Clark Leffler
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταχωρίζω»
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
καταχωρίζω, καταχωρίζεις, καταχωρίζει, καταχωρίζουμε, καταχωρίζετε, καταχωρίζουν (ή καταχωρίζουνε)
να καταχωρίζω, να καταχωρίζεις, να καταχωρίζει, να καταχωρίζουμε, να καταχωρίζετε, να καταχωρίζουν (ή να καταχωρίζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: καταχώριζε – β΄ πληθυντικό: καταχωρίζετε
Μετοχή
καταχωρίζοντας
Παρατατικός
Οριστική
καταχώριζα, καταχώριζες, καταχώριζε, καταχωρίζαμε, καταχωρίζατε, καταχώριζαν ή καταχωρίζανε
Αόριστος
Οριστική
καταχώρισα, καταχώρισες, καταχώρισε, καταχωρίσαμε, καταχωρίσατε, καταχώρισαν ή καταχωρίσανε
να καταχωρίσω, να καταχωρίσεις, να καταχωρίσει, να καταχωρίσουμε, να καταχωρίσετε, να καταχωρίσουν (ή να καταχωρίσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: καταχώρισε – β΄ πληθυντικό: καταχωρίστε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίζω, θα καταχωρίζεις, θα καταχωρίζει, θα καταχωρίζουμε, θα καταχωρίζετε, θα καταχωρίζουν (ή θα καταχωρίζουνε)
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίσω, θα καταχωρίσεις, θα καταχωρίσει, θα καταχωρίσουμε, θα καταχωρίσετε, θα καταχωρίσουν (ή θα καταχωρίσουνε)
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω καταχωρίσει, θα έχεις καταχωρίσει, θα έχει καταχωρίσει, θα έχουμε καταχωρίσει, θα έχετε καταχωρίσει, θα έχουν(ε) καταχωρίσει
Παρακείμενος
Οριστική
έχω καταχωρίσει, έχεις καταχωρίσει, έχει καταχωρίσει, έχουμε καταχωρίσει, έχετε καταχωρίσει, έχουν(ε) καταχωρίσει
να έχω καταχωρίσει, να έχεις καταχωρίσει, να έχει καταχωρίσει, να έχουμε καταχωρίσει, να έχετε καταχωρίσει, να έχουν(ε) καταχωρίσει
Μετοχή
έχοντας καταχωρίσει
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα καταχωρίσει, είχες καταχωρίσει, είχε καταχωρίσει, είχαμε καταχωρίσει, είχατε καταχωρίσει, είχαν(ε) καταχωρίσει
Παθητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
καταχωρίζομαι, καταχωρίζεσαι, καταχωρίζεται, καταχωριζόμαστε, καταχωρίζεστε, καταχωρίζονται
να καταχωρίζομαι, να καταχωρίζεσαι, να καταχωρίζεται, να καταχωριζόμαστε, να καταχωρίζεστε, να καταχωρίζονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: καταχωρίζεστε
Μετοχή
---
Οριστική
καταχωριζόμουν, καταχωριζόσουν, καταχωριζόταν, καταχωριζόμαστε, καταχωριζόσαστε, καταχωρίζονταν
Αόριστος
Οριστική
καταχωρίστηκα, καταχωρίστηκες, καταχωρίστηκε, καταχωριστήκαμε, καταχωριστήκατε, καταχωρίστηκαν ή καταχωριστήκανε
να καταχωριστώ, να καταχωριστείς, να καταχωριστεί, να καταχωριστούμε, να καταχωριστείτε, να καταχωριστούν ή να καταχωριστούνε
Προστακτική
β΄ ενικού: καταχωρίσου – β΄ πληθυντικό: καταχωριστείτε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωρίζομαι, θα καταχωρίζεσαι, θα καταχωρίζεται, θα καταχωριζόμαστε, θα καταχωρίζεστε, θα καταχωρίζονται
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταχωριστώ, θα καταχωριστείς, θα καταχωριστεί, θα καταχωριστούμε, θα καταχωριστείτε, θα καταχωριστούν ή θα καταχωριστούνε
Οριστική
θα έχω καταχωριστεί, θα έχεις καταχωριστεί, θα έχει καταχωριστεί, θα έχουμε καταχωριστεί, θα έχετε καταχωριστεί, θα έχουν(ε) καταχωριστεί
Οριστική
έχω καταχωριστεί, έχεις καταχωριστεί, έχει καταχωριστεί, έχουμε καταχωριστεί, έχετε καταχωριστεί, έχουν(ε) καταχωριστεί
να έχω καταχωριστεί, να έχεις καταχωριστεί, να έχει καταχωριστεί, να έχουμε καταχωριστεί, να έχετε καταχωριστεί, να έχουν(ε) καταχωριστεί
Μετοχή
καταχωρισμένος, καταχωρισμένη, καταχωρισμένο
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα καταχωριστεί, είχες καταχωριστεί, είχε καταχωριστεί, είχαμε καταχωριστεί, είχατε καταχωριστεί, είχαν(ε) καταχωριστεί


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου