Ερωτήσεις ΚΕΕ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης "Όνειρο στο κύμα":Το Όνειρο στο κύμα ανήκει στα «αυτοβιογραφικά» διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τα οποία συνδέονται με τα εφηβικά χρόνια του στη Σκιάθο.

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF


Mahir Guven

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Όνειρο στο κύμα»

Το Όνειρο στο κύμα ανήκει στα «αυτοβιογραφικά» διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τα οποία συνδέονται με τα εφηβικά χρόνια του στη Σκιάθο. Αναφερθείτε σε συγκεκριμένες μνήμες και βιώματα του συγγραφέα που διακρίνετε σ’ αυτό το διήγημα.


Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο (1851-1911) και ξεκίνησε τα πρώτα του μαθήματα εσώκλειστος στην Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού. Η εκπαίδευσή του συνεχίστηκε με διαλείμματα στη Χαλκίδα, τον Πειραιά και την Αθήνα, ενώ στα 21 του χρόνια πήγε στο Άγιο Όρος όπου και παρέμεινε για οκτώ μήνες περίπου ως δόκιμος μοναχός. Παρά την αφοσίωσή του στη χριστιανική θρησκεία, θεώρησε ότι δε θα μπορούσε να ζήσει ως μοναχός γι’ αυτό κι επέστρεψε στην Αθήνα όπου και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή. Ο Παπαδιαμάντης δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, αλλά παρέμεινε στην Αθήνα εργαζόμενος ως μεταφραστής και αρθογράφος. Η ζωή στην Αθήνα του φαινόταν πολύ δύσκολη γι’ αυτό κι επιχείρησε να επιστρέψει στο νησί του, επειδή όμως δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις επέστρεψε ξανά στην Αθήνα, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1908. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην αγαπημένη του Σκιάθο.
Αν συγκρίνουμε τα στοιχεία που γνωρίζουμε για τη ζωή του συγγραφέα με τα στοιχεία που βρίσκουμε στο Όνειρο στο κύμα, μπορούμε να διακρίνουμε αρκετές ομοιότητες ανάμεσα στη ζωή του Παπαδιαμάντη και τη ζωή του ανώνυμου ήρωα, με τη βασική επισήμανση βέβαια ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την ερωτική περιπέτεια του ήρωα ως αυτοβιογραφική μνήμη του συγγραφέα.
Τα πρώτα στοιχεία που μας δίνονται για τον ήρωα του διηγήματος συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με τη ζωή του συγγραφέα. Ο ήρωας γεννιέται και μεγαλώνει στη Σκιάθο, μαθαίνει τα πρώτα του γράμματα υπό την επίβλεψη ενός ιερωμένου και ύστερα συνεχίζει τις σπουδές του στην Αθήνα. Η πορεία που ακολουθεί ο ήρωας δεν είναι βέβαια ακριβώς ίδια, αλλά οι επιρροές της εκκλησίας και το γεγονός ότι ξεκίνησε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο στα είκοσι χρόνια του, συμβαδίζουν με τη ζωή του συγγραφέα. Ο ήρωας, πάντως, σε αντίθεση με τον Παπαδιαμάντη θα ολοκληρώσει τις σπουδές του κι ενώ ο συγγραφέας είχε επιλέξει για τον εαυτό του τη Φιλοσοφική Σχολή, επιλέγει για το νεαρό ήρωα τη Νομική.
Ο νεαρός ήρωας ολοκληρώνοντας τις σπουδές του θα αρχίσει να εργάζεται για έναν γνωστό δικηγόρο, για τον οποίο θα αισθάνεται μίσος «ἀγνοῶ ἐκ ποίας σκοτεινῆς ἀφορμῆς, ἀλλά πιθανῶς ἐπειδή τον ἔχω προστάτην και εὐργέτην». Είναι ενδιαφέρουσα η στάση του νεαρού ήρωα απέναντι στον άνθρωπο που του διασφάλισε μια θέση εργασίας και ίσως ανταποκρίνεται στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του συγγραφέα. Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε τη μοναξιά του και δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ανοικτός στις φιλίες. Ακόμη και απέναντι στο δημοσιογράφο που του εξασφάλισε τη συνεργασία με την εφημερίδα Ακρόπολη, ο συγγραφέας δεν υπήρξε ποτέ εξαιρετικά φιλικός.
«Ἡ τελευταία χρονιά πού ἤμην ἀκόμη φυσικός ἄνθρωπος ἦτον το θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 187…» Ο ήρωας του διηγήματος αισθάνεται ότι η ζωή στην Αθήνα δεν του ταιριάζει κι αναπολεί τις στιγμές που έζησε στο νησί του, όπου ένιωθε ότι ήταν πραγματικά ευτυχισμένος και βρισκόταν σε επαφή με την αγαπημένη φύση. Τα συναισθήματα αυτά αντανακλούν τη συναισθηματική κατάσταση του Παπαδιαμάντη, ο οποίος δεν ήθελε να ζει στην Αθήνα και το έκανε μόνο και μόνο για βιοποριστικούς λόγους, έχοντας πάντοτε κατά νου τη σκέψη να επιστρέψει στη Σκιάθο.
Το στοιχείο εκείνο που διατρέχει ολόκληρο το διήγημα και το καθιστά με τον πλέον εμφατικό τρόπο αυτοβιογραφικό είναι η αγάπη του συγγραφέα για τη Σκιάθο. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει το νησί του απ’ άκρη σ’ άκρη και φροντίζει με τις υπέροχες περιγραφές του να αναδείξει τη μοναδική ομορφιά του. «Δεξιά ἀπό τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, ἐσχηματίζετο μικρόν ἄντρον θαλάσσιον, στρωμένο με ἄσπρα κρυσταλλοειδῆ κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, πού ἐφαίνετο πώς το εἶχον εὐτρεπίσει και στολίσει αἱ νύμφαι τῶν θαλασσῶν».
«Τάχα ἡ μοναδική ἐκείνη περίστασις, ἡ ονειρώδης ἐκείνη ἀνάμνησις τῆς λουομένης κόρης, μ’ ἔκαμε να μη γίνω κληρικός; Φεῦ! ἀκριβώς ἡ ἀνάμνησις ἐκείνη ἔπρεπε να με κάμῃ να γίνω μοναχός.» Η επιθυμία που είχε εκφράσει ο νεαρός να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή και η τελική ματαίωσή της, μας παραπέμπουν στη ζωή του συγγραφέα και τη δική του ατελή προσπάθεια να μονάσει.
Ὤ! ἄς ἤμην ἀκόμη βοσκός εἰς τα ὄρη!... Το διήγημα κλείνει με την έκφραση της επιθυμίας του ήρωα να μπορούσε να επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί και μάλιστα σε μια απλούστερη μορφή διαβίωσης, όπως ήταν αυτή του βοσκού. Ο ήρωας είναι απογοητευμένος τόσο από τη ζωή στην Αθήνα όσο και από την έλλειψη χαράς που χαρακτηρίζει τη δουλειά του, στοιχεία που βρίσκονται σε ανταπόκριση με τα συναισθήματα του συγγραφέα. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X