Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αποθαρρύνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αποθαρρύνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Judy Dodds
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αποθαρρύνω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αποθαρρύνω, αποθαρρύνεις, αποθαρρύνει, αποθαρρύνουμε, αποθαρρύνετε, αποθαρρύνουν (ή αποθαρρύνουνε)
Υποτακτική
να αποθαρρύνω, να αποθαρρύνεις, να αποθαρρύνει, να αποθαρρύνουμε, να αποθαρρύνετε, να αποθαρρύνουν (ή να αποθαρρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθάρρυνε – β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνετε
Μετοχή
αποθαρρύνοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
αποθάρρυνα, αποθάρρυνες, αποθάρρυνε, αποθαρρύναμε, αποθαρρύνατε, αποθάρρυναν ή αποθαρρύνανε
 
Αόριστος
Οριστική
αποθάρρυνα, αποθάρρυνες, αποθάρρυνε, αποθαρρύναμε, αποθαρρύνατε, αποθάρρυναν ή αποθαρρύνανε
Υποτακτική
να αποθαρρύνω, να αποθαρρύνεις, να αποθαρρύνει, να αποθαρρύνουμε, να αποθαρρύνετε, να αποθαρρύνουν (ή να αποθαρρύνουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθάρρυνε – β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνετε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνω, θα αποθαρρύνεις, θα αποθαρρύνει, θα αποθαρρύνουμε, θα αποθαρρύνετε, θα αποθαρρύνουν (ή θα αποθαρρύνουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνω, θα αποθαρρύνεις, θα αποθαρρύνει, θα αποθαρρύνουμε, θα αποθαρρύνετε, θα αποθαρρύνουν (ή θα αποθαρρύνουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αποθαρρύνει, θα έχεις αποθαρρύνει, θα έχει αποθαρρύνει, θα έχουμε αποθαρρύνει, θα έχετε αποθαρρύνει, θα έχουν(ε) αποθαρρύνει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αποθαρρύνει, έχεις αποθαρρύνει, έχει αποθαρρύνει, έχουμε αποθαρρύνει, έχετε αποθαρρύνει, έχουν(ε) αποθαρρύνει
Υποτακτική
να έχω αποθαρρύνει, να έχεις αποθαρρύνει, να έχει αποθαρρύνει, να έχουμε αποθαρρύνει, να έχετε αποθαρρύνει, να έχουν(ε) αποθαρρύνει
Μετοχή
έχοντας αποθαρρύνει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αποθαρρύνει, είχες αποθαρρύνει, είχε αποθαρρύνει, είχαμε αποθαρρύνει, είχατε αποθαρρύνει, είχαν(ε) αποθαρρύνει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αποθαρρύνομαι, αποθαρρύνεσαι, αποθαρρύνεται, αποθαρρυνόμαστε, αποθαρρύνεστε, αποθαρρύνονται
Υποτακτική
να αποθαρρύνομαι, να αποθαρρύνεσαι, να αποθαρρύνεται, να αποθαρρυνόμαστε, να αποθαρρύνεστε, να αποθαρρύνονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: αποθαρρύνεστε
Μετοχή
αποθαρρυνόμενος, αποθαρρυνόμενη, αποθαρρυνόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
αποθαρρυνόμουν, αποθαρρυνόσουν, αποθαρρυνόταν, αποθαρρυνόμαστε, αποθαρρυνόσαστε, αποθαρρύνονταν
(& αποθαρρυνόμουνα, αποθαρρυνόσουνα, αποθαρρυνότανε, αποθαρρυνόμασταν, αποθαρρυνόσασταν, αποθαρρυνόντουσαν ή αποθαρρυνόντανε)
 
Αόριστος
Οριστική
αποθαρρύνθηκα, αποθαρρύνθηκες, αποθαρρύνθηκε, αποθαρρυνθήκαμε, αποθαρρυνθήκατε, αποθαρρύνθηκαν ή αποθαρρυνθήκανε
Υποτακτική
να αποθαρρυνθώ, να αποθαρρυνθείς, να αποθαρρυνθεί, να αποθαρρυνθούμε, να αποθαρρυνθείτε, να αποθαρρυνθούν ή να αποθαρρυνθούνε
Προστακτική
β΄ ενικό: αποθαρρύνσου – β΄ πληθυντικό: αποθαρρυνθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρύνομαι, θα αποθαρρύνεσαι, θα αποθαρρύνεται, θα αποθαρρυνόμαστε, θα αποθαρρύνεστε, θα αποθαρρύνονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αποθαρρυνθώ, θα αποθαρρυνθείς, θα αποθαρρυνθεί, θα αποθαρρυνθούμε, θα αποθαρρυνθείτε, θα αποθαρρυνθούν ή θα αποθαρρυνθούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αποθαρρυνθεί, θα έχεις αποθαρρυνθεί, θα έχει αποθαρρυνθεί, θα έχουμε αποθαρρυνθεί, θα έχετε αποθαρρυνθεί, θα έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αποθαρρυνθεί, έχεις αποθαρρυνθεί, έχει αποθαρρυνθεί, έχουμε αποθαρρυνθεί, έχετε αποθαρρυνθεί, έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
Υποτακτική
να έχω αποθαρρυνθεί, να έχεις αποθαρρυνθεί, να έχει αποθαρρυνθεί, να έχουμε αποθαρρυνθεί, να έχετε αποθαρρυνθεί, να έχουν(ε) αποθαρρυνθεί
Μετοχή
αποθαρρυμένος, αποθαρρυμένη, αποθαρρυμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αποθαρρυνθεί, είχες αποθαρρυνθεί, είχε αποθαρρυνθεί, είχαμε αποθαρρυνθεί, είχατε αποθαρρυνθεί, είχαν(ε) αποθαρρυνθεί
 
Σημείωση: αποθαρρυμένος ή αποθαρρημένος; Η λέξη δεν σχετίζεται με το αρχ. ρήμα ποθαρρ (-έω) ούτε με το ελληνιστικό ποθαρρύνομαι «παίρνω θάρρος», αλλά σχηματίστηκε στη Νέα Ελληνική με τον ενεστωτικό τύπο αποθαρρύνω ως μεταφραστικό δάνειο από το γαλλ. decourager. Συνεπώς, εφόσον δεν συνδέεται με τους αρχαίους τύπους είναι προτιμότερο η μετοχή του μεσοπαθητικού παρακειμένου να ορθογραφείται με τον απλούστερο τρόπο: αποθαρρυμένος (με -υ-).
Σύμφωνα με τη σχολική γραμματική η λέξη γράφεται *αποθαρρημένος (με -η-). Η γραφή αυτή όμως προκαλεί την παραπλανητική εντύπωση ότι η μετοχή προέρχεται από το αρχ. ρήμα ποθαρρ ή από νεότερο αντίστοιχο, ενώ θα ήγειρε προβλήματα στην αντιμετώπιση σύνθετων ρημάτων με κοινή προέλευση, δηλ. των ενθαρρύνω και αποθρασύνω. 
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου