Ιστορία Προσανατολισμού: Ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός της Ελλάδας και η οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος (πηγές) | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Ιστορία Προσανατολισμού: Ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός της Ελλάδας και η οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος (πηγές)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

John Angelo Lattanzio

 
Ιστορία Προσανατολισμού: Ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός της Ελλάδας και η οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος (πηγές)
 
Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφερθείτε:
α. στη στάση του Βενιζέλου, ως πρωθυπουργού της Ελλάδας, απέναντι στο Κρητικό Ζήτημα μέχρι τις αρχές του 1912,
β. στα γεγονότα που οδήγησαν στην οριστική λύση του Κρητικού Ζητήματος μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου.
 
Κείμενο Α
Οι Κρητικοί βουλευτές διαδήλωναν την άκαμπτη απόφαση να πάρουν μέρος στις εργασίες του ελληνικού κοινοβουλίου με την πεποίθηση ότι, μετά τη μονόπλευρη ανακήρυξη της ενώσεως, το 1908, θα συνέβαλαν ήδη στην τυπική επικύρωσή της και θα εκβίαζαν τη διεθνή αναγνώριση.
Η αντίδραση του Έλληνα πρωθυπουργού ήταν άμεση και αποφασιστική. Σε κατεπείγον μήνυμα προς τον κυβερνητικό αντιπρόσωπο στα Χανιά, υπογράμμιζε:
«Ο Κρτες λησμονον τι τίθενται ντιμέτωποι χι μόνον τς Τουρκίας και τν Μεγάλων Δυνάμεων, λλά και ατο τούτου το λευθέρου Βασιλείου, το ποίου κυβέρνησις δεν ννοεί να ποδεχθ το κρητικόν πραξικόπημα και να λθ ες καιρον ρξιν με την Τουρκίαν. Συντόνως και νευ πωλείας μις μέρας σχολουμένη με την στρατιωτικήν συγκρότησιν τς χώρας, κυβέρνησις ξιο πως ες την γνώμην της προσαρμοσθ γνώμη τν πολιτικν ρχηγν τς Κρήτης».
Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική (1900-1945).
 
Κείμενο Β
Η απόφαση της ελληνικής κυβερνήσεως να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας (4/17 Οκτωβρίου 1912) χαιρετίσθηκε από την πανελλήνια κοινή γνώμη με ζωηρό ενθουσιασμό. Ήδη, σε απάντηση της προκλητικής κατασχέσεως είκοσι ελληνικών πλοίων από τις λιμενικές αρχές του Ελλησπόντου της Κωνσταντινουπόλεως και της Θεσσαλονίκης, ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε από τις 1/14 Οκτωβρίου δεχθεί στη βουλή τους Κρήτες βουλευτές.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΔ΄
 
Κείμενο Γ
Η πρεσβευτική συνδιάσκεψη του Λονδίνου κατέληγε στη σύνταξη και την υποβολή, στις 20 Μαρτίου 1913, των προκαταρκτικών εισηγήσεων, η συμφωνία γύρω από τις οποίες θα καθιστούσε δυνατή τη σύναψη της οριστικής συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στην Πύλη και στους Βαλκανικούς συμμάχους. Μεταξύ αυτών ήταν η άρση κάθε ενδιαφέροντος για την Κρήτη και η συμμετοχή των Βαλκανικών συμμάχων στα βάρη του οθωμανικού χρέους, αναλογικά στα εδάφη που τελικά θα προσαρτούσαν. Η Πύλη δέχτηκε τις εισηγήσεις της Συνδιασκέψεως στις 5 Απριλίου. […]
Αξίζει να σημειωθεί ότι αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου με την Τουρκία η Ελλάδα είχε αποδεχθεί την ένωση, που από το 1908 είχαν κηρύξει οι Κρητικοί.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΔ΄ 
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α) Ο Βενιζέλος, ως πρωθυπουργός της Ελλάδας, ήδη από το 1910, με το οξύτατο πολιτικό του αισθητήριο γνώριζε ότι δεν είχε φτάσει ακόμη το πλήρωμα του χρόνου για την επίλυση του Κρητικού Ζητήματος. Στις επίμονες παρακλήσεις των συμπατριωτών του Κρητών απαντούσε αρνητικά και φαινόταν δυσάρεστος. Όπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (Κείμενο Α), οι βουλευτές της Κρήτης θεωρούσαν πως αν λάμβαναν μέρος στις συνεδριάσεις της ελληνικής βουλής θα ενίσχυαν με την εκεί παρουσία τους την κήρυξη της ένωσης που είχε μονομερώς γίνει από την Κρήτη το 1908. Πίστευαν, ειδικότερα, πως η παρουσία τους αυτή θα λειτουργούσε ως τυπική επικύρωση της ένωσης και, άρα, θα ασκούταν επαρκή πίεση, ώστε να αναγνωριστεί διεθνώς η αναγνώριση της ένωσης. Η άποψη του Βενιζέλου, ωστόσο, ήταν διαφορετική, καθώς όπως ανέφερε σε σχετικό μήνυμά του στον κυβερνητικό αντιπρόσωπο στα Χανιά, οι Κρητικοί με τη στάση τους αυτή δεν έρχονταν αντιμέτωποι μόνο με την Τουρκία και με τις Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά και με το ελληνικό βασίλειο, αφού η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε καμία πρόθεση να υποχωρήσει στην εκβιαστική τους στάση και να έρθει σε πρόωρη σύγκρουση με την Τουρκία. Απαιτούσε, μάλιστα, από τους Κρητικούς να συμμορφωθούν με την απόφασή του, ώστε να μη στερήσουν από το ελληνικό κράτος ούτε μία μέρα από την προσπάθειά του να προετοιμάσει και να ενισχύσει τη στρατιωτική του δύναμη. Η σταθερή άρνησή του, όμως, να επιτρέψει την είσοδο Κρητών βουλευτών στο ελληνικό κοινοβούλιο προκάλεσε στην Κρήτη ισχυρές αντιδράσεις. Αναταραχή εκδηλώθηκε στα τέλη του 1911 και συγκροτήθηκε πάλι στο νησί Επαναστατική Συνέλευση (3 Ιανουαρίου 1912), ενώ άρχισαν να οργανώνονται και ένοπλα τμήματα.
β) Εκείνο που δεν είχε κατορθώσει να λύσει η διπλωματία, το έλυσε ο πόλεμος. Ευθύς μετά την έκρηξη των Βαλκανικών πολέμων (Οκτώβριος 1912) οι πύλες του ελληνικού Κοινοβουλίου άνοιξαν για τους Κρήτες βουλευτές, που έγιναν δεκτοί με εκδηλώσεις απερίγραπτου πατριωτικού ενθουσιασμού. Όπως διευκρινίζεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Β), αν και η κήρυξη του πολέμου εναντίον της Τουρκίας έγινε από την ελληνική κυβέρνηση στις 4/17 Οκτωβρίου 1912, η απόφαση του Βενιζέλου να δεχτεί τους Κρητικούς βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο είχε ληφθεί λίγες μέρες πριν (1/14 Οκτωβρίου 1912), διότι ήθελε με αυτή την κίνηση να δώσει μια συμβολική απάντηση στην ενέργεια των Τούρκων να κατασχέσουν είκοσι ελληνικά πλοία από τα λιμάνια του Ελλησπόντου, της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης. Παραλλήλως, σύμφωνα με το Κείμενο Γ, η ελληνική κυβέρνηση αμέσως μόλις ξέσπασε ο πόλεμος με την Τουρκία αποδέχτηκε την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, που είχαν κηρύξει οι Κρητικοί ήδη από το 1908. Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων ανέγνωσε Ψήφισμα, σύμφωνα με το οποίο «η Ελλάς αποδέχεται όπως του λοιπού ενυπάρχη κοινόν Κοινοβούλιον δια το ελεύθερον Βασίλειον και διά την νήσον Κρήτην». Αλλά ο Βενιζέλος δεν προχώρησε περισσότερο, για να μη διαταράξει τις σχέσεις του με τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις, εν όψει και του πολέμου που είχε αρχίσει. Αρκέστηκε να αποστείλει στην Κρήτη ως Γενικό Διοικητή το φίλο του Στέφανο Δραγούμη, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 12 Οκτωβρίου 1912.
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταχύτατα, καθώς ήταν πλέον ορατή η ήττα της Τουρκίας. Στην πράξη η ένωση είχε συντελεστεί και απλώς έμενε η επικύρωσή της με την υπογραφή μιας διεθνούς συνθήκης. Στις 14 Φεβρουαρίου 1913 αφαιρέθηκαν από το φρούριο της Σούδας οι σημαίες των Μ. Δυνάμεων και της Τουρκίας. Όλα τα σύμβολα της τουρκικής επικυριαρχίας, αλλά και της κηδεμονίας των Μ. Δυνάμεων, είχαν πλέον εξαφανιστεί από την Κρήτη.
Η ευτυχής για την Ελλάδα έκβαση των Βαλκανικών πολέμων έδωσε και στο Κρητικό Ζήτημα την οριστική λύση του. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους (Κείμενο Γ), οι πρεσβευτές των Δυνάμεων στη συνδιάσκεψή τους στο Λονδίνο (20 Μαρτίου 1913) συνέταξαν και κατέθεσαν τις αρχικές προτάσεις τους για το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί μια συμφωνία ανάμεσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και τους Βαλκανικούς αντιπάλους της, ώστε να προκύψει μια οριστική συνθήκη ειρήνης. Μία από τις προτάσεις αυτές προέβλεπε τη δήλωση από τη μεριά της Πύλης πως δεν είχε πλέον κανένα ενδιαφέρον και κατ’ επέκταση κανένα δικαίωμα για την Κρήτη, με αντάλλαγμα να αναλάβουν οι Βαλκανικές χώρες μέρος του χρέους των Οθωμανών που θα αναλογούσε στα εδάφη που θα αποκτούσε κάθε μία από αυτές. Η Πύλη, μάλιστα, αποδέχτηκε τις σχετικές προτάσεις στις 5 Απριλίου 1913. Έτσι, με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματά του στην Κρήτη, την οποία παραχωρούσε στις Μ. Δυνάμεις της Ευρώπης. Με ιδιαίτερη συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας (14 Νοεμβρίου 1913) ο σουλτάνος παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμά του στην Κρήτη, η οποία έτσι εντάχθηκε στην ελληνική επικράτεια ως οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της. Οι Μ. Δυνάμεις αποδέχθηκαν σιωπηρά τη λύση αυτή, δηλώνοντας απλώς ότι έλαβαν γνώση των ενεργειών της ελληνικής κυβέρνησης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...