Λάμπρος Πορφύρας «Το θέατρο»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Carol Leigh

Λάμπρος Πορφύρας «Το θέατρο»

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή του Πορφύρα Σκιές (1920) και εντάσσεται στο κλίμα του συμβολισμού.

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει.
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι έβγαιναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτο τους δράμα,
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία.
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε, Θε μου, κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.

Το ποίημα κινείται στο πλαίσιο του συμβολισμού, γεγονός που σημαίνει πως χαρακτηρίζεται για το υπαινικτικό του ύφος, το θολό και ασαφές κλίμα, την υποβλητική λειτουργία, τον περιορισμό του νοηματικού περιεχομένου και κυρίως από τη μελαγχολική του διάθεση που οδηγεί στην απελπισία.

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει.
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Το ποιητικό υποκείμενο καθιστά εμφανή την παρουσία του ήδη από τον πρώτο στίχο, εφόσον δηλώνει την αδυναμία του να εκφράσει με σαφήνεια αυτό που βίωσε χθες το βράδυ. Έχουμε, έτσι, έναν συγκεκριμένο χρονικό προσδιορισμό (χθες το βράδυ), αλλά ήδη μια δυσκολία σύνδεσης με την πραγματική διάσταση των γεγονότων∙ μια αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας (Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ). Ο ποιητής απευθύνει τα λόγια αυτά σ’ έναν υποτιθέμενο ακροατή, ο οποίος ωστόσο δεν αποκτά υπόσταση στο ποίημα. Γίνεται, ωστόσο, αισθητή η θεατρικότητα του κειμένου, αφού αποκτά τη μορφή ενός δραματικού μονολόγου.
Η θεατρικότητα έχει κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτό το ποίημα, καθώς γενικότερη πρόθεση του Πορφύρα είναι να αναδείξει την ομοιότητα του κόσμου με μια θεατρική σκηνή. Σκέψη που φανερώνει συνειδητή απομάκρυνση από την πραγματικότητα και φέρνει τον ποιητή πλησιέστερα στην τραγική αίσθηση πως η ζωή δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια θεατρική παράσταση, χωρίς τίποτε το γνήσιο και το αληθινό. Άνθρωποι που υποκρίνονται ο ένας απέναντι στον άλλον∙ άνθρωποι που υποκρίνονται ακόμη και στον εαυτό τους, και το πιο επώδυνο, άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν έλεγχο στην ίδια τους τη ζωή, αφού μοιάζουν σαν ηθοποιοί που παίζουν ένα έργο που έχει γράψει άλλος γι’ αυτούς. Παίζουν σ’ ένα έργο, την πορεία του οποίου δεν μπορούν ν’ αλλάξουν, μέχρι να πέσει αιφνίδια η αυλαία και να τερματιστεί η παράσταση που αποκαλούν ζωή.
Ο ποιητής, λοιπόν, σχολιάζει πως ο δρόμος, χθες το βράδυ, μέσα στη σταχτιά, μουντή, συννεφιά, είχε γίνει σαν θέατρο, η σκηνή του οποίου μόλις και διακρινόταν στο αραιό σκοτάδι κι οι άνθρωποι, οι θεατρίνοι, φαινόντουσαν από μακριά σαν σκιές. Παρατηρούμε, άρα, πως μια εικόνα του πραγματικού κόσμου, ένας δρόμος και οι άνθρωποι που κινούνται σε αυτήν, μεταλλάσσονται στη σκέψη του ποιητή, ο οποίος επηρεασμένος βαθιά από τη μελαγχολική του διάθεση, αντικρίζει το δρόμο και τους ανθρώπους σαν μια δυσδιάκριτη θεατρική σκηνή.
Το θολό και ασαφές του σκηνικού εξυπηρετεί την πρόθεση του ποιητή να δημιουργήσει ένα ρευστό κλίμα, όπου τα όρια της πραγματικότητας δεν είναι σαφώς προσδιορισμένα, ώστε να είναι ευκολότερη η μετάβαση στον κόσμο του συναισθήματος και των ιδεών. Ο δρόμος χάνει σημαντικό μέρος της πραγματικής του υπόστασης και λαμβάνει συμβολικές διαστάσεις μέσα από μια εικόνα με έντονα συγκινησιακή ατμόσφαιρα.

Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι έβγαιναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτο τους δράμα,
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Ο ποιητής δίνει ακόμη περισσότερα στοιχεία του πραγματικού κόσμου που συνιστούν το θεατρικό σκηνικό: τα σπίτια που βρίσκονται κάπως μακριά, οι αυλές τους και μαζί τα κλωνάρια, δηλαδή τα δέντρα που βρίσκονται στις αυλές (σχήμα συνεκδοχής: τα κλωνάρια αντί για τα δέντρα), δίνουν την εντύπωση σκηνικών παλιών και ξεβαμμένων. Μια έντονη αίσθηση φθοράς που φανερώνει την απελπισία του ποιητή, αφού τίποτε γύρω του δεν μοιάζει ικανό να του ξυπνήσει την ελπίδα και την προσδοκία για κάτι καλύτερο. Φανερώνεται, επίσης, η αίσθηση της διαρκούς επανάληψης, εφόσον το ίδιο αυτό σκηνικό έχει υποδεχθεί ξανά και ξανά νέους ανθρώπους και τους έχει συνοδεύσει μέχρι το τέλος της ζωής τους, μόνο και μόνο για να έρθουν άλλοι νέοι άνθρωποι να περάσουν κι εκείνοι μια μουντή και άχαρη ζωή υποκρισίας και συμβιβασμών.
Οι θεατρίνοι της μάταιης αυτής παράστασης -οι άνθρωποι της καθημερινότητας- βγαίνουν και παίζουν το αλλόκοτο δράμα τους∙ κι είναι αλλόκοτο, διότι χωρίς να έχει στην πραγματικότητα καμία ουσία και καμία προοπτική να οδηγήσει σε κάτι το ιδιαίτερο ή κάτι το ουσιαστικό, οι ίδιοι οι άνθρωποι το αντιμετωπίζουν σαν να είναι κάτι πολύ σπουδαίο και εγκλωβίζονται στους ρόλους τους και κάποτε παθιάζονται, σαν να έχουν την εντύπωση πως ό,τι ζουν έχει καθοριστική σημασία. Ο ποιητής, εντούτοις, αντιλαμβάνεται την απόλυτη ματαιότητα αυτής της κωμικοτραγικής παράστασης, αυτής της δίχως πραγματικό νόημα ζωής, γι’ αυτό και παραθέτει κατά τρόπο εξισωτικό τόσο τους βόγκους, τους καημούς δηλαδή των ανθρώπων, όσο και τα γέλια της ευτυχίας τους.

Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία.
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε, Θε μου, κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.

Ο ποιητής μπροστά στο θέαμα αυτής της παράδοξης θεατρικής παράστασης, δηλώνει την αδυναμία του να κατανοήσει ποια δύναμη ωθεί τους ανθρώπους στο να συνεχίζουν να συμμετέχουν σε αυτή. Εγώ δεν ξέρω, μονολογεί, καθώς παρακολουθεί τους ανθρώπους-θεατρίνους να βγαίνουν από τα σπίτια τους, να συναντιούνται με άλλους ανθρώπους και να προχωρούν μαζί∙ δεν ξέρει ποιο το νόημα, μεταφέροντας στους συλλογισμούς του κάτι από το συγκεχυμένο και ασαφές του σκηνικού που αντικρίζει γύρω του.
Η παράσταση χαρακτηρίζεται από τον ποιητή, εύλογα, θλιβερή, εφόσον μοιάζει να μην έχει κανένα ουσιαστικό νόημα∙ χαρακτηρίζεται, όμως, και ωραία, γεγονός που προφανώς αναφέρεται στην αισθητική της πτυχή. Η ομορφιά της έγκειται στο σκηνικό της πλαίσιο κι όχι στο περιεχόμενό της, το οποίο είναι εμφανώς μάταιο σε ό,τι αφορά το ποιητικό υποκείμενο.
Η παράσταση αυτή έχει, βέβαια, πάντοτε περιορισμένη διάρκεια, το τέλος της, ωστόσο, προκαλεί κάθε φορά έκπληξη, αφού έρχεται τελείως απροσδόκητα, διακόπτοντας την παράσταση σε κάθε πιθανό σημείο, χωρίς να της δίνει απαραίτητα τον αναγκαίο χρόνο προκειμένου να φτάσει σε κάποια ολοκλήρωση. Η αυλαία μπορεί να πέσει ακόμη και ελάχιστα μετά την αρχή της.
Εδώ, το τέλος αυτής της παράστασης δίνεται συμβολικά με την έλευση της νύχτας, η οποία ρίχνει τη μαύρη της αυλαία και διακόπτει τις κινήσεις και τη δράση των ανθρώπων. Διακοπή που γίνεται αποδεκτή από τον ποιητή με την αίσθηση έκπληξης που συνοδεύει πάντοτε το άκαιρο τέλος∙ έκπληξη που αισθητοποιείται με τις δύο αναφωνήσεις (Θε μου) και τη χρήση θαυμαστικού.
Το αιφνίδιο τέλος είναι ακόμη ένα στοιχείο που ενισχύει τη ματαιότητα της παράστασης, αφού κανείς επί της ουσίας δεν γνωρίζει πότε θα τερματιστεί η δική του προσωπική παράσταση, κι αν θα του δοθεί ο χρόνος να υλοποιήσει όσα επιθυμεί ή έστω κάποια από αυτά.

Ερωτήσεις:
1. Ο ποιητής βλέπει μια εξωτερική πραγματικότητα αλλά η ψυχική του διάθεση τη μεταμορφώνει και μεταμορφώνοντάς την της δίνει συμβολικές προεκτάσεις. Να βρείτε α) Ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία, β) Ποια είναι η εντύπωση του ποιητή γι’ αυτά, πώς τα βλέπει δηλαδή και πώς τα μεταμορφώνει ο ποιητής, γ) Ποια είναι η συμβολική προέκταση. Να στηρίξετε την απάντησή σας στη βασική παρομοίωση και στις επιμέρους παρομοιώσεις και μεταφορικές εκφράσεις.

α) Τα πραγματικά στοιχεία που καταγράφονται στο ποίημα είναι ο δρόμος, τα σπίτια με τις αυλές, τα κλωνάρια, δηλαδή τα δέντρα, τα σύννεφα, οι άνθρωποι, όπως και το σκοτάδι της νύχτας. Στα πραγματικά στοιχεία εντάσσονται και οι πράξεις των ανθρώπων, οι κινήσεις, τα γέλια, οι συναντήσεις, αλλά και τα βογκητά τους.
β) Τα στοιχεία της πραγματικότητας, μέσα από μια ευρύτερη παρομοίωση, παρομοιάζονται μ’ ένα θέατρο και τα σκηνικά του, αναλαμβάνοντας με επιμέρους παρομοιώσεις το κάθε στοιχείο κι έναν συγκεκριμένο ρόλο. Έτσι, ο δρόμος μοιάζει με θέατρο στη σκηνή του οποίου εκτυλίσσεται μια παράσταση -οι κινήσεις και οι δράσεις των ανθρώπων-, οι άνθρωποι είναι οι θεατρίνοι, τα σπίτια, οι αυλές και τα δέντρα είναι το σκηνικό. Ενώ, η έλευση της νύχτας και το πυκνό της σκοτάδι λειτουργεί ως η αυλαία που τερματίζει την παράσταση.
γ) Η συμβολική προέκταση που λαμβάνει η μεταμόρφωση της πραγματικότητας είναι η τραγική αίσθηση πως η ζωή των ανθρώπων δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια θεατρική παράσταση, που τερματίζεται κάποτε αιφνιδίως. Μια παράσταση στην οποία οι άνθρωποι είναι οι ηθοποιοί κι οι πόλεις, το φυσικό και υλικό περιβάλλον λειτουργούν ως η σκηνή του θεάτρου και τα σκηνικά. Ενώ, η αυλαία συμβολίζει τον θάνατο.

2. Η ποίηση του Πορφύρα διακρίνεται για τη μελαγχολική της διάθεση. Επαληθεύεται στο συγκεκριμένο ποίημα ο χαρακτηρισμός;

Η μελαγχολική διάθεση της ποίησης του Πορφύρα γίνεται αισθητή με ποικίλους τρόπους στο πλαίσιο αυτού του ποιήματος, καθώς ο δημιουργός φροντίζει να δημιουργήσει ένα σκηνικό που αποπνέει τη φθορά και τη ματαιότητα. Ειδικότερα, το αραιό σκοτάδι που κάνει τους ανθρώπους να μοιάζουν με σκιά, καθιστά εμφανές το γεγονός της προσωρινότητάς τους, και άρα της ματαιότητας που χαρακτηρίζει το σύντομο πέρασμά τους από τη ζωή. Στο σκηνικό που συνθέτει ο ποιητής κυριαρχεί το σκοτάδι, και άρα μια αίσθηση θλίψης, κι όχι το λαμπερό και ζωτικό φως του ήλιου, εφόσον πρόθεση του Πορφύρα είναι να προσδώσει μια απαισιόδοξη διάθεση στο κείμενό του.
Τα σκηνικά της θεατρικής σκηνής παρουσιάζονται παλιά και φθαρμένα, ώστε να δηλωθεί αφενός ότι η παράσταση αυτή έχει παιχτεί πολλές φορές κι αφετέρου για να φανεί η κόπωση, αλλά και το πόσο κοντά στο τέλος της βρίσκεται πάντοτε η ζωή.
Στη μελαγχολική διάθεση συμβάλλουν και οι ήχοι που ακούγονται, τα βογκητά και τα γέλια, τα οποία μοιάζουν να διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς να υπάρχει κάποια λογική σύνδεση μεταξύ τους. Μια άτακτη διαδοχή πρόσκαιρων συναισθημάτων. Ενώ, η πιο έντονα θλιβερή εικόνα του ποιήματος, η οποία συνοδεύεται και από μια αναφώνηση (Θε μου), που φανερώνει την απόγνωση του ποιητή, είναι η έλευση της νύχτας και κατ’ επέκταση ο ερχομός του θανάτου.  

3. Κύρια χαρακτηριστικά του συμβολισμού στην ποίηση είναι: α) η μουσικότητα, β) η υποβλητική ατμόσφαιρα, γ) η σύνδεση των πραγμάτων με τις ψυχικές καταστάσεις. Υπάρχουν αυτά τα γνωρίσματα στο ποίημα;

α) Η μουσικότητα του ποιήματος επιτυγχάνεται με τη χρήση του μέτρου (ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο), τις ομοιοκαταληξίες (πλεχτή ομοιοκαταληξία) και την επιλογή λέξεων που αποπνέουν μια αίσθηση λυρισμού, όπως και με τις επαναλήψεις φράσεων.
β) Η υποβλητική ατμόσφαιρα συντίθεται με την αναφορά στα σύννεφα, στο σκοτάδι και στις σκιές, που δίνουν την εντύπωση μιας συγκεχυμένης και δυσδιάκριτης εικόνας. Η υποβλητικότητα, άλλωστε, έγκειται αφενός στην έλλειψη καθαρότητας κι αφετέρου στην κυριαρχία ενός συγκεκριμένου οπτικού και ηχητικού κλίματος∙ εδώ της μελαγχολίας, του σκοταδιού και της ματαιότητας.
γ) Το συναισθηματικό κλίμα που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα του ποιήματος φανερώνει συνάμα και τις ψυχικές διαθέσεις του ποιητή, έτσι η μελαγχολία και η απελπισία του καθρεφτίζονται στις σκοτεινές εικόνες που μας παρουσιάζει, αλλά και στη φθορά των πραγμάτων.

Τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού
[Από το «Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων» των Ιωάννη και Νικήτα Παρίση]

Ο συμβολισμός εμφανίζεται ως διπλή αντίδραση τόσο στο ρομαντικό στόμφο και τη ρητορεία όσο και στην παρνασσική απάθεια, αντικειμενικότητα και ακαμψία στο στίχο. Επιπλέον, διαφοροποιείται και από το ρεαλισμό και, κυρίως, από το νατουραλισμό, που αρέσκεται στη λεπτομερή περιγραφή του πραγματικού κόσμου και έχει κοινωνικούς στόχους.
Για το συμβολιστή ποιητή, η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, δηλαδή ο εξωτερικός κόσμος, δεν έχει κανένα ποιητικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, τα πράγματα αυτού του κόσμου η ποίηση μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ως διαμεσολαβητές, ως σύμβολα, για να φτάσει στο αληθινό της αντικείμενο: στην έκφραση ιδεών, ψυχικών ή νοητικών καταστάσεων, συναισθημάτων κτλ.· ή, μ' άλλα λόγια, στο ασυνείδητο και στο μυστήριο του εσωτερικού μας κόσμου.
Με βάση αυτή τη γενική αρχή, τα χαρακτηριστικά της συμβολιστικής ποίησης μπορούν να καθοριστούν ως εξής:
-   η προσπάθεια απόδοσης των ψυχικών καταστάσεων με τρόπο έμμεσο και συμβολικό, δηλαδή μέσα από τη χρήση των συμβόλων· αυτή η προσπάθεια οδηγεί σε μια υπαινικτική και υποβλητική χρήση της γλώσσας, σε συνδυασμό με μια διαισθητική σύλληψη των πραγμάτων και μιαν αφθονία εικόνων και μεταφορών (όλα αυτά τα στοιχεία μαζί κάνουν ασφαλώς το ποίημα πιο δυσνόητο)
-  η αποφυγή της σαφήνειας και η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός κλίματος ρευστού, συγκεχυμένου, ασαφούς και θολού, που συνυπάρχει με μια διάθεση ρεμβασμού, μελαγχολίας και ονειροπόλησης
-     η έντονη πνευματικότητα, ο ιδεαλισμός και, σε πολλές περιπτώσεις, ο μυστικισμός
-  η προσπάθεια να ταυτιστεί η ποίηση με τη μουσική, που εκδηλώνεται με την έντονη μουσικότητα και τον υποβλητικό χαρακτήρα του στίχου (απευθύνεται ταυτόχρονα στην ακοή και στο συναίσθημα)
-  οι πολλές τεχνικές, μορφολογικές και εκφραστικές καινοτομίες: χαλαρή ομοιοκαταληξία, ανομοιοκατάληκτος ή ελεύθερος στίχος, πολλά και πρωτότυπα σχήματα λόγου, ιδιόρρυθμη σύνταξη, νέο λεξιλόγιο κτλ.
-  ο περιορισμός του νοηματικού περιεχομένου του ποιήματος στο ελάχιστο: η ποίηση απαλλάσσεται από κάθε φιλοσοφικό και ηθικο-διδακτικό στοιχείο, καθώς και από ρητορισμούς ή θέματα του δημόσιου βίου· γίνεται αυτό που θα έπρεπε πάντοτε να είναι, δηλαδή καθαρή ποίηση (poésie pure), γεμάτη μαγεία και γοητεία.
Με λίγα λόγια, ο συμβολισμός φέρνει μια επανάσταση στην ποίηση, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη μορφή: το ποίημα δεν έχει πλέον ως στόχο τη μίμηση της φύσης, του εξωτερικού κόσμου ή της πραγματικότητας αλλά τη δημιουργία ενός άλλου, διαφορετικού, ποιητικού κόσμου· εξάλλου, ως προς τα μορφολογικά ή τα δομικά χαρακτηριστικά, οδηγούμαστε μακριά από κάθε περιορισμό, προς τη διάλυση του ποιήματος.
Γενικότερα, ο συμβολισμός φέρνει μια νέα άποψη για την ποίηση: τα ποιήματα δε χρησιμεύουν πλέον για να πούμε κάτι για τον κόσμο γύρω μας αλλά γίνονται ένας αυτόνομος κλάδος, ένας κόσμος ξεχωριστός, που διαφέρει από καθετί άλλο και υπάρχει πρώτα για τον εαυτό του. Η άποψη που έχουμε σήμερα για την τέχνη δε διαφέρει και πολύ από αυτήν.
Τέλος, είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι οι καινοτομίες του συμβολισμού λειτούργησαν ως πρώτο βήμα για να ξεφύγουμε από την παραδοσιακή και να πορευθούμε προς τη νεοτερική ποίηση. Ακόμη και το γεγονός ότι με το συμβολισμό το ποίημα αρχίζει να γίνεται δυσπρόσιτο ή και ακατανόητο, ακόμη και αυτό μας φέρνει πιο κοντά στο μοντερνισμό, που ως βασικό του χαρακτηριστικό έχει ακριβώς αυτή την ερμητικότητα, αυτή τη δυσκολία στην προσέγγιση.
Ο συμβολισμός δε γνώρισε την εξάπλωση του ρομαντισμού αλλά έχοντας ως αφετηρία τη Γαλλία, επηρέασε την ποίηση σε αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, το νέο ρεύμα κάνει την εμφάνιση του στη νεοελληνική λογοτεχνία στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, λίγο μετά τον παρνασσισμό. Ο ελληνικός συμβολισμός έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του γαλλικού, αν και μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες ποιητές οικειοποιούνται κυρίως δύο από τις βασικές αρχές του γαλλικού κινήματος:
α) τον υπαινικτικό και υποβλητικό χαρακτήρα της ποίησης, που στρέφει νου και αισθήματα προς την υψηλότερη σφαίρα των ιδεών
 β) την αίσθηση του ποιητή (ενδεχομένως και του αναγνώστη) ότι, όταν κάποιος μπορέσει να φτάσει σ' αυτή τη σφαίρα, θεωρεί πλέον την πραγματικότητα ως έναν ταπεινό τόπο μελαγχολίας και απελπισίας.

Όπως στη γαλλική έτσι και στη νεοελληνική λογοτεχνία, ο συμβολισμός έρχεται να απαλλάξει οριστικά την ποίηση από τη φλυαρία και τη μεγαλοστομία του ρομαντισμού αλλά και από την απάθεια του παρνασσισμού.  Η ποίηση περνά πλέον σε μια όλο και πιο γνήσια έκφραση του συναισθήματος.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X