Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Barbara Jelavich «Η Ελληνική Επανάσταση»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Barbara Jelavich «Η Ελληνική Επανάσταση»  
 
     Αν και η επανάσταση κατέρρευσε στις ηγεμονίες, είχε μεγαλύτερη επιτυχία στα ελληνικά εδάφη, όπου οι συνθήκες ήταν πολύ ευνοϊκότερες. Όπως έχουμε δει, η τοπική κοινοτική διοίκηση ήταν καλά οργανωμένη στην περιοχή: η Πελοπόννησος είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου αυτόνομη διοίκηση. Επίσης, τα ελληνικά νησιά διαχειρίζονταν τις υποθέσεις τους για όλα τα πρακτικά θέματα. Ωστόσο, η ανεξαρτησία αυτών των περιοχών θα προκαλούσε προβλήματα κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Μόλις ξεκίνησε η εξέγερση, οι ελληνικές δυνάμεις διασπάστηκαν τόσο σε κοινωνική όσο και σε γεωγραφική βάση. Γενικά, οι Έλληνες των τριών κύριων περιοχών, της Ρούμελης, της Πελοποννήσου και των νησιών, σχημάτισαν ξεχωριστές ομάδες με δικά τους συμφέροντα και στόχους. Οι Έλληνες της διασποράς και οι Φαναριώτες, που αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία των Οθωμανών, αποτελούσαν μια τέταρτη κατηγορία. Με βάση τις κοινωνικές διαιρέσεις, οι προεστοί, οι πλούσιοι εφοπλιστές των νησιών και οι στρατιωτικοί με υποστηρικτές τους χωρικούς, αποτελούσαν τρεις ξεχωριστές κατηγορίες που δεν μπορούσαν ούτε να συμμαχήσουν, αλλά ούτε και να πολεμήσουν μεταξύ τους. Πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υπήρχε αγροτικό κίνημα ανάλογο με αυτό που υπήρχε στη Βλαχία. Ο χωρικός ήταν στενά συνδεδεμένος με την κοινωνική δομή της δικής του κλειστής κοινότητας: πολέμησε με τον ντόπιο καπετάνιο για τα συμφέροντα της περιοχής στην οποία ζούσε.
     Οι μάχες μεταξύ των οθωμανικών και των ελληνικών δυνάμεων είχαν ήδη αρχίσει σε μεγάλο βαθμό πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης το Μάρτιο του 1821. Η σύγκρουση αυτή αφορούσε την παλιά διαμάχη μεταξύ της Πύλης και του απείθαρχου αγιάνη της επαρχίας, του Αλή πασά, το αρχηγείο του οποίου βρισκόταν στα Γιάννενα. Όπως έχουμε δει, αποτελούσε συνεχή ενόχληση για τις οθωμανικές αρχές. Έπαιζε ανάμεσα στους εξεγερμένους και την κυβέρνηση στα δυτικά Βαλκάνια και είχε συνάψει σχέσεις με άλλες κυβερνήσεις. Αν και ήταν πρόθυμος να αποδεχτεί την κυριαρχία της Πύλης, επιδίωκε την εγκαθίδρυση ενός αυτόνομου κράτους, με όλη την εξουσία στα χέρια του. Έχτισε δεσμούς με τη Φιλική Εταιρεία ελπίζοντας ότι θα κέρδιζε την ελληνική υποστήριξη για τα δικά του σχέδια. Το 1819, ο Μαχμούτ Β΄ αποφάσισε ότι ο Αλή έπρεπε να βγει από τη μέση.
     Γνωρίζοντας καλά τον οθωμανικό κίνδυνο, ο Αλή προετοίμασε αντίσταση. Ξεκίνησε μεγάλη προσπάθεια για να εξασφαλίσει ελληνική και αλβανική χριστιανική βοήθεια. Βελτίωσε τις συνθήκες στα χωριά που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του και έκανε έκκληση στους τοπικούς καπετάνιους να ενωθούν μαζί του. Πράγματι, ορισμένοι Έλληνες ήρθαν στην υπηρεσία του. Ωστόσο, ο οθωμανικός στρατός κατόρθωσε να προελάσει εναντίον του, αν και με αρκετή δυσκολία. Το 1820 σημαντικές οθωμανικές δυνάμεις ήταν απασχολημένες στις επιχειρήσεις εναντίον του Αλή πασά στα δυτικά Βαλκάνια. Αυτό πρόσφερε στους Έλληνες μια καλή ευκαιρία για ξεκινήσουν την επανάστασή τους. Η Φιλική Εταιρεία και ο Υψηλάντης, όπως έχουμε δει, είχαν αποφασίσει να αρχίσουν την επανάστασή τους με μια εξέγερση στην Πελοπόννησο και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η εξέγερση στην Ελλάδα καθυστέρησε επειδή δεν στάθηκε δυνατόν να γίνουν έγκαιρα οι απαραίτητες προετοιμασίες. Έπειτα η έμφαση τέθηκε στις ηγεμονίες. Αποτελούσαν πηγή χρημάτων και στρατιωτών και θα χρησιμοποιούνταν για την προσέλκυση της Ρωσίας στη υπόθεση. Στην ουσία, αν και ο Υψηλάντης άρχισε τον ξεσηκωμό στη Μολδαβία, οι προετοιμασίες στην Ελλάδα συνεχίστηκαν. Ωστόσο, δεν υπήρχε μεγάλος συγχρονισμός μεταξύ των διαφόρων κέντρων και η εξέγερση στην Πελοπόννησο ξεκίνησε κυρίως λόγω τοπικών γεγονότων.
     Όπως και οι ηγεμονίες έτσι και η Πελοπόννησος πρόσφερε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες για την οργάνωση της επανάστασης. Οι Έλληνες είχαν αρκετή αυτονομία υπό τους δικούς τους αρχιεπισκόπους. Ο έλεγχος των αγροτικών περιοχών βρισκόταν περισσότερο στα χέρια των Ελλήνων παρά των Οθωμανών. Επιπλέον, υπήρχαν πολλοί στρατιωτικοί συγκεντρωμένοι στην περιοχή, ιδιαίτερα στη Μάνη. Επίσης, ήταν δυνατή η διατήρηση στενής επαφής με τα νησιά, που είχαν δικαιώματα αυτοκυβέρνησης.
     Στα ελληνικά εδάφη οι οθωμανικές αρχές δεν ανησυχούσαν τόσο για τις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρείας όσο για την πιθανότητα μαζικής χριστιανικής υποστήριξης στον Αλή πασά. Ο Αλή κατάφερνε πάντα να κερδίζει κάποια βοήθεια τόσο από Έλληνες όσο και από Αλβανούς χριστιανούς της περιοχής. Το Μάρτιο, οι Οθωμανοί αξιωματούχοι συγκάλεσαν στην Τριπολιτσά τους ορθόδοξους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων του αρχιεπισκόπου και των επισκόπων Πελοποννήσου για συνδιάσκεψη. Οι Έλληνες δίσταζαν να υπακούσουν ανησυχώντας για το τι μπορούσε να τους συμβεί. Στην πραγματικότητα, όσοι εμφανίστηκαν φυλακίστηκαν. Ορισμένοι άρχισαν τότε να αναλαμβάνουν δράση. Τοπικοί ηγέτες άρχισαν να επιτίθενται σε Τούρκους προύχοντες στην περιοχή και πριν από τα τέλη Μαρτίου οι πράξεις αυτές γενικεύτηκαν. Στις 21 Μαρτίου ξέσπασε γενικός ξεσηκωμός στη Μάνη. Η συμβολική πράξη, που στο εξής θα γιορταζόταν ως το χρονικό σημείο έναρξης της επανάστασης, έγινε στις 25 Μαρτίου. Την ημέρα εκείνη, σύμφωνα με τις λαϊκές πεποιθήσεις, ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός σήκωσε τη σημαία της επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Στάσεις σημειώθηκαν τότε σε όλες τις ελληνικές περιοχές και στα νησιά, ιδιαίτερα στην Ύδρα, στις Σπέτσες και στα Ψαρά, τα οποία θα αποτελούσαν αργότερα σημαντικά κέντρα για τις ελληνικές ναυτικές επιχειρήσεις.
     Ορισμένες από τις πρώτες ελληνικές πράξεις έγιναν εναντίον άοπλων οθωμανικών συνοικιών. Εκτιμάται ότι 15.000 από τους 40.000 μουσουλμάνους κατοίκους της Πελοποννήσου σκοτώθηκαν. Οι υπόλοιποι διέφυγαν στις οχυρωμένες πόλεις, ορισμένες από τις οποίες αντιστάθηκαν μέχρι το τέλος της επανάστασης. Άλλες καταλήφθηκαν. Η Τριπολιτσά καταλήφθηκε τον Οκτώβριο του 1821 και οι κάτοικοί της σφαγιάστηκαν. Οι χριστιανικές θηριωδίες δεν υστερούσαν σε τίποτα από αυτές των Οθωμανών. Ο απαγχονισμός του πατριάρχη έχει ήδη αναφερθεί. Ανάλογα γεγονότα σημειώθηκαν και σε άλλα μέρη της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό. Το 1822, η σφαγή της Χίου, όπου χάθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, προσέλκυσε την προσοχή της Ευρώπης. Κατά κανόνα, στην Ευρώπη οι θηριωδίες των Οθωμανών περιγράφονταν πλήρως, με όλες τις μακάβριες λεπτομέρειες. Αντίθετα, υπήρχε τάση να αγνοούνται οι χριστιανικές θηριωδίες.
     Αρχικά, δεν υπήρξε μαζική οθωμανική στρατιωτική επιχείρηση κατά των Ελλήνων επαναστατών. Η αυτοκρατορία συνέχισε να επικεντρώνει την προσοχή της στον πόλεμο εναντίον του Αλή πασά. Επίσης, έπρεπε να σταλεί στρατός στις ηγεμονίες για την αντιμετώπιση της εκεί εξέγερσης. Η συμμετοχή των οθωμανικών δυνάμεων στα δυτικά Βαλκάνια και τις ρουμανικές επαρχίες έδωσε στους εξεγερμένους της Πελοποννήσου το χρόνο να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους. Τελικά, ο Αλή πασάς συνελήφθη και εκτελέστηκε τον Ιανουάριο του 1822 και το κεφάλι του στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Πύλη μπορούσε τώρα να αντιμετωπίσει τους Έλληνες. Εκτός από την Ήπειρο, οι οθωμανικές δυνάμεις κατόρθωσαν να καθυποτάξουν τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Ωστόσο, το προπύργιο των εξεγερμένων παρέμεινε η Πελοπόννησος, ενώ έλεγχαν και μια περιοχή βόρεια του Ισθμού της Κορίνθου στη Ρούμελη συμπεριλαμβανομένων των πόλεων του Μεσολογγίου, της Θήβας και της Αθήνας.
     Έτσι, οι κύριες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Οθωμανών κατευθύνθηκαν εναντίον της περιοχής αυτής. Το 1822 και 1823 η Πύλη έστειλε στρατό για την ανακούφιση των φρουρίων που αντιστέκονταν με Οθωμανούς στρατιώτες. Η επιχείρηση δεν ήταν εύκολη. Οι εξεγερμένοι είχαν τη βοήθεια του ναυτικού, που αποτελούνταν κυρίως από εφοπλιστές, οι οποίοι δρούσαν με δική τους πρωτοβουλία, συνήθως ως πειρατές. Ήταν αποτελεσματικότατοι κατά των οθωμανικών ναυτικών δυνάμεων, που ήταν αδύναμες, και ακόμα πιο αποτελεσματικοί στη διακοπή των θαλάσσιων επικοινωνιών. Έτσι, η οθωμανική εισβολή έπρεπε να γίνει από την ξηρά. Στάλθηκαν στρατιές τόσο από την Ήπειρο όσο και από την Κωνσταντινούπολη, αλλά οι γραμμές ανεφοδιασμού εκτείνονταν σε μεγάλο μήκος, ενώ η εκστρατευτική περίοδος ήταν σύντομη. Ο οθωμανικός στρατός παρενοχλούνταν διαρκώς από Έλληνες αντάρτες, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους αντιπάλους τους, ήξεραν να εκμεταλλεύονται άριστα τα πλεονεκτήματα του ορεινού εδάφους. Οι Έλληνες δεν πήγαιναν στη μάχη ως οργανωμένος τακτικός στρατός, αλλά σε ομάδες υπό τους ντόπιους καπετάνιους.
     Έτσι, μέχρι το 1825 επήλθε αδιέξοδο. Καθώς η νίκη έμοιαζε αδύνατη χωρίς εξωτερική βοήθεια, ο Μαχμούτ Β΄ αποφάσισε να κάνει έκκληση στον πασά της Αιγύπτου, Μοχάμετ Άλι. Όπως και ο Αλή πασάς, έτσι και ο Αλβανός αυτός αρχηγός είχε ανέλθει στα ανώτερα αξιώματα στην υπηρεσία των Οθωμανών. Ως ηγεμόνας της Αιγύπτου δεν είχε υποταγεί στην οθωμανική εξουσία και ο σουλτάνος αναγκάστηκε να καταφύγει σε μόνο και μόνο εξαιτίας της δικής του στρατιωτικής αδυναμίας. Ο Μοχάμετ Άλι ήταν διατεθειμένος να επέμβει, αλλά το αντίτιμο ήταν μεγάλο. Για τις υπηρεσίες του αυτές απαίτησε την Κρήτη για τον ίδιο και την Πελοπόννησο για το γιο του Ιμπραήμ, που ήταν εξαιρετικός στρατιωτικός. Ο σουλτάνος αναγκάστηκε να συμφωνήσει και έτσι οι Αιγύπτιοι στρατιώτες μπήκαν στον πόλεμο. Κατέλαβαν πρώτα την Κρήτη και έπειτα, το Φεβρουάριο του 1825, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. Σε αντίθεση με τους ατάκτους Έλληνες μαχητές, οι Αιγύπτιοι ήταν πειθαρχημένος στρατός. Είχαν εκπαιδευτεί από Γάλλους στρατιωτικούς σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στη μάχη αποδείχτηκαν ανώτεροι από τους Έλληνες, οι οποίοι αφενός μεν υστερούσαν ως προς τον εξοπλισμό και αφετέρου δεν είχαν οργανωμένο σχέδιο δράσης. Τον Απρίλιο του 1826 έπεσε το Μεσολόγγι. Έπειτα, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο οθωμανικός στρατός κατέλαβε την Ακρόπολη της Αθήνας, το σύμβολο αυτό του αρχαίου πολιτισμού. Όλα έδειχναν ότι η εξέγερση θα συντριβόταν. Στο μεταξύ, οι εσωτερικές διχόνοιες είχαν αποδυναμώσει και διχάσει την επαναστατική ηγεσία.
     Εκτός από το πόλεμο, οι Έλληνες εξεγερμένοι είχαν να διοικήσουν τις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους και να οργανώσουν κάποια εθνική κυβέρνηση. Τα προβλήματα που προέκυψαν στο ζήτημα αυτό ήταν πολύ διαφορετικά από ό,τι στη Σερβία, όπου ένα πρόσωπο είχε καταφέρει να αναλάβει τόσο την πολιτική όσο και τη στρατιωτική ηγεσία και να διατηρήσει τη θέση αυτή, ακόμα και έναντι ισχυρής αντιπολίτευσης, μέχρι την ήττα του από τον οθωμανικό στρατό. Αντίθετα στην Ελλάδα οι τοπικοί άρχοντες ήταν τόσο ισχυροί ώστε κατόρθωναν να εμποδίσουν την κυριαρχία ενός προσώπου ή τη διαμόρφωση μιας κεντρικής εξουσία.
     Η ελληνική επανάσταση είχε συγκεκριμένες αδυναμίες. Όπως έχουμε δει, δεν είχε υπάρξει γενική εξέγερση στα Βαλκάνια ούτε υπήρχε μαζικό κίνημα κατά της τουρκικής εξουσίας. Αντίθετα, σε όλα τα ελληνικά εδάφη, ντόπιοι στρατιωτικοί οδηγούσαν τις ομάδες τους σε μάχες κατά των οθωμανικών δυνάμεων. Ουσιαστικά, οι μάχες σε ολόκληρη τη διάρκεια της επανάστασης δόθηκαν από οπλισμένες ομάδες υπό την ηγεσία των τοπικών καπεταναίων. Οι άνδρες αυτοί, έχοντας τη νοοτροπία του κλέφτη, θεωρούσαν ότι ήταν ζήτημα τιμής το να μην παραδώσουν τον έλεγχο σε ανώτερη εξουσία. Όπως και στο παρελθόν, οι καπεταναίοι λειτουργούσαν σε ατομικό επίπεδο, ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, εξακολούθησαν να εκμεταλλεύονται οποιεσδήποτε ευκαιρίες τους προσφέρονταν για να διευρύνουν τη δικαιοδοσία τους. Έπαιρναν λάφυρα και επιδίωκαν να επεκτείνουν τον έλεγχό τους σε χωριά, από τα οποία θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν φόρους για δικό τους όφελος. Ορισμένοι, για να βελτιώσουν την προσωπική τους θέση, συνεργάστηκαν ακόμα και με τις οθωμανικές αρχές. Η συμπεριφορά του στρατιωτικού αυτού στοιχείου, που αποτελούσε τον κύριο πολεμικό βραχίονα της εξέγερσης, αποτελούσε διαρκές πρόβλημα για την πολιτική ηγεσία. Δεν διέθεταν κανένα μέσο για την επιβολή πειθαρχίας στους οπλισμένους αυτούς άνδρες. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα προκαλούσε σημαντικά προβλήματα, αλλά σε ολόκληρη την περιοχή υπήρχαν πολλοί σαν αυτόν.
     Λίγο μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης, μια άλλη πολιτική επιρροή έκανε την εμφάνισή της στην ελληνική σκηνή. Εκείνη την περίοδο, η Πύλη έβλεπε όλους τους Έλληνες που ήταν στην υπηρεσία της, ιδιαίτερα εκείνους που κατείχαν σημαντικές θέσεις στην Κωνσταντινούπολη, με μεγάλη καχυποψία. Πολλοί αναγκάστηκαν να φύγουν, ενώ άλλοι, που ήταν ενθουσιώδεις υποστηρικτές της επανάστασης, επιθυμούσαν να πάρουν μέρος στον αγώνα που διεξαγόταν στην ηπειρωτική χώρα. Μετά την ήττα στις ηγεμονίες ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, όπως έχουμε δει, πέρασε την υπόλοιπη ζωή του στη φυλακή. Ο αδελφός του Δημήτριος, που επιχείρησε να τον αντικαταστήσει, δεν ήταν ικανός αρχηγός και δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα γεγονότα που ακολούθησαν. Η Φιλική Εταιρεία εξασθένησε και κατέληξε ασήμαντη. Άλλες ομάδες θα αναλάμβαναν την καθοδήγηση της επανάστασης. Μεταξύ των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης που αποτέλεσαν τμήμα της νέας αυτής ηγεσίας σημαντικότερος ήταν ίσως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος θα διαδραμάτιζε στο εξής πρωτεύοντα ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή.
     Καθώς οι Φαναριώτες και οι Έλληνες της διασποράς συνήθως δεν διατηρούσαν σημαντική περιουσία στην Ελλάδα ή δεν είχαν σταθερή πολιτική βάση, υποστήριζαν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης κεντρικής εξουσίας, την οποία έλπιζαν να ελέγχουν. Μπορούσαν να κερδίσουν εξουσία στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα με επιδέξιους χειρισμούς των ανταγωνιστικών εθνικών πολιτικών ομάδων και με την εκμετάλλευση των τοπικών αντιπαθειών. Γνωρίζοντας καλά την ευρωπαϊκή πολιτική θεωρία και πράξη, ήταν κυρίως υπεύθυνοι για το συνταγματικό χαρακτήρα των πρώτων κυβερνήσεων.
     Η ελληνική πολιτική ζωή θα συμπεριλάμβανε, εκτός από τα μέλη των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού που έφτασαν στην Ελλάδα την περίοδο αυτή, τοπικούς ηγέτες οι οποίοι βάσιζαν την επιρροή τους είτε στην αφοσίωση οπαδών τους ή σε ταξικές συγκρούσεις. Η γεωγραφική διαίρεση γινόταν μεταξύ της ανατολικής και δυτικής Ρούμελης, της Πελοποννήσου και των νησιών. Η κοινωνική σύγκρουση γινόταν κυρίως μεταξύ των στρατιωτικών και των χωρικών οπαδών τους αφενός και αφετέρου των προεστών, που μπορούσαν να συμμαχούν με τους εφοπλιστές και τους νησιώτες. Ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της χώρας κατά τη διάρκεια της επανάστασης περιστρέφεται γύρω από την πάλη μεταξύ των ομάδων αυτών για την κατάκτηση της κεντρικής εξουσίας. Ο νικητής όχι μόνο θα είχε τον έλεγχο της διοίκησης, αλλά θα αποτελούσε και το μεσάζοντα που θα συναλλασσόταν με τις ξένες κυβερνήσεις και θα λάμβανε τα δάνεια που αναζητήθηκαν στο εξωτερικό. Όπως και στη Σερβία, οι σημαντικότεροι Έλληνες αρχηγοί αρνούνταν οποιαδήποτε κεντρική διοίκηση δεν ήταν σε θέση να την ελέγχουν οι ίδιοι. Η ιστορία της σύγκρουσης και του εμφυλίου πολέμου στις γραμμές των επαναστατών είναι περίπλοκη. Στο σημείο αυτό θα δοθεί μόνο μια σύντομη περίληψη.
     Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία κεντρικής κυβέρνησης έλαβε χώρα στην Επίδαυρο το Δεκέμβριο του 1821. Συγκεντρώθηκαν αντιπρόσωποι από διάφορα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας και επιχείρησαν να καταρτίσουν σύνταγμα. Το μεγαλύτερο μέλημά τους ήταν να αποτρέψουν τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια ενός μόνο προσώπου. Το ιδανικό τους, όπως και στη Σερβία, ήταν μια ολιγαρχία των ισχυρών. Το κείμενο που έπαιρναν ως πρότυπο ήταν το γαλλικό σύνταγμα του 1795. Έτσι ανέθεσαν την εκτελεστική εξουσία σε μια πενταμελή επιτροπή με επικεφαλής τον Μαυροκορδάτο. Κάθε μέλος εκπροσωπούσε μια περιοχή. Η αδύναμη αυτή οργάνωση δεν διέθετε την εξουσία να ελέγχει τις τοπικές αρχές ή όσους δεν πειθαρχούσαν στις εντολές της.
     Το Δεκέμβριο του 1822 έγινε άλλη μια συγκέντρωση των προεστών στο Άστρος, όπου υιοθετήθηκαν ορισμένες αλλαγές στο σύνταγμα. Ωστόσο, το σημαντικότερο γεγονός ήταν η φιλονικία μεταξύ του Κολοκοτρώνη, με την υποστήριξη των οπλισμένων ομάδων του, και της κυβέρνησης, η οποία οδήγησε στο ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου. Ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε το Ναύπλιο. Οι αντίπαλοί του σχημάτισαν διοίκηση στο Κρανίδι υπό την ηγεσία του Γεώργιου Κουντουριώτη, που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα των νησιών. Αν και ο Κολοκοτρώνης αναγκάστηκε να παραδώσει τον έλεγχο του Ναυπλίου, η λυσσαλέα εσωτερική διαμάχη συνεχίστηκε. Καμία φατρία δεν κατάφερε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώτος που θα ήταν σε θέση να επιβάλει το σεβασμό και την πειθαρχία. Στο μεταξύ, όπως έχουμε δει, οι αιγυπτιακές δυνάμεις είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο και κέρδιζαν νίκες.
     Η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827 ήταν πιο επιτυχημένη. Ως την ημερομηνία αυτή είχε γίνει σαφές ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα επενέβαιναν στις ελληνικές υποθέσεις. Επομένως, ήταν απαραίτητος ο σχηματισμός μιας σταθερής κυβέρνησης με πραγματική εξουσία, η οποία θα ήταν ικανή να αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση. Εκπονήθηκε νέο σύνταγμα, αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι ο Καποδίστριας αποδέχτηκε την πρόταση να γίνει κυβερνήτης. Ταυτόχρονα, η διοίκηση των χερσαίων και των ναυτικών δυνάμεων δόθηκε σε δύο Βρετανούς φιλέλληνες, τον σερ Ρίτσαρντ Τσερτς και τον Αλέξαντερ Κόχραν. Στα χρόνια αυτά άρχισαν να σχηματίζονται πολιτικά κόμματα. Στις αρχές του εμφυλίου πολέμου, η πολιτική δράση είχε επικεντρωθεί γύρω από τις διαμάχες μεταξύ ισχυρών ανδρών, που διέθεταν δικούς τους οπαδούς. Μπορεί να αντιπροσώπευαν περιοχές, φατρίες ή κοινωνικές τάξεις, αλλά δεν ήταν συνδεδεμένοι με επίσημα προγράμματα ή οργανώσεις. Εκείνη την περίοδο, εμφανίστηκαν ομάδες με ευρύτερη βάση, που πήραν τα ονόματα των μεγάλων δυνάμεων προς τις οποίες απέβλεπαν τα μέλη τους για υποστήριξη.
     Η εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων στον ελληνικό εμφύλιο θα συζητηθεί αργότερα. Για τις εσωτερικές υποθέσεις, ο ρόλος που θα διαδραμάτιζαν στο εξής η Ρωσία, η Βρετανία και η Γαλλία θα ήταν το ίδιο σημαντικός. Οι τοπικοί πολιτικοί ηγέτες, αναγνωρίζοντας την αποφασιστική σημασία της εξωτερικής επέμβασης, προσπάθησαν να συνδεθούν με κάποια δύναμη για να εκπληρώσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Όπως θα μπορούσε να περιμένει κανείς, το Ρωσικό Κόμμα ακολούθησε εμφανώς φιλορωσική πολιτική κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην εξουσία. Ηγέτης του Γαλλικού Κόμματος ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, οι οπαδοί του οποίου προέρχονταν κυρίως από τη Ρούμελη. Η ομάδα αυτή ευνοούσε έναν υποψήφιο από το γαλλικό οίκο της Ορλεάνης ως μελλοντικό ηγεμόνα των Ελλήνων και έλαβε κάποια βοήθεια από το Παρίσι. Το Βρετανικό Κόμμα, με επικεφαλής τον Μαυροκορδάτο, βρισκόταν σε ιδιαίτερα ισχυρή θέση. Η βρετανική ναυτική δύναμη, που κυριαρχούσε στη Μεσόγειο, ήταν σε θέση να καθορίσει τη μοίρα της ελληνικής επανάστασης. Βρετανοί φιλέλληνες δραστηριοποιούνταν για τον ελληνικό αγώνα. Και τα τρία κόμματα εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στην επέμβαση των δυνάμεων με τις οποίες ήταν συνδεδεμένα και όλα αναζήτησαν οικονομική ενίσχυση από τους προξένους τους.
     Η πρώτη πραγματική εθνική κυβέρνηση στην Ελλάδα σχηματίστηκε από τον Καποδίστρια το Φεβρουάριο του 1828. Μετά την αποκήρυξη της ελληνικής εξέγερσης από τον τσάρο, ο Καποδίστριας εγκατέλειψε τη Ρωσία και πήγε να ζήσει στην Ελβετία. Μολονότι υπηρέτησε πολλά χρόνια στη ρωσική διοίκηση, ήταν πρωτίστως Έλληνας πατριώτης. Λόγω της πείρας που είχε αποκτήσει με τη συμμετοχή του στη ρωσική κυβέρνηση επιθυμούσε να εισαγάγει στην Ελλάδα τους πολιτικούς θεσμούς που ευνοούνταν εκείνη την εποχή, ιδιαίτερα από τα συντηρητικά κράτη. Για την ακρίβεια, ήθελε να εγκαθιδρύσει ένα συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό, αλλά «πεφωτισμένο» καθεστώς, το οποίο θα έδινε σημαντικές αρμοδιότητες στην εκτελεστική εξουσία. Ωστόσο, δεν υπήρχε προηγούμενο για αυτό τον τύπο διακυβέρνησης στην Ελλάδα, η διοίκηση της οποία, υπό την οθωμανική εξουσία, ήταν αποκεντρωτική. Τόσο οι προεστοί όσο και οι στρατιωτικοί ήταν αποφασισμένοι να υπερασπίσουν τους κλειστούς τοπικούς κύκλους της εξουσίας τους. Επιπλέον ο Καποδίστριας, ο οποίος είχε έρθει πρόσφατα στην Ελλάδα, δεν είχε χρόνο να συγκροτήσει μια μεγάλη ομάδα προσωπικών υποστηρικτών, ούτε διέθετε εδαφική βάση. Αρχικά, έλαβε την υποστήριξη του Κολοκοτρώνη και των οπαδών του, καθώς και των Πελοποννήσιων προεστών. Τα μέλη του Γαλλικού και του Βρετανικού κόμματος τον κατήγγειλαν ως ενθουσιώδη οπαδό της Ρωσίας, κάτι που δεν ήταν αλήθεια, τουλάχιστον όχι με την επιζήμια σημασία του όρου, όπως το εννοούσαν τα δύο κόμματα.
     Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής του στην εξουσία, ο Καποδίστριας σχεδίασε τη δημιουργία συγκεντρωτικής κυβέρνησης και εθνικού διοικητικού συστήματος. Η δουλειά του αυτή θα συζητηθεί παρακάτω σε σχέση με τη μόνιμη επιρροή του στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Επίσης, συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τις μεγάλες δυνάμεις για το μελλοντικό καθεστώς του αυτόνομου ελληνικού κράτους. Είχε αποφασιστεί ότι το καθεστώς στην Ελλάδα θα ήταν συνταγματική μοναρχία. Καθώς οι ελληνικές φατρίες δε συμφωνούσαν να αποδεχτούν ως ηγέτη μια προσωπικότητα από την ίδια τη χώρα, οι ξένες δυνάμεις αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να αναθέσουν την εξουσία σ' ένα ξένο πρίγκιπα. Η δημοφιλέστερη επιλογή ήταν ο Λεοπόλδος Σαξ-Κόμπουργκ, Γερμανός πρίγκιπας, που τον υπέδειξαν οι Βρετανοί. Ωστόσο, εκείνος αρνήθηκε, καθώς δεν ήταν ευχαριστημένος τόσο με τις οικονομικές ρυθμίσεις όσο και με τα όρια του βασιλείου του. Αργότερα έγινε βασιλιάς του Βελγίου. Ο Καποδίστριας, που πιθανόν να είχε αποθαρρύνει τον πρίγκιπα ελπίζοντας να πάρει ο ίδιος την εξουσία, δεν θα ζούσε για να δει τη δημιουργία του ελληνικού βασιλείου. Τον Οκτώβριο του 1831 δολοφονήθηκε από μια οικογένεια της οποίας είχε φυλακίσει πολλά μέλη. Η προσωπική τιμή και οι εχθρότητες που κατέληγαν σε αιματοχυσία ήταν πραγματικότητα στην επαναστατημένη Ελλάδα.
     Με το θάνατο του Καποδίστρια, η κυβέρνηση πέρασε στα χέρια μιας τριανδρίας που αποτελούνταν από τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, αδελφό του κυβερνήτη, τον Κολοκοτρώνη και τον Κωλέττη. Και αυτή η ομάδα όμως δεν κατόρθωσε να επιβάλει την τάξη στη χώρα. Για μια ακόμα φορά επικράτησε αναρχία. Στο μεταξύ, η αδυναμία του ελληνικού επαναστατικού στρατού να κερδίσει μάχες, σε συνδυασμό με την ανικανότητα των πολιτικών ηγετών να δημιουργήσουν μια σταθερή κυβέρνηση, ώθησαν τη Ρωσία, τη Γαλλία και τη Βρετανία να αναλάβουν την υπόθεση στα χέρια τους. Η επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων εκφράστηκε με τη μορφή στρατιωτικής δράσης κατά των οθωμανικών και αιγυπτιακών δυνάμεων και καθόρισε το περιεχόμενο της πρώτης ελληνικής κυβέρνησης. Τα κράτη αυτά όριζαν επίσης και το βασιλιά.
     Η ελληνική επανάσταση προκάλεσε κινδύνους για τις μεγάλες δυνάμεις που δεν ήταν εμφανείς κατά τη διάρκεια της σερβικής εξέγερσης ή των γεγονότων στις ηγεμονίες. Η Σερβία ήταν γεωγραφικά απομονωμένη από τις ευαίσθητες περιοχές που ενδιέφεραν την ευρωπαϊκή διπλωματία. Οι ηγεμονίες ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας και των Αψβούργων, και οι δύο αυτές δυνάμεις βρίσκονταν εκείνη την εποχή σε ομόνοια. Αντίθετα, η στρατηγική θέση της Ελλάδας, με τα νησιά της που ήταν διεσπαρμένα σε όλο το Αιγαίο, καθιστούσε τον έλεγχο του εδάφους της ζήτημα που προκαλούσε τον ευρωπαϊκό ενδιαφέρον. Από τις μεγάλες δυνάμεις, η εμπλοκή της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και της Πρωσίας στην περιοχή ήταν περιφερειακή. Από την άλλη μεριά, για τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία διακυβεύονταν τεράστια συμφέροντα. Από τα τρία κράτη, η Βρετανία, που τη ναυτική κυριαρχία στη Μεσόγειο, βρισκόταν στην καλύτερη θέση για να επηρεάσει τις ελληνικές υποθέσεις. Η Γαλλία επιθυμούσε να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων στη Μεσόγειο και είχε στην Ελλάδα οπαδούς με κύρος. Η γαλλική κυβέρνηση είχε επίσης στενές σχέσεις με τον Μοχάμετ Άλι και ερείσματα στην Αίγυπτο. Στο παρελθόν, η Ρωσία ήταν η δύναμη που μπορούσε να ασκήσει τη μεγαλύτερη επιρροή, κυρίως εξαιτίας της κοινής ορθόδοξης πίστης και της εμπλοκής της στις οθωμανικές και ρουμανικές υποθέσεις. Έχουμε ήδη δει πώς η Φιλική Εταιρεία περίμενε βοήθεια από τη Ρωσία. Μια τέτοια υποστήριξη φαινόταν εντελώς λογική λόγω των σχέσεων μεταξύ τους στο παρελθόν.
     Όταν ξέσπασε η επανάσταση το 1821, καμιά μεγάλη δύναμη δεν ήταν έτοιμη για μια διεθνή κρίση στα ανατολικά. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κάσλριφ και ο Ρόμπερτ Κάνινγκ που τον διαδέχτηκε τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Μέτερνιχ ήταν εντελώς αντίθετος σε οποιαδήποτε επαναστατική δραστηριότητα και επιθυμούσε τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κατά τη γνώμη του, η εξέγερση αυτή ήταν μια επικίνδυνη πρόκληση σε ένα νόμιμο, κυρίαρχο κράτος, όπως και τα κινήματα στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Ισπανία, τα οποία οι συντηρητικοί μονάρχες ήταν αποφασισμένοι να καταπνίξουν. Επίσης, οι δραστηριότητες των Ελλήνων άφηναν ελεύθερο το πεδίο για τη ρωσική διείσδυση στην περιοχή και μπορούσαν να φέρουν στην επιφάνεια θέματα που ίσως να έθεταν σε κίνδυνο την Ιερά Συμμαχία.
     Όπως έχουμε δει, η ρωσική αντίδραση είχε διττό χαρακτήρα. Ο Αλέξανδρος Α΄ διένυε μια περίοδο έντονου συντηρητισμού και απεχθανόταν τα επαναστατικά κινήματα. Ωστόσο, η Ρωσία είχε υπογράψει συνθήκες με την Πύλη σχετικά με τη διακυβέρνηση των ηγεμονιών και είχε αναλάβει συγκεκριμένες υπευθυνότητες απέναντι στους ορθόδοξους χριστιανούς. Η οθωμανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να δεχτεί ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ της τιμωρίας των ένοχων εξεγερμένων και της τιμωρίας αθώων χριστιανών για αντίποινα. Από την άλλη, τα μέτρα που πήρε παρεμπόδιζαν το ρωσικό εμπόριο. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ένα μεγάλο μέρος του ρωσικού εμπορίου δημητριακών με την Ευρώπη διεξαγόταν μέσω των ελληνικών πλοίων με ρωσική σημαία. Η εξέγερση όμως είχε καταστήσει τις θάλασσες επικίνδυνες, ενώ ταυτόχρονα οι οθωμανικές αρχές παρεμπόδιζαν το πέρασμα των ρωσικών φορτίων από τα Στενά. Επίσης, η Ρωσία βρισκόταν σε διαμάχη με την οθωμανική κυβέρνηση για τον Καύκασο.
     Παρά τις διαφωνίες με την Πύλη, ο Αλέξανδρος δεν επιθυμούσε τις εχθροπραξίες. Δεν επιδίωκε τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ούτε καν τη σοβαρή αποδυνάμωσή της. Επιπλέον, γνώριζε καλά ότι δεν θα είχε τη δυνατότητα να αναλάβει σοβαρή δράση δίχως να συμβουλευτεί άλλα κράτη, καθώς η μονομερής εισβολή ίσως να οδηγούσε στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συνασπισμού. Έτσι, μολονότι οι διπλωματικές σχέσεις με την Πύλη διακόπηκαν το 1821, δεν υπήρξε στρατιωτική δράση. Αντί γι’ αυτό, οι Ρώσοι ηγέτες προτίμησαν να ακολουθήσουν τη διαπραγματευτική οδό και να συνεργαστούν με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις. Η βάση της ρωσικής πολιτικής εξακολούθησε να είναι αυτή που είχε υπάρξει στο παρελθόν: ευνοϊκή αντιμετώπιση της δημιουργίας αυτόνομων βαλκανικών κυβερνήσεων υπό την οθωμανική κυριαρχία, ανάλογη με αυτή των καθεστώτων των παραδουνάβιων ηγεμονιών, οι οποίες θα τελούσαν, αν ήταν δυνατόν, υπό ρωσική προστασία. Τον Ιανουάριο του 1824, ο Αλέξανδρος κυκλοφόρησε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ένα σχέδιο που προέβλεπε την ίδρυση τριών αυτόνομων ελληνικών κρατών, τα οποία θα είχαν το ίδιο καθεστώς με αυτό της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Η ιδέα δεν προκάλεσε ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Ιδιαίτερα για τη Βρετανία, η πρόταση αυτή ήταν άλλη μια προσπάθεια από την πλευρά της Ρωσίας να επεκτείνει την επιρροή της σε μια ακόμα περιοχή των Βαλκανίων. Παρά τους φόβους των Βρετανών, ο έλεγχος της Ελλάδας δεν αποτελούσε ρωσικό στόχο. Η Ρωσία ανησυχούσε πολύ περισσότερο για τα γεγονότα στις ηγεμονίες, στη Σερβία και στον Καύκασο. Στα ζητήματα αυτά, πρέπει να σημειωθεί, η Ρωσία διαπραγματευόταν μόνη της με την Πύλη. Στα ελληνικά θέματα ακολουθούσε μια πολιτική στενής συνεργασίας με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις.
     Στο μεταξύ, η βρετανική κυβέρνηση αντιμετώπιζε έντονη πίεση από την πλευρά της κοινής γνώμης να υποστηρίξει τους επαναστάτες. Στη Βρετανία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, το ρομαντικό κίνημα του φιλελληνισμού θα ασκούσε επιρροή στις ενέργειες και τη στάση των κυβερνήσεων. Σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, οι πολιτικοί ηγέτες και πρόσωπα με κύρος και επιρροή είχαν λάβει σε μεγάλο βαθμό μια κλασική εκπαίδευση, όπου κυριαρχούσαν η γλώσσα και ο πολιτισμός της αρχαίας Ελλάδας. Όταν αναλογίζονταν την ελληνική επανάσταση, οι άνδρες αυτοί συχνά μετέφεραν την εικόνα που είχαν αποκτήσει στη νεότητά τους για την Ελλάδα στη σύγχρονη κατάσταση στα Βαλκάνια. Έτσι, είδαν τους Έλληνες καπεταναίους και τους χωρικούς ως απευθείας απογόνους των μυθικών ηρώων της αρχαιότητας. Οι Οθωμανοί συχνά περιγράφονταν ως κτηνώδεις βάρβαροι, που επέβαλλαν απρόκλητα τον τρόμο σε αθώα και πολιτισμένα θύματα. Έτσι, αυτό που αποτελούσε ουσιαστικά ελληνική εθνική προπαγάνδα παρουσιαζόταν από ζωγράφους, συγγραφείς, ποιητές και πολιτικούς σε όλο τον κόσμο.
     Όσον αφορά τη διαμόρφωση της βρετανικής κοινής γνώμης, ο φιλέλληνας με το μεγαλύτερο κύρος ήταν οπωσδήποτε ο Λόρδος Μπάιρον, που πέθανε στο Μεσολόγγι το 1824. Παρατίθενται εδώ ορισμένοι δικοί του στοίχοι που γράφτηκαν πριν την επανάσταση, για να φανεί η συναισθηματική έλξη και η σύνδεση που γινόταν με τα γραπτά των φιλελλήνων μεταξύ της αρχαίας και της σύγχρονης Ελλάδας:
 
Νησιά μου Ελληνικά, που σας αγάπα,
με φλόγα μια Σαπφώ και σας υμνούσε,
Και πόλεμος κι’ ειρήνη ανθοφορούσε
στη χώρα σας. Της Δήλος να, τα στήθη
που ο ήλιος από κείνην εγεννήθη.
Αιώνιος ήλιος πάνω σας διαβαίνει.
Μα τίποτα άλλο δε σας απομένει
 
. . .
 
Και να από τα βουνά, το Μαραθώνα
Κοιτάζεις και του πέλαου την αγκάλη.
Κι εγώ μονάχος μες στην τόση ζάλη
του φέγγους, συλλογιέμαι: ξάφνου η Ελλάδα
να φάνταζεν ελεύθερη ω Παλλάδα
Τι ως είμαι στων Περσών τον τάφο αγνάντια
γιατί σε δούλου να ‘μαι την κατάντια;
 
Απ’ άλλους λευτεριά τι προσδοκάτε;
Οι Φράγκοι αισχροκερδείς για βασιλιάδες.
Η ολόστερνη η ελπίδα σας ραγιάδες,
τα εγχώρια τα ξίφη. Τα δικά σας
τα τάγματα. Η ίδια η λεβεντιά σας.
Μ’ αλίμονο του Τούρκου το μολύβι
κι ο δόλος των Λατίνων σας συντρίβει.
 
. . .
 
Ω φέρτε με στου Σούνιου τ’ ακρωτήρι.
Εκεί χωρίς μαρτύρους να ενωθούνε
ο ρόχθος των κυμάτων κι οι που ζούνε
εντός μου στεναγμοί. Να τραγουδήσω
εκεί ποθώ. Κι εκεί με μιας ν’ αφήσω
την κύκνεια την πνοή μου. Την πατρίδα
την ίδια μου, σαν σκλάβα εγώ δεν είδα.
Μα κι ούτε θα τη δω. Εμπρός συντρίψτε
το κύπελλο. Εμπρός, εμπρός ξυπνήστε.
 
[Από το ποίημα «Ελληνικά Νησιά», στο Ντον Ζουάν του Λόρδου Βύρωνα, Άσματα 1-4, μτφρ. Μαρίας Ι. Κεσίση, Εκδόσεις Σπανού, Αθήνα, 1981.]
 
     Εκτός από την πίεση της κοινής γνώμης, η βρετανική κυβέρνηση είχε και πρακτικούς λόγους να μπει στη διαμάχη. Το εμπόριό της στη Μεσόγειο είχε πληγεί λόγω των γεγονότων στην Ελλάδα. Επιπλέον, φοβόταν ότι, αν δεν αναλάμβανε δράση, η Ρωσία ίσως να αποφάσιζε μόνη της για το ζήτημα. Η πιο συνετή πολιτική ίσως ήταν η συνεργασία με τη δύναμη αυτή έτσι ώστε να συγκρατεί και να ελέγχει καλύτερα τις κινήσεις της. Η βρετανική επέμβαση ερχόταν σταδιακά. Πρώτα, το 1823, αναγνώρισε τους επαναστάτες ως εμπόλεμη δύναμη, γεγονός που βελτίωσε τη θέση τους στη θάλασσα. Έπειτα, το 1824, εκδόθηκε στο Λονδίνο ένα δάνειο. Η διαχείριση του δανείου αυτού έγινε με κακό τρόπο, αν όχι με δόλια μέσα, χορηγούσε όμως οικονομική βοήθεια στην επαναστατική κυβέρνηση. Η μεγάλη αλλαγή στη βρετανική πολιτική επήλθε με την εισβολή του αιγυπτιακού στρατού στην Κρήτη και την Πελοπόννησο. Πρόκειται για μια κίνηση που μετέβαλε την ισορροπία δυνάμεων στη Μεσόγειο και ήταν επιζήμια για τα βρετανικά συμφέροντα.
     Ο Αλέξανδρος Α΄ πέθανε το 1825 και τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Νικόλαος Α΄, ο οποίος θα ακολουθούσε αυστηρότερη πολιτική απέναντι στην Πύλη σχετικά με τα ζητήματα που εξετάζουμε. Ακόμα πιο συντηρητικός από τον αδελφό του, απαίτησε από τους Οθωμανούς να σέβονται τα δικαιώματα των Ρώσων που απέρρεαν από τις συνθήκες, αλλά έβλεπε επίσης με θετικό μάτι τη συνεργασία με τις άλλες δυνάμεις για το ελληνικό ζήτημα. Το 1826, η βρετανική κυβέρνηση έστειλε το δούκα του Ουέλινγκτον στην Αγία Πετρούπολη για να παρευρεθεί στη στέψη του Νικόλαου. Τον Απρίλιο η Ρωσία και η Βρετανία υπέγραψαν τη Σύμβαση της Αγίας Πετρούπολης, με βάση την οποία έπρεπε να μεσολαβήσουν για τη διευθέτηση της σύγκρουσης στην Ελλάδα. Στόχος ήταν η ίδρυση ενός αυτόνομου κράτους, χωρίς όμως να καθοριστούν τα σύνορα. Η αυτοκρατορία των Αψβούργων παρέμεινε εκτός των διαπραγματεύσεων, ενώ η Γαλλία πήρε μέρος τον Ιούλιο του 1827. Ο Γάλλος μονάρχης Κάρολος Ι΄ ήταν φιλέλληνας. Επιπλέον, η Γαλλία δεν είχε την πολυτέλεια να παραμείνει αδρανής στα ζητήματα που αφορούσαν τη Μεσόγειο.
     Οι τρεις σύμμαχες δυνάμεις αποφάσισαν να επέμβουν ανάμεσα στις δυο πλευρές, με σκοπό τον τερματισμό του πολέμου στην Ελλάδα. Οι επαναστάτες αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση, αλλά η Πύλη αρνήθηκε. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προχώρησαν σε ναυτικό αποκλεισμό, με σκοπό να σταματήσουν το πέρασμα στην Πελοπόννησο των αιγυπτιακών εφοδίων και του στρατού, γεγονός που ήταν εξαιρετικά ευνοϊκό για τα ελληνικά συμφέροντα. Στις συνθήκες αυτές, ήταν σχεδόν αναμενόμενο ότι θα συνέβαινε κάτι. Τον Οκτώβριο του 1827, η συμμαχική δύναμη εισήλθε στον κόλπο του Ναβαρίνου, όπου ήταν αγκυροβολημένος ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος. Έγινε ανταλλαγή πυρών και ξεκίνησε μεγάλη μάχη. Ο οθωμανικός στόλος αποδεκατίστηκε: βυθίστηκαν 57 σκάφη και έχασαν τη ζωή τους 8.000 άνδρες. Η πλειονότητα των ναυτών στα οθωμανικά πλοία ήταν ελληνικής εθνικότητας, όπως συνέβαινε γενικά στο οθωμανικό ναυτικό. Το επεισόδιο στο Ναβαρίνο έθεσε σε κίνηση μια σειρά γεγονότων που θα αποδεικνύονταν εξαιρετικά ευνοϊκά για την ελληνική υπόθεση, αν και η τάση αυτή δεν ήταν άμεσα εμφανής. Ως τη στιγμή που διαδραματίζονταν τα γεγονότα αυτά, ο δούκας του Ουέλινγκτον είχε γίνει πρωθυπουργός της Βρετανίας. Καταγγέλλοντας το όλο επεισόδιο, απέσυρε τη χώρα του από οποιαδήποτε περαιτέρω προσπάθεια διαμεσολάβησης, ανατρέποντας έτσι την πολιτική συνεργασίας του Κάνιγκ με τη Ρωσία, που αποσκοπούσε στον έλεγχο και τον περιορισμό των ενεργειών της.
     Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η ρωσική κυβέρνηση εξακολούθησε να διαπραγματεύεται με την Πύλη σε άλλα ζητήματα που ήταν υπό αμφισβήτηση. Ήταν δύσκολο για την οθωμανική κυβέρνηση να αντισταθεί στις απαιτήσεις της πανίσχυρης γειτονικής χώρας. Το κράτος βρισκόταν σε πολύ αδύναμη θέση: δεν είχε καταφέρει να χειριστεί την ελληνική εξέγερση και είχε να αντιμετωπίσει ένα συνασπισμό δυνάμεων που εμφανίζονταν αποφασισμένες να ενεργήσουν υπέρ των εξεγερμένων. Έτσι, όταν η Ρωσία διαβίβασε ουσιαστικά ένα τελεσίγραφο, η Πύλη δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να το αποδεχτεί και να συμφωνήσει στη διαπραγμάτευση των ζητημάτων αυτών. Τον Οκτώβριο του 1826, υπογράφηκε η Συνθήκη του Άκερμαν και η οθωμανική κυβέρνηση αποδέχτηκε σχεδόν όλες τις ρωσικές απαιτήσεις. Η συμφωνία προέβλεπε τη διευθέτηση των ασιατικών συνόρων και των προβλημάτων στο εμπόριο. Το σημαντικότερο για τα βαλκανικά κράτη ήταν ότι δύο «Ξεχωριστές Πράξεις» κανόνιζαν τις υποθέσεις της Βλαχίας, της Μολδαβίας και της Σερβίας. Η Ρωσία ανέλαβε καθαρά την προστασία των τριών επαρχιών. Παρά το γεγονός αυτό, οι διαπραγματεύσεις έδωσαν χρόνο στο Μαχμούτ Β΄ να προχωρήσει στην εσωτερική μεταρρύθμιση. Τον Ιούνιο του 1826, ο σουλτάνος κατάργησε το σώμα των γενίτσαρων. Η απόφαση αυτή θα του επέτρεπε να ξεκινήσει αργότερα μια μεγάλη μεταρρύθμιση στο στρατό, αλλά προς στιγμήν τον αποδυνάμωσε.
     Η είδηση της καταστροφής στο Ναβαρίνο τον Οκτώβριο του 1827 ξεσήκωσε βίαιες αντιδράσεις στην Κωνσταντινούπολη. Ο τουρκικός στόλος είχε βυθιστεί από δυνάμεις με τις οποίες η Πύλη είχε ειρηνικές σχέσεις. Ένα ισχυρό κύμα αντιδυτικού θρησκευτικού αισθήματος σάρωσε την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορία διέκοψε τις σχέσεις της με τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, αλλά το μεγαλύτερο μένος κατευθύνθηκε κατά της Αγίας Πετρούπολης. Καταγγέλθηκε η Συνθήκη του Άκερμαν και κηρύχτηκε Ιερός Πόλεμος κατά της Ρωσίας. Οι μάχες άρχισαν μετά τον Απρίλιο του 1828, όταν ο ρωσικός στρατός μπήκε στις ηγεμονίες. Κατά τη διάρκεια του νέου αυτού ρωσοτουρκικού πολέμου, τα ελληνικά θέματα έπαψαν να βρίσκονται στο επίκεντρο για ένα διάστημα. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο οθωμανικός στρατός ήταν απασχολημένος με την αντιμετώπιση της ρωσικής εισβολής, οι δυτικές δυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίσουν τις ελληνικές υποθέσεις. Τον Αύγουστο του 1828 ο Μοχάμετ Άλι συμφώνησε να αποσύρει τους Αιγύπτιους στρατιώτες από την Πελοπόννησο. Τους αντικατέστησε μια γαλλική εκστρατευτική δύναμη, ενώ Βρετανοί αξιωματικοί και άνδρες στάλθηκαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.
     Αν και βρισκόταν σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία, η ρωσική κυβέρνηση είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονούσε αυτό το γεγονός. Δεν επιθυμούσε να επιβάλει μια διευθέτηση στην Ανατολή που θα είχε ως αποτέλεσμα τη μαζική αντίδραση των άλλων κυβερνήσεων. Έτσι, ο σκοπός του πολέμου δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης του Άκερμαν, τις οποίες η Πύλη είχε ήδη αποδεχτεί. Οι Ρώσοι ηγέτες γνώριζαν ότι η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν δυνατόν να καταληφθεί ακόμα και αν οι ρωσικές στρατιές ήταν σε θέση να την καταλάβουν. Παρά το γεγονός ότι είχαν συνεργαστεί με τη Βρετανία και τη Γαλλία στο ελληνικό ζήτημα, γνώριζαν ότι έπρεπε να θέσουν όρια στις φιλοδοξίες τους.
     Οι παράγοντες αυτοί διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο σε μια σημαντική απόφαση σχετικά με την πολιτική που θα ακολουθούνταν απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι Ρώσοι ηγέτες αποφάσισαν ότι ήταν προτιμότερο να κυριαρχήσουν στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τα μέσα, παρά να επιδιώξουν τη διάλυση ή το διαμελισμό της. Αντί να την κατακτήσουν, θα εξασφάλιζαν ότι θα ασκούσαν τη μεγαλύτερη επιρροή στα συμβούλια του σουλτάνου. Η πολιτική αυτή, όπως ήταν φυσικό, είχε επιπτώσεις στις ρωσικές σχέσεις με τους βαλκανικούς λαούς. Αν η ρωσική κυβέρνηση κατάφερνε να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, δεν θα υποστήριζε τα βαλκανικά απελευθερωτικά κινήματα που θα την αποδυνάμωναν. Ουσιαστικά, στα επόμενα χρόνια, η Ρωσία θα ενδιαφερόταν περισσότερο για την προστασία της Πύλης παρά για τη βοήθεια των βαλκανικών εθνικών κινημάτων. Δόθηκε σταθερή υποστήριξη στη διατήρηση των δικαιωμάτων αυτονομίας που είχαν ήδη δοθεί, αλλά περαιτέρω αλλαγές δεν ενθαρρύνονταν.
     Με βάση την πολιτική αυτή, η Συνθήκη της Αδριανούπολης που υπογράφτηκε το Σεπτέμβριο του 1829, ήταν μετριοπαθής. Η νίκη δεν είχε επιτευχθεί εύκολα από το ρωσικό στρατό. Τόσο η Ρωσία όσο και η Οθωμανική αυτοκρατορία χρειάζονταν ειρήνη. Όσον αφορά τα άμεσα οφέλη από τη Συνθήκη, η Ρωσία πήρε τον έλεγχο του Δέλτα του Δούναβη και μια περιοχή κατά μήκους των καυκάσιων συνόρων. Επιβλήθηκε μεγάλη αποζημίωση, για την οποία η Οθωμανική αυτοκρατορία, όντας σε κακή οικονομική κατάσταση, δυσανασχέτησε σφοδρά. Επιπλέον, οι διατάξεις της Συνθήκης του Άκερμαν επιβεβαιώθηκαν. Σύμφωνα με το Άρθρο 10, η Πύλη συμφώνησε να αποδεχτεί ένα καθεστώς αυτονομίας για την Ελλάδα. Η συνθήκη, επίσης, εξασφάλισε το άνοιγμα των Στενών για τα ρωσικά εμπορικά πλοία και εγγυόταν το ελεύθερο εμπόριο σε όλη την αυτοκρατορία.
     Αν και η Ρωσία είχε, επομένως, διαπραγματευθεί τα ζητήματα σχετικά με τη Σερβία και τις ηγεμονίες μόνο με την Πύλη, συνέβαλε με τους συμμάχους της για τη διευθέτηση της κατάστασης στην Ελλάδα μέσω αμοιβαίας συμφωνίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτά τα τελευταία στάδια δεν συμμετείχαν Έλληνες στις διαπραγματεύσεις. Οι μεγάλες δυνάμεις αναγνώρισαν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Ελλάδα ήταν η εξασφάλιση σταθερής κυβέρνησης. Ο Καποδίστριας είχε επιχειρήσει να δημιουργήσει ένα ισχυρό καθεστώς, αλλά οι Βρετανοί, θεωρώντας τον φίλο της Ρωσίας, δεν του είχαν δείξει εμπιστοσύνη. Μετά τη δολοφονία του, η χώρα περιέπεσε ξανά σε πολιτικό χάος. Δεν υπήρχε σταθερή κυβέρνηση ούτε αναγνωρισμένος ηγέτης με τον οποίο να συνδιαλέγονται οι σύμμαχοι.
     Η Συνθήκη του Λονδίνου το Φεβρουάριο του 1830 ήταν η σημαντικότερη συμφωνία για τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού έθνους. Με τη συνθήκη αυτή, οι τρεις δυνάμεις όρισαν τα σύνορα και το είδος της διακυβέρνησης. Κυρίως εξαιτίας βρετανικής παρότρυνσης αποφασίστηκε ότι το κράτος θα ήταν ανεξάρτητο παρά αυτόνομο. Οι Βρετανοί διπλωμάτες ανησυχούσαν πολύ μήπως γίνει η Ελλάδα ρωσικός δορυφόρος. Πίστευαν ότι η πιθανότητα αυτή μειωνόταν αν οι σχέσεις Αθήνας και Κωνσταντινούπολης επιδεινώνονταν. Έτσι, αν και η ρωσική κυβέρνηση θα προτιμούσε την αυτονομία, αποδέχτηκε τη νέα ρύθμιση. Βρετανικές ανησυχίες όσον αφορά τη ρωσική επιρροή οδήγησαν, επίσης, στον περιορισμό των συνόρων όσο το δυνατόν περισσότερο. Με σκοπό την προστασία των συμφερόντων τους στο μέλλον, οι τρεις δυνάμεις διόριζαν τους προστάτες ή εγγυητές της χώρας, μια διάταξη που θα παρείχε απεριόριστες δικαιολογίες για επεμβάσεις αργότερα.
     Καθώς η κυβέρνηση θα ήταν μοναρχική, έπρεπε να προταθεί ένας ηγεμόνας. Η αναζήτηση ήταν δύσκολη, καθώς έπρεπε να εγκρίνουν όλοι την επιλογή. Ο Λεοπόλδος Σαξ-Κόμπουργκ, όπως έχουμε δει, αρνήθηκε εξαιτίας της δύσκολης κατάστασης στην Ελλάδα και της δυσαρέσκειάς του για τις συνθήκες που του προσέφεραν. Το 1832, οι δυνάμεις τελικά πρότειναν τον Ότο, δευτερότοκο γιο του Λουδοβίκου Α΄, του φιλέλληνα βασιλιά της Βαυαρίας. Ο νέος μονάρχης, που ήταν μόλις δεκαεφτά ετών την εποχή του διορισμού του, έφτασε στην Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1833. Υιοθέτησε τον ελληνισμένο τύπο του ονόματός του, που ήταν Όθων. Του δόθηκε δάνειο και αυτό που ουσιαστικά αποτελούσε για το βασίλειό του εκτεταμένα σύνορα. Με τη συνοριακή γραμμή μεταξύ Άρτας και Βόλου, το νέο ελληνικό κράτος αποτελούνταν μόνο από 800.000 ανθρώπους, το ένα τέταρτο των Ελλήνων κατοίκων της αυτοκρατορίας.
     Μολονότι υπήρχε τελικά ανεξάρτητη Ελλάδα, το κράτος ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που ονειρεύονταν οι Έλληνες εθνικιστές. Το μικρό, φτωχό βαλκανικό κράτος δεν έμοιαζε καθόλου με την αναγεννημένη βυζαντινή αυτοκρατορία όχι μόνο των Φαναριωτών, αλλά των περισσότερων Ελλήνων πολιτικών ηγετών. Επιπλέον, η ανεξαρτησία του ήταν σοβαρά περιορισμένη. Στο μέλλον, οι τρεις μεγάλες δυνάμεις θα χρησιμοποιούσαν πλήρως το δικαίωμά τους για προστασία. Επιπροσθέτως, στη βαυαρική διοίκηση που εγκαταστάθηκε υπήρχε αρχικά μικρή ελληνική συμμετοχή. Ωστόσο, στο χάρτη βρισκόταν ένα ελληνικό κράτος, και μια εθνική κυβέρνηση θα ερχόταν στην εξουσία μέσα στην επόμενη δεκαετία.
 
Barbara Jelavich, Ιστορία των Βαλκανίων, Τόμος Α΄, 18ος – 19ος Αιώνας, Εκδόσεις Πολύτροπον

Νίκος Ε. Μηλιώρης «Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Νίκος Ε. Μηλιώρης «Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας»
 
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
 
Είναι το κορυφαίο γεγονός της Μοίρας του Μικρασιατικού Ελληνισμού και μια δοκιμασία για όσους καταπιανόμαστε σήμερα με την έκθεση των περιστατικών, κάτω από την επίδραση της νεώτερης διαμορφώσεως των πραγμάτων του κόσμου και των σχέσεων μεταξύ των λαών. Πιστεύω ότι ζούμε πράγματι μια θεμελιακά καινούρια εποχή, εποχή κρίσιμη για τις πιθανές εξελίξεις άμεσες ή απώτερες και στις εξωτερικές σχέσεις των λαών και στην εσωτερική κοινωνική τους διάρθρωση.
Οι σχέσεις μας με τους Τούρκους από τότε ως τελευταίως πέρασε διάφορες φάσεις. Επί ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, μετά το 1931 και ύστερα από τις πρωτοβουλίες του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ, ενομίσαμε, πολλοί από μας, ότι θα ήτο δυνατή μια στενά μάλιστα φιλική, συμβίωση μεταξύ των δύο γειτονικών λαών. Εσυνάψαμε και συνθήκες συμμαχίας ακόμη. Ήλθαν όμως τα γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη της 6 Σεπτεμβρίου 1955, για να μας διαψεύσουν και να αποδείξουν, πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και εύκολα, πως οι Τούρκοι δεν αλλάξανε, ίσως διόλου.
Παρά ταύτα γράφοντας ιστορία, ιστορία μάλιστα μιας εξαιρετικά τραγικής περιόδου, που χαρακτηρίζεται κυρίως για θηριώδεις ενέργειες του τουρκικού έθνους απέναντι του έθνους του ιδικού μας, το θεωρώ ως αρχή, επιβαλλόμενη για περισσοτέρους από έναν λόγους, να προσπαθούμε να περιορίζουμε, όσο μπορούμε, τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις και να αποβλέπουμε μονάχα στην αλήθεια την ιστορική. Η αλήθεια ακόμη αυτή, αν την προσέξουμε ως δίδαγμα γενικότερο, είναι δυνατό να αποδειχθεί ιδιαίτερα ωφέλιμη, οποιεσδήποτε και αν επέλθουν εξελίξεις μελλοντικά στις διεθνείς μας σχέσεις.
Στα Βουρλά η ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου του 1922, ήταν βαρύτατα μελαγχολική. Κάποιες πληροφορίες όχι και τόσο ενθαρρυντικές είχαν φτάσει κιόλας από το μέτωπο. Ο κόσμος των προσκυνητών με συντριβή κυριολεκτικά δεήθηκε, όπως καμμιά ίσως άλλη προηγούμενη φορά, η «Υπέρμαχος Στρατηγός» να προστατεύσει το Στρατό των Ελλήνων· οι Βουρλιώτες να τους σώσει η Προστάτισσά τους(1).
Και γύρισαν πίσω στ’ αμπέλια τους με πικρή καρδιά. Είχαν μαζευτεί τα «ψιλόρογα» κι’ είχαν σηκωθεί τα μαξούλια από τα «σεργιά». Ετοιμάζονταν και άλλοι άρχισαν κι’ όλας το άπλωμα των «ροζακιών». Αυτή τη χρονιά πάρα πολύ λίγα τραγούδια ακούστηκαν στο τρύγημα κι’ αυτά από μερικά άπραγα κοριτσόπουλα. Πάντως με φροντίδα όλοι τους, αλλά και με κατήφεια συνεχίζανε τη δουλειά τους. Μα μερικούς, τους πιο απαισιόδοξους από ιδιοσυγκρασία, άρχισε κιόλας να τους βασανίζει η μαύρη σκέψη, αν θα πρόφταιναν να μαζεύσουν. Όσοι κατέβαιναν στην πόλη για ψώνια, και περισσότερο με το σκοπό κάτι ν’ ακούσουν, κάτι να πληροφορηθούν, γυρνούσαν κάθε φορά και πιο βαρύθυμοι. Ο στρατός μας υποχωρούσε· φεύγει. Οι Τούρκοι πλησιάζουν στη Σμύρνη. Αρκετοί βουρλιώτες φαντάροι που οι Μονάδες τους ύστερα από τα γεγονότα της καταρρεύσεως του μετώπου διαλυθήκανε, εμφανιστήκανε, οι περισσότεροι με τα τουφέκια τους. Ελληνικό μηχανικό έφτασε και επισκεύαζε βιαστικά το δρόμο Σμύρνης—Τσεσμέ. Πολύ κακά σημάδια!
Και μια μέρα στρατεύματα και άλλα μέσα στρατιωτικά, άρχισαν να περνούν από τα Βουρλά με κατεύθυνση προς τον Τσεσμέ. Η κατάσταση φάνηκε πως μπήκε σε φάση απελπιστική. Κάμποσοι παρατήσανε μέσα στα σεργιά τις σταφίδες τους, περιμάζευσαν από τα σπίτια τους ό,τι πολύτιμο και ευμετακόμιστο υπήρχε, πήρανε τις φαμελιές τους και με καΐκια, άλλοι από τη Σκάλα και άλλοι από το Δεμερτζιλί, πέρασαν προς τα νησιά των Κλαζομενών και προς τη Σάμο. Το Εγγλεζονήσι προ πάντων και του Γιατρού το Νησί, είχαν γεμίσει από τέτοιους πρόσφυγες.
Μέσα στα Βουρλά άρχισαν να δημιουργούνται διάφορες κινήσεις, στη βάση τους απόλυτα σπασμωδικές και οι πιο πολλές από παράγοντες ανεύθυνους· επικρατούσε γενικά μια κατάσταση νευρικότητας που την προκαλούσε η ιδέα του επερχομένου μεγίστου κινδύνου, αλλά και η έλλειψη μιας έγκυρης και υπεύθυνης καθοδηγήσεως. Μερικοί Δημογέροντες έφυγαν κι’ όλας προς τα νησιά και άλλοι προς τη Σμύρνη, να δούνε πώς θα σωθούνε πια οι ίδιοι και οι δικοί τους· άλλοι πήραν αποφάσεις με ορισμένους παράγοντες, μάλλον αναρμόδιους, τέτοιες που μονάχα το αίσθημα της μεγάλης τους απελπισίας και η επιδίωξη να γλυτώσουν τον εκπατρισμό με κάθε δυνατό μέσο, θα μπορούσαν να τις υπαγορεύσουν και να τις δικαιολογήσουν.
Στη Σμύρνη πήγανε και επιτροπές με αποστολή να μελετήσουν την κατάσταση και να ζητήσουν οδηγίες και κατευθύνσεις από επίσημους παράγοντες. Οι πληροφορίες που συγκεντρώσανε και οι οδηγίες που πήραν ήσαν μάλλον απογοητευτικές. Ο τότε Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος και νυν Νεαπόλεως και Φιλίππων (Καβάλλας), σε μια από τις επιτροπές αυτές, που μέλος της ήταν και ο Σάββας Παπαγρηγοριάδης, συνέστησε καθαρά, να φύγουν από τα Βουρλά, «και από την Σμύρνην μεν, αλλά κυρίως από τα Βουρλά, τα οποία ήτο γνωστόν ότι ήσαν κάρφος εις τους οφθαλμούς των Τούρκων».
Δεν ήταν όμως μια και τόσο εύκολη ενέργεια ο ξεριζωμός και στην απόφασή της και στην εκτέλεσή της, όσο μεγάλοι και τρομεροί κι’ αν διαγράφονταν οι κίνδυνοι. Στα χώματα εκείνα ζήσανε οι ίδιοι, οι γονιοί τους, οι παππούδες και πολλών οι πρόγονοι πριν από ακαθόριστους μάλιστα αιώνες. Πώς να τα παρατήσουν όλα και έρημοι και απογυμνωμένοι να γυροβολούν, ικέτες του ξένου ελέους, σε ξένη γη αναζητούντες καινούρια αμφίβολα ξαναριζώματα;
Το δίλημμα ήταν ασφαλώς τραγικότατο και απόλυτα δύσκολο. Πάντως αρκετοί πήρανε την απόφασή τους και τράβηξαν μ’ όσα λίγα μπόρεσαν να σηκώσουν, τον πικρό δρόμο του εκπατρισμού. Οι περισσότεροι εν τούτοις και από τα στρώματα του λαού, αλλά και από τους κύκλους των νοικοκυραίων, των φατόρων και γενικά των κοινοτικών παραγόντων, παλεύοντας ανάμεσα σε κάποιες αόριστες ελπίδες και στους φόβους των πιθανοτέρων ενδεχομένων, δεν τολμούσαν να φτάσουν ως το άκρον της μεγάλης αποφάσεως. Και επειδή τους πέρασε η ιδέα πως όσο περισσότεροι θα ήσαν εκείνοι που θα μένανε —αν ήταν δυνατό να μη φύγει κανένας—, τόσο και ευκολότερα ή οπωσδήποτε λιγότερο οδυνηρά θ’ αντιμετώπιζαν την τύχη τους μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού, γίνηκαν τότε και μερικές ενέργειες που όσο και αν τις δικαιολογεί, καθώς είπαμε, η πρόθεση να αποφευχθεί ο εκπατρισμός και κάποια έλλειψη ψυχραιμίας από την μια, μπροστά στον απροσδόκητο τρομερό κίνδυνο και ικανότητας από την άλλη, για την ανεύρεση του πιο σωστού προσανατολισμού, κι’ όσο και αν τις ίδιες αυτές ενέργειες τις ανυψώνει κατά τη σημερινή μάλιστα ιστορική επισκόπηση, μια κατά βάθος ηρωική διάθεση, ένα πείσμα προσκολλήσεως προς το πάτριο έδαφος, μ’ όλα ταύτα, γίνηκαν στο τέλος η αιτία να χαθούν τραγικά, πολλές, πάρα πολλές χιλιάδες Βουρλιωτών, που πιθανότατα αν διαφορετικά αντιμετωπίζονταν η τραγικά ασφαλώς κρισιμότατη εκείνη κατάσταση και γινόταν ένας πιο ψύχραιμος χειρισμός των ζητημάτων, αν όχι όλοι αυτοί που χάθηκαν τότε, πάντως οι περισσότεροι θα είχαν σωθεί.
Η μία από τις ενέργειες αυτές: Οργανώθηκαν ανεύθυνες οπλισμένες ομάδες, που πιάσανε τις εξόδους των Βουρλών και εμποδίζανε με την απειλή των όπλων τους, την αναχώρηση σ’ όσους είχαν πάρει έτσι κι’ αλλιώς την απόφαση να φύγουν. Και πραγματικά μ’ αυτόν τον τρόπο πολλοί εμποδίστηκαν να φύγουν και υποχρεωθήκανε να γυρίσουν πίσω. Και το κακό δεν περιορίστηκε μονάχα σ’ αυτούς, που χάθηκαν οι περισσότεροί τους κατόπιν, αλλά σταμάτησε πλέον και το ρεύμα για απομάκρυνση που είχεν αρχίσει να δημιουργείται. Γενικά καταβλήθηκε φαίνεται κάθε προσπάθεια, να ματαιωθεί η επίδραση όσων είχαν τη γνώμη ότι, η μόνη σωτηρία που απέμενε ήταν η «έξοδος», το φευγιό. Τους επιτιμούσανε, αν τύχαινε να εκφραστούν σε κάθε ευρύτερο κύκλο και τους παρεμποδίζανε με κάθε τρόπο να «ξηλώνουν» - να ερεθίζουν, να διεγείρουν - τον κόσμο. Εδώ βέβαια πρέπει να σημειωθεί και κάτι, που δεν είναι ασφαλώς και το ολιγότερο σημαντικό από τα αίτια της σφαγής των χιλιάδων Βουρλιωτών· και αν αποφασίζονταν η γενική των αναχώρηση και αν υπήρχε και ο καιρός, λείπανε πάλιν τα μέσα που θα τους μεταφέρανε στα πλησιόχωρα έστω ελληνικά νησιά, τη Σάμο, τη Χίο και τη Μυτιλήνη. Από μέρους δε των τότε ελληνικών αρχών και αν βρισκόνταν πλοία για μια τέτοια μεταφορά, όχι μονάχα δεν εξεδηλώθη καμμιά απολύτως διάθεση να τα στείλουν για την παραλαβή του πληθυσμού, που βρισκόταν σ’ αυτό τον τόσο μεγάλο και προφανέστατο κίνδυνο εξολοθρεμμού, αλλά είχε ψηφιστεί, ένα μήνα ακριβώς πριν, τον Ιούλιο δηλ. του 1922, ειδικό ψήφισμα της Εθνοσυνελεύσεως που απαγόρευε με αυστηρότατες ποινές, τέτοιες μεταφορές πληθυσμού (2).
Μια άλλη τώρα ενέργεια των Βουρλιωτών κατά τον καιρό της δικαιολογημένης αλλοφροσύνης των: Είχαν φτάσει στους τουρκικούς κύκλους των Βουρλών πληροφορίες ότι Έλληνες στρατιώτες καθώς υποχωρούσαν ασύντακτοι βιαιοπραγούσαν στους τουρκικούς συνοικισμούς από όπου περνούσαν. Και τα Βουρλά ήταν πλέον ένα από τα περάσματα του ελληνικού στρατού κατά την υποχώρησή του εκείνη. Ίσως και να έγιναν κάποιες τέτοιες βιαιοπραγίες και στα Βουρλά, πάντως ελάχιστες κατά τις πληροφορίες που συγκέντρωσα. Βέβαια αυτά τα έκτροπα, πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθούν στις έμφυτες ηθικές διαστροφές και τις κακίες μερικών ατόμων, όπως παντού και πάντοτε βρίσκονται και που με τον κλονισμό και την παράλυση κάθε πειθαρχίας και τάξεως κάθε ηθικής χαλιναγωγήσεως, συνέπειες της στρατιωτικής καταρρεύσεως, βρήκαν την ευκαιρία να εξωτερικευθούν. Συστηματική και επί τ’ αυτού οργάνωση αυτών από μέρους κάποιας υπεύθυνης ή και ανεύθυνης ελληνικής εξουσίας δεν υπήρξε σε καμμιά περίπτωση. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Οι Τούρκοι πάντως των Βουρλών, καθώς είδαν που άρχισαν να διαβαίνουν από εκεί, υποχωρώντας ελληνικά στρατεύματα, εθορυβήθησαν εξαιρετικά και σπεύσανε να συνεννοηθούν με τους χριστιανούς προκρίτους του τόπου· υποσχεθήκανε, αν τους προφυλάξουν αυτοί από βιαιοπραγίες των Ελλήνων στρατιωτών, θα αναλάμβαναν και εκείνοι την υποχρέωση να τους σώσουν κατόπιν όταν θάρχόταν ο κεμαλικός στρατός. Οι περισσότεροι Βουρλιώτες στην ενέργεια αυτή των Τούρκων συμπολιτών τους πίστευσαν πως βρίσκανε την ποθητή σωτηρία τους. Υπογράψανε οι Τούρκοι χαρτιά επίσημα πάνω στη συμφωνία αυτή και βάλανε κάτω το Κοράνι τους και ορκίστηκαν ότι θα τηρήσουν τα συμφωνημένα. Άμεση δε και ως συνέπεια τούτου, ενέργεια των χριστιανών προκρίτων υπήρξεν να οργανωθούν από βουρλιώτες φαντάρους που είχαν φτάσει από το μέτωπο, ένοπλες περιπολίες γύρω και μέσα στις τουρκικές συνοικίες εμποδίζοντας τους διερχομένους στρατιώτες και να πλησιάζουν ακόμη προς αυτά τα τμήματα των Βουρλών.
Στην απελπισία, στην τρομερή αγωνία τους, οι Βουρλιώτες το γεγονός το θεωρήσαν πραγματικά ως απόλυτα, καθησυχαστικό. Και όχι μονάχα σταμάτησε σχεδόν, σε συνδυασμό με την παρακώλυση των ενόπλων ομάδων, η κίνηση για αναχώρηση, αλλά σαν να μη έφτανε αυτό, ξεκίνησε και μια Επιτροπή και πήγε στου Γιατρού το Νησί και στο Εγγλεζονήσι, όπου είχαν καταφύγει αρκετές βουρλιώτικες οικογένειες, για να τους πείσουν να επιστρέψουν, επειδή ύστερα από τη συμφωνία που κλείσανε με τους Τούρκους προκρίτους δεν υπήρχε πια κανένας απολύτως κίνδυνος για τους χριστιανούς των Βουρλών και πολλοί τα πίστευσαν όλα αυτά και γύρισαν δυστυχώς πίσω (3).
Παρ’ όλα ταύτα, η αγωνία ήταν το συναίσθημα που κυριαρχούσε στις ψυχές όλων ανεξαιρέτως των Βουρλιωτών όσο περνούσαν οι μέρες και τα διαδραματιζόμενα μπροστά στα μάτια τους δείχνανε ότι πλησίαζε η ώρα για τη μοιραία κρίση (4).
Στρατιωτικά τμήματα, τα περισσότερα ασύντακτα, εξακολουθούσαν να περνούν νύχτα και μέρα με κατεύθυνση προς τον Τσεσμέ.
Πολλοί από τους Βουρλιώτες προσμένανε εγκαρτερικά τη μοίρα τους· αλλά και πολλοί αμφιβάλανε αν θα τηρηθούν οι συμφωνίες με τους Τούρκους και επιδιώκανε να βρουν τρόπο να ξεφύγουν. Οι εξοχές ερημωθήκανε. Ντάμια και κουλάδες μείνανε μ’ ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα, χωρίς όμως γύρω τους και την παραμικρότερη κίνηση που να φανέρωνε ανθρώπινη παρουσία. Και θλιβερά σημάδια του πανικού δίπλα στα «γιατάκια», «σεργιά», με τα μαξούλια, αλλού μαζεμμένα, σωροί «γιγίνια», αλλού μέσα στα σακκιά και αλλού λίγο ή πολύ αμάζευτα· παρατημένα κι’ έρημα όλα. Κάποιοι, τραγική εκδήλωση αλλοφροσύνης, πριν φύγουν από τ’ αμπέλι τους, βάλανε τα «ζωντανά» και «τσαλαπατήσανε» την απλωμένη σταφίδα τους, σα να σκότωναν το ίδιο, το παιδί τους.
Τελευταίο τμήμα που πέρασε κατά τις 28 Αυγούστου φαίνεται πως ήταν το Σύνταγμα του Πλαστήρα. Ο ίδιος ο Πλαστήρας πέρασε αργά την ημέρα εκείνη. Λέγεται ότι, σταμάτησε για λίγο σε κάποιο καφενείο της Απάνω Λόντζας και ζήτησε να δει ορισμένους από τους παληούς συμπολεμιστές του στο Μακεδονικό Μέτωπο, όπως π.χ. τον Αναστάση τον Μπουτζαλή από τα πιο ακουσμένα παλληκάρια των Βουρλών. Λέγεται ότι και σ’ αυτόν και στον Αρχιερατικό Επίτροπο Παπα-Νεόφυτο συνέστησε να σπεύσουν να φύγουν γιατί έβλεπε κι’ αυτός πολύ μεγάλο τον κίνδυνο. Υποσχέθηκε μάλιστα, προσθέτουν οι σχετικές προφορικές πληροφορίες, να τους προστατεύσει με το Σύνταγμά του, όσο μπορούσε. Είτε γιατί δεν υπήρχε καιρός πλέον, είτε και γιατί δεν υπήρχε διάθεση, όπως είδαμε πιο πάνω και αν παραδεχτούμε ότι πραγματικά γίνηκε αυτή η σύσταση, δε λογαριάστηκε και τόσο. Ελάχιστοι, πολύ ελάχιστοι φαίνεται να την άκουσαν και φύγανε μαζί με το Σύνταγμα του Πλαστήρα, προς τον Τσεσμέ.
Την άλλη μέρα ο Πλαστήρας βρισκόταν στο Μάλκατζα και στα πέρα απ’ αυτόν υψώματα προστατεύοντας ως οπισθοφυλακή τους άλλους Έλληνες που υποχωρούσαν.
Την ίδια μέρα, 29 Αυγούστου 1922, ίσως η περισσότερο αξιομνημόνευτη ημερομηνία για την όλη ιστορία του τόπου αυτού, μπήκαν στα Βουρλά οι πρώτοι «τσέτες» και μαζί τους έφτασε και αντιπρόσωπος του κεμαλικού καθεστώτος. Πήγε μια Επιτροπή Χριστιανών να τον χαιρετίσει· να κάνει την πολιτική της· μια πολιτική βέβαια που είχε την εξήγησή της και την ιστορική της ακόμη δικαίωση στις κρίσιμες εκείνες στιγμές· κι’ επί τέλους ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται. Είχαν ελπίσει, νόμισαν πως μπορούν να ελπίζουν και στην υποστήριξη των Τούρκων προκρίτων συμπολιτών τους, ύστερα από τους επίσημους όρκους και τα συμφωνητικά που είχαν ανταλλάξει. Βρήκαν όμως εκεί αυτούς τους συμπολίτες τους να διεκτραγωδούν τα όσα δήθεν είχαν τραβήξει, την απελπιστική ως τότε κατάστασή τους όπως τη χαρακτήριζαν και να τον ευγνωμονούν τον αντιπρόσωπο του κεμαλικού καθεστώτος, που με τον ερχομό του τους έσωσε τελικά, χωρίς τίποτε να προσθέσουν σχετικό με τη στάση των Χριστιανών των Βουρλών. Απ’ εναντίας μερικοί εκφραστήκανε και για τους Χριστιανούς συμπολίτες τους με τρόπο διόλου καθησυχαστικό για την τύχη τους. Όσοι είχαν αποτελέσει την Επιτροπή αποχωρήσανε από τη συνάντηση εκείνη, πραγματικά ολότελα καταπτοημένοι. Το δράμα των Βουρλιωτών έμπαινε πια στην τελειωτική, την οριστική, την τραγικότερη φάση του.
Χαρακτηριστικό της αποκορυφωμένης απελπισίας που άρχισε να κυριεύει πλέον τους Βουρλιώτες, είναι ο λόγος που είπε ένας από την Επιτροπή, ο Δημητρός Κορδοπάτης, παλιός δικηγόρος στα τουρκικά δικαστήρια του τόπου, στον Χαράλαμπο Καρύδη το δάσκαλο, που τον συνήντησε, ακριβώς μόλις επέστρεψε από το Κονάκι.
— Χαράλαμπε τα πράγματα είναι πολύ άσχημα· πήγαινε στο σπίτι σου, αμπαρώσου και συχώρνα με και Θεός σχωρέσε· δεν ξέρω αν θα ξαναδωθούμε.
Και όντως δεν ξαναδωθήκανε· ο Κορδοπάτης υπήρξε από τα πρώτα μαρτυρικά θύματα της καταστάσεως.
Έτσι περίτρομοι οι Βουρλιώτες σπεύσανε να κλειστούν στα σπίτια τους. Όλη τη νύχτα, όσοι κατοικούσαν στο Φαρδύ Σοκκάκι άκουαν τα περπατήματα ενόπλων ομάδων που κατευθύνονταν να χτυπηθούν με τον Πλαστήρα στην Ξερόβρυση, πέντε χιλιόμετρα δυτικά της πόλεως, στο μυχό του κόλπου του Γκιούλμπαξε. Ο Πλαστήρας μετά την εκπλήρωση της εντολής του, μιας πολύ περιορισμένης και συντηρητικής εντολής, τραβήχτηκε κι’ αυτός προς τον Τσεσμέ. Κάποιο Ελληνικό πολεμικό έρριψε ακόμη λίγες οβίδες από τον κόλπο του Γκιούλμπαξε προς το δρόμο του Μάλκατζα και τα γύρω υψώματα. Τελικά κι’ αυτό τράβηξε και χάθηκε πέρα προς τα Καράμπουρνα, προς την έξοδο του Σμυρναϊκού κόλπου.
Και έτσι έμειναν πλέον οι νέοι κυρίαρχοι ανενόχλητοι· και το κακό, σύμφωνα με πληθώρα μαρτυριών, άρχισε την ίδια μέρα. Παραβιάζανε σπίτια, σπούσανε τις πόρτες τους, διαρπάζανε χρήματα, κοσμήματα και κάθε άλλο, λίγο ή πολύ πολύτιμο αντικείμενο, σκοτώνανε στην παραμικρότερη αντίδραση, ασελγούσαν πάνω στις γυναίκες και καμμιά φορά μπροστά στα μάτια των ανδρών των, που τους είχαν δέσει προηγουμένως σε κάποιο εκεί κοντά στύλο ή στον κορμόν κάποιου δένδρου· άλλοτε αρπούσαν νέα κορίτσια και τα τραβολογούσαν μαζί τους για σκοπούς ανομολόγητους (5). Αναφέρονται περιστατικά κοριτσιών που για ν’ αποφύγουν την ατίμωση πέσανε μέσα στα πηγάδια και πνίγηκαν σαν τις Σουλιώτισσες στο χορό του Ζαλόγγου, σαν τις γυναίκες της Νιάουσας κατά το 1825 που πέσανε και πνιγήκανε στον ποταμόν Αραπίτσα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ένα τέτοιο επεισόδιο γίνηκε στο σπίτι του παλιού προκρίτου των Βουρλών Γιάγκου Μιχαηλίδη του Γκεντζένσελη, όπως τον ξαίρανε οι Βουρλιώτες. Ένα σπίτι από τ’ αρχαιότερα του τόπου κοντά στη Κάτου Λόντζα. Μπήκαν οι Τούρκοι· σκότωσαν όσους άνδρες βρήκαν εκεί μέσα και τους γυιούς του Μιχαηλίδη, μεγάλους άνδρες, Ανδρέα, Στέλιο και Γιώργο· τα κορίτσια πέσανε στο πηγάδι έξι ή εφτά· και ανάμεσα σ’ αυτά δυο του Μιχαηλίδη η Ιωάννα και η Πηνελόπη πνίγηκαν. Κάτι τέτοιο διηγούνται πως γίνηκε και σ’ άλλα σπίτια.
Πυκνοί πυροβολισμοί ακούονταν σε διάφορα σημεία των χριστιανικών συνοικιών· ξεφωνητά των γυναικών· ούρλιαχτά των σκύλων. Γιατί πολλά ήσαν και τα περιστατικά των Βουρλιωτών εκείνων, που σε μια απελπισμένη, απόλυτα ηρωική πάλη, πέσανε με κάποιο όπλο στο χέρι προστατεύοντας πλέον μονάχα την τιμή τους και την τιμή του σπιτιού τους. Τη νύχτα η τραγικότητα της καταστάσεως γινόταν ακόμα φρικωδέστερη. Όλοι κλεισμένοι, αμπαρωμένοι, στα σπίτια τους αγωνιούσαν με την ψυχή στο στόμα κυριολεκτικά, για το πιο χειρότερο, που μπορούσαν να φανταστούν. Σε κάθε περπάτημα, έξω στους ολοσκότεινους και έρημους δρόμους, σε κάθε κρότο κάπου κοντά τους στη γειτονιά, οι καρδιές τους σπαρταρούσαν.
Την 3 Σεπτεμβρίου, οι Τούρκοι βάλανε φωτιά στα σπίτια των χριστιανών. Από πού πρωτάρχισε η φωτιά κανείς δε μπόρεσε να καταλάβει· κι’ αν άρχισε από μια μεριά ή από περισσότερες· λίγο πέρασε κι’ είδαν να καίονται σπίτια γύρω στην Απάνω Λόντζα και στην Κάτω Λόντζα. Καπνός πυκνός, μια θολούρα βαριά σκέπασε παντού τον ουρανό· η μυρωδιά των καιομένων αντικειμένων απλώθηκε σ’ όλη την ατμόσφαιρα. Κάποια κεφάλια αγριεμμένα από την τρομάρα πρόβαλαν στα παράθυρα.
— Φωτιά! Καιγόμαστε!
Αλάλιαξε η πρώτη έξαλλη κραυγή· κι’ ύστερα δεύτερη, τρίτη· όλο και πλήθαιναν και δυνάμωναν οι κραυγές από τη μια ως την άλλη άκρη της πολιτείας. Οι πόρτες οι διπλομανταλωμένες ανοιχτήκανε και χύθηκε ξέφρενος ο κόσμος στους δρόμους, αναζητώντας τη σωτηρία του· πού; κανείς δεν ήξαιρε και κανείς δε μπορούσε να φανταστεί. Στις γωνιές του δρόμου, στις εξόδους της πολιτείας, ομάδες τακτικών και ατάκτων ενόπλων παραμονεύανε. Και πυροβολούσανε. Άλλοι στον αέρα για να επιτείνουν τον πανικό· κι’ άλλοι αδίστακτοι στα κορμιά. Κάποιος ή κάποια έπεφτε στο δρόμο. Στο νεκρό ή στο λαβωμένο κορμί σωριάζονταν πάνω ξεφωνίζοντας η μάνα, η κόρη, η γυναίκα, ή αδελφή. Κι’ ύστερα... κανείς δεν μπορούσε να πληροφορήσει στο τέλος με ακρίβεια τι απόγιναν αυτά τα τραγικά συμπλέγματα. Στο φευγιό εκείνο του δυσπερίγραπτου τρόμου και της απόλυτης συγχύσεως, χώρησαν και δεν ξαναβρεθήκανε ποτέ πια πολλά αντρόγυνα, παιδιά από τους γονιούς των, αδέλφια μεταξύ τους.
Η φωτιά όλο και δυνάμωνε· οι καπνοί ξαπλωθήκανε πέρα στις εξοχές όπου αναζητούσαν οι κυνηγημένοι τη σωτηρία τους.
Οι κεντρικές χριστιανικές συνοικίες, γύρω στην Παναγία, στον Άη - Γιώργη και πιο μέσα καήκανε σχεδόν τελείως (6).
Από τις ομάδες που από μόνες τους σχηματίστηκαν, από ένστικτο, όπως οι αγέλες των ζώων μπροστά στην απειλή τρομερού κινδύνου, η κάθε μια πήρε την κατεύθυνσή της και η κάθε μια είχε τη δική της τραγική περιπέτεια (7).
Πολλοί σκοτώθηκαν σε κουλάδες και γενικά έξω στα κτήματα. Μερικοί μείνανε για καιρό στα βουνά, το Μεγάλο Βουνό, το Λυκοβούνι, τον Κάρακα και από εκεί ορισμένοι κατόρθωσαν να περάσουν και να γλυτώσουν στη Σάμο και στη Χίο. Άλλοι αναγκαστήκανε τελικά να κατέβουν στην πόλη και να παραδοθούν. Άλλοι χάθηκαν και κανένας δεν έμαθε ποτέ τι απογίνανε.
Ύστερα από την πρώτη αναταραχή της φωτιάς, οι χριστιανοί υποχρεωθήκανε όσοι βρέθηκαν κοντά στην πόλη, να συγκεντρωθούν στις δύο άκρες, του Κεντρικού Δρόμου στου Μπαμπατζάνη και κοντά στο Μεγάλο Γεφύρι, στο Γενή Μαχαλά (Νέα Συνοικία). Ώς αυτά τα σημεία δεν είχε φτάσει η φωτιά. Θεονήστικοι, κουρέλια κυριολεκτικά ψυχικά και σωματικά, μαντρωθήκανε σε μερικά αυτού σπίτια, με τη λαχτάρα για τη μοίρα τους την πιο πέρα. Πότε, πότε ερχότανε κάποιος Τούρκος, οδηγημένος καθώς τουλάχιστον αρκετοί είπαν, από κάποιον ντόπιο εβραίο και αρπούσε κανένα νεαρό κορίτσι. Γυρνούσαν κάποτε τα περισσότερα από τα κορίτσια αυτά στους δικούς τους σε κακά πάντα χάλια. Μερικά δεν ξαναγύρισαν κι’ ούτε και γι’ αυτά έμαθε κανείς τι απόγιναν.
Πέρασαν έτσι μια ή δυο μέρες και κατόπιν ήλθε το άλλο μεγάλο κακό· άρχισε συστηματική η περισυλλογή των ανδρών από 18 και 17 χρονών έως τα 55 και τα 60. Τους οδηγούσαν στην αρχή στην νοτιοανατολική έξοδο της τουρκικής συνοικίας στον Άη Γιάννη το Μουσελέ· εκεί υπήρχε ένας ανοιχτός χώρος, μια «αλάνα» την περιτρυγύρισαν με σύρματα και την οργανώσανε σ’ ένα είδος στρατοπέδου συγκεντρώσεως των πολιτικών αυτών ομήρων· εκεί τους καταγράφανε (για ποιό λόγο άραγε;) και κατόπιν σχηματίζανε συνοδείες από 200 έως 500 άτομα και τους εξαπόστελναν στη Σμύρνη και πολύ πιο μακριά ακόμη, στο εσωτερικό της Ανατολής. Κι’ απ’ αυτές τις τραγικές συνοδείες, ποτέ τους δεν φτάσανε όλοι τους ως τον τόπον του τελικού προορισμού. Στο δρόμο τους περνούσαν επίτηδες, καθώς φαίνεται, μέσα από τούρκικα χωριά, όπου οι κάτοικοί τους ή έστω ορισμένοι από αυτούς, τους προπηλακίζανε και τους κακοποιούσανε ποικιλοτρόπως και πολλούς τελικά τους θανάτωναν. Από εκείνους που έτυχε να περάσουν από τη Σμύρνη και να μείνουν εκεί λίγο, μερικοί είχαν την καλή τύχη, προ πάντων από τους οπωσδήποτε περισσότερο ηλικιωμένους, να γλυτώσουν.
Οι άλλοι; ...Ελάχιστοι σχετικά γλυτώσαν.
Υπάρχει μια πληροφορία ότι από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως τ’ Άη-Γιάννη του Μουσελέ —από τα «τέλια του Μουσελέ» όπως κρατήθηκε για χρόνια φρικώδης η ανάμνησή τους στη μνήμη των προσφύγων Βουρλιωτών— πέρασαν περί τις ένδεκα χιλιάδες (άρ. 11.000) χριστιανοί. Ίσως να θεωρηθεί από μερικούς ο αριθμός αυτός υπερβολικός· εν τούτοις σε μένα δεν φαίνεται και τελείως απίθανος. Από αυτούς περί τους χιλίους μπόρεσαν και ξεγλύτρησαν στη Σμύρνη. Από τους άλλους, όταν ύστερα από ένα χρόνο επετράπη η επιστροφή των στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι δεν γύρισαν περισσότεροι από δύο χιλιάδες.
Οι αριθμοί αυτοί είναι νομίζω πλήρως παραστατικοί του τρομερού μεγέθους της καταστροφής που πάθανε οι Βουρλιώτες.
Κατά το γενικό αυτό περιμάζευμα των ανδρών, όσους προκρίτους μπόρεσαν και βρήκαν τους εξετέλεσαν, κάπου κοντά στο τμήματος σελέ με την κατηγορία ότι υπήρξαν αρωγοί ή μέλη του τμήματος της Μικρασιατικής Αμύνης Βουρλών· λέγουν μάλιστα κατά τρόπο μαρτυρικό και χωρίς διαδικασία.
Έτσι εμαρτύρησαν τότε ο Αρχιερατικός Επίτροπος Νεόφυτος Βαρδαλάχος, ο Αλέκος Κορές, ο Σωκράτης Κορές, ο Γρηγοράκης Χριστοφίδης (ο Σαρρή-Γρηγόρης), ο Κωστής Φουρούλης, ο Δημητρός Κορδοπάτης, ο Ευάγγελος Βαλλιάδης (ο Σαρρή-Βαγγέλης), ο Ανδρέας Γάτζος και άλλοι...
Τον Μιχαλιό Μιχαηλίδη, γνωστόν κι’ αυτόν στα Βουρλά ως Κουτσο-Μίχαλο, από τα σοβαρότερα και ζωηρότερα στοιχεία του τόπου, τον σκότωσαν μέσα σ’ ένα σπίτι, όπου είχε καταφύγει με την οικογένειά του (8).
Και ύστερα, έρημοι και απορφανισμένοι από τους προστάτες τους, νηστικοί και αγωνιώντες είχαν παραμείνει ακόμη για λίγες μέρες στα Βουρλά, στο έλεος της Μοίρας τους, οι γέροι, οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά.
Στις 15 Σεπτεμβρίου καταπλεύσανε στην Καραντίνα, στο παλιό νησί των Κλαζομενών 8 ή 10 βαπόρια, για να τους πάρουν πια αυτούς και να τους μεταφέρουν στην Ελλάδα.
Την θυμούνταν και την ανιστορούσαν συχνά —με ενάργεια εκείνη τη θλιβερή πορεία, πέντε ή έξι περίπου χιλιομέτρων, από τα Βουρλά ως τον τόπο της επιβιβάσεως.
Αφήνανε πια για πάντα τον τόπο τους· τον τόπον όπου είχαν γεννηθεί, όπου ήσαν θαμμένοι οι γονείς τους, οι παππούδες τους, αρκετές γενεές προγόνων, όπου είχαν στηρίξει τα σχέδια και τα όνειρα για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Βαθύς ο πόνος τους· κάποιοι πέρασαν και είδαν για υστερή φορά τα καμένα σπίτια τους.
Ήταν αλλοίμονο ο μοναδικός πια δρόμος της σωτηρίας, που τους είχεν απομείνει· αλλά ούτως ή άλλως επρόκειτο πραγματικά για κάτι το πολύ σοβαρό στην κατάσταση της απόλυτης απογνώσεώς τους. Εκείνο βέβαια που βάραινε ιδιαίτερα τη στιγμή εκείνη της εξόδου των από τη γή των πατέρων τους, πάνω από όλους τους καημούς τους, ήταν η αγωνία για την τύχη των άλλων των δικών τους· τους είχαν πάρει πριν λίγες μέρες και κανείς δεν ήξαιρε τι απέγιναν.
Γυναίκες το μεγάλο πλήθος, κάμποσοι γέροι και πολλά παιδιά, ήσαν όσοι βάδισαν εκείνον τον πικρότατο δρόμο της εξορίας από τα Βουρλά ως το νησί των Κλαζομενών. Τι τραγική αλήθεια σύμπτωση! από το ίδιο μέρος φεύγανε, όπου πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια περίπου είχαν έλθει για πρώτη φορά οι Έλληνες, οι αρχαίοι Ίωνες, στα παράλια εκείνα.
Πολλοί γέροι και άλλοι αρρωστημένοι δεν μπόρεσαν να βαστάξουν· δεν φθάσαν ως το τέρμα της τραγικής πορείας· μείνανε στο δρόμο. Στα πλάγια του και εκεί μέσα στα χαντάκια, αρκετούς τέτοιους εγκαταλελειμένους νεκρούς, αναφέρανε ότι είδαν κατά την αναχώρησή τους αυτοί οι υστερνοί Βουρλιώτες.
Αναφέρονται ακόμη και μερικές βιαιοπραγίες, αρπαγές κοριτσιών και φόνοι· πάντως σε πολύ περιορισμένο τώρα βαθμό. Ίσως γιατί η τραγωδία των ανθρώπων αυτών έφτανε στη λύση της πλέον· ίσως γιατί σε λίγο θα μπαίνανε στα βαπόρια, θα τους βλέπανε και θα τους ακούανε και ξένοι· και γι’ αυτό η εντύπωση από τις βιαιότητες, συμφέρον ήταν να είχε αμβλυνθεί. Υπήρξαν μάλιστα, καθώς διηγούνται, και μερικές εκδηλώσεις ευσπλαχνίας· κάποιους ηλικιωμένους και εξαντλημένους, που δεν μπορούσαν να βαδίσουν τους περισυνέλεξαν και με κάρρα τους μεταφέρανε ως τον τόπον της επιβιβάσεως.
Και αυτό μπορεί να σημαίνει ότι, όλες οι άλλες προηγούμενες βιαιότητες και σφαγές, θα ήτο δυνατόν να είχαν αποφευχθεί, αν το ήθελαν οι ηγήτορες της νέας καταστάσεως των πραγμάτων.
Διαρπαγές εν τούτοις χρημάτων και άλλων πολυτίμων αντικειμένων, αναφέρεται ότι γίνηκαν σε αρκετή έκταση και με κάποιο σύστημα μάλιστα. Εκεί στου Μπαλαλάκη είχε οργανωθεί ένα είδος «μπλόκου». Άφηναν να περνά ένας - ένας δήθεν γιατί έπρεπε να τους κάνουν έρευνα· και τους έγδυναν κυριολεκτικά. Όχι μονάχα αντικείμενα με κάποια μικρή ή μεγάλη αξία τους τα έπαιρναν, αλλά ακόμη και τα παπούτσια τους και κάποιο ρούχο τους πολλές φορές, που έδειχνε να άξιζε κάπως.
Αλήθεια όμως, τι σημασία μπορούσαν νάχουν πια τώρα αυτά τα ελάχιστα, εμπρός στα πάντα τ’ άλλα που εγκαταλείψανε πίσω τους, που τα χάνανε πια;
Τα βαπόρια φόρτωσαν και φύγανε· τα συνόδευε και κάποιο αμερικανικό πολεμικό.
Κι’ έτσι πήρε τέλος η ιστορία των ελληνικών Βουρλών. Εκτός από τις χιλιάδες των Βουρλιωτών που συνεχίζανε τις στιγμές εκείνες, όσοι ζούσανε ακόμη, το Γολγοθά τους, στο εσωτερικό της Ανατολής, από τον πολυπληθέστατον και ανθηρότατον Ελληνισμόν των Βουρλών είχαν απομείνει εκεί κάποιοι λίγοι αιχμάλωτοι μέσα στην πολιτεία και κάποιοι άλλοι, λίγοι σχετικώς κι’ αυτοί που είχαν καταφύγει, όπως προείπαμε, στα βουνά του Κόρακα, προσμένοντας κανένα καΐκι να περάσει να τους πάρει κι’ αυτούς.
 
Υποσημειώσεις
(1) Σχετικοί και ενδεικτικοί της αγωνίας των Βουρλιωτών, συνδυαζόμενοι και με την πίστη προς την Παναγία τους, είναι και μερικοί θρύλοι που εδημιουργήθησαν τότε ή μεταγενέστερα. Έναν τέτοιον αναφέρει και ο κ. Σ. Κουκουνσάκης στο δημοσίευμά του «Από την Μικρασιατικήν Τραγωδίαν» (Εφημ. «Πατρίς» Αθηνών, 26.1.1930):
Κατά την νύκτα της 14ης προς την 15ην Αυγούστου του 1922 οι Χριστιανοί που αγρυπνούσαν στο ναό και στον αυλόγυρο της Παναγίας στα Βουρλά είδαν κατά τα μεσάνυκτα ένα νεφέλωμα να γεμίζει ξαφνικά τον νάρθηκα και να κατευθύνεται προς το «Ιερό» και συγχρόνως ακούσανε καθαρά την κραυγή «φωτιά» να επαναλαμβάνεται δυο φορές με παράδοξη φωνή τρόμου. Όλοι φοβηθήκανε και σταυροκοπηθήκανε, αλλά κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει το μυστήριο της κραυγής, ούτε το όραμα του λευκού νεφελώματος, που για μια στιγμή όταν έφθασε μπροστά στο «Ιερό» φάνηκε να βγάζει φλόγες σαν πύρινες γλώσσες.
Κάτι ανάλογο άκουσα κι’ εγώ από διηγήσεις. Άλλοι πάλιν μου διηγήθησαν, πως ξαφνικά, κάποια μέρα τότε, άρχισαν να κουνιούνται μυστηριωδώς οι πολυέλεοι της Παναγίας.
 
(2) Βλ. Εφημερίς της Κυβερνήσεως. Αρ. φύλλου 119 τεύχος Α' 20-7-1922.
Η πολιτική αυτή της τότε Ελληνικής Κυβερνήσεως, μπορεί να έχει κάποια δικαιολογία ή έστω εξήγηση· και πολύ σοβαρή μάλιστα, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε. Δεν πρέπει παρά ταύτα να παραβλεφθεί πως, όλο το σύμπλεγμα των αισθημάτων που επεκράτησαν από τότε και σχεδόν έως σήμερα, στις εκδηλώσεις των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, απέναντι του πολιτικού κόσμου που εκυβερνούσε τότε την Ελλάδα, ένα σύμπλεγμα πρόξενον πολλών μεταγενεστέρων εθνικών περιπλοκών, οφείλεται στην πικρίαν αυτή των Μικρασιατών Ελλήνων, για την εγκατάλειψή τους στη σφαγή και τον όλεθρο.
 
(3) Φαίνεται ότι και στο Αϊβαλί δεν ήθελαν οι κάτοικοι να φύγουν και να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και πολλοί που φύγανε ξαναγύρισαν πίσω. Τουλάχιστον κάτι τέτοιο προκύπτει και από ένα άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην εφημ. «Ελευθερία» Αθηνών (31.10.48).
 
(4) Πρέπει να σημειωθεί και μια άλλη προγενέστερη κάπως ενέργεια· είχε εκδηλωθεί πριν ακόμα γίνει ευρύτατα αντιληπτή η μεγίστη έκταση της ελληνικής στρατιωτικής καταρρεύσεως. Πρόκειται ακριβέστερα για την κίνηση συμμετοχής και των Βουρλιωτών στην οργάνωση ορισμένων πολιτικών παραγόντων και στελεχών του στρατού για τη διατήρηση τουλάχιστον της Σμύρνης και της στενότερης περιοχής της. (Βλ. και στην εφημ. «Έθνος» 28-10-54 στο σχετικό δημοσίευμα στρατηγού Χρ. Τσιγάντε). Στα Βουρλά ηγήτορες της κινήσεως ήσαν ο φαρμακοποιός Μιχ. Κονδύλης, ο Γιάννης Σαρημπεγιόγλου, ο Δημητρός Περιβόλας, ο Διαμαντής Κόκος. Είχεν αρχίσει η καταγραφή των εθελοντών στη Μητρόπολη καθώς και μερικές άλλες πράξεις προς την κατεύθυνση αυτή της οργανώσεως ενός μικρασιατικού αμυντικού κινήματος. Σύντομα όμως ατόνησε και αυτή η προσπάθεια. όταν έφτασε η πληροφορία ότι, ματαιώθηκε κάθε σχετική εκδήλωση στο Κέντρο της Σμύρνης. Από τους παραπάνω και ο Δημητρός Περιβόλας και ο Γιάννης Σαρημπεγιόγλους και ο Διαμαντής Κόκος από τα πιο αντιπροσωπευτικά παλληκάρια του τόπου. Ο Σαρημπεγιόγλους είχε κι’ ένα καφενείο στην Απάνω - Λόντζα, κέντρο ακριβώς των παλληκαριών της σειράς του. Κατά την Καταστροφή δεν πρόφτασε να σωθεί· τον πιάσανε στο δρόμο προς τη Σμύρνη. Εκεί σε κάποιο «κισλά» της Σμύρνης, όπου τον είχαν με πολλούς άλλους περιορίσει, δε μπόρεσε να βαστάξει από το φιλότιμό του αυτοκτόνησε χτυπώντας με πέτρες το κεφάλι του.
 
(5) Υπάρχει ένα μοναδικό «ντοκουμέντο» των λεπτομερειών της Καταστροφής των Βουρλών· το γράμμα ενός μορφωμένου αυτόπτη. Ο γιατρός Ιωάννης Παγώνης (ο Μπενουάς) το έγραψε στην κόρη του Αρτέμιδα σύζυγο Ιωάννη Διαμαντάκη στις 4 Φεβρουαρίου 1924.
Μερικά αποσπάσματα είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικά και ενδιαφέροντα:
« Ήτο δε μεσονύκτιον πλέον... και από των πέριξ οικιών και εις του Πετράκη το σπίτι του Δημητρού —μεταξύ της εκκλησίας της Παναγίας και της Αναξαγορείου Σχολής— και από όλα τα άλλα και από του Ι. Μιχαηλίδη και από το σχολείον ηκούοντο σπαραξικάρδιοι οιμωγαί και... και...
Εκείθεν είδον παρθένους τας οποίας μετέφερον από σπίτια και άλλας από το Σιβρισάριον και Κιλισμάνιον, αι οποίαι ευρέθησαν εντός της σχολής, να τας θέτουν επί των παραθύρων και...».
 
(6) Από το γράμμα του γιατρού Παγώνη ως ανωτ.:
«Την πέμπτην ημέραν αφ’ εσπέρας εθεάθη η εις Σμύρνην πυρκαϊά και την Παρασκευήν 3 ώρας μετά το μεσονύκτιον πριν εξημερώση, έθεσαν την πυρκαϊάν πρώτον εις του Σαμολαδά την οικίαν κειμένην απέναντι της Παναγίας· εγώ δε άγρυπνος νυχθημερόν απεκοιμήθην και εγερθείς την 4ην ώραν μετά το μεσονύκτιον, δεν εύρον κανένα εντός της οικίας μου καθ’ ότι είχον φοβηθεί και ιδόντες τους κατοίκους να τρέχωσιν εις τους δρόμους έφυγον πάντες από του υπογείου (του σπιτιού του) την θύραν...
Επεκράτει δε νότιος άνεμος και η πυρκαϊά είχεν προχωρήσει μέχρι της κάτω αγοράς προς την λέσχη. Και δεξιά και αριστερά είχε καταλάβει την Σουφλά συνοικίαν και Βάλια και Μανιάτ. Και από το Σιρέ συνοικίαν και Βαξελή και Σπιτάλια, κατήρχετο άλλη πυρκαϊά ην είχον θέσει συγχρόνως εις διάφορα μέρη και κέντρα των συνοικιών. Τούτου ένεκεν άπαντες οι κάτοικοι εξήλθον προς τα έξω της πόλεως μέρη, χιλιάδες γυναικόπαιδα και έτρεχον από τον Άγιον Γεώργιον Ορφανόν και αλλαχόθεν προς το Ρουστέμ - κιοϊ και προς του Ξύστρη τον δρόμο...
Φρικτόν το θέαμα!
Προς το μέρος του Αθανάση Τσιφούτη και κάτω μέχρι του Ξύστρη έκειντο φονευμένοι πολλοί άνδρες και γυναίκες. Απέναντι εις του Μάλαμα το σπίτι στρατιώται επυροβόλουν τους διερχομένους...
Την πρωΐαν του Σαββάτου έθεσαν πυρ δι’ αρκετών τενεκέδων πετρελαίου εις την Αναξαγόρειον Σχολήν και εις την εκκλησίαν· αυτά τα είδον εκ του οίκου μου ιδίοις όμμασι (το σπίτι του γιατρού Παγώνη βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την ανατολική πλευρά της Αναξαγορείου Σχολής)...
Και όσοι είχον καταφύγει από Σιβρισάριον και Κιλισμάνιον εις την Σχολήν εκάησαν· δύο γυναίκες και ένα μικρόν παιδίον μόνον επρόφθασαν και έφυγαν και έπεσαν από τον ορνιθώνα μου μέσα εις το περιβόλι μας...
Μόνον την οδόν Κορέ (στο Γενή Μαχαλά) και την άγουσαν μέχρι του φαρμακείου μας (φαρμακείον Δ. Γρηγοροπούλου, στο κεντρικό δρόμο, στα «μανιφατουριέρικα») δεν κατέκαυσαν και τα άκρα ίσως της πόλεως· αι δε λοιπαί συνοικίαι άπασαι μετά των εκκλησιών και του Ιερού Νοσοκομείου εγένοντο παρανάλωμα του πυρός· και είδον εις όλας τας συνοικίας φονευμένους και κεκαυμένους εν είδει δαυλών, άνδρας και γυναίκας και παιδιά αμέτρητα και αγνώριστα...».
 
(7) Σημειώνουμε δυο τέτοια περιστατικά, που χαρακτηρίζουν κάπως, όχι όμως σ’ όλην την ανέκφραστη κυριολεκτικά πληρότητά της, την τραγική εικόνα της καταστάσεως όπως διαμορφώθηκε.
Ήσαν καμμιά δεκαπενταριά κορίτσια στην περίτρομη περιπλάνησή τους· σμίξανε, συσσωματωθήκανε και σχημάτησαν έτσι έναν όμιλο, που έξω στ’ αμπέλια γύρευε να σωθεί. Τη μέρα κρύβονταν μέσα στις «κουτσούρες» και τη νύχτα γυρνούσαν κάτι να ξεδιακρίνουν μέσα στα σκοτάδια, κάπου λίγο νερό να πιούν και αλλού τίποτε κυδώνια σε καμμιά κυδωνιά ή σταφίδες παρατημένες σε κάποιο σεργί. Εκεί κάποτε συναντήθηκαν μ’ ένα νεαρό αντρόγυνο· η μάννα κρατούσε στην αγκαλιά της κι’ ένα μωρό χρονιάρικο. Το νέο αυτό ζευγάρι τα παρακάλεσε τα κορίτσια τα ικέτευσε να τους δεχτούν κι’ αυτούς στη συντροφιά τους· πίστευαν ότι θα αντιμετώπιζαν μαζύ τους κάθε κίνδυνο. Τα κορίτσια δεν τους θέλησαν· το κλάμα του μωρού ήταν φόβος να τους προδώσει. Τσέτες και άλλοι Τούρκοι που συχνοδιάβαιναν στις εξοχές ήταν πιθανόν έτσι να τους ανακαλύψουν. Το αντρόγυνο αφού κάμποσο επέμενε, μάταια όμως, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί. Σε λίγο ξαναγύρισαν· η μάννα έξαλλη δερνόταν· το μωρό δεν το κρατούσε πια στην αγκαλιά της. Το είχε πετάξει κάπου εκεί κοντά μέσα σ’ ένα πηγάδι. Το επεισόδιο αυτό, που φαίνεται σαν απίθανο, μου το διηγήθηκε μια από τις κοπέλλες του ομίλου.
Μια άλλη παρέα είχε πάρει, ύστερα από τη φωτιά το δρόμο της Σμύρνης. Ανάμεσά τους ήταν κι’ ο Αναξαγόρας Κορές, ένας από τους σταφιδεμπόρους του τόπου και η γυναίκα του Ουρανία, με τα παιδιά τους. Κοντά στο Κάστρο πέσανε πάνω σε τσέτες· για να γλυτώσουν ρίχτηκαν και οι δυό τους στη θάλασσα και απομακρύνθηκαν κολυμπώντας. Ο άντρας δε μπόρεσε να κρατηθεί και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω· η γυναίκα προχώρησε κι’ έμεινε στη θάλασσα ως την άλλη μέρα το πρωί, οπότε αναίσθητη πλέον, την περισυνέλεξε ένα ιταλικό βαπόρι και τη μετέφερε στη Ρόδο. Τον άντρα της δεν τον ξανάδε· τον πιάσανε όταν βγήκε στην παραλία και κατόπιν χάθηκε κι’ αυτός όπως και τόσες άλλες χιλιάδες Βουρλιωτών.
Στο περιστατικό της Ουρανίας Αναξαγόρα Κορέ, αφιέρωσε και ειδικό χρονογράφημα ο Σπύρος Μελάς στην εφημ. «Ελεύθερον Βήμα» της 20-6-1936 με τον τίτλο «Ηρωική Γυναίκα» (είχε πεθάνει τότε στον «Ευαγγελισμό» σε ηλικία 45 χρονών). Για το ίδιο περιστατικό βλ. και εφημ. «Πατρίς», 23 και 24-1-1930.
 
(8) Από το γράμμα πάλιν του γιατρού Παγώνη ως ανωτ.
«Διετάχθην μετά τινων νοσοκόμων να περιέλθω τας υπό του πυρός ή μη καταστραφείσας συνοικίας και απαριθμήσωμεν και σημειώσωμεν τα μέρη ένθα ευρίσκοντο πτώματα ανθρώπινα, όπως φροντίσω την καταστροφήν ή ταφήν χάριν υγιεινού σκοπού. Μόνον εις την συνοικίαν Σουφλά και Βάλια εμέτρησα 250 πτώματα, 80 γυναικών και 170 ανδρών διαφόρου ηλικίας. Εις Μανιάτ, Σπιτάλια, Αγίου Ευστρατίου, φοβερόν το θέαμα...
Απέναντι δε του Διοικητηρίου περισυνέλεξον άνω των 50 χριστιανών βαρέως και θανασίμως τραυματισμένων των περισσοτέρων γυναίκες και άνδρες 4-6 ετών παιδία μικρά άρρενα και θήλεα· δύο μικρά κορίτσια 9-10 ετών συνεπεία... ήσαν σχισμένα μέχρι του δακτυλίου (ρήξιν του περιτοναίου τελείαν)· και πώς να αναφέρω ονόματα!...».