Ιστορία Προσανατολισμού: Η βιομηχανία κατά τον 19ο αιώνα (πηγή) | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Ιστορία Προσανατολισμού: Η βιομηχανία κατά τον 19ο αιώνα (πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Ιστορία Προσανατολισμού: Η βιομηχανία κατά τον 19ο αιώνα (πηγή)
 
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται να παρουσιάσετε:
α. την κατάσταση της βιομηχανίας στην Ελλάδα κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την ανεξαρτησία. (μονάδες 12) 
β. την εξέλιξη της βιομηχανίας από το 1870 έως και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. (μονάδες 13)
Μονάδες 25
 
Κείμενο 1
Τα πρώτα χρόνια της βιομηχανικής εξέλιξης της Ελλάδας [απαρχές και μέσα 19ου αιώνα] συνοδεύονται από προτιμήσεις σε ορισμένα προϊόντα όπως μετάξι -υπήρχαν επί τόπου πρώτες ύλες-, αλλά και μάλλινα υφάσματα, επίσης, που κατασκευάζονταν σε βιοτεχνικές μονάδες όπως του Δουρούτη, υφαντουργείο [π.χ. Κωνσταντουλάκη -Ύδρα], ζάχαρη [π.χ. Γαλλική εταιρεία –εργοστάσιο περιοχή Καινούργιο -έξω από τη Λαμία]. Η εκμετάλλευση του μεταξιού στεγάζεται για πρώτη φορά σε συγκεντρωμένες μονάδες παραγωγής.
Τα χρόνια που ακολουθούν και μέχρι το 1864 συνεχίζει να αναπτύσσεται η παραδοσιακή οικιακή μεταξοβιοτεχνία κυρίως στη Ν. Πελοπόννησο. Η ανάπτυξη αυτή σχετίζεται με την επιδημία που πλήττει τη Γαλλία και που δημιουργεί προϋποθέσεις για τη καλλιέργεια του μεταξιού αφού δημιουργείται απότομη άνοδος της ζήτησης που συνοδεύεται και από άνοδο της τιμής του. Η Γαλλία αγοράζει το σύνολο σχεδόν της εγχώριας παραγωγής.
 
Παπαδάκη –Λάππα Ελευθερία, Ιστορία και πολιτική των επιχειρήσεων της Λαυρεωτικής 19ος -20ος αιώνας
 
Κείμενο 2
     Μεταξύ 1875 και 1889 παρατηρείται μια αύξηση από 95 σε 145 εργοστάσια. Αλλά από τις 50 νέες μονάδες, οι 44 ήταν αλευρόμυλοι και οι 4 ελαιοτριβεία. Επιπλέον οι περισσότερες εξυπηρετούσαν την σιτοπαραγωγή της Θεσσαλίας και της Άρτας και πολλές «προσαρτήθηκαν» στην Ελλάδα, μαζί µε τις επαρχίες αυτές, το 1880. Επομένως η αύξηση δεν δείχνει εκβιομηχάνιση: απλώς κατοπτρίζει την εδαφική επέκταση της χώρας και την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού.
     Η εικόνα μεταβάλλεται άρδην κατά τις δεκαετίες 1910 και 1920. Πράγματι, η εγκατεστημένη ιπποδύναμή αυξάνεται από τους 5.500 ίππους το 1893 σε 60.000 το 1920 και 230.000 το 1929. Ο αριθμός των εργοστασίων αυξάνεται από τα 208 εργοστάσια του 1893 ή τα 335 του 1909 σε 2.905 μονάδες το 1920. Τόσο ο αριθμός των εργοστασίων, επομένως, όσο και η ολική ιπποδύναμη δείχνουν ότι η «απογείωση» της ελληνικής βιομηχανίας έγινε όχι πριν, αλλά μετά το 1909 και ιδίως μετά το 1920.
 
Γιώργου ∆ερτιλή, Κοινωνικός Μετασχηματισμός και Στρατιωτική Επέμβαση 1880-1909.
 
Ενδεικτική απάντηση
 
α. Η εμφάνιση μονάδων παραγωγής, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν βιομηχανικές, άρχισε κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας με αποσπασματικό, ευκαιριακό ίσως τρόπο. Οι μονάδες αυτές αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση τοπικών αναγκών, οι οποίες σχετίζονταν με την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων. Επρόκειτο κυρίως για εξέλιξη των παραδοσιακών αλευρομύλων, των ελαιοτριβείων, των βυρσοδεψείων και των κλωστηρίων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει η Παπαδάκη-Λάππα (Κείμενο 1), οι βιομηχανίες της περιόδου εκείνης αφορούσαν συγκεκριμένα προϊόντα, όπως ήταν το μετάξι, διότι υπήρχαν οι αναγκαίες πρώτες ύλες στον ελληνικό χώρο. Έτσι, για πρώτη φορά διαμορφώνονται μονάδες παραγωγής για την επεξεργασία μεταξιού, ενώ η επεξεργασία μάλλινων υφασμάτων γίνεται σε ήδη υπάρχουσες μονάδες, όπως εκείνη του Δουρούτη. Λειτουργούν, επίσης, υφαντουργεία, όπως αυτό του Κωνσταντουλάκη στην Ύδρα, αλλά και μονάδες παραγωγής ζάχαρης, όπως το γαλλικών συμφερόντων εργοστάσιο στην περιοχή Καινούριο, στα περίχωρα της Λαμίας. Από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα και μέχρι το 1864 δίνεται, μάλιστα, ιδιαίτερη ώθηση στην παραγωγή μεταξιού, ακόμη και μέσω της οικιακής επεξεργασίας του προϊόντος αυτού, ιδίως στη Νότια Πελοπόννησο, καθώς η επιδημία που έπληττε τη γαλλική γεωργία τα χρόνια εκείνα οδηγεί σε ραγδαία αύξηση της ζήτησης. Η ζήτηση αυτή σηματοδότησε και άνοδο στην τιμή του μεταξιού, με τη Γαλλία να εξαγοράζει σχεδόν το σύνολο της ελληνικής παραγωγής. Οι μονάδες όμως αυτές δεν αποτέλεσαν την αφετηρία για τη δημιουργία πιο σύνθετων βιομηχανικών συγκροτημάτων αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, παρέμειναν στάσιμες και περιορισμένες ως προς τα οικονομικά τους μεγέθη. Ο δισταγμός αυτός οφειλόταν ίσως στη μικρή έκταση της εγχώριας αγοράς, στην πίεση των εισαγόμενων προϊόντων αλλά και στην έλλειψη πολυάριθμου, ειδικευμένου και φθηνού εργατικού δυναμικού.
 
β. Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα περίπου χρόνια από την απόκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας για να παρατηρηθεί μια πρώτη απόπειρα ανάπτυξης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη χώρα. Γύρω στα 1870 σημειώθηκε κάποιο κύμα ίδρυσης βιομηχανικών επιχειρήσεων, περισσότερων από εκατό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκε κάποια τάση αύξησης του δυναμικού των ήδη υπαρχουσών μονάδων. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται εν μέρει μόνο από τον Γ. Δερτιλή (Κείμενο 2), καθώς επισημαίνεται ότι το 1875 λειτουργούσαν 95 εργοστάσια, τα οποία ξεπέρασαν τα εκατό, φτάνοντας τα 145, το 1889. Όπως διευκρινίζει, ωστόσο, ο ιστορικός, από τα πενήντα νέα εργοστάσια της περιόδου εκείνης, τα 44 σχετίζονταν με την παραγωγή αλευριού και τα τέσσερα ήταν ελαιοτριβεία. Επρόκειτο, μάλιστα, για εργοστασιακές μονάδες τοπικού χαρακτήρα, εφόσον συνδέονταν με τη σιτοπαραγωγή της Θεσσαλίας και της Άρτας, ενώ πολλές από αυτές προϋπήρχαν στις περιοχές αυτές και προστέθηκαν απλώς στο εθνικό σύνολο μετά την προσάρτηση των αντίστοιχων εδαφών στην Ελλάδα το 1880. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι αριθμητικά φαίνεται να αυξάνεται ο αριθμός των βιομηχανιών, στην πραγματικότητα εκείνο που συνέβη ήταν η εδαφική επέκταση και η συνεπαγόμενη πληθυσμιακή ενίσχυση της χώρας, χωρίς να υπάρχει πραγματική αύξηση του αριθμού των εργοστασίων και, άρα, εκβιομηχάνιση. Πολύ γρήγορα όμως, η απόπειρα αυτή έχασε τη δυναμική της και οι σχετικές δραστηριότητες επέστρεψαν στην ύφεση και τη στασιμότητα. Οι όροι άρχισαν να μεταβάλλονται μόλις στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και, κυρίως, στα πρώτα χρόνια του 20ού. Όπως επισημαίνει ο Γ. Δερτιλής (Κείμενο 2), η ουσιαστική αλλαγή έγινε εμφανής κατά τις δεκαετίες 1910 και 1920, καθώς τότε σημειώθηκε μια σημαντική αύξηση της ιπποδύναμης των εργοστασίων. Πιο συγκεκριμένα, από 5.500 ίππους που βρισκόταν το 1893 ανήλθε στους 60.000 ίππους το 1920 και σε 230.000 το 1929. Ενώ, ο αριθμός των εργοστασίων σημειώνει αντίστοιχα σημαντική αύξηση, εφόσον από τα 208 που λειτουργούσαν το 1893, το 1909 λειτουργούν 335 και το 1920 φτάνουν τα 2.905. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αύξηση τόσο της ιπποδύναμης όσο και των βιομηχανικών μονάδων συντελείται μετά το 1909 και ιδιαίτερα μετά το 1920. Τότε δημιουργήθηκε ένα βιομηχανικό δυναμικό σχετικά σταθερό, πολυδιάστατο, με τάσεις ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας, της μεταλλουργίας, της ναυπηγικής και της τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του νέου αιώνα.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου