Προτεινόμενο θέμα: Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Ken Powers 

Προτεινόμενο θέμα: Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. 
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν 
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί 
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι 
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. 
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς 
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί. 
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη 
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια 
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. 
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. 
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ 
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος. 
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν 
από τότε που υπάρχει ο κόσμος 
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια 
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Ερωτήσεις:

1. Κάποια από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Παυλόπουλου, όπως εμφανίζονται στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι: η δημιουργία μιας μυθικής διήγησης χωρίς τέλος, η χρήση απλής καθημερινής γλώσσας και η κυριαρχία των κύριων προτάσεων.
Να εξηγήσετε πώς υπηρετεί το ποιητικό αποτέλεσμα καθένα από αυτά.
[Μονάδες 15]

2. α) Ενώ ο κυρίαρχος χρόνος των ρημάτων του ποιήματος είναι ο Ενεστώτας, στον 12ο και 13ο στίχο τα ρήματα τίθενται σε χρόνο Αόριστο. Τι υποδηλώνει αυτή η αλλαγή; 
β) Ποια είναι η εστίαση της αφηγηματικής φωνής, τι επιτυγχάνεται με αυτή και σε ποιο σημείο του ποιήματος εντοπίζετε αλλαγή στην εστίαση;  
[Μονάδες 20]

3. «Επομένως η Ποίηση δεν είναι το σύνολο των ποιημάτων που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος είναι αυτό που ποτέ δεν ειπώθηκε και ούτε πρόκειται ποτέ να ειπωθεί.» (Τασούλα Καραγεωργίου, «Τα αντικλείδια του Γιώργη Παυλόπουλου μια διδακτική δοκιμή», Γράμματα και Τέχνες)
Να αιτιολογήσετε το συμπέρασμα αυτό με βάση το ποίημα του Παυλόπουλου.  
[Μονάδες 20]

4. Να σχολιάσετε σε μία παράγραφο (100-120 λέξεων) το περιεχόμενο των ακόλουθων στίχων:
«Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. 
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ 
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.»
[Μονάδες 25]

5. Σας δίνεται ένα απόσπασμα από το πεζό ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Τα πλοία». Ποιες δυσκολίες της ποιητικής τέχνης παρουσιάζει ο Καβάφης και ποιες ο Παυλόπουλος;
[Μονάδες 20]

Κωνσταντίνος Καβάφης «Τα πλοία» (απόσπασμα)

«Aπό την Φαντασίαν έως εις το Xαρτί. Eίναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα. H απόστασις φαίνεται μικρά κατά πρώτην όψιν, και εν τοσούτω πόσον μακρόν ταξίδι είναι, και πόσον επιζήμιον ενίοτε δια τα πλοία τα οποία το επιχειρούν.
      H πρώτη ζημία προέρχεται εκ της λίαν ευθραύστου φύσεως των εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρουν τα πλοία. Eις τας αγοράς της Φαντασίας, τα πλείστα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από λεπτάς υάλους και κεράμους διαφανείς, και με όλην την προσοχήν του κόσμου πολλά σπάνουν εις τον δρόμον, και πολλά σπάνουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηράν. Πάσα δε τοιαύτη ζημία είναι ανεπανόρθωτος, διότι είναι έξω λόγου να γυρίση οπίσω το πλοίον και να παραλάβη πράγματα ομοιόμορφα. Δεν υπάρχει πιθανότης να ευρεθή το ίδιον κατάστημα το οποίον τα επώλει. Aι αγοραί της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλ’ όχι μακροχρονίου διαρκείας. Aι συναλλαγαί των είναι βραχείαι, εκποιούν τα εμπορεύματά των ταχέως, και διαλύουν αμέσως. Eίναι πολύ σπάνιον εν πλοίον επανερχόμενον να εύρη τους αυτούς εξαγωγείς με τα αυτά είδη.»


Απαντήσεις:

1. α) Το ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου είναι ένας μύθος για την ποίηση και αφηγείται μια επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες απόπειρα να παραβιασθεί η ανοιχτή της πόρτα. Πρόθεση του ποιητή είναι να αναδειχθεί το ανέφικτο της πλήρους κατάκτησης της ποιητικής τέχνης και άρα της δημιουργίας πραγματικής και άρτιας ποίησης. Έτσι, στα πλαίσια του αλληγορικού μύθου, η ανοιχτή πόρτα της ποίησης κλείνει για όσους επιχειρήσουν να τη διαβούν και παραμένει κλειστή, παρά τις επίμονες προσπάθειές τους να δημιουργήσουν το ποίημα-αντικλείδι που θα τους επιτρέψει να την ανοίξουν. Το γεγονός ότι το ποίημα κλείνει με σχήμα κύκλου, όπου η πόρτα της ποίησης παρουσιάζεται εκ νέου ανοιχτή, το καθιστά φορέα της εμπειρίας που περιγράφει, υπό την έννοια πως ούτε το ποίημα του Παυλόπουλου κατορθώνει να γίνει κάτι περισσότερο από ένα ακόμη αντικλείδι, μία ακόμη ατελέσφορη απόπειρα να ανοιχθεί η πόρτα της ποίησης.
β) Ο ποιητικός λόγος του Παυλόπουλου διαμορφώνεται με απλές καθημερινές λέξεις, δημιουργώντας μια αίσθηση οικειότητας στον αναγνώστη. Το ποίημα καθίσταται πιο εύληπτο και η όλη αφήγηση μοιάζει να δίνεται στα πλαίσια μιας απλής συζήτησης. Ο ποιητής, άλλωστε, δεν επιδιώκει να βασίσει τον ποιητικό του λόγο σε σπάνιες ή εξεζητημένες λέξεις, που θα δυσκόλευαν την πρόσληψη του μεταδιδόμενου μηνύματος, αλλά ούτε και να δημιουργήσει ένα λυρικό ποίημα με μουσικότητα.
γ) Η προτίμηση του ποιητή στην απλότητα της έκφρασης, που γίνεται εμφανής με την επιλογή του καθημερινού λεξιλογίου, ενισχύεται και από τη χρήση κύριων προτάσεων, που καθιστούν σαφέστερη τη διατύπωση και διευκολύνουν τη νοηματική προσέγγιση του ποιήματος. Συνάμα, οι κύριες προτάσεις προδίδουν στην αφήγηση γοργό ρυθμό, που βρίσκεται σε συνάρτηση με τη δραματικότητα του ποιήματος και τις συνεχείς εναλλαγές στην αέναη προσπάθεια των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης.  Οι κύριες προτάσεις με τη νοηματική τους σαφήνεια επιτρέπουν στον αναγνώστη να εισχωρήσει στο αφηγηματικό ξεδίπλωμα του ποιήματος και να εμπλακεί στην αναζήτηση του ποιητή. Δημιουργούν, παράλληλα, μια αίσθηση οικειότητας καθώς ο λόγος του ποιητή ακούγεται απλός και καθημερινός, χωρίς την ποιητικότητα εκείνη που κάποτε δυσχεραίνει την κατανόηση του νοήματος και αποθαρρύνει τους αναγνώστες.

2. α) Με τη χρήση του Ενεστώτα ο ποιητής παρουσιάζει την παροντική διάσταση της αλληγορίας, δημιουργώντας εμφατικά την αίσθηση πως η πόρτα της ποίησης είναι τώρα και κάθε στιγμή ανοιχτή. Έτσι, το κάλεσμα της ποίησης, αλλά και οι προσπάθειες των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα που αίφνης έκλεισε, αποδίδονται με χρόνο Ενεστώτα, παρουσιάζοντας τα γεγονότα ως εξελισσόμενα στο παρόν. Η απόπειρα κατάκτησης της ποίησης δεν αποτελεί ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά μια συνεχιζόμενη, επίκαιρη και συνάμα διαχρονική κατάσταση.
Η αλλαγή χρόνου στον 12ο και 13ο στίχο, (δεν άνοιξε, μπόρεσαν), που τοποθετεί τις ρηματικές ενέργειες στο παρελθόν, έρχεται να αποκαλύψει πως στην πραγματικότητα η πόρτα της ποίησης δεν είχε ανοίξει ποτέ. Με την απολυτότητα του Αορίστου, που παρουσιάζει τα γεγονότα ως τετελεσμένα στο παρελθόν, καθίσταται σαφής η πλάνη εκείνων που θεώρησαν πως η πόρτα της ποίησης ήταν ανοιχτή.
β) Ο αφηγητής του ποιήματος έχει καθολική εποπτεία στον χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Είναι, δηλαδή, ένας παντογνώστης αφηγητής, με μηδενική εστίαση, που γνωρίζει συνολικά τις αέναες, μα ανεπιτυχείς, προσπάθειες των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης και άρα να κατακτήσουν την ποιητική τέχνη.
Το γεγονός, όμως, ότι είναι παντογνώστης δεν τον καθιστά και αμέτοχο παρατηρητή, καθώς στον 17ο στίχο «για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης», συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του στη χορεία των ποιητών, που μάταια προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης. Έτσι, ο αφηγητής αντικρίζει τα γεγονότα με εσωτερική εστίαση, και αποκαλύπτει πως η εναγώνια αυτή προσπάθεια του είναι εξαιρετικά οικεία, μιας κι ο ίδιος προσπαθεί μαζί με όλους τους ομοτέχνους του να δημιουργήσει το πολυπόθητο κλειδί. Η δραματοποίηση αυτή του αφηγητή ενισχύει την αλήθεια και την πιστότητα της περιγραφόμενης εμπειρίας, καθώς δίνεται από κάποιον που την έχει βιώσει προσωπικά.

3) Η σκέψη του ποιητή πως «ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια», υποδηλώνει πως επί της ουσίας η τέχνης της Ποίησης δεν έχει ακόμη κατακτηθεί και άρα κανείς δεν έχει ακόμη κατορθώσει να δημιουργήσει πραγματικό ποιητικό έργο. Σύμφωνα, δηλαδή, με την αλληγορία του ποιητή, οι προσπάθειες των ομοτέχνων του -αλλά και του ίδιου- να φτιάξουν το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα της ποίησης δεν έχουν επιτύχει. Επομένως, ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως ποίηση δεν είναι παρά το αποτέλεσμα των ανεπιτυχών προσπαθειών που έχουν καταβάλει οι ποιητές από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Το σύνολο της ποιητικής παραγωγής, που για τους αναγνώστες συνιστά την ίδια την ποίηση, για τον Παυλόπουλο και τους άλλους ποιητές δεν είναι παρά ατελέσφορες δοκιμές για την παραγωγή πραγματικής ποίησης.
Τα υπάρχοντα ποιήματα, τα «αντικλείδια» δηλαδή, όπως τα αντικρίζουν οι ποιητές, δεν είναι η ποίηση, ποίηση είναι το μοναδικό εκείνο ποίημα, η τέλεια εκείνη διατύπωση που τόσο επίμονα αρνείται να γίνει κτήμα τους. Οι αναγνώστες γνωρίζουν την ποίηση με βάση τα όσα έχουν ήδη γραφτεί, οι ποιητές όμως γνωρίζουν ότι μπορεί να υπάρξει ποιητικός λόγος ασύλληπτα καλύτερος, ποιητικός λόγος τόσο τέλειος που θα τους οδηγήσει κατευθείαν στην ουσία της ποίησης. Οι ποιητές παλεύουν με τις λέξεις, δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ να μένουν ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα γιατί ξέρουν ότι κάθε σκέψη και κάθε στίχος μπορεί να διατυπωθεί καλύτερα. Οι ποιητές φτάνουν στο τέλος της διαδρομής τους γνωρίζοντας ότι τελικά δεν κατόρθωσαν να πετύχουν την ιδανική εκείνη έκφραση, που θα τους επέτρεπε να διαμορφώσουν τον ποιητικό λόγο στην καλύτερή του μορφή.
Η ποίηση μας έχει δοθεί κατά καιρούς με διάφορους τρόπους και συχνά έχουν υπάρξει ποιητές που με το έργο τους έχουν κατορθώσει να συγκινήσουν τους αναγνώστες κι έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης για άλλους ποιητές. Παραμένει, όμως, πάντοτε το ερώτημα μήπως υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος διαμόρφωσης του ποιητικού λόγου, κάποιος τρόπος που θα μας προσέφερε την ποίηση όπως δεν την έχουμε ποτέ γνωρίσει ή σκεφτεί μέχρι τώρα. Ίσως η ουσία της ποίησης να συνεχίζει να μας διαφεύγει και όσα βρίσκονται πίσω από την πόρτα της ποίησης να είναι κατά πολύ ανώτερα απ’ ό,τι έχουν κατορθώσει μέχρι τώρα να αποδώσουν οι ποιητές. 

4) Οι μάταιες προσπάθειες των ποιητών να φτιάξουν το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα της ποίησης, αποκαλύπτουν το ανέφικτο της επιθυμίας τους και πιστοποιούν τη βασική αλήθεια του ποιήματος, ότι δηλαδή η πόρτα της ποίησης δεν άνοιξε ποτέ. Αλήθεια που την κατανοούν πληρέστερα μόνο οι ποιητές κι όσοι επιχειρήσουν να γράψουν ποίηση, αφενός διότι γνωρίζουν την πραγματική αξία της ποίησης κι αφετέρου διότι αντιλαμβάνονται πόσο δύσκολη κι επίπονη είναι η σύνθεση άρτιου ποιητικού έργου. Έτσι, ενώ η πόρτα της ποίησης μοιάζει να είναι ανοιχτή, εκείνοι που κατορθώνουν να δουν στο βάθος και να εκτιμήσουν όσα εξαίσια έχει να τους προσφέρει, αντιλαμβάνονται πως η ποίηση στη βαθύτερη ουσία της παραμένει επίμονα απροσπέλαστη. Ό,τι οι αμύητοι προσπερνούν κι ίσως θεωρούν εύκολο, οι ποιητές γνωρίζουν πόσο ανεκτίμητο και δυσεπίτευκτο είναι.
[Λέξεις: 127]

5) Ο Γιώργης Παυλόπουλος στο ποίημά του παρουσιάζει τις ατελέσφορες προσπάθειες των ποιητών να κατακτήσουν την ποιητική τέχνη και αντικρίζει το σύνολο της μέχρι τώρα ποιητικής παραγωγής ως αποτέλεσμα ατελών δοκιμών και όχι ως πραγματική ποίηση. Η σκέψη του Παυλόπουλου είναι πως κανείς δεν έχει κατορθώσει μέχρι τώρα να ανοίξει την πόρτα της Ποίησης, να γνωρίσει δηλαδή σε βάθος την τέχνη αυτή, και άρα να δημιουργήσει αληθινή και άρτια ποίηση. Εντούτοις, η θέση του αυτή δεν είναι απαγορευτική για όποιον θέλει να αφοσιωθεί στην ποιητική τέχνη, μιας και όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο ποιητής, η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Ο ποιητής, επομένως, αναγνωρίζει τη δυσκολία που υπάρχει στο να βρεθεί ή και να δημιουργηθεί το «κλειδί» για να ανοιχθεί η πόρτα της ποίησης, επισημαίνει πως πολλοί μέχρι τώρα έχουν χαλάσει μάταια τη ζωή τους προσπαθώντας να ανοίξουν την απαραβίαστη αυτή πόρτα, αλλά δεν επιχειρεί να αποτρέψει τους νέους επίδοξους ποιητές από το να καταβάλουν τη δική τους προσπάθεια.
Σε μια διαφορετική προσέγγιση του θέματος της ποιητικής τέχνης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης παρουσιάζει τη δυσκολία που υπάρχει στο να κατορθώσει ο ποιητής να αποδώσει στους στίχους του ακέραια την ποιητική του ιδέα, χωρίς να τη λησμονήσει.  
Στα πλαίσια της δικής του αλληγορικής παρουσίασης οι ποιητικές ιδέες, που δημιουργούνται στον κόσμο της Φαντασίας, μεταφέρονται με πλοία στο Χαρτί, αφού πρώτα χρειαστεί να περάσουν μια επικίνδυνη «θάλασσα».
Στην αλληγορία του Καβάφη, λοιπόν, οι ποιητικές ιδέες παρουσιάζονται ως πολύτιμα, αλλά άκρως εύθραυστα εμπορεύματα, τα οποία κατά τη μεταφορά τους ζημιώνονται ή και καταστρέφονται πολύ εύκολα. Όπως ένα αντικείμενο που είναι φτιαγμένο από λεπτό γυαλί, μπορεί να σπάσει με την παραμικρή απροσεξία, έτσι και μια ποιητική ιδέα, μπορεί να αλλοιωθεί ή χειρότερα, ακόμη και να ξεχαστεί, αν ο ποιητής δεν είναι εξαιρετικά αφοσιωμένος τη στιγμή που επιχειρεί να τη μετουσιώσει σε ποίηση.
Κάθε ένα από αυτά τα εμπορεύματα που καταστρέφεται κατά τη μεταφορά, αποτελεί ανεπανόρθωτη απώλεια, καθώς είναι αδύνατο για τα πλοία να γυρίσουν πίσω και να βρουν ένα πανομοιότυπο αντικείμενο. Κι αυτό, όχι μόνο γιατί δεν μπορεί να βρεθεί το ίδιο εμπόρευμα, αλλά πολύ περισσότερο γιατί δεν μπορεί να βρεθεί καν το κατάστημα που το πουλούσε. Η αναλογία με τις ποιητικές ιδέες είναι σαφής, καθώς κάθε φορά που ο ποιητής δεν κατορθώνει εγκαίρως ή επιτυχώς να αποτυπώσει την ιδέα του, που συχνά είναι αποτέλεσμα ενός τυχαίου ειρμού ή ενός μοναδικού συλλογισμού, ύστερα δεν μπορεί να την επανακτήσει. Αν, επομένως, ο ποιητής δεν είναι πάντοτε σε εγρήγορση και πάντοτε έτοιμος να καταγράψει τις ιδέες του, είναι πολύ πιθανό να απολέσει σημαντικές ποιητικές ιδέες.
Άλλωστε, στην αγορά της Φαντασίας, παρόλο που υπάρχουν μεγάλα και πολύτιμα καταστήματα, αυτά δεν διατηρούνται για πολύ καιρό. Πωλούν πολύ γρήγορα τα εμπορεύματά τους κι αμέσως διαλύονται. Έτσι, είναι εξαιρετικά σπάνιο για ένα πλοίο που επιστρέφει στον κόσμο της Φαντασίας να βρει ξανά τους ίδιους εμπόρους και τα ίδια εμπορεύματα.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η προσπάθεια του Καβάφη να αποδώσει την επικοινωνία του ποιητή με τον κόσμο της φαντασίας και το ευάλωτο των ποιητικών ιδεών, μέσα από την αλληγορική τους παρουσίαση ως εμπορεύματα σε βραχύβια καταστήματα. Η πρόθεση του ποιητή είναι να αναδείξει την αφοσίωση που απαιτείται από τη μεριά των ομοτέχνων του, καθώς είναι πολύ εύκολο να ξεχαστούν ή να αποδοθούν ανεπιτυχώς σημαντικές και το κυριότερο μοναδικές ποιητικές ιδέες, αν ο ποιητής δεν είναι διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή να αξιοποιήσει το πολύτιμο υλικό που του παρέχει η φαντασία και η σκέψη του.
Η πρόθεση του Καβάφη γίνεται σαφέστερη αν διαβάσουμε ένα από τα σημειώματά του στο οποίο παρουσιάζει τη συνομιλία του μ’ έναν νεότερο ποιητή, στον οποίο ο Καβάφης θέλησε να εξηγήσει τις απώλειες που είχε ως δημιουργός εξαιτίας των καθημερινών επαγγελματικών του υποχρεώσεων.
«Πόσες φορές μες στη δουλειά μου μ’ έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ’ ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Και δικαίως. Μοιάζει σαν η Τέχνη να με λέγει “Δεν είμαι μια δούλα εγώ για να με διώχνεις σαν έρχομαι, και νάρχομαι σαν θες. Είμαι η μεγαλύτερη Κερά του κόσμου. Και αν με αρνήθηκες -προδότη και ταπεινέ- για το ελεεινά σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή κοινωνική σου θέση, αρκέσου μ’ αυτά λοιπόν, (αλλά πού μπορείς ν’ αρκεσθείς) και με τες λίγες στιγμές που όταν έρχομαι συμπίπτει να είσαι έτοιμος να με δεχθείς, βγαλμένος στην πόρτα να με περιμένεις, όπως έπρεπε να είσαι κάθε μέρα.”» 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...