Ηλίας Βενέζης «Αφιέρωμα στη Σαντορίνη»
(απόσπασμα) Το απόσπασμα προέρχεται από το ομότιτλο
οδοιπορικό του Ηλία Βενέζη (1904-1974), που δημοσιεύτηκε την 1η Αυγούστου 1956
στο Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχ. 698. […] Σαν αέρας βίαιος να μας έσεισε.
Κάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Και τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα
θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η «Θεοσκέπαστη». Πάνω
απ’ τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ’ το ηφαίστειο. Οι ύμνοι τώρα έρχονταν πιο καθαροί.
Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το
ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Ελλήνων. Μονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό,
παμπάλαιο τέμπλο με δυο όφεις. Και μπρος στο Ιερό, κάτω απ’ το φαγωμένο τέμπλο,
γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, απορροφημένες στη δέησή τους,
μόνες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξυπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες,
που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. […] Σαν τέλειωσε η παράκληση και οι
γυναίκες σηκωθήκαν απ’ τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή.
Μας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί
σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που
ταξιδεύει στη θάλασσα. Κάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα το νησί, με τα
πόδια, ν’ ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι και φέτος ξεκινήσανε. Με τα
χαράματα πέσαν στο δρόμο απ’ τον Πύργο, ξυπόλυτες, κ’ η σκόνη σκέπαζε τα
σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Τώρα, ύστερα απ’ τη χάρη της, μετά τη
Θεοσκέπαστη, θ’ ανηφορίζαν για τ’ άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά. Βγάλανε απ’ το μπογαλάκι τους το γιόμα
τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της
τράτας τηγανητά. «Ήντλησαν» νερό απ᾿ τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας
φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό -
το ψωμί και το νερό. Μα επιμείνανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά
μες στα μάτια, σα να το γυρεύαν για χάρη. «Τώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη», είπαν. Αποχαιρετιστήκαμε. Εμείς μείναμε να
ζήσουμε λίγο ακόμα στη Θεοσκέπαστη, μια ακόμα ελληνική ώρα. Καθώς έβλεπα ν’
ανηφορίζουνε το, σκαλισμένο στο βράχο, μονοπάτι του Σκάρου οι μαυροφορεμένες,
ξυπόλυτες γυναίκες της Σαντορίνης, πηγαίνοντας ν’ ανάψουν τα καντήλια στ’ άλλα
εξωκλήσια, ικέτιδες για τα παιδιά τους, πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη
τους, -θυμήθηκα απότομα τη μακρινή μεγάλη πόλη, την πρωτεύουσα των Ελλήνων. Ω,
τι ξένη πόλη, ξεκομμένη απ’ τον κορμό της Ελλάδας, απληροφόρητη για τα βάσανά
της, για την πικρία και την καρτερία της, αδιάφορη και αλαζών, αυτή η πόλη των
Αθηνών! Ερωτήσεις α.
Να εντοπίσετε την παρομοίωση στο σημείο «Σαν αέρας βίαιος να μας έσεισε» και
να εξηγήσετε τι θέλει να εκφράσει ο αφηγητής με αυτήν. Η αξιοποίηση της παρομοίωσης λειτουργεί
ως προϊδεασμός για τη βαθιά εντύπωση που θα προκαλέσει το θέαμα της
Θεοσκέπαστης στους περιηγητές του νησιού. Ο αφηγητής αξιοποιεί ένα φαινόμενο
οικείο στα κυκλαδίτικα νησιά, τους έντονους ανέμους, για να διαμορφώσει το
πλαίσιο της παρομοίωσης. Καθώς οι περιηγητές πλησιάζουν στον ναό της
Θεοσκέπαστης και καθώς αναδύεται ο περιβάλλοντας χώρος, με την εντυπωσιακή θέα,
βιώνουν μια εσωτερική έκπληξη, σαν να τους ταρακουνά αιφνιδίως βίαιος αέρας. Με
αυτό τον τρόπο αισθητοποιείται εμφατικά η εσωτερική αντίδραση στο επιβλητικό
θέαμα που προσφέρει η Σαντορίνη στους επισκέπτες της. β.
Στη φράση «όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, πάντα, άσπρο, πάλλευκο» να
σχολιάσετε το σχήμα της επανάληψης και τη συσσώρευση επιθέτων, σχετικά με το αποτέλεσμα
που δημιουργούν. Με την επανάληψη του χρονικού
επιρρήματος «πάντα» ο αφηγητής δηλώνει εμφατικά πως το θέαμα της Θεοσκέπαστης
θα παραμείνει χαραγμένο στη μνήμη τους, καθώς ο ναός με το τοπίο γύρω του
προκαλούν συγκλονιστική εντύπωση. Κατορθώνει, έτσι, να κινήσει την περιέργεια
του αναγνώστη, ο οποίος αισθάνεται την ανάγκη να αντικρίσει κι ο ίδιος την
πανέμορφη αυτή εκκλησία. Με την αξιοποίηση πολλών επιθέτων
(«θαμπωτικό», «αλησμόνητο», «άσπρο», πάλλευκο») ο αφηγητής αποδίδει αφενός το
εντυπωσιακό του θεάματος, δίνοντας έμφαση στο γεγονός πως συνιστά έναν χώρο
εκθαμβωτικό, τον οποίο δεν μπορεί κάποιος να τον ξεχάσει από τη στιγμή που θα
τον αντικρίσει, κι αφετέρου στο κύριο γνώρισμά του ναού, στην απόλυτη λευκότητά
του. Τα επίθετα φανερώνουν τόσο την περιγραφική διάσταση του κειμένου
-πρόκειται, άλλωστε, για ένα οδοιπορικό- όσο και την πρόθεση του αφηγητή να
επαινέσει με τον πλέον εμφατικό τρόπο το κάλλος του τοπίου και του ναού. γ.
Στο τέλος του αποσπάσματος («Ω, τι ξένη πόλη… αυτή η πόλη των Αθηνών!») να
εντοπίσετε το σχήμα λόγου της αποστροφής ή της επιφώνησης και να εξηγήσετε τι
συναίσθημα εκφράζει. Στο κλείσιμο του αποσπάσματος
εντοπίζεται το σχήμα της επιφώνησης, μέσω του οποίου ο αφηγητής καταγράφει ως
επίλογο ένα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε μετά την περιήγησή του στο νησί της
Σαντορίνης. Πιο συγκεκριμένα, ο αφηγητής διακρίνει τη μεγάλη αντίθεση που
υπάρχει ανάμεσα στην πρωτεύουσα της χώρας και τις μικρότερες επαρχιακές
περιοχές του ελληνικού χώρου. Η Αθήνα, έχοντας πρόσβαση σε όλα τα αγαθά και σε
κάθε πιθανή άνεση, στέκει αδιάφορη και εντελώς αλαζονική απέναντι στις άλλες
περιοχές, καθώς αγνοεί πλήρως το πλήθος των δυσκολιών που βιώνουν οι κάτοικοί
τους. Απορροφημένη στη δική της πραγματικότητα, αν και πρωτεύουσα του κράτους,
η Αθήνα δεν έχει επίγνωση πως πέρα από τα δικά της όρια η ζωή είναι εξαιρετικά
σκληρή και με πολλές ελλείψεις και δυσχέρειες. Με τη διαπίστωση αυτή ο αφηγητής
επιχειρεί να ευαισθητοποιήσει τους κατοίκους της Αθήνας, αλλά και τους
κρατικούς φορείς, για το γεγονός πως οι επαρχιακές περιοχές, παρά την
εντυπωσιακή ομορφιά τους, δεν διαθέτουν τις αναγκαίες υποδομές και τις ευκολίες
που έχουν διασφαλιστεί για την πρωτεύουσα. Είναι ένα πικρό παράπονο και συνάμα
μια φράση διαμαρτυρίας για την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζονται οι
υπόλοιπες περιοχές της χώρας. δ.
Να ερμηνεύσεις σε 100-150 λέξεις τις σκέψεις και τα συναισθήματα του αφηγητή
τεκμηριώνοντας την απάντησή σου με σχετικές αναφορές στο κείμενο. Ο αφηγητής βιώνει αισθήματα θαυμασμού
για την ομορφιά της Σαντορίνης, καθώς και βαθιά συγκίνηση για τον θρησκευτικό
σεβασμό, το ήθος και τις δυσκολίες των κατοίκων της. Το τοπίο του νησιού
διακρίνεται για τη μοναδικότητά του, η οποία αποδίδεται από τον αφηγητή με τη
χρήση μεταφορικού λόγου («Πάνω απ’ τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ’
το ηφαίστειο»). Ενώ το εξωκλήσι της Θεοσκέπαστης, που εντυπωσιάζει τον αφηγητή,
είναι εξαιρετικά λιτό, όπως αυτό αποδίδεται με τη χρήση επιθέτων («Κατακάθαρο,
γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι»), γεγονός που φανερώνει τη λιτότητα του βίου
των ανθρώπων του νησιού. Ιδιαίτερη προσοχή δίνει ο αφηγητής σε μια ομάδα
ντόπιων γυναικών, οι οποίες με συνέπεια εκπληρώνουν το ετήσιο τάμα τους να
ανάβουν τα καντήλια στα εξωκλήσια του νησιού, διατρέχοντάς το όλο ξυπόλητες και
με ελάχιστη τροφή στη διάθεσή τους («η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα
πόδια τους», «το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό»). Οι γυναίκες αυτές
προσεύχονταν για τα παιδιά τους που είτε ήταν στον πόλεμο είτε στα καράβια, και
βρίσκονταν, ως εκ τούτου, σε διαρκή κίνδυνο («ικέτιδες για τα παιδιά τους,
πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη τους»). Ο πόνος κι η ταλαιπωρία των
γυναικών αυτών προκαλεί προβληματισμό, αλλά και αγανάκτηση στον αφηγητή, ο
οποίος συγκρίνει την απαιτητική ζωή στη Σαντορίνη με την προνομιακή Αθήνα, που
αγνοεί το τι περνούν οι Έλληνες των άλλων περιοχών («τι ξένη πόλη, ξεκομμένη
απ’ τον κορμό της Ελλάδας»).
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου