Barbara Jelavich «Η Ελληνική Επανάσταση»
Οι μάχες μεταξύ των οθωμανικών και των ελληνικών δυνάμεων είχαν ήδη αρχίσει σε μεγάλο βαθμό πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης το Μάρτιο του 1821. Η σύγκρουση αυτή αφορούσε την παλιά διαμάχη μεταξύ της Πύλης και του απείθαρχου αγιάνη της επαρχίας, του Αλή πασά, το αρχηγείο του οποίου βρισκόταν στα Γιάννενα. Όπως έχουμε δει, αποτελούσε συνεχή ενόχληση για τις οθωμανικές αρχές. Έπαιζε ανάμεσα στους εξεγερμένους και την κυβέρνηση στα δυτικά Βαλκάνια και είχε συνάψει σχέσεις με άλλες κυβερνήσεις. Αν και ήταν πρόθυμος να αποδεχτεί την κυριαρχία της Πύλης, επιδίωκε την εγκαθίδρυση ενός αυτόνομου κράτους, με όλη την εξουσία στα χέρια του. Έχτισε δεσμούς με τη Φιλική Εταιρεία ελπίζοντας ότι θα κέρδιζε την ελληνική υποστήριξη για τα δικά του σχέδια. Το 1819, ο Μαχμούτ Β΄ αποφάσισε ότι ο Αλή έπρεπε να βγει από τη μέση.
Γνωρίζοντας καλά τον οθωμανικό κίνδυνο, ο Αλή προετοίμασε αντίσταση. Ξεκίνησε μεγάλη προσπάθεια για να εξασφαλίσει ελληνική και αλβανική χριστιανική βοήθεια. Βελτίωσε τις συνθήκες στα χωριά που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του και έκανε έκκληση στους τοπικούς καπετάνιους να ενωθούν μαζί του. Πράγματι, ορισμένοι Έλληνες ήρθαν στην υπηρεσία του. Ωστόσο, ο οθωμανικός στρατός κατόρθωσε να προελάσει εναντίον του, αν και με αρκετή δυσκολία. Το 1820 σημαντικές οθωμανικές δυνάμεις ήταν απασχολημένες στις επιχειρήσεις εναντίον του Αλή πασά στα δυτικά Βαλκάνια. Αυτό πρόσφερε στους Έλληνες μια καλή ευκαιρία για ξεκινήσουν την επανάστασή τους. Η Φιλική Εταιρεία και ο Υψηλάντης, όπως έχουμε δει, είχαν αποφασίσει να αρχίσουν την επανάστασή τους με μια εξέγερση στην Πελοπόννησο και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η εξέγερση στην Ελλάδα καθυστέρησε επειδή δεν στάθηκε δυνατόν να γίνουν έγκαιρα οι απαραίτητες προετοιμασίες. Έπειτα η έμφαση τέθηκε στις ηγεμονίες. Αποτελούσαν πηγή χρημάτων και στρατιωτών και θα χρησιμοποιούνταν για την προσέλκυση της Ρωσίας στη υπόθεση. Στην ουσία, αν και ο Υψηλάντης άρχισε τον ξεσηκωμό στη Μολδαβία, οι προετοιμασίες στην Ελλάδα συνεχίστηκαν. Ωστόσο, δεν υπήρχε μεγάλος συγχρονισμός μεταξύ των διαφόρων κέντρων και η εξέγερση στην Πελοπόννησο ξεκίνησε κυρίως λόγω τοπικών γεγονότων.
Όπως και οι ηγεμονίες έτσι και η Πελοπόννησος πρόσφερε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες για την οργάνωση της επανάστασης. Οι Έλληνες είχαν αρκετή αυτονομία υπό τους δικούς τους αρχιεπισκόπους. Ο έλεγχος των αγροτικών περιοχών βρισκόταν περισσότερο στα χέρια των Ελλήνων παρά των Οθωμανών. Επιπλέον, υπήρχαν πολλοί στρατιωτικοί συγκεντρωμένοι στην περιοχή, ιδιαίτερα στη Μάνη. Επίσης, ήταν δυνατή η διατήρηση στενής επαφής με τα νησιά, που είχαν δικαιώματα αυτοκυβέρνησης.
Στα ελληνικά εδάφη οι οθωμανικές αρχές δεν ανησυχούσαν τόσο για τις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρείας όσο για την πιθανότητα μαζικής χριστιανικής υποστήριξης στον Αλή πασά. Ο Αλή κατάφερνε πάντα να κερδίζει κάποια βοήθεια τόσο από Έλληνες όσο και από Αλβανούς χριστιανούς της περιοχής. Το Μάρτιο, οι Οθωμανοί αξιωματούχοι συγκάλεσαν στην Τριπολιτσά τους ορθόδοξους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων του αρχιεπισκόπου και των επισκόπων Πελοποννήσου για συνδιάσκεψη. Οι Έλληνες δίσταζαν να υπακούσουν ανησυχώντας για το τι μπορούσε να τους συμβεί. Στην πραγματικότητα, όσοι εμφανίστηκαν φυλακίστηκαν. Ορισμένοι άρχισαν τότε να αναλαμβάνουν δράση. Τοπικοί ηγέτες άρχισαν να επιτίθενται σε Τούρκους προύχοντες στην περιοχή και πριν από τα τέλη Μαρτίου οι πράξεις αυτές γενικεύτηκαν. Στις 21 Μαρτίου ξέσπασε γενικός ξεσηκωμός στη Μάνη. Η συμβολική πράξη, που στο εξής θα γιορταζόταν ως το χρονικό σημείο έναρξης της επανάστασης, έγινε στις 25 Μαρτίου. Την ημέρα εκείνη, σύμφωνα με τις λαϊκές πεποιθήσεις, ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός σήκωσε τη σημαία της επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Στάσεις σημειώθηκαν τότε σε όλες τις ελληνικές περιοχές και στα νησιά, ιδιαίτερα στην Ύδρα, στις Σπέτσες και στα Ψαρά, τα οποία θα αποτελούσαν αργότερα σημαντικά κέντρα για τις ελληνικές ναυτικές επιχειρήσεις.
Ορισμένες από τις πρώτες ελληνικές πράξεις έγιναν εναντίον άοπλων οθωμανικών συνοικιών. Εκτιμάται ότι 15.000 από τους 40.000 μουσουλμάνους κατοίκους της Πελοποννήσου σκοτώθηκαν. Οι υπόλοιποι διέφυγαν στις οχυρωμένες πόλεις, ορισμένες από τις οποίες αντιστάθηκαν μέχρι το τέλος της επανάστασης. Άλλες καταλήφθηκαν. Η Τριπολιτσά καταλήφθηκε τον Οκτώβριο του 1821 και οι κάτοικοί της σφαγιάστηκαν. Οι χριστιανικές θηριωδίες δεν υστερούσαν σε τίποτα από αυτές των Οθωμανών. Ο απαγχονισμός του πατριάρχη έχει ήδη αναφερθεί. Ανάλογα γεγονότα σημειώθηκαν και σε άλλα μέρη της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό. Το 1822, η σφαγή της Χίου, όπου χάθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, προσέλκυσε την προσοχή της Ευρώπης. Κατά κανόνα, στην Ευρώπη οι θηριωδίες των Οθωμανών περιγράφονταν πλήρως, με όλες τις μακάβριες λεπτομέρειες. Αντίθετα, υπήρχε τάση να αγνοούνται οι χριστιανικές θηριωδίες.
Αρχικά, δεν υπήρξε μαζική οθωμανική στρατιωτική επιχείρηση κατά των Ελλήνων επαναστατών. Η αυτοκρατορία συνέχισε να επικεντρώνει την προσοχή της στον πόλεμο εναντίον του Αλή πασά. Επίσης, έπρεπε να σταλεί στρατός στις ηγεμονίες για την αντιμετώπιση της εκεί εξέγερσης. Η συμμετοχή των οθωμανικών δυνάμεων στα δυτικά Βαλκάνια και τις ρουμανικές επαρχίες έδωσε στους εξεγερμένους της Πελοποννήσου το χρόνο να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους. Τελικά, ο Αλή πασάς συνελήφθη και εκτελέστηκε τον Ιανουάριο του 1822 και το κεφάλι του στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η Πύλη μπορούσε τώρα να αντιμετωπίσει τους Έλληνες. Εκτός από την Ήπειρο, οι οθωμανικές δυνάμεις κατόρθωσαν να καθυποτάξουν τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Ωστόσο, το προπύργιο των εξεγερμένων παρέμεινε η Πελοπόννησος, ενώ έλεγχαν και μια περιοχή βόρεια του Ισθμού της Κορίνθου στη Ρούμελη συμπεριλαμβανομένων των πόλεων του Μεσολογγίου, της Θήβας και της Αθήνας.
Έτσι, οι κύριες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Οθωμανών κατευθύνθηκαν εναντίον της περιοχής αυτής. Το 1822 και 1823 η Πύλη έστειλε στρατό για την ανακούφιση των φρουρίων που αντιστέκονταν με Οθωμανούς στρατιώτες. Η επιχείρηση δεν ήταν εύκολη. Οι εξεγερμένοι είχαν τη βοήθεια του ναυτικού, που αποτελούνταν κυρίως από εφοπλιστές, οι οποίοι δρούσαν με δική τους πρωτοβουλία, συνήθως ως πειρατές. Ήταν αποτελεσματικότατοι κατά των οθωμανικών ναυτικών δυνάμεων, που ήταν αδύναμες, και ακόμα πιο αποτελεσματικοί στη διακοπή των θαλάσσιων επικοινωνιών. Έτσι, η οθωμανική εισβολή έπρεπε να γίνει από την ξηρά. Στάλθηκαν στρατιές τόσο από την Ήπειρο όσο και από την Κωνσταντινούπολη, αλλά οι γραμμές ανεφοδιασμού εκτείνονταν σε μεγάλο μήκος, ενώ η εκστρατευτική περίοδος ήταν σύντομη. Ο οθωμανικός στρατός παρενοχλούνταν διαρκώς από Έλληνες αντάρτες, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους αντιπάλους τους, ήξεραν να εκμεταλλεύονται άριστα τα πλεονεκτήματα του ορεινού εδάφους. Οι Έλληνες δεν πήγαιναν στη μάχη ως οργανωμένος τακτικός στρατός, αλλά σε ομάδες υπό τους ντόπιους καπετάνιους.
Έτσι, μέχρι το 1825 επήλθε αδιέξοδο. Καθώς η νίκη έμοιαζε αδύνατη χωρίς εξωτερική βοήθεια, ο Μαχμούτ Β΄ αποφάσισε να κάνει έκκληση στον πασά της Αιγύπτου, Μοχάμετ Άλι. Όπως και ο Αλή πασάς, έτσι και ο Αλβανός αυτός αρχηγός είχε ανέλθει στα ανώτερα αξιώματα στην υπηρεσία των Οθωμανών. Ως ηγεμόνας της Αιγύπτου δεν είχε υποταγεί στην οθωμανική εξουσία και ο σουλτάνος αναγκάστηκε να καταφύγει σε μόνο και μόνο εξαιτίας της δικής του στρατιωτικής αδυναμίας. Ο Μοχάμετ Άλι ήταν διατεθειμένος να επέμβει, αλλά το αντίτιμο ήταν μεγάλο. Για τις υπηρεσίες του αυτές απαίτησε την Κρήτη για τον ίδιο και την Πελοπόννησο για το γιο του Ιμπραήμ, που ήταν εξαιρετικός στρατιωτικός. Ο σουλτάνος αναγκάστηκε να συμφωνήσει και έτσι οι Αιγύπτιοι στρατιώτες μπήκαν στον πόλεμο. Κατέλαβαν πρώτα την Κρήτη και έπειτα, το Φεβρουάριο του 1825, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. Σε αντίθεση με τους ατάκτους Έλληνες μαχητές, οι Αιγύπτιοι ήταν πειθαρχημένος στρατός. Είχαν εκπαιδευτεί από Γάλλους στρατιωτικούς σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στη μάχη αποδείχτηκαν ανώτεροι από τους Έλληνες, οι οποίοι αφενός μεν υστερούσαν ως προς τον εξοπλισμό και αφετέρου δεν είχαν οργανωμένο σχέδιο δράσης. Τον Απρίλιο του 1826 έπεσε το Μεσολόγγι. Έπειτα, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο οθωμανικός στρατός κατέλαβε την Ακρόπολη της Αθήνας, το σύμβολο αυτό του αρχαίου πολιτισμού. Όλα έδειχναν ότι η εξέγερση θα συντριβόταν. Στο μεταξύ, οι εσωτερικές διχόνοιες είχαν αποδυναμώσει και διχάσει την επαναστατική ηγεσία.
Εκτός από το πόλεμο, οι Έλληνες εξεγερμένοι είχαν να διοικήσουν τις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους και να οργανώσουν κάποια εθνική κυβέρνηση. Τα προβλήματα που προέκυψαν στο ζήτημα αυτό ήταν πολύ διαφορετικά από ό,τι στη Σερβία, όπου ένα πρόσωπο είχε καταφέρει να αναλάβει τόσο την πολιτική όσο και τη στρατιωτική ηγεσία και να διατηρήσει τη θέση αυτή, ακόμα και έναντι ισχυρής αντιπολίτευσης, μέχρι την ήττα του από τον οθωμανικό στρατό. Αντίθετα στην Ελλάδα οι τοπικοί άρχοντες ήταν τόσο ισχυροί ώστε κατόρθωναν να εμποδίσουν την κυριαρχία ενός προσώπου ή τη διαμόρφωση μιας κεντρικής εξουσία.
Η ελληνική επανάσταση είχε συγκεκριμένες αδυναμίες. Όπως έχουμε δει, δεν είχε υπάρξει γενική εξέγερση στα Βαλκάνια ούτε υπήρχε μαζικό κίνημα κατά της τουρκικής εξουσίας. Αντίθετα, σε όλα τα ελληνικά εδάφη, ντόπιοι στρατιωτικοί οδηγούσαν τις ομάδες τους σε μάχες κατά των οθωμανικών δυνάμεων. Ουσιαστικά, οι μάχες σε ολόκληρη τη διάρκεια της επανάστασης δόθηκαν από οπλισμένες ομάδες υπό την ηγεσία των τοπικών καπεταναίων. Οι άνδρες αυτοί, έχοντας τη νοοτροπία του κλέφτη, θεωρούσαν ότι ήταν ζήτημα τιμής το να μην παραδώσουν τον έλεγχο σε ανώτερη εξουσία. Όπως και στο παρελθόν, οι καπεταναίοι λειτουργούσαν σε ατομικό επίπεδο, ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, εξακολούθησαν να εκμεταλλεύονται οποιεσδήποτε ευκαιρίες τους προσφέρονταν για να διευρύνουν τη δικαιοδοσία τους. Έπαιρναν λάφυρα και επιδίωκαν να επεκτείνουν τον έλεγχό τους σε χωριά, από τα οποία θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν φόρους για δικό τους όφελος. Ορισμένοι, για να βελτιώσουν την προσωπική τους θέση, συνεργάστηκαν ακόμα και με τις οθωμανικές αρχές. Η συμπεριφορά του στρατιωτικού αυτού στοιχείου, που αποτελούσε τον κύριο πολεμικό βραχίονα της εξέγερσης, αποτελούσε διαρκές πρόβλημα για την πολιτική ηγεσία. Δεν διέθεταν κανένα μέσο για την επιβολή πειθαρχίας στους οπλισμένους αυτούς άνδρες. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα προκαλούσε σημαντικά προβλήματα, αλλά σε ολόκληρη την περιοχή υπήρχαν πολλοί σαν αυτόν.
Λίγο μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης, μια άλλη πολιτική επιρροή έκανε την εμφάνισή της στην ελληνική σκηνή. Εκείνη την περίοδο, η Πύλη έβλεπε όλους τους Έλληνες που ήταν στην υπηρεσία της, ιδιαίτερα εκείνους που κατείχαν σημαντικές θέσεις στην Κωνσταντινούπολη, με μεγάλη καχυποψία. Πολλοί αναγκάστηκαν να φύγουν, ενώ άλλοι, που ήταν ενθουσιώδεις υποστηρικτές της επανάστασης, επιθυμούσαν να πάρουν μέρος στον αγώνα που διεξαγόταν στην ηπειρωτική χώρα. Μετά την ήττα στις ηγεμονίες ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, όπως έχουμε δει, πέρασε την υπόλοιπη ζωή του στη φυλακή. Ο αδελφός του Δημήτριος, που επιχείρησε να τον αντικαταστήσει, δεν ήταν ικανός αρχηγός και δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα γεγονότα που ακολούθησαν. Η Φιλική Εταιρεία εξασθένησε και κατέληξε ασήμαντη. Άλλες ομάδες θα αναλάμβαναν την καθοδήγηση της επανάστασης. Μεταξύ των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης που αποτέλεσαν τμήμα της νέας αυτής ηγεσίας σημαντικότερος ήταν ίσως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος θα διαδραμάτιζε στο εξής πρωτεύοντα ρόλο στην ελληνική πολιτική ζωή.
Καθώς οι Φαναριώτες και οι Έλληνες της διασποράς συνήθως δεν διατηρούσαν σημαντική περιουσία στην Ελλάδα ή δεν είχαν σταθερή πολιτική βάση, υποστήριζαν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης κεντρικής εξουσίας, την οποία έλπιζαν να ελέγχουν. Μπορούσαν να κερδίσουν εξουσία στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα με επιδέξιους χειρισμούς των ανταγωνιστικών εθνικών πολιτικών ομάδων και με την εκμετάλλευση των τοπικών αντιπαθειών. Γνωρίζοντας καλά την ευρωπαϊκή πολιτική θεωρία και πράξη, ήταν κυρίως υπεύθυνοι για το συνταγματικό χαρακτήρα των πρώτων κυβερνήσεων.
Η ελληνική πολιτική ζωή θα συμπεριλάμβανε, εκτός από τα μέλη των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού που έφτασαν στην Ελλάδα την περίοδο αυτή, τοπικούς ηγέτες οι οποίοι βάσιζαν την επιρροή τους είτε στην αφοσίωση οπαδών τους ή σε ταξικές συγκρούσεις. Η γεωγραφική διαίρεση γινόταν μεταξύ της ανατολικής και δυτικής Ρούμελης, της Πελοποννήσου και των νησιών. Η κοινωνική σύγκρουση γινόταν κυρίως μεταξύ των στρατιωτικών και των χωρικών οπαδών τους αφενός και αφετέρου των προεστών, που μπορούσαν να συμμαχούν με τους εφοπλιστές και τους νησιώτες. Ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της χώρας κατά τη διάρκεια της επανάστασης περιστρέφεται γύρω από την πάλη μεταξύ των ομάδων αυτών για την κατάκτηση της κεντρικής εξουσίας. Ο νικητής όχι μόνο θα είχε τον έλεγχο της διοίκησης, αλλά θα αποτελούσε και το μεσάζοντα που θα συναλλασσόταν με τις ξένες κυβερνήσεις και θα λάμβανε τα δάνεια που αναζητήθηκαν στο εξωτερικό. Όπως και στη Σερβία, οι σημαντικότεροι Έλληνες αρχηγοί αρνούνταν οποιαδήποτε κεντρική διοίκηση δεν ήταν σε θέση να την ελέγχουν οι ίδιοι. Η ιστορία της σύγκρουσης και του εμφυλίου πολέμου στις γραμμές των επαναστατών είναι περίπλοκη. Στο σημείο αυτό θα δοθεί μόνο μια σύντομη περίληψη.
Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία κεντρικής κυβέρνησης έλαβε χώρα στην Επίδαυρο το Δεκέμβριο του 1821. Συγκεντρώθηκαν αντιπρόσωποι από διάφορα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας και επιχείρησαν να καταρτίσουν σύνταγμα. Το μεγαλύτερο μέλημά τους ήταν να αποτρέψουν τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια ενός μόνο προσώπου. Το ιδανικό τους, όπως και στη Σερβία, ήταν μια ολιγαρχία των ισχυρών. Το κείμενο που έπαιρναν ως πρότυπο ήταν το γαλλικό σύνταγμα του 1795. Έτσι ανέθεσαν την εκτελεστική εξουσία σε μια πενταμελή επιτροπή με επικεφαλής τον Μαυροκορδάτο. Κάθε μέλος εκπροσωπούσε μια περιοχή. Η αδύναμη αυτή οργάνωση δεν διέθετε την εξουσία να ελέγχει τις τοπικές αρχές ή όσους δεν πειθαρχούσαν στις εντολές της.
Το Δεκέμβριο του 1822 έγινε άλλη μια συγκέντρωση των προεστών στο Άστρος, όπου υιοθετήθηκαν ορισμένες αλλαγές στο σύνταγμα. Ωστόσο, το σημαντικότερο γεγονός ήταν η φιλονικία μεταξύ του Κολοκοτρώνη, με την υποστήριξη των οπλισμένων ομάδων του, και της κυβέρνησης, η οποία οδήγησε στο ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου. Ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε το Ναύπλιο. Οι αντίπαλοί του σχημάτισαν διοίκηση στο Κρανίδι υπό την ηγεσία του Γεώργιου Κουντουριώτη, που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα των νησιών. Αν και ο Κολοκοτρώνης αναγκάστηκε να παραδώσει τον έλεγχο του Ναυπλίου, η λυσσαλέα εσωτερική διαμάχη συνεχίστηκε. Καμία φατρία δεν κατάφερε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώτος που θα ήταν σε θέση να επιβάλει το σεβασμό και την πειθαρχία. Στο μεταξύ, όπως έχουμε δει, οι αιγυπτιακές δυνάμεις είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο και κέρδιζαν νίκες.
Η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827 ήταν πιο επιτυχημένη. Ως την ημερομηνία αυτή είχε γίνει σαφές ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα επενέβαιναν στις ελληνικές υποθέσεις. Επομένως, ήταν απαραίτητος ο σχηματισμός μιας σταθερής κυβέρνησης με πραγματική εξουσία, η οποία θα ήταν ικανή να αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση. Εκπονήθηκε νέο σύνταγμα, αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι ο Καποδίστριας αποδέχτηκε την πρόταση να γίνει κυβερνήτης. Ταυτόχρονα, η διοίκηση των χερσαίων και των ναυτικών δυνάμεων δόθηκε σε δύο Βρετανούς φιλέλληνες, τον σερ Ρίτσαρντ Τσερτς και τον Αλέξαντερ Κόχραν. Στα χρόνια αυτά άρχισαν να σχηματίζονται πολιτικά κόμματα. Στις αρχές του εμφυλίου πολέμου, η πολιτική δράση είχε επικεντρωθεί γύρω από τις διαμάχες μεταξύ ισχυρών ανδρών, που διέθεταν δικούς τους οπαδούς. Μπορεί να αντιπροσώπευαν περιοχές, φατρίες ή κοινωνικές τάξεις, αλλά δεν ήταν συνδεδεμένοι με επίσημα προγράμματα ή οργανώσεις. Εκείνη την περίοδο, εμφανίστηκαν ομάδες με ευρύτερη βάση, που πήραν τα ονόματα των μεγάλων δυνάμεων προς τις οποίες απέβλεπαν τα μέλη τους για υποστήριξη.
Η εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων στον ελληνικό εμφύλιο θα συζητηθεί αργότερα. Για τις εσωτερικές υποθέσεις, ο ρόλος που θα διαδραμάτιζαν στο εξής η Ρωσία, η Βρετανία και η Γαλλία θα ήταν το ίδιο σημαντικός. Οι τοπικοί πολιτικοί ηγέτες, αναγνωρίζοντας την αποφασιστική σημασία της εξωτερικής επέμβασης, προσπάθησαν να συνδεθούν με κάποια δύναμη για να εκπληρώσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Όπως θα μπορούσε να περιμένει κανείς, το Ρωσικό Κόμμα ακολούθησε εμφανώς φιλορωσική πολιτική κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην εξουσία. Ηγέτης του Γαλλικού Κόμματος ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, οι οπαδοί του οποίου προέρχονταν κυρίως από τη Ρούμελη. Η ομάδα αυτή ευνοούσε έναν υποψήφιο από το γαλλικό οίκο της Ορλεάνης ως μελλοντικό ηγεμόνα των Ελλήνων και έλαβε κάποια βοήθεια από το Παρίσι. Το Βρετανικό Κόμμα, με επικεφαλής τον Μαυροκορδάτο, βρισκόταν σε ιδιαίτερα ισχυρή θέση. Η βρετανική ναυτική δύναμη, που κυριαρχούσε στη Μεσόγειο, ήταν σε θέση να καθορίσει τη μοίρα της ελληνικής επανάστασης. Βρετανοί φιλέλληνες δραστηριοποιούνταν για τον ελληνικό αγώνα. Και τα τρία κόμματα εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στην επέμβαση των δυνάμεων με τις οποίες ήταν συνδεδεμένα και όλα αναζήτησαν οικονομική ενίσχυση από τους προξένους τους.
Η πρώτη πραγματική εθνική κυβέρνηση στην Ελλάδα σχηματίστηκε από τον Καποδίστρια το Φεβρουάριο του 1828. Μετά την αποκήρυξη της ελληνικής εξέγερσης από τον τσάρο, ο Καποδίστριας εγκατέλειψε τη Ρωσία και πήγε να ζήσει στην Ελβετία. Μολονότι υπηρέτησε πολλά χρόνια στη ρωσική διοίκηση, ήταν πρωτίστως Έλληνας πατριώτης. Λόγω της πείρας που είχε αποκτήσει με τη συμμετοχή του στη ρωσική κυβέρνηση επιθυμούσε να εισαγάγει στην Ελλάδα τους πολιτικούς θεσμούς που ευνοούνταν εκείνη την εποχή, ιδιαίτερα από τα συντηρητικά κράτη. Για την ακρίβεια, ήθελε να εγκαθιδρύσει ένα συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό, αλλά «πεφωτισμένο» καθεστώς, το οποίο θα έδινε σημαντικές αρμοδιότητες στην εκτελεστική εξουσία. Ωστόσο, δεν υπήρχε προηγούμενο για αυτό τον τύπο διακυβέρνησης στην Ελλάδα, η διοίκηση της οποία, υπό την οθωμανική εξουσία, ήταν αποκεντρωτική. Τόσο οι προεστοί όσο και οι στρατιωτικοί ήταν αποφασισμένοι να υπερασπίσουν τους κλειστούς τοπικούς κύκλους της εξουσίας τους. Επιπλέον ο Καποδίστριας, ο οποίος είχε έρθει πρόσφατα στην Ελλάδα, δεν είχε χρόνο να συγκροτήσει μια μεγάλη ομάδα προσωπικών υποστηρικτών, ούτε διέθετε εδαφική βάση. Αρχικά, έλαβε την υποστήριξη του Κολοκοτρώνη και των οπαδών του, καθώς και των Πελοποννήσιων προεστών. Τα μέλη του Γαλλικού και του Βρετανικού κόμματος τον κατήγγειλαν ως ενθουσιώδη οπαδό της Ρωσίας, κάτι που δεν ήταν αλήθεια, τουλάχιστον όχι με την επιζήμια σημασία του όρου, όπως το εννοούσαν τα δύο κόμματα.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής του στην εξουσία, ο Καποδίστριας σχεδίασε τη δημιουργία συγκεντρωτικής κυβέρνησης και εθνικού διοικητικού συστήματος. Η δουλειά του αυτή θα συζητηθεί παρακάτω σε σχέση με τη μόνιμη επιρροή του στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Επίσης, συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τις μεγάλες δυνάμεις για το μελλοντικό καθεστώς του αυτόνομου ελληνικού κράτους. Είχε αποφασιστεί ότι το καθεστώς στην Ελλάδα θα ήταν συνταγματική μοναρχία. Καθώς οι ελληνικές φατρίες δε συμφωνούσαν να αποδεχτούν ως ηγέτη μια προσωπικότητα από την ίδια τη χώρα, οι ξένες δυνάμεις αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να αναθέσουν την εξουσία σ' ένα ξένο πρίγκιπα. Η δημοφιλέστερη επιλογή ήταν ο Λεοπόλδος Σαξ-Κόμπουργκ, Γερμανός πρίγκιπας, που τον υπέδειξαν οι Βρετανοί. Ωστόσο, εκείνος αρνήθηκε, καθώς δεν ήταν ευχαριστημένος τόσο με τις οικονομικές ρυθμίσεις όσο και με τα όρια του βασιλείου του. Αργότερα έγινε βασιλιάς του Βελγίου. Ο Καποδίστριας, που πιθανόν να είχε αποθαρρύνει τον πρίγκιπα ελπίζοντας να πάρει ο ίδιος την εξουσία, δεν θα ζούσε για να δει τη δημιουργία του ελληνικού βασιλείου. Τον Οκτώβριο του 1831 δολοφονήθηκε από μια οικογένεια της οποίας είχε φυλακίσει πολλά μέλη. Η προσωπική τιμή και οι εχθρότητες που κατέληγαν σε αιματοχυσία ήταν πραγματικότητα στην επαναστατημένη Ελλάδα.
Με το θάνατο του Καποδίστρια, η κυβέρνηση πέρασε στα χέρια μιας τριανδρίας που αποτελούνταν από τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, αδελφό του κυβερνήτη, τον Κολοκοτρώνη και τον Κωλέττη. Και αυτή η ομάδα όμως δεν κατόρθωσε να επιβάλει την τάξη στη χώρα. Για μια ακόμα φορά επικράτησε αναρχία. Στο μεταξύ, η αδυναμία του ελληνικού επαναστατικού στρατού να κερδίσει μάχες, σε συνδυασμό με την ανικανότητα των πολιτικών ηγετών να δημιουργήσουν μια σταθερή κυβέρνηση, ώθησαν τη Ρωσία, τη Γαλλία και τη Βρετανία να αναλάβουν την υπόθεση στα χέρια τους. Η επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων εκφράστηκε με τη μορφή στρατιωτικής δράσης κατά των οθωμανικών και αιγυπτιακών δυνάμεων και καθόρισε το περιεχόμενο της πρώτης ελληνικής κυβέρνησης. Τα κράτη αυτά όριζαν επίσης και το βασιλιά.
Η ελληνική επανάσταση προκάλεσε κινδύνους για τις μεγάλες δυνάμεις που δεν ήταν εμφανείς κατά τη διάρκεια της σερβικής εξέγερσης ή των γεγονότων στις ηγεμονίες. Η Σερβία ήταν γεωγραφικά απομονωμένη από τις ευαίσθητες περιοχές που ενδιέφεραν την ευρωπαϊκή διπλωματία. Οι ηγεμονίες ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας και των Αψβούργων, και οι δύο αυτές δυνάμεις βρίσκονταν εκείνη την εποχή σε ομόνοια. Αντίθετα, η στρατηγική θέση της Ελλάδας, με τα νησιά της που ήταν διεσπαρμένα σε όλο το Αιγαίο, καθιστούσε τον έλεγχο του εδάφους της ζήτημα που προκαλούσε τον ευρωπαϊκό ενδιαφέρον. Από τις μεγάλες δυνάμεις, η εμπλοκή της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και της Πρωσίας στην περιοχή ήταν περιφερειακή. Από την άλλη μεριά, για τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία διακυβεύονταν τεράστια συμφέροντα. Από τα τρία κράτη, η Βρετανία, που τη ναυτική κυριαρχία στη Μεσόγειο, βρισκόταν στην καλύτερη θέση για να επηρεάσει τις ελληνικές υποθέσεις. Η Γαλλία επιθυμούσε να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων στη Μεσόγειο και είχε στην Ελλάδα οπαδούς με κύρος. Η γαλλική κυβέρνηση είχε επίσης στενές σχέσεις με τον Μοχάμετ Άλι και ερείσματα στην Αίγυπτο. Στο παρελθόν, η Ρωσία ήταν η δύναμη που μπορούσε να ασκήσει τη μεγαλύτερη επιρροή, κυρίως εξαιτίας της κοινής ορθόδοξης πίστης και της εμπλοκής της στις οθωμανικές και ρουμανικές υποθέσεις. Έχουμε ήδη δει πώς η Φιλική Εταιρεία περίμενε βοήθεια από τη Ρωσία. Μια τέτοια υποστήριξη φαινόταν εντελώς λογική λόγω των σχέσεων μεταξύ τους στο παρελθόν.
Όταν ξέσπασε η επανάσταση το 1821, καμιά μεγάλη δύναμη δεν ήταν έτοιμη για μια διεθνή κρίση στα ανατολικά. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κάσλριφ και ο Ρόμπερτ Κάνινγκ που τον διαδέχτηκε τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Μέτερνιχ ήταν εντελώς αντίθετος σε οποιαδήποτε επαναστατική δραστηριότητα και επιθυμούσε τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κατά τη γνώμη του, η εξέγερση αυτή ήταν μια επικίνδυνη πρόκληση σε ένα νόμιμο, κυρίαρχο κράτος, όπως και τα κινήματα στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Ισπανία, τα οποία οι συντηρητικοί μονάρχες ήταν αποφασισμένοι να καταπνίξουν. Επίσης, οι δραστηριότητες των Ελλήνων άφηναν ελεύθερο το πεδίο για τη ρωσική διείσδυση στην περιοχή και μπορούσαν να φέρουν στην επιφάνεια θέματα που ίσως να έθεταν σε κίνδυνο την Ιερά Συμμαχία.
Όπως έχουμε δει, η ρωσική αντίδραση είχε διττό χαρακτήρα. Ο Αλέξανδρος Α΄ διένυε μια περίοδο έντονου συντηρητισμού και απεχθανόταν τα επαναστατικά κινήματα. Ωστόσο, η Ρωσία είχε υπογράψει συνθήκες με την Πύλη σχετικά με τη διακυβέρνηση των ηγεμονιών και είχε αναλάβει συγκεκριμένες υπευθυνότητες απέναντι στους ορθόδοξους χριστιανούς. Η οθωμανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να δεχτεί ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ της τιμωρίας των ένοχων εξεγερμένων και της τιμωρίας αθώων χριστιανών για αντίποινα. Από την άλλη, τα μέτρα που πήρε παρεμπόδιζαν το ρωσικό εμπόριο. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ένα μεγάλο μέρος του ρωσικού εμπορίου δημητριακών με την Ευρώπη διεξαγόταν μέσω των ελληνικών πλοίων με ρωσική σημαία. Η εξέγερση όμως είχε καταστήσει τις θάλασσες επικίνδυνες, ενώ ταυτόχρονα οι οθωμανικές αρχές παρεμπόδιζαν το πέρασμα των ρωσικών φορτίων από τα Στενά. Επίσης, η Ρωσία βρισκόταν σε διαμάχη με την οθωμανική κυβέρνηση για τον Καύκασο.
Παρά τις διαφωνίες με την Πύλη, ο Αλέξανδρος δεν επιθυμούσε τις εχθροπραξίες. Δεν επιδίωκε τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ούτε καν τη σοβαρή αποδυνάμωσή της. Επιπλέον, γνώριζε καλά ότι δεν θα είχε τη δυνατότητα να αναλάβει σοβαρή δράση δίχως να συμβουλευτεί άλλα κράτη, καθώς η μονομερής εισβολή ίσως να οδηγούσε στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συνασπισμού. Έτσι, μολονότι οι διπλωματικές σχέσεις με την Πύλη διακόπηκαν το 1821, δεν υπήρξε στρατιωτική δράση. Αντί γι’ αυτό, οι Ρώσοι ηγέτες προτίμησαν να ακολουθήσουν τη διαπραγματευτική οδό και να συνεργαστούν με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις. Η βάση της ρωσικής πολιτικής εξακολούθησε να είναι αυτή που είχε υπάρξει στο παρελθόν: ευνοϊκή αντιμετώπιση της δημιουργίας αυτόνομων βαλκανικών κυβερνήσεων υπό την οθωμανική κυριαρχία, ανάλογη με αυτή των καθεστώτων των παραδουνάβιων ηγεμονιών, οι οποίες θα τελούσαν, αν ήταν δυνατόν, υπό ρωσική προστασία. Τον Ιανουάριο του 1824, ο Αλέξανδρος κυκλοφόρησε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ένα σχέδιο που προέβλεπε την ίδρυση τριών αυτόνομων ελληνικών κρατών, τα οποία θα είχαν το ίδιο καθεστώς με αυτό της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Η ιδέα δεν προκάλεσε ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Ιδιαίτερα για τη Βρετανία, η πρόταση αυτή ήταν άλλη μια προσπάθεια από την πλευρά της Ρωσίας να επεκτείνει την επιρροή της σε μια ακόμα περιοχή των Βαλκανίων. Παρά τους φόβους των Βρετανών, ο έλεγχος της Ελλάδας δεν αποτελούσε ρωσικό στόχο. Η Ρωσία ανησυχούσε πολύ περισσότερο για τα γεγονότα στις ηγεμονίες, στη Σερβία και στον Καύκασο. Στα ζητήματα αυτά, πρέπει να σημειωθεί, η Ρωσία διαπραγματευόταν μόνη της με την Πύλη. Στα ελληνικά θέματα ακολουθούσε μια πολιτική στενής συνεργασίας με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Στο μεταξύ, η βρετανική κυβέρνηση αντιμετώπιζε έντονη πίεση από την πλευρά της κοινής γνώμης να υποστηρίξει τους επαναστάτες. Στη Βρετανία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, το ρομαντικό κίνημα του φιλελληνισμού θα ασκούσε επιρροή στις ενέργειες και τη στάση των κυβερνήσεων. Σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, οι πολιτικοί ηγέτες και πρόσωπα με κύρος και επιρροή είχαν λάβει σε μεγάλο βαθμό μια κλασική εκπαίδευση, όπου κυριαρχούσαν η γλώσσα και ο πολιτισμός της αρχαίας Ελλάδας. Όταν αναλογίζονταν την ελληνική επανάσταση, οι άνδρες αυτοί συχνά μετέφεραν την εικόνα που είχαν αποκτήσει στη νεότητά τους για την Ελλάδα στη σύγχρονη κατάσταση στα Βαλκάνια. Έτσι, είδαν τους Έλληνες καπεταναίους και τους χωρικούς ως απευθείας απογόνους των μυθικών ηρώων της αρχαιότητας. Οι Οθωμανοί συχνά περιγράφονταν ως κτηνώδεις βάρβαροι, που επέβαλλαν απρόκλητα τον τρόμο σε αθώα και πολιτισμένα θύματα. Έτσι, αυτό που αποτελούσε ουσιαστικά ελληνική εθνική προπαγάνδα παρουσιαζόταν από ζωγράφους, συγγραφείς, ποιητές και πολιτικούς σε όλο τον κόσμο.
Όσον αφορά τη διαμόρφωση της βρετανικής κοινής γνώμης, ο φιλέλληνας με το μεγαλύτερο κύρος ήταν οπωσδήποτε ο Λόρδος Μπάιρον, που πέθανε στο Μεσολόγγι το 1824. Παρατίθενται εδώ ορισμένοι δικοί του στοίχοι που γράφτηκαν πριν την επανάσταση, για να φανεί η συναισθηματική έλξη και η σύνδεση που γινόταν με τα γραπτά των φιλελλήνων μεταξύ της αρχαίας και της σύγχρονης Ελλάδας:
με φλόγα μια Σαπφώ και σας υμνούσε,
Και πόλεμος κι’ ειρήνη ανθοφορούσε
στη χώρα σας. Της Δήλος να, τα στήθη
που ο ήλιος από κείνην εγεννήθη.
Αιώνιος ήλιος πάνω σας διαβαίνει.
Μα τίποτα άλλο δε σας απομένει
Κοιτάζεις και του πέλαου την αγκάλη.
Κι εγώ μονάχος μες στην τόση ζάλη
του φέγγους, συλλογιέμαι: ξάφνου η Ελλάδα
να φάνταζεν ελεύθερη ω Παλλάδα
Τι ως είμαι στων Περσών τον τάφο αγνάντια
γιατί σε δούλου να ‘μαι την κατάντια;
Οι Φράγκοι αισχροκερδείς για βασιλιάδες.
Η ολόστερνη η ελπίδα σας ραγιάδες,
τα εγχώρια τα ξίφη. Τα δικά σας
τα τάγματα. Η ίδια η λεβεντιά σας.
Μ’ αλίμονο του Τούρκου το μολύβι
κι ο δόλος των Λατίνων σας συντρίβει.
Εκεί χωρίς μαρτύρους να ενωθούνε
ο ρόχθος των κυμάτων κι οι που ζούνε
εντός μου στεναγμοί. Να τραγουδήσω
εκεί ποθώ. Κι εκεί με μιας ν’ αφήσω
την κύκνεια την πνοή μου. Την πατρίδα
την ίδια μου, σαν σκλάβα εγώ δεν είδα.
Μα κι ούτε θα τη δω. Εμπρός συντρίψτε
το κύπελλο. Εμπρός, εμπρός ξυπνήστε.
Ο Αλέξανδρος Α΄ πέθανε το 1825 και τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Νικόλαος Α΄, ο οποίος θα ακολουθούσε αυστηρότερη πολιτική απέναντι στην Πύλη σχετικά με τα ζητήματα που εξετάζουμε. Ακόμα πιο συντηρητικός από τον αδελφό του, απαίτησε από τους Οθωμανούς να σέβονται τα δικαιώματα των Ρώσων που απέρρεαν από τις συνθήκες, αλλά έβλεπε επίσης με θετικό μάτι τη συνεργασία με τις άλλες δυνάμεις για το ελληνικό ζήτημα. Το 1826, η βρετανική κυβέρνηση έστειλε το δούκα του Ουέλινγκτον στην Αγία Πετρούπολη για να παρευρεθεί στη στέψη του Νικόλαου. Τον Απρίλιο η Ρωσία και η Βρετανία υπέγραψαν τη Σύμβαση της Αγίας Πετρούπολης, με βάση την οποία έπρεπε να μεσολαβήσουν για τη διευθέτηση της σύγκρουσης στην Ελλάδα. Στόχος ήταν η ίδρυση ενός αυτόνομου κράτους, χωρίς όμως να καθοριστούν τα σύνορα. Η αυτοκρατορία των Αψβούργων παρέμεινε εκτός των διαπραγματεύσεων, ενώ η Γαλλία πήρε μέρος τον Ιούλιο του 1827. Ο Γάλλος μονάρχης Κάρολος Ι΄ ήταν φιλέλληνας. Επιπλέον, η Γαλλία δεν είχε την πολυτέλεια να παραμείνει αδρανής στα ζητήματα που αφορούσαν τη Μεσόγειο.
Οι τρεις σύμμαχες δυνάμεις αποφάσισαν να επέμβουν ανάμεσα στις δυο πλευρές, με σκοπό τον τερματισμό του πολέμου στην Ελλάδα. Οι επαναστάτες αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση, αλλά η Πύλη αρνήθηκε. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προχώρησαν σε ναυτικό αποκλεισμό, με σκοπό να σταματήσουν το πέρασμα στην Πελοπόννησο των αιγυπτιακών εφοδίων και του στρατού, γεγονός που ήταν εξαιρετικά ευνοϊκό για τα ελληνικά συμφέροντα. Στις συνθήκες αυτές, ήταν σχεδόν αναμενόμενο ότι θα συνέβαινε κάτι. Τον Οκτώβριο του 1827, η συμμαχική δύναμη εισήλθε στον κόλπο του Ναβαρίνου, όπου ήταν αγκυροβολημένος ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος. Έγινε ανταλλαγή πυρών και ξεκίνησε μεγάλη μάχη. Ο οθωμανικός στόλος αποδεκατίστηκε: βυθίστηκαν 57 σκάφη και έχασαν τη ζωή τους 8.000 άνδρες. Η πλειονότητα των ναυτών στα οθωμανικά πλοία ήταν ελληνικής εθνικότητας, όπως συνέβαινε γενικά στο οθωμανικό ναυτικό. Το επεισόδιο στο Ναβαρίνο έθεσε σε κίνηση μια σειρά γεγονότων που θα αποδεικνύονταν εξαιρετικά ευνοϊκά για την ελληνική υπόθεση, αν και η τάση αυτή δεν ήταν άμεσα εμφανής. Ως τη στιγμή που διαδραματίζονταν τα γεγονότα αυτά, ο δούκας του Ουέλινγκτον είχε γίνει πρωθυπουργός της Βρετανίας. Καταγγέλλοντας το όλο επεισόδιο, απέσυρε τη χώρα του από οποιαδήποτε περαιτέρω προσπάθεια διαμεσολάβησης, ανατρέποντας έτσι την πολιτική συνεργασίας του Κάνιγκ με τη Ρωσία, που αποσκοπούσε στον έλεγχο και τον περιορισμό των ενεργειών της.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η ρωσική κυβέρνηση εξακολούθησε να διαπραγματεύεται με την Πύλη σε άλλα ζητήματα που ήταν υπό αμφισβήτηση. Ήταν δύσκολο για την οθωμανική κυβέρνηση να αντισταθεί στις απαιτήσεις της πανίσχυρης γειτονικής χώρας. Το κράτος βρισκόταν σε πολύ αδύναμη θέση: δεν είχε καταφέρει να χειριστεί την ελληνική εξέγερση και είχε να αντιμετωπίσει ένα συνασπισμό δυνάμεων που εμφανίζονταν αποφασισμένες να ενεργήσουν υπέρ των εξεγερμένων. Έτσι, όταν η Ρωσία διαβίβασε ουσιαστικά ένα τελεσίγραφο, η Πύλη δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να το αποδεχτεί και να συμφωνήσει στη διαπραγμάτευση των ζητημάτων αυτών. Τον Οκτώβριο του 1826, υπογράφηκε η Συνθήκη του Άκερμαν και η οθωμανική κυβέρνηση αποδέχτηκε σχεδόν όλες τις ρωσικές απαιτήσεις. Η συμφωνία προέβλεπε τη διευθέτηση των ασιατικών συνόρων και των προβλημάτων στο εμπόριο. Το σημαντικότερο για τα βαλκανικά κράτη ήταν ότι δύο «Ξεχωριστές Πράξεις» κανόνιζαν τις υποθέσεις της Βλαχίας, της Μολδαβίας και της Σερβίας. Η Ρωσία ανέλαβε καθαρά την προστασία των τριών επαρχιών. Παρά το γεγονός αυτό, οι διαπραγματεύσεις έδωσαν χρόνο στο Μαχμούτ Β΄ να προχωρήσει στην εσωτερική μεταρρύθμιση. Τον Ιούνιο του 1826, ο σουλτάνος κατάργησε το σώμα των γενίτσαρων. Η απόφαση αυτή θα του επέτρεπε να ξεκινήσει αργότερα μια μεγάλη μεταρρύθμιση στο στρατό, αλλά προς στιγμήν τον αποδυνάμωσε.
Η είδηση της καταστροφής στο Ναβαρίνο τον Οκτώβριο του 1827 ξεσήκωσε βίαιες αντιδράσεις στην Κωνσταντινούπολη. Ο τουρκικός στόλος είχε βυθιστεί από δυνάμεις με τις οποίες η Πύλη είχε ειρηνικές σχέσεις. Ένα ισχυρό κύμα αντιδυτικού θρησκευτικού αισθήματος σάρωσε την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκρατορία διέκοψε τις σχέσεις της με τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, αλλά το μεγαλύτερο μένος κατευθύνθηκε κατά της Αγίας Πετρούπολης. Καταγγέλθηκε η Συνθήκη του Άκερμαν και κηρύχτηκε Ιερός Πόλεμος κατά της Ρωσίας. Οι μάχες άρχισαν μετά τον Απρίλιο του 1828, όταν ο ρωσικός στρατός μπήκε στις ηγεμονίες. Κατά τη διάρκεια του νέου αυτού ρωσοτουρκικού πολέμου, τα ελληνικά θέματα έπαψαν να βρίσκονται στο επίκεντρο για ένα διάστημα. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο οθωμανικός στρατός ήταν απασχολημένος με την αντιμετώπιση της ρωσικής εισβολής, οι δυτικές δυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίσουν τις ελληνικές υποθέσεις. Τον Αύγουστο του 1828 ο Μοχάμετ Άλι συμφώνησε να αποσύρει τους Αιγύπτιους στρατιώτες από την Πελοπόννησο. Τους αντικατέστησε μια γαλλική εκστρατευτική δύναμη, ενώ Βρετανοί αξιωματικοί και άνδρες στάλθηκαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Αν και βρισκόταν σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία, η ρωσική κυβέρνηση είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονούσε αυτό το γεγονός. Δεν επιθυμούσε να επιβάλει μια διευθέτηση στην Ανατολή που θα είχε ως αποτέλεσμα τη μαζική αντίδραση των άλλων κυβερνήσεων. Έτσι, ο σκοπός του πολέμου δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης του Άκερμαν, τις οποίες η Πύλη είχε ήδη αποδεχτεί. Οι Ρώσοι ηγέτες γνώριζαν ότι η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν δυνατόν να καταληφθεί ακόμα και αν οι ρωσικές στρατιές ήταν σε θέση να την καταλάβουν. Παρά το γεγονός ότι είχαν συνεργαστεί με τη Βρετανία και τη Γαλλία στο ελληνικό ζήτημα, γνώριζαν ότι έπρεπε να θέσουν όρια στις φιλοδοξίες τους.
Οι παράγοντες αυτοί διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο σε μια σημαντική απόφαση σχετικά με την πολιτική που θα ακολουθούνταν απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι Ρώσοι ηγέτες αποφάσισαν ότι ήταν προτιμότερο να κυριαρχήσουν στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τα μέσα, παρά να επιδιώξουν τη διάλυση ή το διαμελισμό της. Αντί να την κατακτήσουν, θα εξασφάλιζαν ότι θα ασκούσαν τη μεγαλύτερη επιρροή στα συμβούλια του σουλτάνου. Η πολιτική αυτή, όπως ήταν φυσικό, είχε επιπτώσεις στις ρωσικές σχέσεις με τους βαλκανικούς λαούς. Αν η ρωσική κυβέρνηση κατάφερνε να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, δεν θα υποστήριζε τα βαλκανικά απελευθερωτικά κινήματα που θα την αποδυνάμωναν. Ουσιαστικά, στα επόμενα χρόνια, η Ρωσία θα ενδιαφερόταν περισσότερο για την προστασία της Πύλης παρά για τη βοήθεια των βαλκανικών εθνικών κινημάτων. Δόθηκε σταθερή υποστήριξη στη διατήρηση των δικαιωμάτων αυτονομίας που είχαν ήδη δοθεί, αλλά περαιτέρω αλλαγές δεν ενθαρρύνονταν.
Με βάση την πολιτική αυτή, η Συνθήκη της Αδριανούπολης που υπογράφτηκε το Σεπτέμβριο του 1829, ήταν μετριοπαθής. Η νίκη δεν είχε επιτευχθεί εύκολα από το ρωσικό στρατό. Τόσο η Ρωσία όσο και η Οθωμανική αυτοκρατορία χρειάζονταν ειρήνη. Όσον αφορά τα άμεσα οφέλη από τη Συνθήκη, η Ρωσία πήρε τον έλεγχο του Δέλτα του Δούναβη και μια περιοχή κατά μήκους των καυκάσιων συνόρων. Επιβλήθηκε μεγάλη αποζημίωση, για την οποία η Οθωμανική αυτοκρατορία, όντας σε κακή οικονομική κατάσταση, δυσανασχέτησε σφοδρά. Επιπλέον, οι διατάξεις της Συνθήκης του Άκερμαν επιβεβαιώθηκαν. Σύμφωνα με το Άρθρο 10, η Πύλη συμφώνησε να αποδεχτεί ένα καθεστώς αυτονομίας για την Ελλάδα. Η συνθήκη, επίσης, εξασφάλισε το άνοιγμα των Στενών για τα ρωσικά εμπορικά πλοία και εγγυόταν το ελεύθερο εμπόριο σε όλη την αυτοκρατορία.
Αν και η Ρωσία είχε, επομένως, διαπραγματευθεί τα ζητήματα σχετικά με τη Σερβία και τις ηγεμονίες μόνο με την Πύλη, συνέβαλε με τους συμμάχους της για τη διευθέτηση της κατάστασης στην Ελλάδα μέσω αμοιβαίας συμφωνίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτά τα τελευταία στάδια δεν συμμετείχαν Έλληνες στις διαπραγματεύσεις. Οι μεγάλες δυνάμεις αναγνώρισαν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Ελλάδα ήταν η εξασφάλιση σταθερής κυβέρνησης. Ο Καποδίστριας είχε επιχειρήσει να δημιουργήσει ένα ισχυρό καθεστώς, αλλά οι Βρετανοί, θεωρώντας τον φίλο της Ρωσίας, δεν του είχαν δείξει εμπιστοσύνη. Μετά τη δολοφονία του, η χώρα περιέπεσε ξανά σε πολιτικό χάος. Δεν υπήρχε σταθερή κυβέρνηση ούτε αναγνωρισμένος ηγέτης με τον οποίο να συνδιαλέγονται οι σύμμαχοι.
Η Συνθήκη του Λονδίνου το Φεβρουάριο του 1830 ήταν η σημαντικότερη συμφωνία για τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού έθνους. Με τη συνθήκη αυτή, οι τρεις δυνάμεις όρισαν τα σύνορα και το είδος της διακυβέρνησης. Κυρίως εξαιτίας βρετανικής παρότρυνσης αποφασίστηκε ότι το κράτος θα ήταν ανεξάρτητο παρά αυτόνομο. Οι Βρετανοί διπλωμάτες ανησυχούσαν πολύ μήπως γίνει η Ελλάδα ρωσικός δορυφόρος. Πίστευαν ότι η πιθανότητα αυτή μειωνόταν αν οι σχέσεις Αθήνας και Κωνσταντινούπολης επιδεινώνονταν. Έτσι, αν και η ρωσική κυβέρνηση θα προτιμούσε την αυτονομία, αποδέχτηκε τη νέα ρύθμιση. Βρετανικές ανησυχίες όσον αφορά τη ρωσική επιρροή οδήγησαν, επίσης, στον περιορισμό των συνόρων όσο το δυνατόν περισσότερο. Με σκοπό την προστασία των συμφερόντων τους στο μέλλον, οι τρεις δυνάμεις διόριζαν τους προστάτες ή εγγυητές της χώρας, μια διάταξη που θα παρείχε απεριόριστες δικαιολογίες για επεμβάσεις αργότερα.
Καθώς η κυβέρνηση θα ήταν μοναρχική, έπρεπε να προταθεί ένας ηγεμόνας. Η αναζήτηση ήταν δύσκολη, καθώς έπρεπε να εγκρίνουν όλοι την επιλογή. Ο Λεοπόλδος Σαξ-Κόμπουργκ, όπως έχουμε δει, αρνήθηκε εξαιτίας της δύσκολης κατάστασης στην Ελλάδα και της δυσαρέσκειάς του για τις συνθήκες που του προσέφεραν. Το 1832, οι δυνάμεις τελικά πρότειναν τον Ότο, δευτερότοκο γιο του Λουδοβίκου Α΄, του φιλέλληνα βασιλιά της Βαυαρίας. Ο νέος μονάρχης, που ήταν μόλις δεκαεφτά ετών την εποχή του διορισμού του, έφτασε στην Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1833. Υιοθέτησε τον ελληνισμένο τύπο του ονόματός του, που ήταν Όθων. Του δόθηκε δάνειο και αυτό που ουσιαστικά αποτελούσε για το βασίλειό του εκτεταμένα σύνορα. Με τη συνοριακή γραμμή μεταξύ Άρτας και Βόλου, το νέο ελληνικό κράτος αποτελούνταν μόνο από 800.000 ανθρώπους, το ένα τέταρτο των Ελλήνων κατοίκων της αυτοκρατορίας.
Μολονότι υπήρχε τελικά ανεξάρτητη Ελλάδα, το κράτος ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που ονειρεύονταν οι Έλληνες εθνικιστές. Το μικρό, φτωχό βαλκανικό κράτος δεν έμοιαζε καθόλου με την αναγεννημένη βυζαντινή αυτοκρατορία όχι μόνο των Φαναριωτών, αλλά των περισσότερων Ελλήνων πολιτικών ηγετών. Επιπλέον, η ανεξαρτησία του ήταν σοβαρά περιορισμένη. Στο μέλλον, οι τρεις μεγάλες δυνάμεις θα χρησιμοποιούσαν πλήρως το δικαίωμά τους για προστασία. Επιπροσθέτως, στη βαυαρική διοίκηση που εγκαταστάθηκε υπήρχε αρχικά μικρή ελληνική συμμετοχή. Ωστόσο, στο χάρτη βρισκόταν ένα ελληνικό κράτος, και μια εθνική κυβέρνηση θα ερχόταν στην εξουσία μέσα στην επόμενη δεκαετία.


