Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταχωρίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταχωρίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Clark Leffler

 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταχωρίζω»
 
καταχωρίζω = καταγράφω με αναλυτικό τρόπο (στοιχεία) στην κατάλληλη θέση (σε κατάλογο, πίνακα, βιβλίο, λογαριασμό, έντυπο).
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
καταχωρίζω, καταχωρίζεις, καταχωρίζει, καταχωρίζουμε, καταχωρίζετε, καταχωρίζουν (ή καταχωρίζουνε)
Υποτακτική
να καταχωρίζω, να καταχωρίζεις, να καταχωρίζει, να καταχωρίζουμε, να καταχωρίζετε, να καταχωρίζουν (ή να καταχωρίζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: καταχώριζε – β΄ πληθυντικό: καταχωρίζετε
Μετοχή
καταχωρίζοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
καταχώριζα, καταχώριζες, καταχώριζε, καταχωρίζαμε, καταχωρίζατε, καταχώριζαν ή καταχωρίζανε
 
Αόριστος
Οριστική
καταχώρισα, καταχώρισες, καταχώρισε, καταχωρίσαμε, καταχωρίσατε, καταχώρισαν ή καταχωρίσανε
Υποτακτική
να καταχωρίσω, να καταχωρίσεις, να καταχωρίσει, να καταχωρίσουμε, να καταχωρίσετε, να καταχωρίσουν (ή να καταχωρίσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: καταχώρισε – β΄ πληθυντικό: καταχωρίστε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίζω, θα καταχωρίζεις, θα καταχωρίζει, θα καταχωρίζουμε, θα καταχωρίζετε, θα καταχωρίζουν (ή θα καταχωρίζουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίσω, θα καταχωρίσεις, θα καταχωρίσει, θα καταχωρίσουμε, θα καταχωρίσετε, θα καταχωρίσουν (ή θα καταχωρίσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω καταχωρίσει, θα έχεις καταχωρίσει, θα έχει καταχωρίσει, θα έχουμε καταχωρίσει, θα έχετε καταχωρίσει, θα έχουν(ε) καταχωρίσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω καταχωρίσει, έχεις καταχωρίσει, έχει καταχωρίσει, έχουμε καταχωρίσει, έχετε καταχωρίσει, έχουν(ε) καταχωρίσει
Υποτακτική
να έχω καταχωρίσει, να έχεις καταχωρίσει, να έχει καταχωρίσει, να έχουμε καταχωρίσει, να έχετε καταχωρίσει, να έχουν(ε) καταχωρίσει
Μετοχή
έχοντας καταχωρίσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα καταχωρίσει, είχες καταχωρίσει, είχε καταχωρίσει, είχαμε καταχωρίσει, είχατε καταχωρίσει, είχαν(ε) καταχωρίσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
καταχωρίζομαι, καταχωρίζεσαι, καταχωρίζεται, καταχωριζόμαστε, καταχωρίζεστε, καταχωρίζονται
Υποτακτική
να καταχωρίζομαι, να καταχωρίζεσαι, να καταχωρίζεται, να καταχωριζόμαστε, να καταχωρίζεστε, να καταχωρίζονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: καταχωρίζεστε
Μετοχή
---
 
Παρατατικός
Οριστική
καταχωριζόμουν, καταχωριζόσουν, καταχωριζόταν, καταχωριζόμαστε, καταχωριζόσαστε, καταχωρίζονταν
(& καταχωριζόμουνα, καταχωριζόσουνα, καταχωριζότανε, καταχωριζόμασταν, καταχωριζόσασταν, καταχωριζόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
καταχωρίστηκα, καταχωρίστηκες, καταχωρίστηκε, καταχωριστήκαμε, καταχωριστήκατε, καταχωρίστηκαν ή καταχωριστήκανε
Υποτακτική
να καταχωριστώ, να καταχωριστείς, να καταχωριστεί, να καταχωριστούμε, να καταχωριστείτε, να καταχωριστούν ή να καταχωριστούνε
Προστακτική
β΄ ενικού: καταχωρίσου – β΄ πληθυντικό: καταχωριστείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίζομαι, θα καταχωρίζεσαι, θα καταχωρίζεται, θα καταχωριζόμαστε, θα καταχωρίζεστε, θα καταχωρίζονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωριστώ, θα καταχωριστείς, θα καταχωριστεί, θα καταχωριστούμε, θα καταχωριστείτε, θα καταχωριστούν ή θα καταχωριστούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω καταχωριστεί, θα έχεις καταχωριστεί, θα έχει καταχωριστεί, θα έχουμε καταχωριστεί, θα έχετε καταχωριστεί, θα έχουν(ε) καταχωριστεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω καταχωριστεί, έχεις καταχωριστεί, έχει καταχωριστεί, έχουμε καταχωριστεί, έχετε καταχωριστεί, έχουν(ε) καταχωριστεί
Υποτακτική
να έχω καταχωριστεί, να έχεις καταχωριστεί, να έχει καταχωριστεί, να έχουμε καταχωριστεί, να έχετε καταχωριστεί, να έχουν(ε) καταχωριστεί
Μετοχή
καταχωρισμένος, καταχωρισμένη, καταχωρισμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα καταχωριστεί, είχες καταχωριστεί, είχε καταχωριστεί, είχαμε καταχωριστεί, είχατε καταχωριστεί, είχαν(ε) καταχωριστεί
 
Σημείωση:
καταχωρίζω – καταχώριση: Το αρχαίο ρήμα καταχωρίζω, που αρχικά σήμαινε «τακτοποιώ» και αργότερα «ταξινομώ», οδήγησε στον σχηματισμό του νεότερου όρου καταχώριση (με -ι-), όπως συνέβη και με άλλα παράγωγα ρημάτων σε -ίζω (π.χ. ασφαλίζω – ασφάλιση, ρυθμίζω – ρύθμιση, εξαφανίζω – εξαφάνιση). Συνεπώς είναι προτιμότερο να ορθογραφείται η συγκεκριμένη ομάδα λέξεων ως εξής: καταχωρίζω, καταχώριση ρηματικοί τύποι: καταχωρισμένος (μετοχή), καταχωρίσω / καταχωριστώ (εξαρτημένοι), καταχώρισα / καταχωρίστηκα (συνοπτικός τύπος του παρελθόντος, αόριστος).
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου