Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μαίνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μαίνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Tina LeCour
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μαίνω»
 
μαίνω = τρελαίνω, εξοργίζω, είμαι σε κατάσταση ένθεης μανίας
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μαίνω, μαίνεις, μαίνει, μαίνομεν, μαίνετε, μαίνουσι(ν)
Υποτακτική
μαίνω, μαίνς, μαίν, μαίνωμεν, μαίνητε, μαίνωσι(ν)
Ευκτική
μαίνοιμι, μαίνοις, μαίνοι, μαίνοιμεν, μαίνοιτε, μαίνοιεν
Προστακτική
---, μανε, μαινέτω, ---, μαίνετε, μαινόντων (ή μαινέτωσαν)
Απαρέμφατο
μαίνειν
Μετοχή
μαίνων, μαίνουσα, μανον
 
Παρατατικός
Οριστική
μαινον, μαινες, μαινε, μαίνομεν, μαίνετε, μαινον
 
Μέλλοντας
Οριστική
μαν, μανες, μανε, μανομεν, μανετε, μανοσι(ν)
Ευκτική
μανομι, μανος, μανο, ή μανοίην, μανοίης, μανοίη, μανομεν, μανοτε, μανοεν
Απαρέμφατο
μανεν
Μετοχή
μανν, μανοσα, μανον
 
Αόριστος
Οριστική
μηνα, μηνας, μηνε(ν), μήναμεν, μήνατε, μηναν
Υποτακτική
μήνω, μήνς, μήν, μήνωμεν, μήνητε, μήνωσι(ν)
Ευκτική
μήναιμι, μήναις ή μήνειας, μήναι ή μήνειε(ν), μήναιμεν, μήναιτε, μήναιεν ή μήνειαν
Προστακτική
---, μνον, μηνάτω, ---, μήνατε, μηνάντων (ή μηνάτωσαν)
Απαρέμφατο
μναι
Μετοχή
μήνας, μήνασα, μναν
 
Παρακείμενος
Οριστική
μεμάνηκα, μεμάνηκας, μεμάνηκε, μεμανήκαμεν, μεμανήκατε, μεμανήκασι(ν)
 
Υποτακτική
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός ς
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός
μεμανηκότες- μεμανηκυαι- μεμανηκότα μεν
μεμανηκότες- μεμανηκυαι- μεμανηκότα τε
μεμανηκότες- μεμανηκυαι- μεμανηκότα σι
 
Ευκτική
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός εην
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός εης
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός εη
μεμανηκότες- μεμανηκυαι- μεμανηκότα εημεν (εμεν)
μεμανηκότες- μεμανηκυαι- μεμανηκότα εητε (ετε)
μεμανηκότες- μεμανηκυαι- μεμανηκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός σθι
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός στω
---
μεμανηκότες- μεμανηκυαι- μεμανηκότα στε
μεμανηκότες- μεμανηκυαι- μεμανηκότα στων
 
Απαρέμφατο
μεμανηκέναι
Μετοχή
μεμανηκώς- μεμανηκυα- μεμανηκός
 
Παρακείμενος Β΄
Οριστική
μέμηνα, μέμηνας, μέμηνε, μεμήναμεν, μεμήνατε, μεμήνασι(ν)
 
Υποτακτική
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός ς
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός
μεμηνότες- μεμηνυαι- μεμηνότα μεν
μεμηνότες- μεμηνυαι- μεμηνότα τε
μεμηνότες- μεμηνυαι- μεμηνότα σι
 
Ευκτική
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός εην
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός εης
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός εη
μεμηνότες- μεμηνυαι- μεμηνότα εημεν (εμεν)
μεμηνότες- μεμηνυαι- μεμηνότα εητε (ετε)
μεμηνότες- μεμηνυαι- μεμηνότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός σθι
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός στω
---
μεμηνότες- μεμηνυαι- μεμηνότα στε
μεμηνότες- μεμηνυαι- μεμηνότα στων
 
Απαρέμφατο
μεμηνέναι
Μετοχή
μεμηνώς- μεμηνυα- μεμηνός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
μαίνομαι, μαίν ή μαίνει, μαίνεται, μαινόμεθα, μαίνεσθε, μαίνονται
Υποτακτική
μαίνωμαι, μαίν, μαίνηται, μαινώμεθα, μαίνησθε, μαίνωνται
Ευκτική
μαινοίμην, μαίνοιο, μαίνοιτο, μαινοίμεθα, μαίνοισθε, μαίνοιντο
Προστακτική
---, μαίνου, μαινέσθω, ---, μαίνεσθε, μαινέσθων ή μαινέσθωσαν
Απαρέμφατο
μαίνεσθαι
Μετοχή
μαινόμενος
μαινομένη
μαινόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
μαινόμην, μαίνου, μαίνετο, μαινόμεθα, μαίνεσθε, μαίνοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
μανομαι, μαν/μανε, μανεται, μανούμεθα, μανεσθε, μανονται
Ευκτική
μανοίμην, μανοο, μανοτο, μανοίμεθα, μανοσθε, μανοντο
Απαρέμφατο
μανεσθαι
Μετοχή
μανούμενος
μανουμένη
μανούμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
μανήσομαι, μανήσ ή μανήσει, μανήσεται, μανησόμεθα, μανήσεσθε, μανήσονται
Ευκτική
μανησοίμην, μανήσοιο, μανήσοιτο, μανησοίμεθα, μανήσοισθε, μανήσοιντο
Απαρέμφατο
μανήσεσθαι
Μετοχή
μανησόμενος
μανησομένη
μανησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
μηνάμην, μήνω, μήνατο, μηνάμεθα, μήνασθε, μήναντο
Υποτακτική
μήνωμαι, μήν, μήνηται, μηνώμεθα, μήνησθε, μήνωνται
Ευκτική
μηναίμην, μήναιο, μήναιτο, μηναίμεθα, μήναισθε, μήναιντο
Προστακτική
---, μναι, μηνάσθω, ---, μήνασθε, μηνάσθων ή μηνάσθωσαν
Απαρέμφατο
μήνασθαι
Μετοχή
μηνάμενος
μηναμένη
μηνάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
μάνην, μάνης, μάνη, μάνημεν, μάνητε, μάνησαν
Υποτακτική
μαν, μανς, μαν, μανμεν, μαντε, μανσι(ν)
Ευκτική
μανείην, μανείης, μανείη, μανείημεν ή μανεμεν, μανείητε ή μανετε, μανείησαν ή μανεεν
Προστακτική
---, μάνηθι, μανήτω, ---, μάνητε, μανέντων ή μανήτωσαν
Απαρέμφατο
μανναι
Μετοχή
μανείς
μανεσα
μανέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
μεμάνημαι, μεμάνησαι, μεμάνηται, μεμανήμεθα, μεμάνησθε, μεμάνηνται
 
Υποτακτική
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον ς
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον
μεμανημένοι- μεμανημέναι- μεμανημένα μεν
μεμανημένοι- μεμανημέναι- μεμανημένα τε
μεμανημένοι- μεμανημέναι- μεμανημένα σι
 
Ευκτική
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον εην
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον εης
μεμανημένος- μεμανημένη- μεμανημένον εη
μεμανημένοι- μεμανημέναι- μεμανημένα εημεν (εμεν)
μεμανημένοι- μεμανημέναι- μεμανημένα εητε (ετε)
μεμανημένοι- μεμανημέναι- μεμανημένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, μεμάνησο, μεμανήσθω, --- μεμάνησθε, μεμανήσθων ή μεμανήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
μεμανσθαι
Μετοχή
μεμανημένος,
μεμανημένη,
μεμανημένον
 
Υπερσυντέλικος
μεμανήμην, μεμάνησο, μεμάνητο, μεμανήμεθα, μεμάνησθε, μεμάνηντο
 
μαίνομαι < μάντις = ο προφήτης, ο προαισθανόμενος, ο προμηνύων, εμπνευσμένος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου