Ελευθέριος Βενιζέλος «Γεννηθήτω φως» (Μέρος Γ΄)
Η Α. Β. Υψηλότης, ανακοινούσα τη 15 Φεβρουαρίου 1901 την διακοίνωσιν ταύτην των Δυνάμεων εις τους συμβούλους Αυτής, ενετείλατο εις τούτους να παρασκευάσωσι έκαστος κατ’ ιδίαν υπόμνημα περί των νέων προτάσεων, αίτινες συμφώνως προς την διακοίνωσιν ταύτην ηδύναντο να υποβληθώσιν εις τας Δυνάμεις, προς τον σκοπόν της βελτιώσεως της καταστάσεως του τόπου. Η Α. Β. Υψηλότης επεφυλάττετο, ως είπεν, αφού μελετήση τα υπομνήματα ταύτα των συμβούλων, να συγκαλέσιν αυτούς εις συμβούλιον υπό την προεδρείαν Του, κατά το οποίον θα συνεζητούντο αι υποβληθησόμεναι υπ’ αυτών διάφοραι γνώμαι και θα απεφασίζετο οριστικώς ποια αιτήματα έπρεπε να υποβληθώσιν εις τας Δυνάμεις.
Τη 22 Φεβρουαρίου 1901, συνεδριαζόντος του συμβουλίου του ηγεμόνος προς εξακολούθησιν της από ικανών ήδη συνεδριάσεων συνεχιζόμενης συζητήσεως του προϋπολογισμού του έτους 1900-1901, επήλθεν εις την συζήτησιν μία από τας ανάπαυλας εκείνας, αίτινες χάριν αναψυχής εμφυλλοχωρούν συχνότατα εις τα επί πολλάς ώρας διαρκούντα συμβούλια, και καθ’ ας διακοπτομένης προς στιγμήν της συζητήσεως, η συνδιάλεξις παρεκβαίνει προς άλλα θέματα, ενίοτε όλως άσχετα προς το συζητούμενον μέχρις ου υπό του προεδρεύοντος επαναχθή και πάλιν η συζήτησις εις το προκείμενον θέμα. Κατά τινά τοιαύτην ανάπαυλαν, επελθούσαν εν τη συνεδριάσει εκείνη, ο κ. Βενιζέλος παρετήρησε προς τους συναδέλφους του, ότι και ο συζητούμενος προϋπολογισμός, όπως και ο των προηγούμενων χρήσεων θα κατέληγεν επί τέλους εις αποτελέσματα ικανοποιητικά, ως εκ των εκτάκτων πόρων, δι’ ων ετροφοδοτήθησαν αι εισπράξεις των ειρημένων προϋπολογισμών, αλλ’ ότι η δυσκολία της επιτυχίας ισοζυγίου θα παρουσιάζετο εις τον του επιούντος έτους προϋπολογισμόν, ον όφειλεν να εκπονήση το συμβούλιον, όπως υπεβάλη εις την Βουλήν. Εις την παρατήρησιν ταύτην, ο κ. Φούμης απήντησεν ειπών, ότι αισιοδοξεί και ως προς τους μέλλοντας προϋπολογισμούς διότι, αν, κατ’ αυτούς, θα στερεύσουν οι έκτακτοι πόροι, πιστεύει όμως ότι θα αυξηθούν οι τακτικοί, ου μόνον εκ της ομαλής αυτών προϊούσης αυξήσεως, αλλά και διότι εν τω μεταξύ ελπίζει να λυθή υπό των Δυνάμεων το ζήτημα των φαρικών, τηλεγραφικών και λιμενικών τελών, δι’ ων θα επλάττετο εν νέον σπουδαίον έσοδον του προϋπολογισμού‧ προσέθηκε δε ο κ. Φούμης, ότι συμφώνως προς την εντολή της Α. Β. Υψηλότητος, ητοιμάζετο εν τω υποβληθησομένω υπ’ αυτού υπομνήματι, να συστήση, ότι έπρεπε των ζητημάτων τούτων την λύσιν να ζητήσωμεν παρά των Δυνάμεων, εις απάντησιν της διακοινώσεως αυτών. Ο κ. Βενιζέλος -εξακολουθούσης πάντοτε της αυτής παρεκβάσεως από του συζητουμένου θέματος- είπεν εις απάντησιν της γνώμης του κ. Φούμη, ότι και ο ίδιος είχεν ήδη μελετήσει το ζήτημα των αιτημάτων, άτινα έπρεπε να διατυπωθώσι προς τας Δυνάμεις, αλλ’ ότι ενόμιζεν, ότι, αντί να ζητηθή από αυτάς η λύσις ειδικώς του ζητήματος των φαρικών, των τηλεγραφικών και των λιμενικών τελών, θα ήτο προτιμώτερον, αφού κατά το τέλος της τριετούς αρμοστείας ήτο ήδη εξακριβωμένον δια της διακοινώσεως των Δυνάμεων, ότι ούτε η ένωσις ούτε άλλη τις λύσις εκ των συγχρόνως προταθεισών υπό του πρίγκηπος θα εγένετο, να ζητηθή από τας Δυνάμεις η πλήρης εφαρμογή του ψηφισθέντος συντάγματος, ή όπερ ταυτόν η εφαρμογή της υπεσχημένης αυτονομίας, ως νέου σταθμού προς την ένωσιν. Ο κ. Βενιζέλος παρετήρησεν, ότι εφ’ όσον ο τόπος κατείχετο μεν στρατιωτικώς υπό των τεσσάρων προστατίδων Δυνάμεων, εκυβερνάτο δε υπό εντολοδόχου αυτών, παν άλλο ήτον παρά αυτόνομος ανέπτυξε δε όλα τα μειονεκτήματα της σημερινής καταστάσεως από τα της εσωτερικής και από της διεθνούς απόψεως, μειονεκτήματα, τα οποία εξετέθησαν, δια μακρών ύστερον εν τη μετά του κ. Βενιζέλου συνεντεύξει του ανταποκριτού της Ακροπόλεως. Την εφαρμογήν της υπεσχημένης αυτονομίας ο κ. Βενιζέλος εθεώρει, ότι έπρεπε να επιδιώξωμεν, ζητούντες από τας Δυνάμεις, ίνα κατά το τέλος της τριετούς αρμοστείας, πρώτον μεν παύση πλέον η Α. Β. Υψηλότης να κυβερνά τον τόπον εξ ονόματος των Δυνάμεων, ως εντολοδόχος αυτών, επιτραπή δε εις την συνέλευσιν να προβή εις την εκλογήν του ανωτάτου άρχοντος, συμφώνως προς το αρχικόν άρθρον 39 του σχεδίου του Συντάγματος, το απαλειφθέν υπό της εν Ρώμη πρεσβευτικής συνδιασκέψεως, δεύτερον δε, αναγνωρισθή ότι καθόσον θα οργανούται η πολιτοφυλακή, ης η οργάνωσι και διοίκησις έπρεπε ν’ ανατεθεί εις αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού -ίνα κατ’ ουσίαν η δύναμις αύτη αποτελεί τμήμα του στρατού τούτου- τα διεθνή στρατεύματα θ’ αναχωρώσι βαθμηδόν της νήσου, μέχρις ου καταλίπωσιν αυτήν ολοσχερώς, καθ’ ην ημέραν ο άρχων του τόπου θα εθεώρει, ότι η οργανωθείσα δύναμις της πολιτοφυλακής είνε επαρκής προς τήρησιν της τάξεως και συνεπώς θα εδήλουν εις τας προστάτιδας Δυνάμεις, ότι δεν έχει πλέον ανάγκην της συνδρομής των διεθνών στρατευμάτων.
Συμπληρώσαντος του κ. Βενιζέλου την διατύπωσιν των ιδεών του και ειπόντος, ότι ταύτας προετίθετο να διατυπώση εν τω υπομνήματί του και να υποστηρίξη εν τη συνεδριάσει, ήτις θα εγίνετο υπό την προεδρείαν της Α. Β. Υψηλότητος, ο κ. Φούμης παρετήρησεν, ότι του πρίγκηπος αποκρούοντος, ως γνωστόν, τα ιδέας ταύτας, δεν είνε δυνατόν αύται να υποστηριχθώσιν, αφού προκειμένου περί των εθνικών ζητημάτων ταύτα διέπονται αποκλειστικώς υπό της βασιλείας. Προτέθηκε δε ακόμη ο κ. Φούμης, ότι κατά την γνώμην ενός των κ. Προξένων, του της Ρωσσίας, τοιαύτη πρότασις απεκλείετο υπό της διακοινώσεως των Δυνάμεων. Ο κ. Βενιζέλος, κατά του πρώτου ισχυρισμού του κ. Φούμη αντέταξεν, ότι και ως Κρης και ως Έλλην θεωρεί καθήκον του να διαμαρτυρηθή κατά τοιαύτης αντιλήψεως, κατά την οποίαν το έθνος θα διετέλει ξένον προς την διεύθυνσιν των εθνικών αυτού ζητημάτων‧ ότι κατ’ αυτόν, επί των εξωτερικών ζητημάτων, ηδύνατο μεν η βασιλεία να έχη πρωτοβουλίαν τινά ενεργείας, χάριν της διατηρήσεως συνοχής τινός και ενότητος της εξωτερικής πολιτικής του κράτους, αλλ’ ότι εν πάση περιπτώσει πάσα αυτής ενέργεια πρέπει να γίνεται εν απολύτω συμφωνία προς την υπεύθυνον κυβέρνησιν‧ ότι, αν υπάρχη διαφωνία αυτής προς την τελευταίαν ταύτην, η διαφωνία πρέπει να αίρεται δι’ αντικαταστάσεως των υπευθύνων συμβούλων, ων όμως η διατήρησις εν τη αρχή, ως εκ του κρατούντος εν Ελλάδι κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, προϋποθέτει την δοκιμασίαν της υπό της αντιπροσωπείας του τόπου διερμηνευομένης κοινής γνώμης του έθνους, εις ην επομένως κατά τελευταίον λόγον ανήκει η οριστική γνώμη και επί των εθνικών ζητημάτων. Ως προς τον δεύτερον ισχυρισμόν του κ. Φούμη, ο κ. Βενιζέλος παρετήρησεν, ότι ο κ. Γκιρς εξέφραζεν, ως ο ίδιος εδήλον, ατομικήν όλως γνώμην, περί της εννοίας της διακοινώσεως, ότι δεν ηδυνάμεθα να στηριχθώμεν εις την ατομικήν ταύτην γνώμην, τόσον μάλλον καθ’ όσον διάφορος είνε η ατομική γνώμη άλλων Προξένων νομιζόντων, ότι δεν αποκλείεται να υπεβληθή εις τας Δυνάμεις πάσα άλλη πρότασις, μη περιεχομένη εν τη εννοία των υπό της Α. Β. Υψηλότητος υποβληθεισών ήδη προτάσεων. Εις ταύτα ο κ. Φούμης αντιπαρετήρησεν, ότι εν πάση περιπτώσει ταύτα ήσαν ζητήματα, εφ’ ων ενόμιζεν, ότι το συμβούλιον δεν ηδύνατο ν’ αναλάβη ευθύνην, άνευ της γνώμης της αντιπροσωπείας του τόπου, με την γνώμην δε ταύτην του κ. Φούμη εδήλωσεν ο κ. Βενιζέλος ότι συμφωνεί καθολοκληρίαν, τόσον μάλλον όσον ήτο επικειμένη η σύγκλησις της Βουλής, ης την σύνοδον έπρεπε να περιμένη το συμβούλιον, όπως εκ συμφώνου μετ’ αυτής αποφασίση περί του πρακτέου. Εις το σημείον τούτο η επεισοδιακή αυτή συνδιάλεξις εθεωρήθη λήξασα το δε συμβούλιον εξηκολούθησε την εκκρεμή συζήτησιν του προϋπολογισμού.
Διότι ακριβώς τα περί του ζητήματος τούτου λεχθέντα κατά την συνεδρίασιν εκείνην ελέχθησαν όλως επεισοδιακώς, ουδ’ απετέλεσαν αντικείμενον κυρίας συζητήσεως, ουδεμία εγένετο εν τοις πρακτικοίς του συμβουλίου μνεία ούτε περί των λεχθέντων, ούτε καν περί ανακινήσεως οιασδήποτε του ζητήματος τούτου. Οι συκοφάνται έγραψαν αληθώς ύστερον και διέδωκαν ότι εις τα πρακτικά δεν εμνημονεύθησαν τα λεχθέντα‧ κατ’ απαίτησιν δήθεν του κ. Βενιζέλου, ότι μάλιστα ο κ. Κούνδουρος, αντιθέτως προς τον κ. Βενιζέλον, ηξίωσεν τάχα να αναγραφούν ταύτα εις τα πρακτικά, και παντοίους άλλους μύθους χρήσιμους όπως καταστή πιθανοτέρα η διαβολή. Αλλά πάντα ταύτα ήσαν μυθεύματα κακοήθη, ως δύνανται να μαρτυρήσουν και τα τρία λοιπά μέλη του συμβουλίου εξ ων τα δύο τουλάχιστον, ο κ. Κούνδουρος και ο κ. Φούμης, δεν είνε πολιτικοί φίλοι του κ. Βενιζέλου, και οίτινες γνωρίζουν, ότι αν δεν εγράφη τι εις τα πρακτικά δεν εγράφη ουχί κατ’ απαίτησιν τινός των κ. συμβούλων αλλά διότι ουδέ επέρασε καν από τον νουν τινός εξ αυτών ότι έπρεπε ν’ αναγραφώσιν εις τα πρακτικά τα λεχθέντα όλως επεισοδιακώς και ασχέτως προς το συζητούμενον θέμα και τα οποία θα απετέλουν αντικείμενο κυρίας συζητήσεως, μόνον εν τη συνεδριάσει του συμβουλίου, ήτις κατά τ’ ανωτέρω, θα συνεκροτείτο υπό την προεδρείαν της Α. Β. Υψηλότητος, μετά την υποβολήν των σχετικών υπομνημάτων των κυρίων συμβούλων.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου