Στίχοι και θέματα του Κρητικού που βρίσκονται και σ’ άλλα ποιήματα του Σολωμού

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Lucia Stewart

Στίχοι και θέματα του Κρητικού που βρίσκονται και σ’ άλλα ποιήματα του Σολωμού

Η θεματική της σάλπιγγας, που θα σημάνει την ανάσταση των νεκρών:
Ο Κρητικός:
Λάλησε Σάλπιγγα! κι εγώ το σάβανο τινάζω

Ο Λάμπρος: Το παράπονο της Μαρίας
«Βλέπεις τούτους τους τάφους; Καμιά μέρα
Εδώ μέσα και συ θε να κοιμάσαι,
Έως όπου από ψηλά θέλει βουΐση
Η σάλπιγγα η στερνή να σε ξυπνήση».

Η Γυναίκα της Ζάκυθος:
Κεφάλαιο 7 Δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο
18. Γιατί τα σώματα των άλλων τριών ησυχάσανε στο μνήμα τους, από τα οποία θα πεταχτούν όταν βαρέση η Σάλπιγγα.

Εις Μοναχήν:
Ξύπνα, αδελφή! τη Σάλπιγγα
Την ύστερη αγρικώ.

Η γένεση ενός νέου κόσμου, που ακολουθεί τη δευτέρα παρουσία:
Ο Κρητικός:
Καπνός δε μένει από τη γη∙ νιος ουρανός εγίνη∙

Εις Μάρκο Μπότσαρη:
Του κόσμου την ύστερη μέρα,
Παντού στον καινούριο αέρα∙

Ο Πόρφυρας:
VII:
Νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.

Τα λουλούδια που δηλώνουν την παρθενία της κοπέλας:
Ο Κρητικός:
- Ψηλά την είδαμε πρωί∙ της τρέμαν τα λουλούδια∙

Η Φαρμακωμένη στον Άδη:
Εκοιτούσανε τα χέρια
Και το μέτωπο της νιας,
Όπου ετρέμαν τα λουλούδια
Τα λαμπρά της παρθενιάς.

Η αναφορά στη θύρα του παραδείσου:
Ο Κρητικός:
Στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια∙

Εις το θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο:
Στη θύρα την ολόχρυση της Παντοδυναμίας,
Πνεύματα μύρια παλαιά, πνεύματα μύρια νέα,
Σ’ ακαρτερούν για να σου πουν πως άργησες να φθάσης.

Ο κοχλασμός του νερού που βράζει:
Ο Κρητικός:
Κι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει

Η Γυναίκα της Ζάκυθος:
Κεφάλαιο 5
12. Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα όπου μου έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός, Ιερομόναχε, έλεα πως κάτι σούρθε. Σ’ έκραζα, σ’ εκούνεια, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτιζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε σαν το χόχλο στο νερό που βράζει.

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Α:
Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω∙ κι ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει∙

Σχεδίασμα Β:
IV
Μετά ταύτα μια ακατάπαυστη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία
Η μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

Η κυριαρχία ενός κρυφού μυστηρίου:
Ο Κρητικός:
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ:
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια

Η παρομοίωση που δίνει την πλήρη ακινησία που επικρατεί στη φύση:
Ο Κρητικός:
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ:
VI:
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι

Σχεδίασμα Β:
2:
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Κι ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, οπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα

Η παρουσία μιας γυναικείας μορφής, λουσμένης στο φως του φεγγαριού:
Ο Κρητικός:
Κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μια φεγγαροντυμένη

Ο Λάμπρος:
Απόσπασμα XXXII: Η Αναδυομένη
Στην κορυφή της θάλασσας πατώντας
Στέκει, και δε συγχύζει τα νερά της,
Που στα βάθη τους μέσα ολόστρωτα όντας
Δεν έδειχναν το θείον ανάστημά της.
Δίχως αύρα να πνέη, φεγγοβολώντας
Η αναλαμπή του φεγγαριού κοντά της
Συχνότρεμε, σα νάχε επιθυμήσει
Τα ποδάρια τα θεία να της φιλήση.

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ: Ο Πειρασμός
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Τα δάκρυα που θολώνουν τα μάτια, εμποδίζοντας τον ήρωα να δει τη θεϊκή μορφή:
Ο Κρητικός:
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι Σχεδίασμα Β΄
Το μάτι μου έτρεχε ρονιά κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα.

Το χώμα από την αγαπημένη πατρική γη:
Ο Κρητικός:
Μακριά ‘πο κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα.

Ο Πόρφυρας:
Ακόμ’ αφρέ μου, να βαστάς, και ναμαι γυρισμένος,
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου.

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Β:
XIII:
Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Το εξευτελιστικής σημασία πρώτο συνθετικό μπομπο:
Ο Κρητικός:
Μήτε όταν τον μπόμπο-Ισούφ και τς άλλους δυο βαρούσα

Η Γυναίκα της Ζάκυθος:
Κεφάλαιο 9: Η Γυναίκα της Ζάκυθος λαβαίνει τη στερνή της θαράπαψη
10: Αλλά ποιος νάναι; Μα την αλήθεια που της μοιάζει ολίγο. Αα! είσ’ εσύ, μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα του σπιταλιού, τσίμπλα της γουρούνας, σκατή, γαϊδούρα, κροπολόγα.

Το θόλωμα των νερών:
Ο Κρητικός:
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ:
II:
Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Και σα θολώνουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν

Η ομορφιά της πατρικής γης, όσο ταπεινή κι αν είναι:
Ο Κρητικός:
Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ:
I:
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Κι ευθύς εγώ τ’ Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

Σχεδίασμα Β:
I:
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
VI:
Να μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι∙
Η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.

Ο αποχωρισμός της ψυχής από το σώμα:
Ο Κρητικός:
Τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Β:
IX:
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν∙
Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν∙
Γλυκιά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Κι ύψωναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...