρη ελληνική
περιοχή), αλλά και η αντίληψη πίσω από τη —σε κάθε περίπτωση ατυχή— ελληνική
διεκδίκηση ήταν κατ’ εξοχήν αμυντικής υφής, απόρροια του πρόσφατου βεβαρημένου
παρελθόντος στις διμερείς σχέσεις.
Αν τα Δωδεκάνησα ήταν μια ελληνική περιοχή υπό ιταλική κυριαρχία, μακριά
από τον κορμό των Βαλκανίων, αν στα βουλγαρικά σύνορα η Ελλάδα επιζητούσε απλή
διόρθωση, η διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου ήταν κλασική περίπτωση προσπάθειας
για αλλαγή του εδαφικού καθεστώτος σε μια ολόκληρη περιοχή της βαλκανικής
ενδοχώρας, η οποία μοιραία θα επηρέαζε τις ευρύτερες ισορροπίες στη
νοτιοανατολική Ευρώπη. Απελευθερωμένη τρεις φορές με το ξίφος, έδαφος χώρας υπό
τον έλεγχο του Άξονα, η Βόρειος Ήπειρος, με πληθυσμό κατά πλειοψηφία
ελληνικό, διεκδικήθηκε με βάση την αρχή των εθνοτήτων — σίγουρα όμως όχι
γιατί η Ελλάδα αποσκοπούσε να αναλάβει ρόλο περιφερειακής δύναμης.
Κυρίαρχο ρόλο στην πρόθεση της Ελλάδας να ενσωματώσει τη Βόρειο Ήπειρο
φαίνεται να έπαιξε μια διαπίστωση, όχι πάντα ρητά εκφρασμένη στις πηγές της
εποχής: Αντίθετα από την περίπτωση της Δωδεκανήσου το 1919-1940 ή της Κύπρου,
περιοχών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο δυτικοευρωπαϊκών κρατών και των οποίων
συνακόλουθα δεν μπορούσε να αποκλειστεί στο μέλλον η άσκηση του δικαιώματος της
αυτοδιάθεσης, η Βόρειος Ήπειρος ελεγχόταν από δύναμη μικρή, με ανύπαρκτη
παράδοση σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία είχε διεκδικήσει και
ελληνικές περιοχές.
Επιπλέον, οι ελληνο-αλβανικές σχέσεις βαρύνονταν και από τη μνήμη της
βίαιης δραστηριότητας των Αλβανών Τσάμηδων κατά του ελληνικού πληθυσμού της
ελληνικής Ηπείρου στο διάστημα της Κατοχής, και αντίστοιχα από τη συνακόλουθη
επίθεση των δυνάμεων του ΕΔΕΣ εναντίον τους και την αποχώρηση των Τσάμηδων από
το ελληνικό έδαφος. Συνεπώς, η Βόρειος Ήπειρος υπό αλβανική κυριαρχία
συνιστούσε μια εντελώς διαφορετική περίπτωση απ’ ό,τι η Δωδεκάνησος (ως το
1947) ή η Κύπρος, υπό ιταλική και βρετανική αντίστοιχα διοίκηση.
Χωρίς να σημαίνει ότι η διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου είχε έννοια
αμυντική, οι Έλληνες ιθύνοντες φαίνονταν να διακρίνουν μια ευκαιρία που δεν θα
παρουσιαζόταν ξανά και της οποίας η απώλεια θα μπορούσε να οδηγήσει, όπως και
έγινε άλλωστε, σε βαρύτατες δοκιμασίες των Ελλήνων της περιοχής.
Πάντως, η Αθήνα έδειξε να κατανοεί ότι η ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου
δεν μπορούσε να γίνει μέσω μιας μονομερούς δικής της ενέργειας, επικίνδυνης εξ
ορισμού για ολόκληρη τη Βαλκανική: Αν και η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο φοβούνταν
ότι η Αθήνα θα αναλάμβανε μια τέτοια πρωτοβουλία, αν και φαίνεται ότι η Αθήνα
εξέτασε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι Έλληνες ιθύνοντες δεν προσπάθησαν ποτέ να
φέρουν τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς προ τετελεσμένου γεγονότος στην
Αλβανία, επιδεικνύοντας έτσι ιδιαίτερη προσοχή να μην ξεκινήσουν μια γενικότερη
κρίση με αφορμή τη Βόρειο Ήπειρο.
Έστω όμως και αν η διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου ήταν ένα νέο στοιχείο
σε σύγκριση με τη στάση της Αθήνας πριν από το 1940, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι
σηματοδοτούσε μια γενικότερη μεταβολή στον προσανατολισμό της θεμελιωδώς
αμυντικής ελληνικής βαλκανικής πολιτικής. Άλλωστε, την εποχή της άμεσης
ανάμειξης των μεγάλων δυνάμεων της Δύσης στα εσωτερικά πράγματα της Ελλάδας, θα
ήταν δύσκολο για τις ελληνικές κυβερνήσεις να ονειρευτούν ρόλο περιφερειακής
δύναμης στην περιοχή.
Ιδιαίτερα ως προς τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία μάλιστα, η ελληνική
στάση όχι μόνο διατηρούσε τον παλιό συντηρητικό της χαρακτήρα, αλλά και τον
επέτεινε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διαμορφώσει μια αμυντική ψύχωση, η οποία και
έμελλε να διατηρηθεί τουλάχιστον για τριάντα χρόνια, με τη μορφή του δόγματος
για τον «από βορράν κίνδυνο».
Πράγματι, όσο και αν οι εθνικές διεκδικήσεις κυριάρχησαν στο επίπεδο της
κοινής γνώμης κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης, η
κύρια προτεραιότητα της Αθήνας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘40 δεν ήταν
η επέκταση των συνόρων του κράτους, αλλά η αντιμετώπιση αυτού που αποκλήθηκε
«σλαβική επιβουλή» κατά της ελληνικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης. Επιβουλή
που, τουλάχιστον από την πλευρά της Γιουγκοσλαβίας, ήταν και υπαρκτή και άμεση.
Στο νου, ωστόσο, των Ελλήνων ιθυνόντων, ο κίνδυνος έπαιρνε διαστάσεις
πολύ ευρύτερες —θα μπορούσε να πει κανείς διαστάσεις εφιάλτη— καθώς κυρίαρχη
ήταν η αντίληψη, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στις άλλες δυτικές πρωτεύουσες, ότι
η επιβουλή από τη Σόφια και το Βελιγράδι είχε και την αμέριστη βοήθεια της
Μόσχας, και ότι ο εμφύλιος πόλεμος ήταν τμήμα της οργανικό.
Στο Μεσοπόλεμο το χειρότερο σενάριο για την Αθήνα θεωρούνταν μια
βουλγαρο-γιουγκοσλαβική συμμαχία, που μοιραία θα στρεφόταν προς το Αιγαίο, στην
κατεύθυνση της ελληνικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης. Οι Έλληνες
ιθύνοντες του 1944-1947, που δεν γνώριζαν και δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τις
βαθιές διαφορές μεταξύ Τίτο και Δημητρόφ, θεωρούσαν —λανθασμένα— ότι όχι μόνο η
συμμαχία αυτή είχε υλοποιηθεί, αλλά και ότι ο άξονας Σόφιας-Βελιγραδίου διέθετε
υποστήριξη από μια υπερδύναμη και πολιτικούς συμμάχους στο εσωτερικό της χώρας!
Σε κάθε περίπτωση, οι φόβοι αυτοί και των δύο στρατοπέδων του Εμφυλίου
θα πρέπει πάντα να εξετάζονται στο πλαίσιο των αμοιβαίων παρεξηγήσεων, φόβων
και λανθασμένων εκτιμήσεων που κυριάρχησαν —όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην
υπόλοιπη Ευρώπη, στην ΕΣΣΔ και στις ΗΠΑ— την επαύριο της ήττας της Γερμανίας
και που οδήγησαν τελικά στον Ψυχρό Πόλεμο.
Στο πλαίσιο αυτό, και με δεδομένες τη σκληρή εσωτερική αντιπαράθεση, την
τραγική οικονομική κατάσταση της χώρας και την εμπλοκή της στις μεταπολεμικές
ισορροπίες, βασική προτεραιότητα της Αθήνας δεν ήταν τόσο η προσάρτηση νέων
εδαφών όσο η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας και του
υπάρχοντος κοινωνικού και οικονομικού καθεστώτος.
Η πολιτική της Ελλάδας στον ΟΗΕ και στο πλαίσιο της δραστηριότητας της
UNSCOB, αλλά και η ετοιμότητά της να προσεγγίσει τη Γιουγκοσλαβία το 1949-1950,
μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν και τη διάρρηξη του —ως τότε φαινομενικά συμπαγούς—
άξονα Σόφιας-Βελιγραδίου, αποκαλύπτουν ότι, την αυγή της μεταπολεμικής εποχής
στα Βαλκάνια, η Ελλάδα βρισκόταν, όπως ακριβώς και πριν από τον πόλεμο, σε μια
απεγνωσμένη αναζήτηση ισορροπίας στην περιοχή, μέσω αξόνων ή συμμαχιών με
τοπικές ή και μεγάλες δυνάμεις, με σκοπό τη διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος.
Το 1944-1949 η πολιτική της Αθήνας παρουσιάζεται, σταδιακά όλο και
περισσότερο, ως μια σειρά ενεργειών μιας χώρας που απειλείται και όχι μιας
τοπικής δύναμης με περιφερειακές φιλοδοξίες. Παράλληλα, το κύριο ενδιαφέρον της
ελληνικής διπλωματίας μετατοπίζεται —σταδιακά όλο και περισσότερο— από τη
διατύπωση εθνικών διεκδικήσεων στη Βόρειο Ήπειρο, στη διατήρηση της ισορροπίας,
για να καταλήξει η Ελλάδα το 1949-1950 να αποκαταστήσει σχέσεις (και το
1953-1954 να συμμαχήσει!) με τη γείτονα εκείνη από την οποία κατ’ εξοχήν είχε
απειληθεί το 1944-1949 — μια Γιουγκοσλαβία όμως της οποίας η γεωπολιτική θέση
είχε μεταβληθεί μετά τη ρήξη με τη Μόσχα και που η πολιτική της έτεινε να απωλέσει
τον τόσο επιθετικό χαρακτήρα που επεδείκνυε την προηγούμενη δεκαετία.
ΙΙΙ.
Αν και η δεκαετία του ‘40 έφερε κοσμογονικές αλλαγές στη χερσόνησο του
Αίμου, που έμελλαν να καθορίσουν τη φύση των σχέσεων της Αθήνας με τις άλλες
βαλκανικές πρωτεύουσες έως το 1974, η ουσία των κύριων επιλογών της ελληνικής
διπλωματίας μετά το 1923 δεν αμφισβητήθηκε — και μάλιστα η χάραξη μιας
συντηρητικής πολιτικής στα Βαλκάνια ενσωματώθηκε, στη δεκαετία του ‘50, στα
ευρύτερα πλαίσια του αμυντικού, πολιτικού και στρατιωτικού σχεδιασμού του
δυτικού κόσμου.
Ακόμα και στα χρόνια του Εμφυλίου, η Ελλάδα διατήρησε ως στόχο της τη
σταθεροποίηση ισορροπιών στη νοτιοανατολική Ευρώπη — και συνεπώς ακολούθησε μια
πολιτική που αποσκοπούσε, μακροπρόθεσμα, να διευκολύνει την οικονομική ανάπτυξη
και την ενσωμάτωσή της στο δυτικό κόσμο. Στην επόμενη δεκαετία μάλιστα, το
1951-1961, η Αθήνα θα υιοθετήσει μια πολιτική «αποκοπής» από τη βαλκανική
πολιτική πραγματικότητα, κύριο δείγμα της οποίας θα αποτελέσει η υπογραφή
της Συμφωνίας Συνδέσεως με την ΕΟΚ, τον Ιούλιο του 1961.
Η Ελλάδα ’36-’49, Από τη δικτατορία
στον εμφύλιο, Τομές και συνέχειες, Επιμέλεια: ΧΑΓΚΕΝ ΦΛΑΪΣΕΡ, Εκδόσεις
Καστανιώτη