Tina LeCour
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μαίνω»
μαίνω = τρελαίνω, εξοργίζω, είμαι σε κατάσταση ένθεης μανίας
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
μαίνω, μαίνεις, μαίνει, μαίνομεν, μαίνετε, μαίνουσι(ν)
Υποτακτική
μαίνω, μαίνῃς, μαίνῃ, μαίνωμεν, μαίνητε, μαίνωσι(ν)
Ευκτική
μαίνοιμι, μαίνοις, μαίνοι, μαίνοιμεν, μαίνοιτε, μαίνοιεν
Προστακτική
---, μαῖνε, μαινέτω, ---, μαίνετε, μαινόντων (ή μαινέτωσαν)
Απαρέμφατο
μαίνειν
Μετοχή
μαίνων, μαίνουσα, μαῖνον
Παρατατικός
Οριστική
ἔμαινον, ἔμαινες, ἔμαινε, ἐμαίνομεν, ἐμαίνετε, ἔμαινον
Μέλλοντας
Οριστική
μανῶ, μανεῖς, μανεῖ, μανοῦμεν, μανεῖτε, μανοῦσι(ν)
Ευκτική
μανοῖμι, μανοῖς, μανοῖ, ή μανοίην, μανοίης, μανοίη, μανοῖμεν, μανοῖτε, μανοῖεν
Απαρέμφατο
μανεῖν
Μετοχή
μανῶν, μανοῦσα, μανοῦν
Αόριστος
Οριστική
ἔμηνα, ἔμηνας, ἔμηνε(ν), ἐμήναμεν, ἐμήνατε, ἔμηναν
Υποτακτική
μήνω, μήνῃς, μήνῃ, μήνωμεν, μήνητε, μήνωσι(ν)
Ευκτική
μήναιμι, μήναις ή μήνειας, μήναι ή μήνειε(ν), μήναιμεν, μήναιτε, μήναιεν ή μήνειαν
Προστακτική
---, μῆνον, μηνάτω, ---, μήνατε, μηνάντων (ή μηνάτωσαν)
Απαρέμφατο
μῆναι
Μετοχή
μήνας, μήνασα, μῆναν
Παρακείμενος
Οριστική
μεμάνηκα, μεμάνηκας, μεμάνηκε, μεμανήκαμεν, μεμανήκατε, μεμανήκασι(ν)
Υποτακτική
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός ὦ
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός ᾖς
μεμανηκώς-
μεμανηκυῖα- μεμανηκός ᾖ
μεμανηκότες- μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα ὦμεν
μεμανηκότες-
μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα ἦτε
μεμανηκότες-
μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα ὦσι
Ευκτική
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός εἴην
μεμανηκώς-
μεμανηκυῖα- μεμανηκός εἴης
μεμανηκώς-
μεμανηκυῖα- μεμανηκός εἴη
μεμανηκότες-
μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα εἴημεν (εἶμεν)
μεμανηκότες-
μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα εἴητε (εἶτε)
μεμανηκότες-
μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός ἴσθι
μεμανηκώς-
μεμανηκυῖα- μεμανηκός ἔστω
---
μεμανηκότες- μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα ἔστε
μεμανηκότες-
μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα ἔστων
Απαρέμφατο
μεμανηκέναι
Μετοχή
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός
Παρακείμενος Β΄
Οριστική
μέμηνα, μέμηνας, μέμηνε, μεμήναμεν, μεμήνατε, μεμήνασι(ν)
Υποτακτική
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός ὦ
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός ᾖς
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός ᾖ
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα ὦμεν
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα ἦτε
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα ὦσι
Ευκτική
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός εἴην
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός εἴης
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός εἴη
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα εἴημεν (εἶμεν)
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα εἴητε (εἶτε)
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός ἴσθι
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός ἔστω
---
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα ἔστε
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα ἔστων
Απαρέμφατο
μεμηνέναι
Μετοχή
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός
Μέση Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
μαίνομαι, μαίνῃ ή μαίνει, μαίνεται, μαινόμεθα, μαίνεσθε, μαίνονται
Υποτακτική
μαίνωμαι, μαίνῃ, μαίνηται, μαινώμεθα, μαίνησθε, μαίνωνται
Ευκτική
μαινοίμην, μαίνοιο, μαίνοιτο, μαινοίμεθα, μαίνοισθε, μαίνοιντο
Προστακτική
---, μαίνου, μαινέσθω, ---, μαίνεσθε, μαινέσθων ή μαινέσθωσαν
Απαρέμφατο
μαίνεσθαι
Μετοχή
μαινόμενος
μαινομένη
μαινόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐμαινόμην, ἐμαίνου, ἐμαίνετο, ἐμαινόμεθα, ἐμαίνεσθε, ἐμαίνοντο
Μέλλοντας
Οριστική
μανοῦμαι, μανῇ/μανεῖ, μανεῖται, μανούμεθα, μανεῖσθε, μανοῦνται
Ευκτική
μανοίμην, μανοῖο, μανοῖτο, μανοίμεθα, μανοῖσθε, μανοῖντο
Απαρέμφατο
μανεῖσθαι
Μετοχή
μανούμενος
μανουμένη
μανούμενον
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
μανήσομαι, μανήσῃ ή μανήσει, μανήσεται, μανησόμεθα, μανήσεσθε, μανήσονται
Ευκτική
μανησοίμην, μανήσοιο, μανήσοιτο, μανησοίμεθα, μανήσοισθε, μανήσοιντο
Απαρέμφατο
μανήσεσθαι
Μετοχή
μανησόμενος
μανησομένη
μανησόμενον
Αόριστος
Οριστική
ἐμηνάμην, ἐμήνω, ἐμήνατο, ἐμηνάμεθα, ἐμήνασθε, ἐμήναντο
Υποτακτική
μήνωμαι, μήνῃ, μήνηται, μηνώμεθα, μήνησθε, μήνωνται
Ευκτική
μηναίμην, μήναιο, μήναιτο, μηναίμεθα, μήναισθε, μήναιντο
Προστακτική
---, μῆναι, μηνάσθω, ---, μήνασθε, μηνάσθων ή μηνάσθωσαν
Απαρέμφατο
μήνασθαι
Μετοχή
μηνάμενος
μηναμένη
μηνάμενον
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐμάνην, ἐμάνης, ἐμάνη, ἐμάνημεν, ἐμάνητε, ἐμάνησαν
Υποτακτική
μανῶ, μανῇς, μανῇ, μανῶμεν, μανῆτε, μανῶσι(ν)
Ευκτική
μανείην, μανείης, μανείη, μανείημεν ή μανεῖμεν, μανείητε ή μανεῖτε, μανείησαν ή μανεῖεν
Προστακτική
---, μάνηθι, μανήτω, ---, μάνητε, μανέντων ή μανήτωσαν
Απαρέμφατο
μανῆναι
Μετοχή
μανείς
μανεῖσα
μανέν
Παρακείμενος
Οριστική
μεμάνημαι, μεμάνησαι, μεμάνηται, μεμανήμεθα, μεμάνησθε, μεμάνηνται
Υποτακτική
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον ὦ
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον ᾖς
μεμανημένος-
μεμανημένη- μεμανημένον ᾖ
μεμανημένοι- μεμανημέναι- μεμανημένα ὦμεν
μεμανημένοι-
μεμανημέναι- μεμανημένα ἦτε
μεμανημένοι-
μεμανημέναι- μεμανημένα ὦσι
Ευκτική
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον εἴην
μεμανημένος-
μεμανημένη- μεμανημένον εἴης
μεμανημένος-
μεμανημένη- μεμανημένον εἴη
μεμανημένοι-
μεμανημέναι- μεμανημένα εἴημεν (εἶμεν)
μεμανημένοι-
μεμανημέναι- μεμανημένα εἴητε (εἶτε)
μεμανημένοι-
μεμανημέναι- μεμανημένα εἴησαν (εἶεν)
Προστακτική
---, μεμάνησο, μεμανήσθω, --- μεμάνησθε, μεμανήσθων ή μεμανήσθωσαν
Απαρέμφατο
μεμανῆσθαι
Μετοχή
μεμανημένος,
μεμανημένη,
μεμανημένον
Υπερσυντέλικος
ἐμεμανήμην, ἐμεμάνησο, ἐμεμάνητο, ἐμεμανήμεθα, ἐμεμάνησθε, ἐμεμάνηντο
μαίνομαι <
μάντις = ο προφήτης, ο προαισθανόμενος, ο προμηνύων, εμπνευσμένος
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μαίνω»
μαίνω = τρελαίνω, εξοργίζω, είμαι σε κατάσταση ένθεης μανίας
Ενεργητική Φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
μαίνω, μαίνεις, μαίνει, μαίνομεν, μαίνετε, μαίνουσι(ν)
μαίνω, μαίνῃς, μαίνῃ, μαίνωμεν, μαίνητε, μαίνωσι(ν)
μαίνοιμι, μαίνοις, μαίνοι, μαίνοιμεν, μαίνοιτε, μαίνοιεν
Προστακτική
---, μαῖνε, μαινέτω, ---, μαίνετε, μαινόντων (ή μαινέτωσαν)
μαίνειν
Μετοχή
μαίνων, μαίνουσα, μαῖνον
Παρατατικός
Οριστική
ἔμαινον, ἔμαινες, ἔμαινε, ἐμαίνομεν, ἐμαίνετε, ἔμαινον
Μέλλοντας
Οριστική
μανῶ, μανεῖς, μανεῖ, μανοῦμεν, μανεῖτε, μανοῦσι(ν)
μανοῖμι, μανοῖς, μανοῖ, ή μανοίην, μανοίης, μανοίη, μανοῖμεν, μανοῖτε, μανοῖεν
μανεῖν
μανῶν, μανοῦσα, μανοῦν
Αόριστος
Οριστική
ἔμηνα, ἔμηνας, ἔμηνε(ν), ἐμήναμεν, ἐμήνατε, ἔμηναν
μήνω, μήνῃς, μήνῃ, μήνωμεν, μήνητε, μήνωσι(ν)
μήναιμι, μήναις ή μήνειας, μήναι ή μήνειε(ν), μήναιμεν, μήναιτε, μήναιεν ή μήνειαν
Προστακτική
---, μῆνον, μηνάτω, ---, μήνατε, μηνάντων (ή μηνάτωσαν)
μῆναι
μήνας, μήνασα, μῆναν
Παρακείμενος
Οριστική
μεμάνηκα, μεμάνηκας, μεμάνηκε, μεμανήκαμεν, μεμανήκατε, μεμανήκασι(ν)
Υποτακτική
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός ὦ
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός ᾖς
μεμανηκότες- μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα ὦμεν
Ευκτική
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός εἴην
Προστακτική
---
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός ἴσθι
μεμανηκότες- μεμανηκυῖαι- μεμανηκότα ἔστε
Απαρέμφατο
μεμανηκέναι
Μετοχή
μεμανηκώς- μεμανηκυῖα- μεμανηκός
Οριστική
μέμηνα, μέμηνας, μέμηνε, μεμήναμεν, μεμήνατε, μεμήνασι(ν)
Υποτακτική
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός ὦ
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός ᾖς
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα ὦμεν
Ευκτική
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός εἴην
Προστακτική
---
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός ἴσθι
μεμηνότες- μεμηνυῖαι- μεμηνότα ἔστε
Απαρέμφατο
μεμηνέναι
Μετοχή
μεμηνώς- μεμηνυῖα- μεμηνός
Ενεστώτας
Οριστική
μαίνομαι, μαίνῃ ή μαίνει, μαίνεται, μαινόμεθα, μαίνεσθε, μαίνονται
μαίνωμαι, μαίνῃ, μαίνηται, μαινώμεθα, μαίνησθε, μαίνωνται
μαινοίμην, μαίνοιο, μαίνοιτο, μαινοίμεθα, μαίνοισθε, μαίνοιντο
Προστακτική
---, μαίνου, μαινέσθω, ---, μαίνεσθε, μαινέσθων ή μαινέσθωσαν
Απαρέμφατο
μαίνεσθαι
Μετοχή
μαινόμενος
μαινομένη
μαινόμενον
Παρατατικός
Οριστική
ἐμαινόμην, ἐμαίνου, ἐμαίνετο, ἐμαινόμεθα, ἐμαίνεσθε, ἐμαίνοντο
Οριστική
μανοῦμαι, μανῇ/μανεῖ, μανεῖται, μανούμεθα, μανεῖσθε, μανοῦνται
μανοίμην, μανοῖο, μανοῖτο, μανοίμεθα, μανοῖσθε, μανοῖντο
μανεῖσθαι
μανούμενος
μανουμένη
μανούμενον
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
μανήσομαι, μανήσῃ ή μανήσει, μανήσεται, μανησόμεθα, μανήσεσθε, μανήσονται
μανησοίμην, μανήσοιο, μανήσοιτο, μανησοίμεθα, μανήσοισθε, μανήσοιντο
Απαρέμφατο
μανήσεσθαι
Μετοχή
μανησόμενος
μανησομένη
μανησόμενον
Οριστική
ἐμηνάμην, ἐμήνω, ἐμήνατο, ἐμηνάμεθα, ἐμήνασθε, ἐμήναντο
μήνωμαι, μήνῃ, μήνηται, μηνώμεθα, μήνησθε, μήνωνται
μηναίμην, μήναιο, μήναιτο, μηναίμεθα, μήναισθε, μήναιντο
Προστακτική
---, μῆναι, μηνάσθω, ---, μήνασθε, μηνάσθων ή μηνάσθωσαν
μήνασθαι
Μετοχή
μηνάμενος
μηναμένη
μηνάμενον
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
ἐμάνην, ἐμάνης, ἐμάνη, ἐμάνημεν, ἐμάνητε, ἐμάνησαν
μανῶ, μανῇς, μανῇ, μανῶμεν, μανῆτε, μανῶσι(ν)
μανείην, μανείης, μανείη, μανείημεν ή μανεῖμεν, μανείητε ή μανεῖτε, μανείησαν ή μανεῖεν
---, μάνηθι, μανήτω, ---, μάνητε, μανέντων ή μανήτωσαν
Απαρέμφατο
μανῆναι
μανείς
μανεῖσα
Παρακείμενος
Οριστική
μεμάνημαι, μεμάνησαι, μεμάνηται, μεμανήμεθα, μεμάνησθε, μεμάνηνται
Υποτακτική
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον ὦ
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον ᾖς
μεμανημένοι- μεμανημέναι- μεμανημένα ὦμεν
Ευκτική
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον εἴην
Προστακτική
---, μεμάνησο, μεμανήσθω, --- μεμάνησθε, μεμανήσθων ή μεμανήσθωσαν
Απαρέμφατο
μεμανῆσθαι
μεμανημένος,
μεμανημένη,
μεμανημένον
ἐμεμανήμην, ἐμεμάνησο, ἐμεμάνητο, ἐμεμανήμεθα, ἐμεμάνησθε, ἐμεμάνηντο


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου