Κική Δημουλά «Εύα», παράλληλο κείμενο για το «Σημείο Αναγνωρίσεως» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Κική Δημουλά «Εύα», παράλληλο κείμενο για το «Σημείο Αναγνωρίσεως»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Susi Galloway 

Κική Δημουλά «Εύα», παράλληλο κείμενο για το «Σημείο Αναγνωρίσεως»

Γλυπτό της Vassiliki

Εύα
στο ευγηρίας μου σαλόνι σε δώρισε
για εμψύχωση για παρερμηνείες ζωτικές
κάποια ισχυρή θέληση πλαστουργός.

Μου θυμίζει αμυδρή αμαρτία
που μου πρωτοχάρισε η μεγάλη
καλλιτέχνις συναίνεση του Θεού
- ανήκει τώρα στην πλούσια ιδιωτική
συλλογή της παλαιότητας.
Το διαπεραστικό κάλλος της
σε θανάσιμο μίσος το έθαψε
η σπυριάρα τιμωρία.

Θεόγυμνη είσαι. Ίσως γιατί χειμώνιασε
για τα καλά η συκή
ίσως και για να τρέψεις την αιδώ
προς τα βαθύτερα της σημασίας της φύλλα.

Λευκό το σώμα σου λες
και ποτέ δεν το είδε ο εναρκτήριος
ο καινοτόμος ήλιος της ανυπακοής

λευκό σαν των χεριών που σ’ έπλασαν
το όραμα ίσως να ξαναγεννηθείς
από πλευρά δική σου και όχι
από την τοκογλύφο πλευράν του Αδάμ
- σου πήρε όλη τη λιγοστή ανίδεη αρχή σου.

Μοιραίος δανεισμός˙ σαν αθεράπευτη αρρώστια
μεταδόθηκε: κανένα θήλυ πλάσμα δεν επαρκούσε
μόνο του να ασκήσει μήτε ύπαρξη απλή
μήτε ανθισμένη εκπλήρωσή της
δίχως να συμβάλει άρρην πλευρά
δανεική βεβαίως
εξ ου και επιστρέφεται αργά
ή γρήγορα ο έρωτας.

Πλαγιαστή είσαι αναδιπλωμένη.
Ίσως να κρύβεσαι από το δάνειο
από την υποχρέωση αργά ή γρήγορα
να επιστραφεί αυτό που αισθανθήκαμε

ίσως κι από φόβο μη σε αναγνωρίσει
η διαδοσίας προϊστορία σου
και γίνει πάλι θηρίο ο διωγμός σου.
Μια καλλίγραμμη αγωνία των χεριών
ολότελα σκεπάζει τη μορφή σου
προφυλάσσοντάς την από την ομορφιά της
- είναι μάγισσα˙ τώρα μεταμορφώνεται
σε άφθαρτη
και σε χαμένη κάποτε θα μεταμορφωθεί.

Άροτρα τα μαλλιά σου οργώνουν
ως κάτω τη μυστηριώδη των γοφών ευπάθεια.
Με επιβράβευση κυματιστά τη σπέρνουν.

Ανάσκελα σε γυρίζω μήπως μάθω
την αρχέγονη ηλικία του συμβολισμού σου.

Και εμψυχώνομαι βλέποντας ότι
μετά από τόσες γέννες αποκλήρωσης
σα σφριγηλό ωάριο μοιάζει η κοιλιά σου
έτοιμη να μας ξεγεννήσει από δικό της
έρωτα όχι επιστρεπτέον
καθέναν μας με την ατομική του
παραδείσια χλωρότητα.

Σε κοσμογονικό μαιευτήριο εξήφθη
το μικροσκοπικό μου μπουφεδάκι όπου
πάνω του πλαγιασμένη κοιλοπονάς.

Όπου να ‘ναι έρχεται η μαμή ξυράφι
μη φοβάσαι έχει ξεγεννήσει έξω στα χωράφια
στις αχυροκαλύβες στις εγκαταλείψεις
ένα σωρό γκαστρωμένες φαντασιώσεις.

Πως ήταν φτωχές δε διαφέρει παράδεισο
κι αυτές όπως εσύ κυοφορούσαν.


Ερμηνευτική προσέγγιση:

Στο ποίημα αυτό η Κική Δημουλά παρατηρεί ένα αγαλματίδιο της πρωτόπλαστης Εύας και μας δίνει τις σκέψεις που της δημιουργούνται για την αιώνια μοίρα της γυναίκας και την ιδιάζουσα θέση της στην κοινωνία. Όπως και στο «Σημείο Αναγνωρίσεως» έτσι κι εδώ η ποιήτρια βρίσκεται σ’ ένα γόνιμο διάλογο με το δημιούργημα ενός άλλου καλλιτέχνη (εδώ μ’ ένα γλυπτό της Vassiliki), αναδεικνύοντας τη δυνατότητα ενός καλλιτέχνη να ερμηνεύει τα έργα τέχνης που συναντά, έστω κι αν προβάλλει σε αυτά τις εντελώς προσωπικές του σκέψεις. Άλλωστε, τα έργα τέχνης παραμένουν πάντοτε ανοιχτά στην ερμηνεία κάθε ανθρώπου που έρχεται σ’ επαφή μ’ αυτά κι αυτό αποτελεί ένα ουσιαστικό στοιχείο της λυτρωτικής δύναμης που έχει η τέχνη να εκφράζει τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς και τις επιθυμίες μας.
Η Κική Δημουλά, τόσο στο ποίημα Εύα, όσο και στο ποίημα Σημείο Αναγνωρίσεως, παρατηρεί γυναικείες μορφές και διαβάζει σ’ αυτές τους δικούς της προβληματισμούς για τις δυσκολίες που έχει κάθε γυναίκα να αντιμετωπίσει και ιδίως για τη δεύτερη θέση που της προσφέρει η κοινωνία δίπλα στον άντρα. Στο ποίημα Εύα πάντως η εστίαση της ποιήτριας βρίσκεται στην ερωτική επικοινωνία της γυναίκας με τον «τοκογλύφο» άντρα, ο οποίος κάθε συναίσθημα που προσφέρει στη γυναίκα, στην πραγματικότητα της το δανείζει, περιμένοντας στη συνέχεια την επιστροφή του και μάλιστα με «τόκο».
Αναλυτικότερα:
Το αγαλματίδιο της Εύας δωρίζεται στην ποιήτρια, η οποία βρίσκεται πλέον σε ηλικία ευτυχισμένου γήρατος, με διάθεση ευνοϊκή, για να της προσφέρει μια ευχαρίστηση, αλλά η ίδια θεωρεί ότι το αγαλματίδιο αυτό μπορεί τελικά να δημιουργήσει παρερμηνείες, να μην επιτελέσει δηλαδή το σκοπό του κι αντί να της φέρει θετικά συναισθήματα να την οδηγήσει σε προβληματισμούς.
Και πράγματι, η ομορφιά του νεανικού σώματος, της θυμίζει παρελθόντες χρόνους που και η ίδια κατείχε το δώρο της νεότητας και είχε την ομορφιά που τόσο απλόχερα χαρίζει η φύση στο νεανικό σώμα. Τώρα, βέβαια, η ομορφιά αυτή, η αμαρτία όπως την ονομάζει η ποιήτρια, βρίσκεται στη συλλογή αναμνήσεων που έχει συγκεντρώσει με το πέρασμα των χρόνων και δεν απομένει απ’ αυτή τίποτε άλλο πέρα από τις γλυκόπικρες μνήμες που της ξυπνά τώρα η θέαση του γλυπτού που της δώρισαν. Η ομορφιά της νεότητας χάθηκε, καθώς η «σπυριάρα» τιμωρία την απομάκρυνε, την έθαψε, όπως σχολιάζει η ποιήτρια, παραπέμποντας μας στις τιμωρίες που επιφύλασσαν οι ζηλότυπες θεότητες για την ομορφιά των θνητών, όταν αυτή ξεπερνούσε το μέτρο.
Το αγαλματίδιο είναι γυμνό, χωρίς το φύλλο συκής, που είτε παραλείφθηκε γιατί επήλθε πια χειμώνας και ως προερχόμενο από φυλλοβόλο δέντρο όφειλε να πέσει – ένας έμμεσος τρόπος για να δηλωθεί ότι το φύλλο συκής θεωρήθηκε περιττό στη σύγχρονη εποχή -, είτε παραλείφθηκε για να οδηγήσει τον παρατηρητή του γλυπτού πέρα από το συνηθισμένο σημείο εστίασης προς πιο εσωτερικά σημεία αξίας του γυναικείου φύλου.
Η μικρή αυτή Εύα είναι ολόλευκη κι αυτό ωθεί την ποιήτρια στη σκέψη ότι η πρωτόπλαστη γυναίκα δε βρέθηκε ποτέ αντιμέτωπη με τις φθοροποιές ακτίνες του ήλιου, διευκρινίζοντας μας ότι εννοεί τον ήλιο που ξυπνά τη γυναίκα και την οδηγεί στην ανυπακοή, στην απομάκρυνση από τη δεσμευτική παρουσία του άντρα. Το λεκτικό παιχνίδι με το χρώμα του γλυπτού μας παραπέμπει σε παλαιότερες εποχές, όταν μια γυναίκα που είχε λευκό χρώμα, ανήκε σε ευκατάστατη οικογένεια και δε χρειαζόταν η ίδια να εργαστεί και να αλλοιώσει το λευκό της χρώμα. Άρα, η Εύα, θυμίζει στην ποιήτρια μια γυναίκα που παραμένει ακόμη υπό τον αντρικό έλεγχο και δεν έχει προχωρήσει προς την ανεξαρτησία που μπορεί να της χαρίσει η εργασία και η εξασφάλιση δικών της οικονομικών πόρων.
Το λευκό χρώμα, παράλληλα, δίνεται και ως θετικό σχόλιο για τις προθέσεις της δημιουργού, που θα ήθελε -όπως κάθε γυναίκα- την αποδέσμευση της πρωτόπλαστης, αλλά και της κάθε γυναίκας, από την αρχέγονη εξάρτησή της από τον άντρα. Ο μύθος των πρωτόπλαστων που θέλει τη γυναίκα να προέρχεται από υλικό που άντλησε ο Δημιουργός από την πλευρά του Αδάμ, τίθεται εδώ υπό έλεγχο, καθώς η συνεισφορά του Αδάμ δεν στάθηκε εντελώς ανιδιοτελής. Η Εύα δηλαδή μπορεί να δημιουργήθηκε από τον Αδάμ, αλλά εκείνος σε αντάλλαγμα της στέρησε την αθωότητα και τη χαρά της πρωτόπλαστης που θα μπορούσε να έχει μπροστά της άπειρες προοπτικές, θέτοντάς την υπό τον έλεγχό του. Αν η ανδρική εκδοχή του μύθου θέλει τις γυναίκες υπόλογες για το προπατορικό αμάρτημα, η γυναικεία εκδοχή του αρχικού μύθου, θέλει τους άντρες υπόλογους για τη συνεχή, διαχρονική και χωρίς τελειωμό δέσμευση των γυναικών.
Αυτό το αρχικό δάνειο στάθηκε ικανό να στερήσει από τις γυναίκες τη δυνατότητα της πληρότητας, της ολοκλήρωσης και της ευτυχίας, χωρίς τη συμμετοχή κάποιου άντρα. Από την πρώτη αρχή του κόσμου, μέχρι και σήμερα, οι γυναίκες δεν μπορούν από μόνες τους να συστήσουν μια αυτάρκη ύπαρξη, καθώς χρειάζονται πάντοτε την ανδρική παρουσία για να φτάσουν στην τελείωση. Τη συμμετοχή του βέβαια ο άντρας ποτέ δεν την προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα, είναι πάντοτε υπό τη μορφή δανείου, γι’ αυτό και οι γυναίκες οφείλουν να αποπληρώσουν τον έρωτα που βιώνουν δίπλα σ’ έναν άντρα.
Το γλυπτό παρασταίνει την Εύα πλαγιαστή κι αναδιπλωμένη, στάση που η ποιήτρια συσχετίζει με τη διαχρονική οφειλή που έχουν οι γυναίκες απέναντι στους άντρες και θεωρεί ότι η Εύα επιχειρεί απλώς να κρυφτεί από την υποχρέωσή της να επιστρέψει στον άντρα όσα της προσέφερε. Κι αυτά που της προσέφερε ο άντρας δεν είναι άλλα από τα συναισθήματα που της επέτρεψε να αισθανθεί για εκείνον. Ο έρωτας εδώ παρουσιάζεται απόλυτα εγωιστικός από τη μεριά των αντρών, οι οποίοι γίνονται απλώς αποδέκτες συναισθημάτων από τις γυναίκες, χωρίς ποτέ οι ίδιοι να συνεισφέρουν και θεωρώντας πάντοτε πώς οι γυναίκες που τους αγαπούν τους οφείλουν και κάτι ακόμη.
Η Εύα, βέβαια, ενδέχεται να κρύβεται όχι λόγω της οφειλής της, αλλά λόγω του αμαρτήματος που της έχουν προσάψει και για το οποίο είναι πάντοτε έτοιμοι να ξεκινήσουν κι ένα νέο διωγμό εις βάρος της, κρατώντας τη συνεχώς δέσμια του αρχικού αυτού ατοπήματος.
Τα χέρια, μάλιστα, του γλυπτού σκεπάζουν το πρόσωπο, δίνοντας την αίσθηση ότι η Εύα προσπαθεί να προφυλαχτεί από την ίδια της την ομορφιά, η οποία μπορεί τώρα να μοιάζει ως αναλλοίωτη –δεδομένου ότι πρόκειται για ένα γλυπτό- αλλά όταν πρόκειται για μια πραγματική γυναίκα η ομορφιά δεν είναι πάντοτε ένα θετικό στοιχείο. Καθώς η θνητή ομορφιά παρασύρει αρχικά τη γυναίκα με τη δύναμή της μα στο τέλος χάνεται, φθείρεται και φεύγει, αφήνοντας τη γυναίκα χωρίς την πανίσχυρη προστασία της.
Ακολουθώντας την πορεία των κυματιστών μαλλιών του γλυπτού η ποιήτρια προχωρά την παρατήρησή της χαμηλά στην ευπαθή περιοχή του σώματος. Ο κυματισμός των μαλλιών παραπέμπει την ποιήτρια σε οργωμένο έδαφος, σε σπορά, και άρα στη γονιμότητα της γυναίκας. Γυρίζει το γλυπτό ανάσκελα για να ελέγξει κάθε λεπτομέρεια του σώματος και χαίρεται καθώς συνειδητοποιεί ότι η κοιλιά του γλυπτού έχει το χαρακτηριστικό στρογγύλεμα που παραπέμπει σ’ ένα εύρωστο ωάριο. Η Εύα, επομένως, είναι ικανή να γεννήσει εκ νέου παρά το γεγονός ότι έχει ήδη κάνει αρκετές γέννες. Κι ενώ οι προηγούμενες γέννες της έδωσαν παιδιά που αποκληρώθηκαν όπως και η ίδια, λόγω του αμαρτήματός της, τώρα είναι έτοιμη να γεννήσει υπό νέες συνθήκες, να γεννήσει επειδή η ίδια το θέλει, με τη δική της αγάπη να ευλογεί τις νέες γέννες και όχι εκείνη του Αδάμ, που δεν ήταν παρά μια δανεική αγάπη. Η Εύα μπορεί πλέον να γίνει εκ νέου η μητέρα όλων μας και να μας προσφέρει λίγη από την αναγεννητική δύναμη του παραδείσου, να μας προσφέρει δηλαδή την ευκαιρία μιας νέας αρχής, που αυτή τη φορά θα σημάνει τη θέση νέων όρων στην πορεία μας.
Αν μας δινόταν η ευκαιρία να γεννηθούμε ξανά, θα μπορούσαμε να δώσουμε στη γυναίκα μια καλύτερη θέση από αυτή που έχει τώρα κι αναγκάζεται να αποζητά τη συμμετοχή του άντρα στην προσπάθειά της να αποκτήσει την ολοκλήρωσή της.
Η σκέψη αυτή δίνει στην ποιήτρια την αίσθηση ότι ο μικρός μπουφές στον οποίο έχει τοποθετήσει το γλυπτό της Εύας έχει γίνει ο χώρος στον οποίο θα γεννηθεί ένας καινούριος κόσμος. Αλλά, η αναφορά στο μπουφέ κι ο τρόπος που αναφέρεται στη μετατροπή του μικροαστικού της μπουφέ σε κοσμογονικό μαιευτήριο είναι σα να συνειδητοποιεί ότι η σκέψη της προχώρησε πολύ μακριά και πως η νέα τάξη πραγμάτων που τόλμησε να σκεφτεί είναι τελείως έξω από την πραγματικότητα.
Με αυτή τη συνειδητοποίηση, ότι δηλαδή αυτό που σκέφτηκε δεν είναι παρά μια τραβηγμένη φαντασίωση, η ποιήτρια προαναγγέλλει την έλευση της μαμής η οποία θα ξεγεννήσει το ετοιμόγεννο γλυπτό. Η μαμή αυτή έχει άφθονη εμπειρία καθώς έχει ήδη ξεγεννήσει πολλές γκαστρωμένες φαντασιώσεις στο παρελθόν, οι οποίες στο μόνο που διέφεραν με την Εύα – γλυπτό, είναι που αποτελούσαν φαντασιώσεις φτωχών γυναικών και άρα λιγότερο τολμηρές σκέψεις, αλλά σε κάθε περίπτωση επρόκειτο και πάλι για γυναίκες που τόλμησαν να σκεφτούν μια κατάσταση καλύτερη από αυτή που ζούσαν, μια κατάσταση παραδείσου.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...