Δάντης Αλιγκέρι (Dante [Durante] Aligheri)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Vincent van Gogh

Δάντης Αλιγκέρι (Dante [Durante] Aligheri)

Ο Δάντης Αλιγκέρι (Dante [Durante] Aligheri) γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1265. Σπούδασε στη γενέθλια πόλη του και μετά στην Μπολόνια, μελετώντας κυρίως ποίηση (την ποίηση της Προβηγκίας, των τροβαδούρων) και θεολογία. Όπως περιέγραψε ο ίδιος στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του, ερωτεύτηκε σε μικρή ηλικία τη Μπίτσε (Βεατρίκη) Πορτινάρι, ο θάνατός της οποίας, σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών, το 1290, τον έριξε σε βαθιά θλίψη. Σε αυτό το πρώτο ποιητικό βιβλίο του Δάντη, τη Νέα Ζωή, η Βεατρίκη αποτέλεσε το κεντρικό πρόσωπο και υμνείται, σύμφωνα με την παράδοση της αυλικής ερωτικής ποίησης, της ποίησης των τροβαδούρων, ως «κυρά» του ποιητή, αντικείμενο της λατρείας του, απρόσιτη και ανέγγιχτη. Εμφανίστηκε ωστόσο στο έργο του και αργότερα, ως σημαντικό στοιχείο του δαντικού μυθικού κόσμου.
Την εποχή του Δάντη η περιοχή της Τοσκάνης και της Λομβαρδίας βρισκόταν χωρισμένη σε οπαδούς δύο «κομμάτων», των Γουέλφων και των Γιβελίνων, που αντανακλούσαν τη σύγκρουση μεταξύ του παπισμού και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, σύγκρουση που εντάθηκε μετά τον θάνατο του Φρειδερίκου Β΄ Χοενστάουφεν (1250). Η οικογένεια του Δάντη ανήκε στους Γουέλφους, και υποστήριζε τα παπικά συμφέροντα. Οι αντίπαλοι, οι Γιβελίνοι, ήταν το κόμμα που υποστήριζε τον Γερμανό αυτοκράτορα. Οι Γουέλφοι διασπάστηκαν στους Μαύρους και Λευκούς και ο Δάντης, που πολιτεύτηκε με τους Λευκούς (όχι τόσο φανατικά αντιαυτοκρατορικούς), έγινε ένας από τους έξι μάγιστρους της Φλωρεντίας. Το 1301, όμως, επικράτησαν οι Μαύροι Γουέλφοι, από τους οποίους ο Δάντης εξορίστηκε το 1302 και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Εναντίον τους στράφηκε με πάθος και ήλπισε ότι η συμπαράταξη με τον αυτοκράτορα Ερρίκο Ζ΄ (1310), ο οποίος προσπάθησε να απαλλάξει την Ιταλία από τον έλεγχο των παπικών δυνάμεων, θα μπορούσε να τον επαναφέρει στη Φλωρεντία. Διαψεύστηκε και έζησε εξόριστος, μακριά από τη σύζυγο και τα δύο του παιδιά, διαδοχικά στη Βερόνα, στο Ουρμπίνο, στην Μπολόνια, στην Πάδοβα, ίσως στο Παρίσι, για να συνεχίσει τη μελέτη και τη σπουδή του και τέλος στη Ραβέννα, όπου έζησε ως τον θάνατό του (1321).
Το ποιητικό του έργο περιλαμβάνει το βιβλίο Νέα Ζωή (Vita Nuova), που αναφέρθηκε ήδη, και τη Θεία (όπως την αποκάλεσαν κατόπιν) Κωμωδία, εκτεταμένο έργο στην καθομιλούμενη ιταλική (τοσκανική) γλώσσα της εποχής του. Το έργο διαιρείται σε τρία μέρη: «Κόλαση», «Καθαρτήριο», «Παράδεισος» και περιγράφει την περιοδεία του Δάντη, με οδηγό τον Βιργίλιο, στη μετά τον θάνατο ζωή. Αποτελείται από 100 άσματα (cantos), 33 σε κάθε μέρος, και τον πρόλογο. Εκτός από την ποιητική του παραγωγή, ο Δάντης ασχολήθηκε και με πραγματείες (Συμπόσιο [Convivio], στη λαϊκή γλώσσα, Περί της ευγλωττίας της λαϊκής γλώσσας [De vulgari eloquentia] και Μοναρχία [Monarchia] στα λατινικά). Η επίδραση της Κωμωδίας του Δάντη στους μεταγενέστερους λογοτέχνες υπήρξε τεράστια και ο ποιητής χαρακτηρίστηκε «Όμηρος της Χριστιανοσύνης».

Η κριτική για το έργο του

«Πολλοί, μεταξύ των οποίων και ορισμένοι σοφοί άνδρες, τείνουν να θέτουν το εξής ερώτημα: εφόσον ο Δάντης ήταν άνθρωπος εξέχουσας μόρφωσης, γιατί αποφάσισε να συνθέσει ένα τόσο μεγάλο και αξιοσημείωτο έργο, που πραγματεύεται τόσο υψηλά θέματα, όπως η Κωμωδία του, στη φλωρεντινή διάλεκτο; Γιατί δεν προτίμησε στίχους στα λατινικά, όπως άλλοι ποιητές είχαν κάνει πριν από εκείνον; Στο ερώτημα αυτό απαντώ πως οι λόγοι ήταν πολλοί, δύο όμως θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικούς. Ο πρώτος ήταν πως το έκανε για να φανεί πιο χρήσιμος στους συμπολίτες του και στους άλλους Ιταλούς. Ήξερε πως, αν έγραφε στα λατινικά, όπως άλλοι ποιητές είχαν κάνει προηγουμένως, θα ήταν προσιτός μόνο στους μορφωμένους. Εάν έγραφε στην κοινή γλώσσα, θα επιτύγχανε κάτι πρωτόγνωρο έως τότε. Θα καθιστούσε το έργο κατανοητό στους μορφωμένους, θα καταδείκνυε το κάλλος της γλώσσας μας και την εξαιρετική δεξιοτεχνία του στο χειρισμό της και επιπλέον θα πρόσφερε ευχαρίστηση και θα γινόταν αντιληπτός από τους απαίδευτους, που ως τότε είχαν παραμεληθεί απ’ όλους. Ο δεύτερος λόγος που τον οδήγησε σε αυτή την απόφαση είχε ως εξής. Έβλεπε ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές ήταν γενικά παραμελημένες, ειδικά από τους πρίγκιπες και τους άλλους σημαντικούς άνδρες στους οποίους είθισται να αφιερώνονται ποιητικά έργα, και επομένως τόσο τα θεία έργα του Βιργίλιου όσο και άλλων διάσημων ποιητών όχι μόνο δεν έχαιραν μεγάλης εκτίμησης, αλλά σχεδόν αποτελούσαν αντικείμενο περιφρόνησης από την πλειοψηφία. Είχε αρχίσει, σύμφωνα με τις υψηλές απαιτήσεις του θέματός του, ως εξής:

Ultima regna canam, fluvido contermina mundo,
spiritibus quae lata patent, quae premia solvunt,
pro meritis cuicunque suis...

[Για κείνες τις μακρινές χώρες τραγουδώ, που με τον κόσμο του Ποταμού των Νεκρών συνορεύουν, χώρες απέραντες, που είναι ορθάνοιχτες στις ψυχές και τις ανταμείβουν όλες κατά την αξία τους...]

Εκεί σταμάτησε, διότι σκέφτηκε πως δεν είχε νόημα να βάζεις την κόρα του ψωμιού στο στόμα κάποιου που ακόμα βυζαίνει γάλα. Έτσι, ξεκίνησε πάλι το έργο του σε ύφος που ταίριαζε στο σύγχρονο γούστο και το συνέχισε στην καθομιλουμένη.

(Βοκκάκιος, Η ζωή του Δάντη, μτφρ. Σπύρος Τσούγκος, Νεφέλη, Αθήνα, 2004, σελ. 92-93)

«Η Θεία Κωμωδία είναι μια λαμπρή σύνοψη των κοσμολογικών αντιλήψεων της εποχής της. Ο Δάντης υιοθετεί μια κατ’ ουσίαν πτολεμαϊκή σύλληψη, προσθέτοντας και μερικά συμβολικά στοιχεία. Η γη ήταν το κέντρο του σύμπαντος και γύρω απ’ αυτήν περιστρέφονταν οι ουρανοί με τους πλανήτες τους. Η Ιερουσαλήμ ήταν το κέντρο της χερσαίας μάζας και ακριβώς απέναντι βρισκόταν το όρος του Καθαρτηρίου, με υψηλότερη κορυφή τον Κήπο της Εδέμ. Η Κόλαση βρισκόταν στο κέντρο της γης, δηλαδή στην πιο απομακρυσμένη θέση από τον ουρανό. Είχε σχήμα κώνου, με εννέα κύκλους που η διάμετρός τους συνεχώς μειώνεται, και οι διάφοροι τύποι αμαρτωλών βρίσκονταν χωρισμένοι κατά ομάδες. Για τους πολιτικούς εχθρούς του, ο ποιητής είχε κρατήσει τις εσχατιές.»

(David Nicholas, Η εξέλιξη του μεσαιωνικού κόσμου, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2000, σελ. 689)

«Πράγματι, η ιστορία συνιστά θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής του. Το έργο του Δάντη, αν και κινείται εξ ολοκλήρου στη σφαίρα του υπερβατικού, [...] φλέγεται από την ανάσα της ιστορίας, το πάθος του παρόντος. Η αχρονικότητα και η χρονικότητα, όχι μόνο αντιπαρατίθενται και συσχετίζονται, αλλά και αλληλοδιαπλέκονται, έτσι ώστε τα νήματα παύουν να είναι διακριτά. Η Θεία Κωμωδία, και ειδικότερα η Κόλαση, είναι η έκφραση της βαθιάς απέχθειας απέναντι σε έναν απελπιστικά εκφυλισμένο και διεφθαρμένο κόσμο. η Κόλαση είναι εποικισμένη με όσους ο ποιητής θεωρούσε άμεσα ή έμμεσα υπεύθυνους για τη θλιβερή κατάσταση της χριστιανικής Ευρώπης στις αρχές του 14ου αιώνα. Ο θεοκεντρισμός, κοινός τόπος των ποικίλων, αλληλοσυγκρουόμενων μεσαιωνικών φιλοσοφικών συστημάτων, συνιστά το πνευματικό υπόβαθρο της Θείας Κωμωδίας και τη βάση του δαντικού κοσμοειδώλου. είναι φυσικό, λοιπόν, ο ποιητής να υπερασπίζεται τη μοναρχία _την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία_, όπου η πνευματική και η κοσμική εξουσία θα συνυπήρχαν σε τέλεια αρμονία.»

(Χ. Βλαβιανός, «Η Θεία Κωμωδία ως ποιητική αυτοβιογραφία», Βοκκάκιος, Η ζωή του Δάντη, ό.π., σελ. 10-11)

«Η Κωμωδία, πράγματι, όσον αφορά το είδος, είναι ένα ποίημα που ανυψώνει από την προηγούμενη μεσαιωνική ποιητική παράδοση το μέτρο (το τρίστιχο) και τις τυπικές μορφές της διδακτικής ποίησης: ποίηση εκγύμνασης, λοιπόν, παρότι υψηλή ποίηση, είναι η ποίηση του Δάντη. Παράλληλα είναι “κωμική ποίηση”, γιατί, αν και φτάνει σε ύψιστο σημείο δεν περιφρονεί τους ρεαλιστικούς τόνους, τη βίαιη κακολογία, τα χρώματα της αλήθειας. Και κυρίως γιατί, όπως κάθε κωμική ποίηση (σύμφωνα με τον ορισμό του ίδιου του Δάντη), διακρίνεται για το “ευτυχές τέλος” (μετά από πολλές περιπέτειες, η ψυχή ανακαλύπτει πάλι τον δρόμο της σωτηρίας). […] Σ’ ένα έργο σαν και αυτό —δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε—, η δομή έχει τεράστια σημασία. Τέτοια δομή αντιστοιχεί επακριβώς, σε γενικές γραμμές, με τη δομή του άλλου κόσμου σύμφωνα με τη μεσαιωνική χριστιανική θεώρηση: ο κόσμος αυτός χωρίζεται σε τρία βασίλεια, εκείνο της αιώνιας φθοράς, εκείνο της μετάνοιας και της κάθαρσης κι εκείνο της αιώνιας σωτηρίας. […]
Μέσα από τη γνώση όλων των μορφών της αμαρτίας και της μακαριότητας και όλων των δυνατών πνευματικών και διανοητικών εμπειριών, συνομιλώντας με δεκάδες πρόσωπα (άλλοτε ταπεινά και άλλοτε διάσημα), εξετάζοντας λεπτομερώς τα πιο σημαντικά θεολογικά, πνευματικά, πολιτικά ζητήματα, ο Δάντης θέτει ολόκληρο τον κόσμο μπροστά στον έκπληκτο και ξαφνιασμένο αναγνώστη. Και είναι, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, ένα πολυεδρικό και πολυσήμαντο σύμπαν, όπου κάθε λέξη, κάθε σημάδι, μπορεί να έχει πολλές έννοιες, πολλές σημασίες. Χριστιανικά μιλώντας, η πραγματικότητα που εμφανίζεται, είναι χώρος πολλών κρυμμένων αληθειών: η μορφή του ποιήματος είναι αλληγορική. Ο Δάντης εκθέτει μια εικόνα στην πληρότητά της. Αλλά περιμένουμε ότι ο αναγνώστης, μέσα απ’ αυτή την εικόνα, θα μάθει να αναγνωρίζει την κρυμμένη αλήθεια.
Σ’ αυτό το σημείο —αλληγορία, έκδηλη έννοια, κρυφή έννοια— η μεγαλοφυΐα και ο νεοτερισμός του Δάντη εκδηλώνονται ολοφάνερα. Η μορφή της αλληγορίας, πράγματι, εκφρασμένη μέσα από την περιγραφή των τριών βασιλείων του άλλου κόσμου (Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος), ενώ προσαρμόζεται αξιοθαύμαστα στην υπερβατική και αλληγορική νοοτροπία των συγχρόνων του, που είναι ακόμα βαθιά προσηλωμένοι στη μεσαιωνική πνευματικότητα, ξαναδυναμώνει ή συγκεκριμενοποιείται όμως απ’ αυτόν, σε σχέση με τις προηγούμενες αδύναμες εμπειρίες, δίνοντάς της τη μορφή ενός αληθινού ταξιδιού της ψυχής του, μέσα από τις τρεις πνευματικές συνθήκες της απώλειας, της μετάνοιας και της σωτηρίας —αυτό που του επιτρέπει να γεμίσει, με μια υπερβολική πληρότητα ανθρώπινων και συναισθηματικών εμπειριών, ένα αυστηρό και σχολαστικό σχήμα. Όπως, λοιπόν, η παρουσία του Δάντη σε πρώτο πρόσωπο, σε ρόλο πρωταγωνιστή, μέσα στο έργο, χρησιμεύει όχι μόνο στο να του εξασφαλίσει μια ενότητα δομής, μπαίνοντας ως οδηγός σε κάθε επεισόδιο, αλλά να δίνει ζωή και δύναμη πεποίθησης και ανθρώπινης ανθεκτικότητας, κατά την εξέλιξη, απ’ τη στιγμή που όλα περνούν από τα μάτια αυτού του ζωντανού μάρτυρα, που αποτυπώνει σε κάθε σελίδα τις συγκινήσεις, τις εκπλήξεις, τους φόβους, τις φιλονικίες και τους μυστικούς ενθουσιασμούς, έτσι από την πρωτότυπη υφολογική και αρχιτεκτονική λύση που υιοθετείται, παίρνουν σαφήνεια και δύναμη ακόμη και τα πρόσωπα _δηλαδή οι ψυχές_, με τις οποίες συναντιέται τυχαία ο Δάντης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
[…] η ιδιοφυία του Δάντη, ποιητή και ταυτόχρονα προφήτη, συνίσταται στο ότι γνώριζε να εμπλέκει βαθιά τα δύο επίπεδα του ανθρώπινου και του αιώνιου, του συγκεκριμένου και του ασαφούς, του καθορισμένου και του συμβολικού, χωρίς ποτέ να απαρνηθεί το ένα από τα δυο, ούτε τη στιγμή της αποφασιστικής εννοιολογικότητας και αλληγορίας ή του εκφρασμένου ρεαλισμού. Τα πρόσωπα του έργου του, πράγματι, ως ψυχές κινούνται μέσα σ’ εκείνη την αιώνια και οριστική ατμόσφαιρα που τους εξασφαλίζει την αιωνιότητα: ό,τι λένε αυτές, κατευθείαν ή μέσω της σκέψης του Δάντη, έχει την έμμετρη και επίσημη σφραγίδα των αποφθεγμάτων που έχουν πάντα αξία, και οι κρίσεις και οι δηλώσεις που βγαίνουν από το στόμα τους, προφέρονται σαν να είναι ήδη ελεύθερες από τη σχετικότητα και τη μεταβλητότητα των δηλώσεων και των ανθρώπινων κρίσεων. Όμως, την ίδια στιγμή, η ανθρώπινη φύση τους παραμένει ζωντανή μέσα στην υπέργεια μεταμόρφωση που ο θάνατος και η θεϊκή κρίση έχουν δημιουργήσει είτε ως μια ασταθή βάση της κατάστασης που παίρνει η ψυχή μετά τον θάνατο, είτε ως νοσταλγία, αναπόληση, κατακραυγή, νουθεσία σε σχέση με τις πράξεις που έγιναν από τα πρόσωπα αυτά στη ζωή και με τις πράξεις των άλλων θνητών παλιών, τωρινών και μελλοντικών.»

(Αλμπέρτο Άζορ Ρόζα, Ιστορία της ιταλικής λογοτεχνίας, μτφρ. Ζώζη Ζωγραφίδου Ρόη και Γερεντέ-Θέμις Σουρή, Εισαγωγή-Επιμέλεια Φοίβος Γκικόπουλος, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1998, σελ. 54-70)

«Η Θεία Κωμωδία (La Divina commedia), το αριστούργημα αυτό της παγκόσμιας ποιητικής δημιουργίας, μόνο κωμωδία δεν είναι, με την ελληνική σημασία της λέξης. Είναι μια ποιητική προσπάθεια περιγραφής της ανθρώπινης, ή καλύτερα της υπεράνθρωπης εποποιίας που μέσα στους αιώνες αποτολμούν ελάχιστοι απόγονοι του Αδάμ για να ξεπεράσουν την ανθρώπινη κατάσταση και να πλησιάσουν, όσο το μπορούν, αυτό που αποκαλούμε Θεό. Σε τούτη την προσπάθεια, ο ποιητής, αναγνωρίζοντας την αδυναμία του να προχωρήσει σε τέτοιο μονοπάτι μοναχός του, αποζητά βοήθεια. Καταφεύγει στην αρχή στην ανθρώπινη διανόηση, στις ανθρώπινες επιστήμες και τέχνες της εποχής του. Αυτές συμβολίζει ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος, ο οποίος τον οδηγεί μέσα από τα διάφορα σκαλιά της Κόλασης. Στην Κόλαση ο Δάντης μας περιγράφει τα διάφορα ανθρώπινα πάθη και την τιμωρία τους. Παντού βλέπουμε να λειτουργεί ο νόμος της ανταπόδοσης. Στη συνέχεια ο Βιργίλιος οδηγεί τον Δάντη στον ανήφορο του Καθαρτηρίου. Όποιος αμαρτωλός ανανήψει, έστω και την τελευταία στιγμή της ζωής του, και ειλικρινά μετανοήσει, πηγαίνει στο Καθαρτήριο όπου εξαγνίζεται μέσα από μακρόχρονες δοκιμασίες για να μπορέσει να γίνει άξιος του Παραδείσου. Τον εξαγνισμό μπορούν να επιταχύνουν οι προσευχές των αγνών ζωντανών για τους πεθαμένους. Το Καθαρτήριο περιγράφεται ως ένα βουνό με κυκλικά διαζώματα, σε κάθε ένα από τα οποία εξαγνίζεται και ένα είδος αμαρτίας. Στην κορυφή του βουνού αυτού ο Δάντης τοποθετεί τον επίγειο Παράδεισο. Ο τόπος αυτός δημιουργήθηκε για να κατοικούν οι πρωτόπλαστοι, ο Αδάμ και η Εύα. Μετά το προπατορικό αμάρτημα, ο Θεός τους έδιωξε από τον επίγειο Παράδεισο. Εκεί που τελειώνουν οι δοκιμασίες των εξαγνιζόμενων και αρχίζει ο επίγειος Παράδεισος, ο Βιργίλιος αποσύρεται, δηλαδή δεν αρκεί πλέον η ανθρώπινη διανόηση για τη συνέχιση της πορείας. Οδηγός τώρα του Δάντη εμφανίζεται η Βεατρίκη. […] Αυτός όμως ο έρωτας, τον οποίο ο ποιητής είχε υμνήσει σε προηγούμενο έργο του (Vita nuova), τώρα μεταρσιώνεται σε έρωτα για το θείον. Η Βεατρίκη δεν είναι πια η όμορφη παιδούλα παρά η ίδια η θεολογία, η θεία χάρις, που χωρίς αυτήν είναι αδύνατον ο άνθρωπος να ανυψωθεί σε τέτοιες υψηλές σφαίρες. Η Βεατρίκη οδηγεί πλέον τον Δάντη στους διάφορους κόσμους του έναστρου ουρανού, ώσπου φτάνουν, έξω από το χώρο και τον χρόνο, στον ασάλευτο Εμπύραιο, μια ακίνητη φωτιά, έξω από την ύλη, που ταυτίζεται με τη θεία ουσία. Εκεί πλέον ούτε η Βεατρίκη μπορεί να βοηθήσει τον ποιητή να ενωθεί με τη θεία ουσία. Εμφανίζεται, γι’ αυτό, ο Άγιος Βερνάρδος, μεγάλος στοχαστής και μύστης, αφιερωμένος στη λατρεία της Παναγίας. Με τις ικεσίες του προς την Παναγία και με τη μεσολάβησή της ο Δάντης κυριολεκτικά “απορροφάται” μέσα στην κυκλική κίνηση των άστρων και ταυτίζεται με τη θεία ουσία.»

(Α. Ριζιώτης, «Προλεγόμενα» στο έργο Dante Alighieri, Η θεία κωμωδία, Κόλαση, Τυπωθήτω, Αθήνα, 2002, σελ. 39-40)

«Όμοια και ο Οδυσσέας, αθέατος μέσα στο κερασφόρο κύμα της φλόγας […] είναι πλάσμα της άδολης ποιητικής φαντασίας, που γίνεται κατανοητό πέρα από τον τόπο και τον χρόνο και το σχέδιο του ποιήματος. Το επεισόδιο με τον Οδυσσέα ίσως μας καταπλήσσει αρχικά, ως ένα είδος παρεκβάσεως, ως κάτι το άσχετο, ως κάτι στο οποίο ενδίδει θεληματικά ο Δάντης, ξεφεύγοντας για λίγο από τον Χριστιανισμό του. Μόλις όμως γνωρίσουμε ολόκληρο το ποίημα, θα παραδεχθούμε την επιτηδειότητα και την πειστικότητα του Δάντη στο να μας παρουσιάζει ως ανθρώπους με σάρκα και οστά τους συγχρόνους του, τους φίλους και τους εχθρούς του, προσωπικότητες των νεοτέρων χρόνων, θρυλικές και βιβλικές μορφές και μορφές της αρχαίας λογοτεχνίας. Συνάντησε αποδοκιμασία και χλεύη επειδή τοποθέτησε στην Κόλαση ανθρώπους γνώριμούς του, που εμισούσε, δείχνοντας έτσι τη μνησικακία του. Όμως όλοι αυτοί, καθώς και ο Οδυσσέας, μεταμορφώνονται μέσα στο σύνολο του έργου, διότι και οι πραγματικοί και οι πλασματικοί είναι όλοι αντιπροσωπευτικοί τύποι αμαρτίας, πόνου, σφάλματος και αρετής, γι’ αυτό και γίνονται όλοι εξίσου σημαντικοί και σύγχρονοι. Το επεισόδιο με τον Οδυσσέα είναι ιδιαιτέρως “εύκολο να διαβαστεί”, νομίζω, επειδή το διακρίνει συνεχής και ομαλή αφηγηματικότητα.»

(Τ. Σ. Έλιοτ, Δάντης, μτφρ. Στ. Μπεκατώρος, Πατάκης, Αθήνα, 2005, σελ. 146 - 148)

«Σε σύγκριση με όλους τους προγενέστερους, ανάμεσα στους οποίους υπήρξαν μάλιστα και μεγάλοι ποιητές, ο τρόπος έκφρασης του Δάντη είναι ασύγκριτα πιο πλούσιος, ζωντανός, δυνατός και ευλύγιστος, γνωρίζει και χρησιμοποιεί έναν ασύγκριτα μεγαλύτερο αριθμό μορφών λόγου, συλλαμβάνει τα πιο διαφορετικά φαινόμενα και περιεχόμενα με ασύγκριτα μεγαλύτερη βεβαιότητα και ασφάλεια, ώστε σχηματίζει κανείς την πεποίθηση ότι αυτός ο άνθρωπος ανακάλυψε πάλι τον κόσμο μέσα από τη γλώσσα του. Πολλές φορές μπορούμε να αποδείξουμε ή να υποθέσουμε από πού έχει αντλήσει μια έκφραση. Αλλά οι πηγές του είναι τόσο πολλές και ο ίδιος τις αντιλαμβάνεται και τις χρησιμοποιεί με τόσο ακριβή, απλό και ωστόσο πρωτότυπο τρόπο, που αυτές οι αποδείξεις και οι υποθέσεις ενισχύουν ακόμη περισσότερο το θαυμασμό μας για τη δύναμη της γλωσσικής του ιδιοφυίας.»

(E. Auerbach, Mίμησις, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2005, σελ. 241-242)

Δείτε επίσης:

Κωνσταντίνος Καβάφης «Στα 200 π.Χ.»

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X