Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κύπτω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κύπτω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Carl Reichert

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κύπτω»
 
(κύπτω = σκύβω)   
 
Ενεστώτας
Οριστική
κύπτω, κύπτεις, κύπτει, κύπτομεν, κύπτετε, κύπτουσι(ν)
Υποτακτική
κύπτω, κύπτς, κύπτ, κύπτωμεν, κύπτητε, κύπτωσι(ν)
Ευκτική
κύπτοιμι, κύπτοις, κύπτοι, κύπτοιμεν, κύπτοιτε, κύπτοιεν
Προστακτική
---, κπτε, κυπτέτω, ---, κύπτετε, κυπτόντων (ή κυπτέτωσαν)
Απαρέμφατο
κύπτειν
Μετοχή
κύπτων, κύπτουσα, κπτον
 
Παρατατικός
Οριστική
κυπτον, κυπτες, κυπτε, κύπτομεν, κύπτετε, κυπτον
 
Μέλλοντας
Οριστική
κύψω, κύψεις, κύψει, κύψομεν, κύψετε, κύψουσι(ν)
Ευκτική
κύψοιμι, κύψοις, κύψοι, κύψοιμεν, κύψοιτε, κύψοιεν
Απαρέμφατο
κύψειν
Μετοχή
κύψων, κύψουσα, κψον
 
Μέσος Μέλλοντας (ενεργητική σημασία)
Οριστική
κύψομαι, κύψ ή κύψει, κύψεται, κυψόμεθα, κύψεσθε, κύψονται
Ευκτική
κυψοίμην, κύψοιο, κύψοιτο, κυψοίμεθα, κύψοισθε, κύψοιντο
Απαρέμφατο
κύψεσθαι
Μετοχή
κυψόμενος
κυψομένη
κυψόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
κυψα, κυψας, κυψε(ν), κύψαμεν, κύψατε, κυψαν
Υποτακτική
κύψω, κύψς, κύψ, κύψωμεν, κύψητε, κύψωσι(ν)
Ευκτική
κύψαιμι, κύψαις ή κύψειας, κύψαι ή κύψειε(ν), κύψαιμεν, κύψαιτε, κύψαιεν ή κύψειαν
Προστακτική
---, κψον, κυψάτω, ---, κύψατε, κυψάντων (ή κυψάτωσαν)
Απαρέμφατο
κψαι
Μετοχή
κύψας, κύψασα, κψαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κέκυφα, κέκυφας, κέκυφε, κεκύφαμεν, κεκύφατε, κεκύφασι(ν)
 
Υποτακτική
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός ς
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός
κεκυφότες- κεκυφυαι- κεκυφότα μεν
κεκυφότες- κεκυφυαι- κεκυφότα τε
κεκυφότες- κεκυφυαι- κεκυφότα σι
 
Ευκτική
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός εην
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός εης
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός εη
κεκυφότες- κεκυφυαι- κεκυφότα εημεν (εμεν)
κεκυφότες- κεκυφυαι- κεκυφότα εητε (ετε)
κεκυφότες- κεκυφυαι- κεκυφότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός σθι
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός στω
---
κεκυφότες- κεκυφυαι- κεκυφότα στε
κεκυφότες- κεκυφυαι- κεκυφότα στων
 
Απαρέμφατο
κεκυφέναι
Μετοχή
κεκυφώς- κεκυφυα- κεκυφός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
κεκύφειν, κεκύφεις, κεκύφει, κεκύφεμεν, κεκύφετε, κεκύφεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου