Νίκος Ε. Μηλιώρης «Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νίκος Ε. Μηλιώρης «Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Νίκος Ε. Μηλιώρης «Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας»
 
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
 
Είναι το κορυφαίο γεγονός της Μοίρας του Μικρασιατικού Ελληνισμού και μια δοκιμασία για όσους καταπιανόμαστε σήμερα με την έκθεση των περιστατικών, κάτω από την επίδραση της νεώτερης διαμορφώσεως των πραγμάτων του κόσμου και των σχέσεων μεταξύ των λαών. Πιστεύω ότι ζούμε πράγματι μια θεμελιακά καινούρια εποχή, εποχή κρίσιμη για τις πιθανές εξελίξεις άμεσες ή απώτερες και στις εξωτερικές σχέσεις των λαών και στην εσωτερική κοινωνική τους διάρθρωση.
Οι σχέσεις μας με τους Τούρκους από τότε ως τελευταίως πέρασε διάφορες φάσεις. Επί ένα μακρότατο χρονικό διάστημα, μετά το 1931 και ύστερα από τις πρωτοβουλίες του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ, ενομίσαμε, πολλοί από μας, ότι θα ήτο δυνατή μια στενά μάλιστα φιλική, συμβίωση μεταξύ των δύο γειτονικών λαών. Εσυνάψαμε και συνθήκες συμμαχίας ακόμη. Ήλθαν όμως τα γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη της 6 Σεπτεμβρίου 1955, για να μας διαψεύσουν και να αποδείξουν, πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και εύκολα, πως οι Τούρκοι δεν αλλάξανε, ίσως διόλου.
Παρά ταύτα γράφοντας ιστορία, ιστορία μάλιστα μιας εξαιρετικά τραγικής περιόδου, που χαρακτηρίζεται κυρίως για θηριώδεις ενέργειες του τουρκικού έθνους απέναντι του έθνους του ιδικού μας, το θεωρώ ως αρχή, επιβαλλόμενη για περισσοτέρους από έναν λόγους, να προσπαθούμε να περιορίζουμε, όσο μπορούμε, τις συναισθηματικές μας αντιδράσεις και να αποβλέπουμε μονάχα στην αλήθεια την ιστορική. Η αλήθεια ακόμη αυτή, αν την προσέξουμε ως δίδαγμα γενικότερο, είναι δυνατό να αποδειχθεί ιδιαίτερα ωφέλιμη, οποιεσδήποτε και αν επέλθουν εξελίξεις μελλοντικά στις διεθνείς μας σχέσεις.
Στα Βουρλά η ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου του 1922, ήταν βαρύτατα μελαγχολική. Κάποιες πληροφορίες όχι και τόσο ενθαρρυντικές είχαν φτάσει κιόλας από το μέτωπο. Ο κόσμος των προσκυνητών με συντριβή κυριολεκτικά δεήθηκε, όπως καμμιά ίσως άλλη προηγούμενη φορά, η «Υπέρμαχος Στρατηγός» να προστατεύσει το Στρατό των Ελλήνων· οι Βουρλιώτες να τους σώσει η Προστάτισσά τους(1).
Και γύρισαν πίσω στ’ αμπέλια τους με πικρή καρδιά. Είχαν μαζευτεί τα «ψιλόρογα» κι’ είχαν σηκωθεί τα μαξούλια από τα «σεργιά». Ετοιμάζονταν και άλλοι άρχισαν κι’ όλας το άπλωμα των «ροζακιών». Αυτή τη χρονιά πάρα πολύ λίγα τραγούδια ακούστηκαν στο τρύγημα κι’ αυτά από μερικά άπραγα κοριτσόπουλα. Πάντως με φροντίδα όλοι τους, αλλά και με κατήφεια συνεχίζανε τη δουλειά τους. Μα μερικούς, τους πιο απαισιόδοξους από ιδιοσυγκρασία, άρχισε κιόλας να τους βασανίζει η μαύρη σκέψη, αν θα πρόφταιναν να μαζεύσουν. Όσοι κατέβαιναν στην πόλη για ψώνια, και περισσότερο με το σκοπό κάτι ν’ ακούσουν, κάτι να πληροφορηθούν, γυρνούσαν κάθε φορά και πιο βαρύθυμοι. Ο στρατός μας υποχωρούσε· φεύγει. Οι Τούρκοι πλησιάζουν στη Σμύρνη. Αρκετοί βουρλιώτες φαντάροι που οι Μονάδες τους ύστερα από τα γεγονότα της καταρρεύσεως του μετώπου διαλυθήκανε, εμφανιστήκανε, οι περισσότεροι με τα τουφέκια τους. Ελληνικό μηχανικό έφτασε και επισκεύαζε βιαστικά το δρόμο Σμύρνης—Τσεσμέ. Πολύ κακά σημάδια!
Και μια μέρα στρατεύματα και άλλα μέσα στρατιωτικά, άρχισαν να περνούν από τα Βουρλά με κατεύθυνση προς τον Τσεσμέ. Η κατάσταση φάνηκε πως μπήκε σε φάση απελπιστική. Κάμποσοι παρατήσανε μέσα στα σεργιά τις σταφίδες τους, περιμάζευσαν από τα σπίτια τους ό,τι πολύτιμο και ευμετακόμιστο υπήρχε, πήρανε τις φαμελιές τους και με καΐκια, άλλοι από τη Σκάλα και άλλοι από το Δεμερτζιλί, πέρασαν προς τα νησιά των Κλαζομενών και προς τη Σάμο. Το Εγγλεζονήσι προ πάντων και του Γιατρού το Νησί, είχαν γεμίσει από τέτοιους πρόσφυγες.
Μέσα στα Βουρλά άρχισαν να δημιουργούνται διάφορες κινήσεις, στη βάση τους απόλυτα σπασμωδικές και οι πιο πολλές από παράγοντες ανεύθυνους· επικρατούσε γενικά μια κατάσταση νευρικότητας που την προκαλούσε η ιδέα του επερχομένου μεγίστου κινδύνου, αλλά και η έλλειψη μιας έγκυρης και υπεύθυνης καθοδηγήσεως. Μερικοί Δημογέροντες έφυγαν κι’ όλας προς τα νησιά και άλλοι προς τη Σμύρνη, να δούνε πώς θα σωθούνε πια οι ίδιοι και οι δικοί τους· άλλοι πήραν αποφάσεις με ορισμένους παράγοντες, μάλλον αναρμόδιους, τέτοιες που μονάχα το αίσθημα της μεγάλης τους απελπισίας και η επιδίωξη να γλυτώσουν τον εκπατρισμό με κάθε δυνατό μέσο, θα μπορούσαν να τις υπαγορεύσουν και να τις δικαιολογήσουν.
Στη Σμύρνη πήγανε και επιτροπές με αποστολή να μελετήσουν την κατάσταση και να ζητήσουν οδηγίες και κατευθύνσεις από επίσημους παράγοντες. Οι πληροφορίες που συγκεντρώσανε και οι οδηγίες που πήραν ήσαν μάλλον απογοητευτικές. Ο τότε Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος και νυν Νεαπόλεως και Φιλίππων (Καβάλλας), σε μια από τις επιτροπές αυτές, που μέλος της ήταν και ο Σάββας Παπαγρηγοριάδης, συνέστησε καθαρά, να φύγουν από τα Βουρλά, «και από την Σμύρνην μεν, αλλά κυρίως από τα Βουρλά, τα οποία ήτο γνωστόν ότι ήσαν κάρφος εις τους οφθαλμούς των Τούρκων».
Δεν ήταν όμως μια και τόσο εύκολη ενέργεια ο ξεριζωμός και στην απόφασή της και στην εκτέλεσή της, όσο μεγάλοι και τρομεροί κι’ αν διαγράφονταν οι κίνδυνοι. Στα χώματα εκείνα ζήσανε οι ίδιοι, οι γονιοί τους, οι παππούδες και πολλών οι πρόγονοι πριν από ακαθόριστους μάλιστα αιώνες. Πώς να τα παρατήσουν όλα και έρημοι και απογυμνωμένοι να γυροβολούν, ικέτες του ξένου ελέους, σε ξένη γη αναζητούντες καινούρια αμφίβολα ξαναριζώματα;
Το δίλημμα ήταν ασφαλώς τραγικότατο και απόλυτα δύσκολο. Πάντως αρκετοί πήρανε την απόφασή τους και τράβηξαν μ’ όσα λίγα μπόρεσαν να σηκώσουν, τον πικρό δρόμο του εκπατρισμού. Οι περισσότεροι εν τούτοις και από τα στρώματα του λαού, αλλά και από τους κύκλους των νοικοκυραίων, των φατόρων και γενικά των κοινοτικών παραγόντων, παλεύοντας ανάμεσα σε κάποιες αόριστες ελπίδες και στους φόβους των πιθανοτέρων ενδεχομένων, δεν τολμούσαν να φτάσουν ως το άκρον της μεγάλης αποφάσεως. Και επειδή τους πέρασε η ιδέα πως όσο περισσότεροι θα ήσαν εκείνοι που θα μένανε —αν ήταν δυνατό να μη φύγει κανένας—, τόσο και ευκολότερα ή οπωσδήποτε λιγότερο οδυνηρά θ’ αντιμετώπιζαν την τύχη τους μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού, γίνηκαν τότε και μερικές ενέργειες που όσο και αν τις δικαιολογεί, καθώς είπαμε, η πρόθεση να αποφευχθεί ο εκπατρισμός και κάποια έλλειψη ψυχραιμίας από την μια, μπροστά στον απροσδόκητο τρομερό κίνδυνο και ικανότητας από την άλλη, για την ανεύρεση του πιο σωστού προσανατολισμού, κι’ όσο και αν τις ίδιες αυτές ενέργειες τις ανυψώνει κατά τη σημερινή μάλιστα ιστορική επισκόπηση, μια κατά βάθος ηρωική διάθεση, ένα πείσμα προσκολλήσεως προς το πάτριο έδαφος, μ’ όλα ταύτα, γίνηκαν στο τέλος η αιτία να χαθούν τραγικά, πολλές, πάρα πολλές χιλιάδες Βουρλιωτών, που πιθανότατα αν διαφορετικά αντιμετωπίζονταν η τραγικά ασφαλώς κρισιμότατη εκείνη κατάσταση και γινόταν ένας πιο ψύχραιμος χειρισμός των ζητημάτων, αν όχι όλοι αυτοί που χάθηκαν τότε, πάντως οι περισσότεροι θα είχαν σωθεί.
Η μία από τις ενέργειες αυτές: Οργανώθηκαν ανεύθυνες οπλισμένες ομάδες, που πιάσανε τις εξόδους των Βουρλών και εμποδίζανε με την απειλή των όπλων τους, την αναχώρηση σ’ όσους είχαν πάρει έτσι κι’ αλλιώς την απόφαση να φύγουν. Και πραγματικά μ’ αυτόν τον τρόπο πολλοί εμποδίστηκαν να φύγουν και υποχρεωθήκανε να γυρίσουν πίσω. Και το κακό δεν περιορίστηκε μονάχα σ’ αυτούς, που χάθηκαν οι περισσότεροί τους κατόπιν, αλλά σταμάτησε πλέον και το ρεύμα για απομάκρυνση που είχεν αρχίσει να δημιουργείται. Γενικά καταβλήθηκε φαίνεται κάθε προσπάθεια, να ματαιωθεί η επίδραση όσων είχαν τη γνώμη ότι, η μόνη σωτηρία που απέμενε ήταν η «έξοδος», το φευγιό. Τους επιτιμούσανε, αν τύχαινε να εκφραστούν σε κάθε ευρύτερο κύκλο και τους παρεμποδίζανε με κάθε τρόπο να «ξηλώνουν» - να ερεθίζουν, να διεγείρουν - τον κόσμο. Εδώ βέβαια πρέπει να σημειωθεί και κάτι, που δεν είναι ασφαλώς και το ολιγότερο σημαντικό από τα αίτια της σφαγής των χιλιάδων Βουρλιωτών· και αν αποφασίζονταν η γενική των αναχώρηση και αν υπήρχε και ο καιρός, λείπανε πάλιν τα μέσα που θα τους μεταφέρανε στα πλησιόχωρα έστω ελληνικά νησιά, τη Σάμο, τη Χίο και τη Μυτιλήνη. Από μέρους δε των τότε ελληνικών αρχών και αν βρισκόνταν πλοία για μια τέτοια μεταφορά, όχι μονάχα δεν εξεδηλώθη καμμιά απολύτως διάθεση να τα στείλουν για την παραλαβή του πληθυσμού, που βρισκόταν σ’ αυτό τον τόσο μεγάλο και προφανέστατο κίνδυνο εξολοθρεμμού, αλλά είχε ψηφιστεί, ένα μήνα ακριβώς πριν, τον Ιούλιο δηλ. του 1922, ειδικό ψήφισμα της Εθνοσυνελεύσεως που απαγόρευε με αυστηρότατες ποινές, τέτοιες μεταφορές πληθυσμού (2).
Μια άλλη τώρα ενέργεια των Βουρλιωτών κατά τον καιρό της δικαιολογημένης αλλοφροσύνης των: Είχαν φτάσει στους τουρκικούς κύκλους των Βουρλών πληροφορίες ότι Έλληνες στρατιώτες καθώς υποχωρούσαν ασύντακτοι βιαιοπραγούσαν στους τουρκικούς συνοικισμούς από όπου περνούσαν. Και τα Βουρλά ήταν πλέον ένα από τα περάσματα του ελληνικού στρατού κατά την υποχώρησή του εκείνη. Ίσως και να έγιναν κάποιες τέτοιες βιαιοπραγίες και στα Βουρλά, πάντως ελάχιστες κατά τις πληροφορίες που συγκέντρωσα. Βέβαια αυτά τα έκτροπα, πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθούν στις έμφυτες ηθικές διαστροφές και τις κακίες μερικών ατόμων, όπως παντού και πάντοτε βρίσκονται και που με τον κλονισμό και την παράλυση κάθε πειθαρχίας και τάξεως κάθε ηθικής χαλιναγωγήσεως, συνέπειες της στρατιωτικής καταρρεύσεως, βρήκαν την ευκαιρία να εξωτερικευθούν. Συστηματική και επί τ’ αυτού οργάνωση αυτών από μέρους κάποιας υπεύθυνης ή και ανεύθυνης ελληνικής εξουσίας δεν υπήρξε σε καμμιά περίπτωση. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Οι Τούρκοι πάντως των Βουρλών, καθώς είδαν που άρχισαν να διαβαίνουν από εκεί, υποχωρώντας ελληνικά στρατεύματα, εθορυβήθησαν εξαιρετικά και σπεύσανε να συνεννοηθούν με τους χριστιανούς προκρίτους του τόπου· υποσχεθήκανε, αν τους προφυλάξουν αυτοί από βιαιοπραγίες των Ελλήνων στρατιωτών, θα αναλάμβαναν και εκείνοι την υποχρέωση να τους σώσουν κατόπιν όταν θάρχόταν ο κεμαλικός στρατός. Οι περισσότεροι Βουρλιώτες στην ενέργεια αυτή των Τούρκων συμπολιτών τους πίστευσαν πως βρίσκανε την ποθητή σωτηρία τους. Υπογράψανε οι Τούρκοι χαρτιά επίσημα πάνω στη συμφωνία αυτή και βάλανε κάτω το Κοράνι τους και ορκίστηκαν ότι θα τηρήσουν τα συμφωνημένα. Άμεση δε και ως συνέπεια τούτου, ενέργεια των χριστιανών προκρίτων υπήρξεν να οργανωθούν από βουρλιώτες φαντάρους που είχαν φτάσει από το μέτωπο, ένοπλες περιπολίες γύρω και μέσα στις τουρκικές συνοικίες εμποδίζοντας τους διερχομένους στρατιώτες και να πλησιάζουν ακόμη προς αυτά τα τμήματα των Βουρλών.
Στην απελπισία, στην τρομερή αγωνία τους, οι Βουρλιώτες το γεγονός το θεωρήσαν πραγματικά ως απόλυτα, καθησυχαστικό. Και όχι μονάχα σταμάτησε σχεδόν, σε συνδυασμό με την παρακώλυση των ενόπλων ομάδων, η κίνηση για αναχώρηση, αλλά σαν να μη έφτανε αυτό, ξεκίνησε και μια Επιτροπή και πήγε στου Γιατρού το Νησί και στο Εγγλεζονήσι, όπου είχαν καταφύγει αρκετές βουρλιώτικες οικογένειες, για να τους πείσουν να επιστρέψουν, επειδή ύστερα από τη συμφωνία που κλείσανε με τους Τούρκους προκρίτους δεν υπήρχε πια κανένας απολύτως κίνδυνος για τους χριστιανούς των Βουρλών και πολλοί τα πίστευσαν όλα αυτά και γύρισαν δυστυχώς πίσω (3).
Παρ’ όλα ταύτα, η αγωνία ήταν το συναίσθημα που κυριαρχούσε στις ψυχές όλων ανεξαιρέτως των Βουρλιωτών όσο περνούσαν οι μέρες και τα διαδραματιζόμενα μπροστά στα μάτια τους δείχνανε ότι πλησίαζε η ώρα για τη μοιραία κρίση (4).
Στρατιωτικά τμήματα, τα περισσότερα ασύντακτα, εξακολουθούσαν να περνούν νύχτα και μέρα με κατεύθυνση προς τον Τσεσμέ.
Πολλοί από τους Βουρλιώτες προσμένανε εγκαρτερικά τη μοίρα τους· αλλά και πολλοί αμφιβάλανε αν θα τηρηθούν οι συμφωνίες με τους Τούρκους και επιδιώκανε να βρουν τρόπο να ξεφύγουν. Οι εξοχές ερημωθήκανε. Ντάμια και κουλάδες μείνανε μ’ ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα, χωρίς όμως γύρω τους και την παραμικρότερη κίνηση που να φανέρωνε ανθρώπινη παρουσία. Και θλιβερά σημάδια του πανικού δίπλα στα «γιατάκια», «σεργιά», με τα μαξούλια, αλλού μαζεμμένα, σωροί «γιγίνια», αλλού μέσα στα σακκιά και αλλού λίγο ή πολύ αμάζευτα· παρατημένα κι’ έρημα όλα. Κάποιοι, τραγική εκδήλωση αλλοφροσύνης, πριν φύγουν από τ’ αμπέλι τους, βάλανε τα «ζωντανά» και «τσαλαπατήσανε» την απλωμένη σταφίδα τους, σα να σκότωναν το ίδιο, το παιδί τους.
Τελευταίο τμήμα που πέρασε κατά τις 28 Αυγούστου φαίνεται πως ήταν το Σύνταγμα του Πλαστήρα. Ο ίδιος ο Πλαστήρας πέρασε αργά την ημέρα εκείνη. Λέγεται ότι, σταμάτησε για λίγο σε κάποιο καφενείο της Απάνω Λόντζας και ζήτησε να δει ορισμένους από τους παληούς συμπολεμιστές του στο Μακεδονικό Μέτωπο, όπως π.χ. τον Αναστάση τον Μπουτζαλή από τα πιο ακουσμένα παλληκάρια των Βουρλών. Λέγεται ότι και σ’ αυτόν και στον Αρχιερατικό Επίτροπο Παπα-Νεόφυτο συνέστησε να σπεύσουν να φύγουν γιατί έβλεπε κι’ αυτός πολύ μεγάλο τον κίνδυνο. Υποσχέθηκε μάλιστα, προσθέτουν οι σχετικές προφορικές πληροφορίες, να τους προστατεύσει με το Σύνταγμά του, όσο μπορούσε. Είτε γιατί δεν υπήρχε καιρός πλέον, είτε και γιατί δεν υπήρχε διάθεση, όπως είδαμε πιο πάνω και αν παραδεχτούμε ότι πραγματικά γίνηκε αυτή η σύσταση, δε λογαριάστηκε και τόσο. Ελάχιστοι, πολύ ελάχιστοι φαίνεται να την άκουσαν και φύγανε μαζί με το Σύνταγμα του Πλαστήρα, προς τον Τσεσμέ.
Την άλλη μέρα ο Πλαστήρας βρισκόταν στο Μάλκατζα και στα πέρα απ’ αυτόν υψώματα προστατεύοντας ως οπισθοφυλακή τους άλλους Έλληνες που υποχωρούσαν.
Την ίδια μέρα, 29 Αυγούστου 1922, ίσως η περισσότερο αξιομνημόνευτη ημερομηνία για την όλη ιστορία του τόπου αυτού, μπήκαν στα Βουρλά οι πρώτοι «τσέτες» και μαζί τους έφτασε και αντιπρόσωπος του κεμαλικού καθεστώτος. Πήγε μια Επιτροπή Χριστιανών να τον χαιρετίσει· να κάνει την πολιτική της· μια πολιτική βέβαια που είχε την εξήγησή της και την ιστορική της ακόμη δικαίωση στις κρίσιμες εκείνες στιγμές· κι’ επί τέλους ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται. Είχαν ελπίσει, νόμισαν πως μπορούν να ελπίζουν και στην υποστήριξη των Τούρκων προκρίτων συμπολιτών τους, ύστερα από τους επίσημους όρκους και τα συμφωνητικά που είχαν ανταλλάξει. Βρήκαν όμως εκεί αυτούς τους συμπολίτες τους να διεκτραγωδούν τα όσα δήθεν είχαν τραβήξει, την απελπιστική ως τότε κατάστασή τους όπως τη χαρακτήριζαν και να τον ευγνωμονούν τον αντιπρόσωπο του κεμαλικού καθεστώτος, που με τον ερχομό του τους έσωσε τελικά, χωρίς τίποτε να προσθέσουν σχετικό με τη στάση των Χριστιανών των Βουρλών. Απ’ εναντίας μερικοί εκφραστήκανε και για τους Χριστιανούς συμπολίτες τους με τρόπο διόλου καθησυχαστικό για την τύχη τους. Όσοι είχαν αποτελέσει την Επιτροπή αποχωρήσανε από τη συνάντηση εκείνη, πραγματικά ολότελα καταπτοημένοι. Το δράμα των Βουρλιωτών έμπαινε πια στην τελειωτική, την οριστική, την τραγικότερη φάση του.
Χαρακτηριστικό της αποκορυφωμένης απελπισίας που άρχισε να κυριεύει πλέον τους Βουρλιώτες, είναι ο λόγος που είπε ένας από την Επιτροπή, ο Δημητρός Κορδοπάτης, παλιός δικηγόρος στα τουρκικά δικαστήρια του τόπου, στον Χαράλαμπο Καρύδη το δάσκαλο, που τον συνήντησε, ακριβώς μόλις επέστρεψε από το Κονάκι.
— Χαράλαμπε τα πράγματα είναι πολύ άσχημα· πήγαινε στο σπίτι σου, αμπαρώσου και συχώρνα με και Θεός σχωρέσε· δεν ξέρω αν θα ξαναδωθούμε.
Και όντως δεν ξαναδωθήκανε· ο Κορδοπάτης υπήρξε από τα πρώτα μαρτυρικά θύματα της καταστάσεως.
Έτσι περίτρομοι οι Βουρλιώτες σπεύσανε να κλειστούν στα σπίτια τους. Όλη τη νύχτα, όσοι κατοικούσαν στο Φαρδύ Σοκκάκι άκουαν τα περπατήματα ενόπλων ομάδων που κατευθύνονταν να χτυπηθούν με τον Πλαστήρα στην Ξερόβρυση, πέντε χιλιόμετρα δυτικά της πόλεως, στο μυχό του κόλπου του Γκιούλμπαξε. Ο Πλαστήρας μετά την εκπλήρωση της εντολής του, μιας πολύ περιορισμένης και συντηρητικής εντολής, τραβήχτηκε κι’ αυτός προς τον Τσεσμέ. Κάποιο Ελληνικό πολεμικό έρριψε ακόμη λίγες οβίδες από τον κόλπο του Γκιούλμπαξε προς το δρόμο του Μάλκατζα και τα γύρω υψώματα. Τελικά κι’ αυτό τράβηξε και χάθηκε πέρα προς τα Καράμπουρνα, προς την έξοδο του Σμυρναϊκού κόλπου.
Και έτσι έμειναν πλέον οι νέοι κυρίαρχοι ανενόχλητοι· και το κακό, σύμφωνα με πληθώρα μαρτυριών, άρχισε την ίδια μέρα. Παραβιάζανε σπίτια, σπούσανε τις πόρτες τους, διαρπάζανε χρήματα, κοσμήματα και κάθε άλλο, λίγο ή πολύ πολύτιμο αντικείμενο, σκοτώνανε στην παραμικρότερη αντίδραση, ασελγούσαν πάνω στις γυναίκες και καμμιά φορά μπροστά στα μάτια των ανδρών των, που τους είχαν δέσει προηγουμένως σε κάποιο εκεί κοντά στύλο ή στον κορμόν κάποιου δένδρου· άλλοτε αρπούσαν νέα κορίτσια και τα τραβολογούσαν μαζί τους για σκοπούς ανομολόγητους (5). Αναφέρονται περιστατικά κοριτσιών που για ν’ αποφύγουν την ατίμωση πέσανε μέσα στα πηγάδια και πνίγηκαν σαν τις Σουλιώτισσες στο χορό του Ζαλόγγου, σαν τις γυναίκες της Νιάουσας κατά το 1825 που πέσανε και πνιγήκανε στον ποταμόν Αραπίτσα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ένα τέτοιο επεισόδιο γίνηκε στο σπίτι του παλιού προκρίτου των Βουρλών Γιάγκου Μιχαηλίδη του Γκεντζένσελη, όπως τον ξαίρανε οι Βουρλιώτες. Ένα σπίτι από τ’ αρχαιότερα του τόπου κοντά στη Κάτου Λόντζα. Μπήκαν οι Τούρκοι· σκότωσαν όσους άνδρες βρήκαν εκεί μέσα και τους γυιούς του Μιχαηλίδη, μεγάλους άνδρες, Ανδρέα, Στέλιο και Γιώργο· τα κορίτσια πέσανε στο πηγάδι έξι ή εφτά· και ανάμεσα σ’ αυτά δυο του Μιχαηλίδη η Ιωάννα και η Πηνελόπη πνίγηκαν. Κάτι τέτοιο διηγούνται πως γίνηκε και σ’ άλλα σπίτια.
Πυκνοί πυροβολισμοί ακούονταν σε διάφορα σημεία των χριστιανικών συνοικιών· ξεφωνητά των γυναικών· ούρλιαχτά των σκύλων. Γιατί πολλά ήσαν και τα περιστατικά των Βουρλιωτών εκείνων, που σε μια απελπισμένη, απόλυτα ηρωική πάλη, πέσανε με κάποιο όπλο στο χέρι προστατεύοντας πλέον μονάχα την τιμή τους και την τιμή του σπιτιού τους. Τη νύχτα η τραγικότητα της καταστάσεως γινόταν ακόμα φρικωδέστερη. Όλοι κλεισμένοι, αμπαρωμένοι, στα σπίτια τους αγωνιούσαν με την ψυχή στο στόμα κυριολεκτικά, για το πιο χειρότερο, που μπορούσαν να φανταστούν. Σε κάθε περπάτημα, έξω στους ολοσκότεινους και έρημους δρόμους, σε κάθε κρότο κάπου κοντά τους στη γειτονιά, οι καρδιές τους σπαρταρούσαν.
Την 3 Σεπτεμβρίου, οι Τούρκοι βάλανε φωτιά στα σπίτια των χριστιανών. Από πού πρωτάρχισε η φωτιά κανείς δε μπόρεσε να καταλάβει· κι’ αν άρχισε από μια μεριά ή από περισσότερες· λίγο πέρασε κι’ είδαν να καίονται σπίτια γύρω στην Απάνω Λόντζα και στην Κάτω Λόντζα. Καπνός πυκνός, μια θολούρα βαριά σκέπασε παντού τον ουρανό· η μυρωδιά των καιομένων αντικειμένων απλώθηκε σ’ όλη την ατμόσφαιρα. Κάποια κεφάλια αγριεμμένα από την τρομάρα πρόβαλαν στα παράθυρα.
— Φωτιά! Καιγόμαστε!
Αλάλιαξε η πρώτη έξαλλη κραυγή· κι’ ύστερα δεύτερη, τρίτη· όλο και πλήθαιναν και δυνάμωναν οι κραυγές από τη μια ως την άλλη άκρη της πολιτείας. Οι πόρτες οι διπλομανταλωμένες ανοιχτήκανε και χύθηκε ξέφρενος ο κόσμος στους δρόμους, αναζητώντας τη σωτηρία του· πού; κανείς δεν ήξαιρε και κανείς δε μπορούσε να φανταστεί. Στις γωνιές του δρόμου, στις εξόδους της πολιτείας, ομάδες τακτικών και ατάκτων ενόπλων παραμονεύανε. Και πυροβολούσανε. Άλλοι στον αέρα για να επιτείνουν τον πανικό· κι’ άλλοι αδίστακτοι στα κορμιά. Κάποιος ή κάποια έπεφτε στο δρόμο. Στο νεκρό ή στο λαβωμένο κορμί σωριάζονταν πάνω ξεφωνίζοντας η μάνα, η κόρη, η γυναίκα, ή αδελφή. Κι’ ύστερα... κανείς δεν μπορούσε να πληροφορήσει στο τέλος με ακρίβεια τι απόγιναν αυτά τα τραγικά συμπλέγματα. Στο φευγιό εκείνο του δυσπερίγραπτου τρόμου και της απόλυτης συγχύσεως, χώρησαν και δεν ξαναβρεθήκανε ποτέ πια πολλά αντρόγυνα, παιδιά από τους γονιούς των, αδέλφια μεταξύ τους.
Η φωτιά όλο και δυνάμωνε· οι καπνοί ξαπλωθήκανε πέρα στις εξοχές όπου αναζητούσαν οι κυνηγημένοι τη σωτηρία τους.
Οι κεντρικές χριστιανικές συνοικίες, γύρω στην Παναγία, στον Άη - Γιώργη και πιο μέσα καήκανε σχεδόν τελείως (6).
Από τις ομάδες που από μόνες τους σχηματίστηκαν, από ένστικτο, όπως οι αγέλες των ζώων μπροστά στην απειλή τρομερού κινδύνου, η κάθε μια πήρε την κατεύθυνσή της και η κάθε μια είχε τη δική της τραγική περιπέτεια (7).
Πολλοί σκοτώθηκαν σε κουλάδες και γενικά έξω στα κτήματα. Μερικοί μείνανε για καιρό στα βουνά, το Μεγάλο Βουνό, το Λυκοβούνι, τον Κάρακα και από εκεί ορισμένοι κατόρθωσαν να περάσουν και να γλυτώσουν στη Σάμο και στη Χίο. Άλλοι αναγκαστήκανε τελικά να κατέβουν στην πόλη και να παραδοθούν. Άλλοι χάθηκαν και κανένας δεν έμαθε ποτέ τι απογίνανε.
Ύστερα από την πρώτη αναταραχή της φωτιάς, οι χριστιανοί υποχρεωθήκανε όσοι βρέθηκαν κοντά στην πόλη, να συγκεντρωθούν στις δύο άκρες, του Κεντρικού Δρόμου στου Μπαμπατζάνη και κοντά στο Μεγάλο Γεφύρι, στο Γενή Μαχαλά (Νέα Συνοικία). Ώς αυτά τα σημεία δεν είχε φτάσει η φωτιά. Θεονήστικοι, κουρέλια κυριολεκτικά ψυχικά και σωματικά, μαντρωθήκανε σε μερικά αυτού σπίτια, με τη λαχτάρα για τη μοίρα τους την πιο πέρα. Πότε, πότε ερχότανε κάποιος Τούρκος, οδηγημένος καθώς τουλάχιστον αρκετοί είπαν, από κάποιον ντόπιο εβραίο και αρπούσε κανένα νεαρό κορίτσι. Γυρνούσαν κάποτε τα περισσότερα από τα κορίτσια αυτά στους δικούς τους σε κακά πάντα χάλια. Μερικά δεν ξαναγύρισαν κι’ ούτε και γι’ αυτά έμαθε κανείς τι απόγιναν.
Πέρασαν έτσι μια ή δυο μέρες και κατόπιν ήλθε το άλλο μεγάλο κακό· άρχισε συστηματική η περισυλλογή των ανδρών από 18 και 17 χρονών έως τα 55 και τα 60. Τους οδηγούσαν στην αρχή στην νοτιοανατολική έξοδο της τουρκικής συνοικίας στον Άη Γιάννη το Μουσελέ· εκεί υπήρχε ένας ανοιχτός χώρος, μια «αλάνα» την περιτρυγύρισαν με σύρματα και την οργανώσανε σ’ ένα είδος στρατοπέδου συγκεντρώσεως των πολιτικών αυτών ομήρων· εκεί τους καταγράφανε (για ποιό λόγο άραγε;) και κατόπιν σχηματίζανε συνοδείες από 200 έως 500 άτομα και τους εξαπόστελναν στη Σμύρνη και πολύ πιο μακριά ακόμη, στο εσωτερικό της Ανατολής. Κι’ απ’ αυτές τις τραγικές συνοδείες, ποτέ τους δεν φτάσανε όλοι τους ως τον τόπον του τελικού προορισμού. Στο δρόμο τους περνούσαν επίτηδες, καθώς φαίνεται, μέσα από τούρκικα χωριά, όπου οι κάτοικοί τους ή έστω ορισμένοι από αυτούς, τους προπηλακίζανε και τους κακοποιούσανε ποικιλοτρόπως και πολλούς τελικά τους θανάτωναν. Από εκείνους που έτυχε να περάσουν από τη Σμύρνη και να μείνουν εκεί λίγο, μερικοί είχαν την καλή τύχη, προ πάντων από τους οπωσδήποτε περισσότερο ηλικιωμένους, να γλυτώσουν.
Οι άλλοι; ...Ελάχιστοι σχετικά γλυτώσαν.
Υπάρχει μια πληροφορία ότι από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως τ’ Άη-Γιάννη του Μουσελέ —από τα «τέλια του Μουσελέ» όπως κρατήθηκε για χρόνια φρικώδης η ανάμνησή τους στη μνήμη των προσφύγων Βουρλιωτών— πέρασαν περί τις ένδεκα χιλιάδες (άρ. 11.000) χριστιανοί. Ίσως να θεωρηθεί από μερικούς ο αριθμός αυτός υπερβολικός· εν τούτοις σε μένα δεν φαίνεται και τελείως απίθανος. Από αυτούς περί τους χιλίους μπόρεσαν και ξεγλύτρησαν στη Σμύρνη. Από τους άλλους, όταν ύστερα από ένα χρόνο επετράπη η επιστροφή των στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι δεν γύρισαν περισσότεροι από δύο χιλιάδες.
Οι αριθμοί αυτοί είναι νομίζω πλήρως παραστατικοί του τρομερού μεγέθους της καταστροφής που πάθανε οι Βουρλιώτες.
Κατά το γενικό αυτό περιμάζευμα των ανδρών, όσους προκρίτους μπόρεσαν και βρήκαν τους εξετέλεσαν, κάπου κοντά στο τμήματος σελέ με την κατηγορία ότι υπήρξαν αρωγοί ή μέλη του τμήματος της Μικρασιατικής Αμύνης Βουρλών· λέγουν μάλιστα κατά τρόπο μαρτυρικό και χωρίς διαδικασία.
Έτσι εμαρτύρησαν τότε ο Αρχιερατικός Επίτροπος Νεόφυτος Βαρδαλάχος, ο Αλέκος Κορές, ο Σωκράτης Κορές, ο Γρηγοράκης Χριστοφίδης (ο Σαρρή-Γρηγόρης), ο Κωστής Φουρούλης, ο Δημητρός Κορδοπάτης, ο Ευάγγελος Βαλλιάδης (ο Σαρρή-Βαγγέλης), ο Ανδρέας Γάτζος και άλλοι...
Τον Μιχαλιό Μιχαηλίδη, γνωστόν κι’ αυτόν στα Βουρλά ως Κουτσο-Μίχαλο, από τα σοβαρότερα και ζωηρότερα στοιχεία του τόπου, τον σκότωσαν μέσα σ’ ένα σπίτι, όπου είχε καταφύγει με την οικογένειά του (8).
Και ύστερα, έρημοι και απορφανισμένοι από τους προστάτες τους, νηστικοί και αγωνιώντες είχαν παραμείνει ακόμη για λίγες μέρες στα Βουρλά, στο έλεος της Μοίρας τους, οι γέροι, οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά.
Στις 15 Σεπτεμβρίου καταπλεύσανε στην Καραντίνα, στο παλιό νησί των Κλαζομενών 8 ή 10 βαπόρια, για να τους πάρουν πια αυτούς και να τους μεταφέρουν στην Ελλάδα.
Την θυμούνταν και την ανιστορούσαν συχνά —με ενάργεια εκείνη τη θλιβερή πορεία, πέντε ή έξι περίπου χιλιομέτρων, από τα Βουρλά ως τον τόπο της επιβιβάσεως.
Αφήνανε πια για πάντα τον τόπο τους· τον τόπον όπου είχαν γεννηθεί, όπου ήσαν θαμμένοι οι γονείς τους, οι παππούδες τους, αρκετές γενεές προγόνων, όπου είχαν στηρίξει τα σχέδια και τα όνειρα για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Βαθύς ο πόνος τους· κάποιοι πέρασαν και είδαν για υστερή φορά τα καμένα σπίτια τους.
Ήταν αλλοίμονο ο μοναδικός πια δρόμος της σωτηρίας, που τους είχεν απομείνει· αλλά ούτως ή άλλως επρόκειτο πραγματικά για κάτι το πολύ σοβαρό στην κατάσταση της απόλυτης απογνώσεώς τους. Εκείνο βέβαια που βάραινε ιδιαίτερα τη στιγμή εκείνη της εξόδου των από τη γή των πατέρων τους, πάνω από όλους τους καημούς τους, ήταν η αγωνία για την τύχη των άλλων των δικών τους· τους είχαν πάρει πριν λίγες μέρες και κανείς δεν ήξαιρε τι απέγιναν.
Γυναίκες το μεγάλο πλήθος, κάμποσοι γέροι και πολλά παιδιά, ήσαν όσοι βάδισαν εκείνον τον πικρότατο δρόμο της εξορίας από τα Βουρλά ως το νησί των Κλαζομενών. Τι τραγική αλήθεια σύμπτωση! από το ίδιο μέρος φεύγανε, όπου πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια περίπου είχαν έλθει για πρώτη φορά οι Έλληνες, οι αρχαίοι Ίωνες, στα παράλια εκείνα.
Πολλοί γέροι και άλλοι αρρωστημένοι δεν μπόρεσαν να βαστάξουν· δεν φθάσαν ως το τέρμα της τραγικής πορείας· μείνανε στο δρόμο. Στα πλάγια του και εκεί μέσα στα χαντάκια, αρκετούς τέτοιους εγκαταλελειμένους νεκρούς, αναφέρανε ότι είδαν κατά την αναχώρησή τους αυτοί οι υστερνοί Βουρλιώτες.
Αναφέρονται ακόμη και μερικές βιαιοπραγίες, αρπαγές κοριτσιών και φόνοι· πάντως σε πολύ περιορισμένο τώρα βαθμό. Ίσως γιατί η τραγωδία των ανθρώπων αυτών έφτανε στη λύση της πλέον· ίσως γιατί σε λίγο θα μπαίνανε στα βαπόρια, θα τους βλέπανε και θα τους ακούανε και ξένοι· και γι’ αυτό η εντύπωση από τις βιαιότητες, συμφέρον ήταν να είχε αμβλυνθεί. Υπήρξαν μάλιστα, καθώς διηγούνται, και μερικές εκδηλώσεις ευσπλαχνίας· κάποιους ηλικιωμένους και εξαντλημένους, που δεν μπορούσαν να βαδίσουν τους περισυνέλεξαν και με κάρρα τους μεταφέρανε ως τον τόπον της επιβιβάσεως.
Και αυτό μπορεί να σημαίνει ότι, όλες οι άλλες προηγούμενες βιαιότητες και σφαγές, θα ήτο δυνατόν να είχαν αποφευχθεί, αν το ήθελαν οι ηγήτορες της νέας καταστάσεως των πραγμάτων.
Διαρπαγές εν τούτοις χρημάτων και άλλων πολυτίμων αντικειμένων, αναφέρεται ότι γίνηκαν σε αρκετή έκταση και με κάποιο σύστημα μάλιστα. Εκεί στου Μπαλαλάκη είχε οργανωθεί ένα είδος «μπλόκου». Άφηναν να περνά ένας - ένας δήθεν γιατί έπρεπε να τους κάνουν έρευνα· και τους έγδυναν κυριολεκτικά. Όχι μονάχα αντικείμενα με κάποια μικρή ή μεγάλη αξία τους τα έπαιρναν, αλλά ακόμη και τα παπούτσια τους και κάποιο ρούχο τους πολλές φορές, που έδειχνε να άξιζε κάπως.
Αλήθεια όμως, τι σημασία μπορούσαν νάχουν πια τώρα αυτά τα ελάχιστα, εμπρός στα πάντα τ’ άλλα που εγκαταλείψανε πίσω τους, που τα χάνανε πια;
Τα βαπόρια φόρτωσαν και φύγανε· τα συνόδευε και κάποιο αμερικανικό πολεμικό.
Κι’ έτσι πήρε τέλος η ιστορία των ελληνικών Βουρλών. Εκτός από τις χιλιάδες των Βουρλιωτών που συνεχίζανε τις στιγμές εκείνες, όσοι ζούσανε ακόμη, το Γολγοθά τους, στο εσωτερικό της Ανατολής, από τον πολυπληθέστατον και ανθηρότατον Ελληνισμόν των Βουρλών είχαν απομείνει εκεί κάποιοι λίγοι αιχμάλωτοι μέσα στην πολιτεία και κάποιοι άλλοι, λίγοι σχετικώς κι’ αυτοί που είχαν καταφύγει, όπως προείπαμε, στα βουνά του Κόρακα, προσμένοντας κανένα καΐκι να περάσει να τους πάρει κι’ αυτούς.
 
Υποσημειώσεις
(1) Σχετικοί και ενδεικτικοί της αγωνίας των Βουρλιωτών, συνδυαζόμενοι και με την πίστη προς την Παναγία τους, είναι και μερικοί θρύλοι που εδημιουργήθησαν τότε ή μεταγενέστερα. Έναν τέτοιον αναφέρει και ο κ. Σ. Κουκουνσάκης στο δημοσίευμά του «Από την Μικρασιατικήν Τραγωδίαν» (Εφημ. «Πατρίς» Αθηνών, 26.1.1930):
Κατά την νύκτα της 14ης προς την 15ην Αυγούστου του 1922 οι Χριστιανοί που αγρυπνούσαν στο ναό και στον αυλόγυρο της Παναγίας στα Βουρλά είδαν κατά τα μεσάνυκτα ένα νεφέλωμα να γεμίζει ξαφνικά τον νάρθηκα και να κατευθύνεται προς το «Ιερό» και συγχρόνως ακούσανε καθαρά την κραυγή «φωτιά» να επαναλαμβάνεται δυο φορές με παράδοξη φωνή τρόμου. Όλοι φοβηθήκανε και σταυροκοπηθήκανε, αλλά κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει το μυστήριο της κραυγής, ούτε το όραμα του λευκού νεφελώματος, που για μια στιγμή όταν έφθασε μπροστά στο «Ιερό» φάνηκε να βγάζει φλόγες σαν πύρινες γλώσσες.
Κάτι ανάλογο άκουσα κι’ εγώ από διηγήσεις. Άλλοι πάλιν μου διηγήθησαν, πως ξαφνικά, κάποια μέρα τότε, άρχισαν να κουνιούνται μυστηριωδώς οι πολυέλεοι της Παναγίας.
 
(2) Βλ. Εφημερίς της Κυβερνήσεως. Αρ. φύλλου 119 τεύχος Α' 20-7-1922.
Η πολιτική αυτή της τότε Ελληνικής Κυβερνήσεως, μπορεί να έχει κάποια δικαιολογία ή έστω εξήγηση· και πολύ σοβαρή μάλιστα, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε. Δεν πρέπει παρά ταύτα να παραβλεφθεί πως, όλο το σύμπλεγμα των αισθημάτων που επεκράτησαν από τότε και σχεδόν έως σήμερα, στις εκδηλώσεις των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, απέναντι του πολιτικού κόσμου που εκυβερνούσε τότε την Ελλάδα, ένα σύμπλεγμα πρόξενον πολλών μεταγενεστέρων εθνικών περιπλοκών, οφείλεται στην πικρίαν αυτή των Μικρασιατών Ελλήνων, για την εγκατάλειψή τους στη σφαγή και τον όλεθρο.
 
(3) Φαίνεται ότι και στο Αϊβαλί δεν ήθελαν οι κάτοικοι να φύγουν και να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και πολλοί που φύγανε ξαναγύρισαν πίσω. Τουλάχιστον κάτι τέτοιο προκύπτει και από ένα άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην εφημ. «Ελευθερία» Αθηνών (31.10.48).
 
(4) Πρέπει να σημειωθεί και μια άλλη προγενέστερη κάπως ενέργεια· είχε εκδηλωθεί πριν ακόμα γίνει ευρύτατα αντιληπτή η μεγίστη έκταση της ελληνικής στρατιωτικής καταρρεύσεως. Πρόκειται ακριβέστερα για την κίνηση συμμετοχής και των Βουρλιωτών στην οργάνωση ορισμένων πολιτικών παραγόντων και στελεχών του στρατού για τη διατήρηση τουλάχιστον της Σμύρνης και της στενότερης περιοχής της. (Βλ. και στην εφημ. «Έθνος» 28-10-54 στο σχετικό δημοσίευμα στρατηγού Χρ. Τσιγάντε). Στα Βουρλά ηγήτορες της κινήσεως ήσαν ο φαρμακοποιός Μιχ. Κονδύλης, ο Γιάννης Σαρημπεγιόγλου, ο Δημητρός Περιβόλας, ο Διαμαντής Κόκος. Είχεν αρχίσει η καταγραφή των εθελοντών στη Μητρόπολη καθώς και μερικές άλλες πράξεις προς την κατεύθυνση αυτή της οργανώσεως ενός μικρασιατικού αμυντικού κινήματος. Σύντομα όμως ατόνησε και αυτή η προσπάθεια. όταν έφτασε η πληροφορία ότι, ματαιώθηκε κάθε σχετική εκδήλωση στο Κέντρο της Σμύρνης. Από τους παραπάνω και ο Δημητρός Περιβόλας και ο Γιάννης Σαρημπεγιόγλους και ο Διαμαντής Κόκος από τα πιο αντιπροσωπευτικά παλληκάρια του τόπου. Ο Σαρημπεγιόγλους είχε κι’ ένα καφενείο στην Απάνω - Λόντζα, κέντρο ακριβώς των παλληκαριών της σειράς του. Κατά την Καταστροφή δεν πρόφτασε να σωθεί· τον πιάσανε στο δρόμο προς τη Σμύρνη. Εκεί σε κάποιο «κισλά» της Σμύρνης, όπου τον είχαν με πολλούς άλλους περιορίσει, δε μπόρεσε να βαστάξει από το φιλότιμό του αυτοκτόνησε χτυπώντας με πέτρες το κεφάλι του.
 
(5) Υπάρχει ένα μοναδικό «ντοκουμέντο» των λεπτομερειών της Καταστροφής των Βουρλών· το γράμμα ενός μορφωμένου αυτόπτη. Ο γιατρός Ιωάννης Παγώνης (ο Μπενουάς) το έγραψε στην κόρη του Αρτέμιδα σύζυγο Ιωάννη Διαμαντάκη στις 4 Φεβρουαρίου 1924.
Μερικά αποσπάσματα είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικά και ενδιαφέροντα:
« Ήτο δε μεσονύκτιον πλέον... και από των πέριξ οικιών και εις του Πετράκη το σπίτι του Δημητρού —μεταξύ της εκκλησίας της Παναγίας και της Αναξαγορείου Σχολής— και από όλα τα άλλα και από του Ι. Μιχαηλίδη και από το σχολείον ηκούοντο σπαραξικάρδιοι οιμωγαί και... και...
Εκείθεν είδον παρθένους τας οποίας μετέφερον από σπίτια και άλλας από το Σιβρισάριον και Κιλισμάνιον, αι οποίαι ευρέθησαν εντός της σχολής, να τας θέτουν επί των παραθύρων και...».
 
(6) Από το γράμμα του γιατρού Παγώνη ως ανωτ.:
«Την πέμπτην ημέραν αφ’ εσπέρας εθεάθη η εις Σμύρνην πυρκαϊά και την Παρασκευήν 3 ώρας μετά το μεσονύκτιον πριν εξημερώση, έθεσαν την πυρκαϊάν πρώτον εις του Σαμολαδά την οικίαν κειμένην απέναντι της Παναγίας· εγώ δε άγρυπνος νυχθημερόν απεκοιμήθην και εγερθείς την 4ην ώραν μετά το μεσονύκτιον, δεν εύρον κανένα εντός της οικίας μου καθ’ ότι είχον φοβηθεί και ιδόντες τους κατοίκους να τρέχωσιν εις τους δρόμους έφυγον πάντες από του υπογείου (του σπιτιού του) την θύραν...
Επεκράτει δε νότιος άνεμος και η πυρκαϊά είχεν προχωρήσει μέχρι της κάτω αγοράς προς την λέσχη. Και δεξιά και αριστερά είχε καταλάβει την Σουφλά συνοικίαν και Βάλια και Μανιάτ. Και από το Σιρέ συνοικίαν και Βαξελή και Σπιτάλια, κατήρχετο άλλη πυρκαϊά ην είχον θέσει συγχρόνως εις διάφορα μέρη και κέντρα των συνοικιών. Τούτου ένεκεν άπαντες οι κάτοικοι εξήλθον προς τα έξω της πόλεως μέρη, χιλιάδες γυναικόπαιδα και έτρεχον από τον Άγιον Γεώργιον Ορφανόν και αλλαχόθεν προς το Ρουστέμ - κιοϊ και προς του Ξύστρη τον δρόμο...
Φρικτόν το θέαμα!
Προς το μέρος του Αθανάση Τσιφούτη και κάτω μέχρι του Ξύστρη έκειντο φονευμένοι πολλοί άνδρες και γυναίκες. Απέναντι εις του Μάλαμα το σπίτι στρατιώται επυροβόλουν τους διερχομένους...
Την πρωΐαν του Σαββάτου έθεσαν πυρ δι’ αρκετών τενεκέδων πετρελαίου εις την Αναξαγόρειον Σχολήν και εις την εκκλησίαν· αυτά τα είδον εκ του οίκου μου ιδίοις όμμασι (το σπίτι του γιατρού Παγώνη βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την ανατολική πλευρά της Αναξαγορείου Σχολής)...
Και όσοι είχον καταφύγει από Σιβρισάριον και Κιλισμάνιον εις την Σχολήν εκάησαν· δύο γυναίκες και ένα μικρόν παιδίον μόνον επρόφθασαν και έφυγαν και έπεσαν από τον ορνιθώνα μου μέσα εις το περιβόλι μας...
Μόνον την οδόν Κορέ (στο Γενή Μαχαλά) και την άγουσαν μέχρι του φαρμακείου μας (φαρμακείον Δ. Γρηγοροπούλου, στο κεντρικό δρόμο, στα «μανιφατουριέρικα») δεν κατέκαυσαν και τα άκρα ίσως της πόλεως· αι δε λοιπαί συνοικίαι άπασαι μετά των εκκλησιών και του Ιερού Νοσοκομείου εγένοντο παρανάλωμα του πυρός· και είδον εις όλας τας συνοικίας φονευμένους και κεκαυμένους εν είδει δαυλών, άνδρας και γυναίκας και παιδιά αμέτρητα και αγνώριστα...».
 
(7) Σημειώνουμε δυο τέτοια περιστατικά, που χαρακτηρίζουν κάπως, όχι όμως σ’ όλην την ανέκφραστη κυριολεκτικά πληρότητά της, την τραγική εικόνα της καταστάσεως όπως διαμορφώθηκε.
Ήσαν καμμιά δεκαπενταριά κορίτσια στην περίτρομη περιπλάνησή τους· σμίξανε, συσσωματωθήκανε και σχημάτησαν έτσι έναν όμιλο, που έξω στ’ αμπέλια γύρευε να σωθεί. Τη μέρα κρύβονταν μέσα στις «κουτσούρες» και τη νύχτα γυρνούσαν κάτι να ξεδιακρίνουν μέσα στα σκοτάδια, κάπου λίγο νερό να πιούν και αλλού τίποτε κυδώνια σε καμμιά κυδωνιά ή σταφίδες παρατημένες σε κάποιο σεργί. Εκεί κάποτε συναντήθηκαν μ’ ένα νεαρό αντρόγυνο· η μάννα κρατούσε στην αγκαλιά της κι’ ένα μωρό χρονιάρικο. Το νέο αυτό ζευγάρι τα παρακάλεσε τα κορίτσια τα ικέτευσε να τους δεχτούν κι’ αυτούς στη συντροφιά τους· πίστευαν ότι θα αντιμετώπιζαν μαζύ τους κάθε κίνδυνο. Τα κορίτσια δεν τους θέλησαν· το κλάμα του μωρού ήταν φόβος να τους προδώσει. Τσέτες και άλλοι Τούρκοι που συχνοδιάβαιναν στις εξοχές ήταν πιθανόν έτσι να τους ανακαλύψουν. Το αντρόγυνο αφού κάμποσο επέμενε, μάταια όμως, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί. Σε λίγο ξαναγύρισαν· η μάννα έξαλλη δερνόταν· το μωρό δεν το κρατούσε πια στην αγκαλιά της. Το είχε πετάξει κάπου εκεί κοντά μέσα σ’ ένα πηγάδι. Το επεισόδιο αυτό, που φαίνεται σαν απίθανο, μου το διηγήθηκε μια από τις κοπέλλες του ομίλου.
Μια άλλη παρέα είχε πάρει, ύστερα από τη φωτιά το δρόμο της Σμύρνης. Ανάμεσά τους ήταν κι’ ο Αναξαγόρας Κορές, ένας από τους σταφιδεμπόρους του τόπου και η γυναίκα του Ουρανία, με τα παιδιά τους. Κοντά στο Κάστρο πέσανε πάνω σε τσέτες· για να γλυτώσουν ρίχτηκαν και οι δυό τους στη θάλασσα και απομακρύνθηκαν κολυμπώντας. Ο άντρας δε μπόρεσε να κρατηθεί και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω· η γυναίκα προχώρησε κι’ έμεινε στη θάλασσα ως την άλλη μέρα το πρωί, οπότε αναίσθητη πλέον, την περισυνέλεξε ένα ιταλικό βαπόρι και τη μετέφερε στη Ρόδο. Τον άντρα της δεν τον ξανάδε· τον πιάσανε όταν βγήκε στην παραλία και κατόπιν χάθηκε κι’ αυτός όπως και τόσες άλλες χιλιάδες Βουρλιωτών.
Στο περιστατικό της Ουρανίας Αναξαγόρα Κορέ, αφιέρωσε και ειδικό χρονογράφημα ο Σπύρος Μελάς στην εφημ. «Ελεύθερον Βήμα» της 20-6-1936 με τον τίτλο «Ηρωική Γυναίκα» (είχε πεθάνει τότε στον «Ευαγγελισμό» σε ηλικία 45 χρονών). Για το ίδιο περιστατικό βλ. και εφημ. «Πατρίς», 23 και 24-1-1930.
 
(8) Από το γράμμα πάλιν του γιατρού Παγώνη ως ανωτ.
«Διετάχθην μετά τινων νοσοκόμων να περιέλθω τας υπό του πυρός ή μη καταστραφείσας συνοικίας και απαριθμήσωμεν και σημειώσωμεν τα μέρη ένθα ευρίσκοντο πτώματα ανθρώπινα, όπως φροντίσω την καταστροφήν ή ταφήν χάριν υγιεινού σκοπού. Μόνον εις την συνοικίαν Σουφλά και Βάλια εμέτρησα 250 πτώματα, 80 γυναικών και 170 ανδρών διαφόρου ηλικίας. Εις Μανιάτ, Σπιτάλια, Αγίου Ευστρατίου, φοβερόν το θέαμα...
Απέναντι δε του Διοικητηρίου περισυνέλεξον άνω των 50 χριστιανών βαρέως και θανασίμως τραυματισμένων των περισσοτέρων γυναίκες και άνδρες 4-6 ετών παιδία μικρά άρρενα και θήλεα· δύο μικρά κορίτσια 9-10 ετών συνεπεία... ήσαν σχισμένα μέχρι του δακτυλίου (ρήξιν του περιτοναίου τελείαν)· και πώς να αναφέρω ονόματα!...».

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου