Πάνος Θασίτης «Ελληνική Επαρχία μ.Χ.» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Πάνος Θασίτης «Ελληνική Επαρχία μ.Χ.»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Barcin 

 
Πάνος Θασίτης «Ελληνική Επαρχία μ.Χ.»  
 
Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι, που να το φανταστεί.
Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
κάτι να περισώσει απ’ την καταστροφή.
 
 
Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα.
Τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
φιλόπτωχο διοίκηση κ.τ.λ.
Μα δεν ανησύχησαν. «Θα του περάσει», είπαν,
«κι άμα δεν του περάσει
και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
τον εξαφανίζουμε στο κάτω – κάτω.
 
Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
κι αν δεν του περάσει».
 
Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.
 
Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.
 
Πάνος Θασίτης, Εκατόνησος, 1971
 
     Στο επίκεντρο του ποιήματος τίθεται η δύναμη εκμαυλισμού της εξουσίας και του κέρδους, εξαιτίας της οποίας ακόμη και πρόσωπα που εκκινούν με αγαθές προθέσεις παρασύρονται σε μια πορεία εξαχρείωσης. Το ποιητικό υποκείμενο χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την ηθική πτώση ενός «επάρχου», ο οποίος, ακόμη κι αν συνιστά προϊόν μυθοπλασίας, αντικατοπτρίζει ποικίλες περιπτώσεις υπαρκτών προσώπων, δοθέντος πως η διαφθορά έχει μακρά παράδοση τόσο στον ελληνικό χώρο όσο και αλλού.
     Ο τίτλος του ποιήματος, «Ελληνική Επαρχία μ.Χ.», παραπέμπει συνειδητά σε ψευδοϊστορικά ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, στο πλαίσιο των οποίων ο μεγάλος Αλεξανδρινός στηλιτεύει διάφορες εκφάνσεις της ανθρώπινης διαφθοράς ή μικροπρέπειας. Ενώ, παραλλήλως, τοποθετεί έμμεσα το ποίημα -παρ’ όλο που ο ποιητής δεν δίνει κάποια χρονολογία- σε μια ιστορική περίοδο παρακμής ή επικείμενης μετάβασης σε μια νέα περίοδο, όπως συνήθιζε να τοποθετεί τα ποιήματά του ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Εν προκειμένω, δοθέντος πως το ποίημα έχει συντεθεί την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, η αίσθηση της ηθικής παρακμής είναι εμφανής και εύλογη.
 
«Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι, που να το φανταστεί.
Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
κάτι να περισώσει απ’ την καταστροφή.»
 
     Η ποιητική αφήγηση ξεκινά από την άφιξη του νέου έπαρχου σε μια -σκοπίμως- ανώνυμη περιοχή του ελληνικού χώρου -υποδηλώνοντας πως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι οποιαδήποτε περιοχή-, όπου διαπιστώνει «με τα ίδια του τα μάτια» το εύρος της διαφθοράς. Η αρχική του αντίδραση υπήρξε έντονη («Έφριξε»), γεγονός που φανερώνει πως στο ξεκίνημα της πολιτικής του σταδιοδρομίας χαρακτηριζόταν από υψηλό αίσθημα ηθικού χρέους, ακεραιότητα χαρακτήρα, αγαθές προθέσεις, αλλά συνάμα κι από την οριακά ανόητη πεποίθηση πως είχε τη δυνατότητα να θεραπεύσει μόνος του μια εδραιωμένη νοοτροπία ανηθικότητας.
     Η συνειδητοποίηση πως στην επαρχία αυτή συντελείται συστηματική υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος εξωθεί το νέο έπαρχο σε άμεση, αλλά σπασμωδική δράση, εφόσον επιδίδεται στην έκδοση αλλεπάλληλων διαταγών και σε επιβολή τιμωριών, χωρίς να είναι, ωστόσο, σε θέση να αγγίξει την ουσία του προβλήματος, η οποία εδράζεται βαθιά στη νοοτροπία και την παιδεία των ανθρώπων. Με τη χρήση δεικτικών αντωνυμιών («τόση», «τέτοιο») το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να αναδείξει εμφατικά την έκταση της διαφθοράς, ενώ με την αξιοποίηση ασύνδετου σχήματος («ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε») αποδίδει εναργώς την άμεση και ενεργή κινητοποίηση του έπαρχου, στην -μάταιη όπως θα φανεί- προσπάθειά του να διορθώσει την υπάρχουσα κατάσταση.
     Παρά τις άμεσες και πολλαπλές διαταγές, παρά τον συνεχή έλεγχο και τις ποινές, η όλη προσπάθεια του έπαρχου δεν πρόκειται να αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, όπως ήδη μας προϊδεάζει το ποιητικό υποκείμενο με την αξιοποίηση φράσεων που υποδηλώνουν μερική αποτελεσματικότητα («κάτι να διορθώσει, κάτι να περισώσει»). Η έκταση του προβλήματος είναι ήδη πολύ μεγάλη και η πρόθεση του έπαρχου, όσο καλή κι αν είναι, δεν είναι εύκολο να αρκέσει για τη δραστική μεταστροφή του κλίματος.
 
Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα.
Τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
φιλόπτωχο διοίκηση κ.τ.λ.
Μα δεν ανησύχησαν. «Θα του περάσει», είπαν,
«κι άμα δεν του περάσει
και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
τον εξαφανίζουμε στο κάτω – κάτω.
 
Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
κι αν δεν του περάσει».
 
     Σε τυπογραφικό επίπεδο ο ποιητής αφήνει εμφανές κενό ανάμεσα στην πρώτη στροφή και τις αμέσως επόμενες, ώστε να γίνει αντιληπτή τόσο η έννοια της τοπικής όσο και της χρονικής απόστασης, δοθέντος ότι στη δεύτερη και την τρίτη στροφή η δράση μεταφέρεται στον χώρο της κεντρικής διοίκησης του κράτους. Οι «από πάνω», οι έχοντες την πραγματική εξουσία, παρακολουθούσαν συστηματικά τη δράση του νέου έπαρχου, χωρίς ωστόσο να ανησυχούν για την ετερόδοξη αφοσίωσή του στην αγαθοεργία, την πρόνοια και στη φιλόπτωχη διοίκηση. Αντίκριζαν την παραδοξότητα αυτή ως κάτι το παροδικό, μιας και έχοντας ιδία πείρα της εξουσίας, γνώριζαν εκ των προτέρων πως μια τέτοια προσέγγιση της ισχύος δεν μπορεί να έχει διάρκεια. Υπ’ αυτό το πρίσμα, μάλιστα, η συσσώρευση επιθέτων με θετική έννοια («λαμπρού», «ακάθεκτη», «χρηστή», «φιλόπτωχο») λειτουργεί ειρωνικά, εφόσον όσα ο έπαρχος θεωρεί ως ενάρετη και έντιμη διοίκηση, οι ανώτεροί του τα εκλαμβάνουν ως αρνητικές εκφάνσεις μιας στρεβλής αντίληψης του τι πραγματικά σημαίνει εξουσία. Μια τέτοια «ενάρετη» διοίκηση δεν τους είναι διόλου αρεστή, αλλά έχουν τη βεβαιότητα πως ο έπαρχος γρήγορα θα κατανοήσει τον «ορθό» τρόπο άσκησης της εξουσίας και θα εγκαταλείψει τις αποκλίνουσες δράσεις του.  
     Η παράθεση σε ευθύ λόγο των όσων συζητούν οι ανώτεροι του έπαρχου προσδίδει θεατρικότητα στο ποιητικό κείμενο, ενώ, συνάμα, φανερώνει τον κυνικό τρόπο με το οποίο οι έχοντες τη δύναμη αντιμετωπίζουν όποιον δεν ακολουθεί τη δική τους αντίληψη των πραγμάτων. Με σχήμα κλιμάκωσης παρατίθενται οι εναλλακτικές επιλογές σε περίπτωση που ο έπαρχος δεν εγκαταλείψει τις «ασύνετες» επιλογές του. Από την απλούστερη περίπτωση της αντικατάστασής του καταλήγουν με ευκολία στην πιθανότητα της δολοφονίας του, δείχνοντας το πόσο ελάχιστα υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή. Οι κρατούντες, πάντως, αισθάνονται ασφαλείς σχετικά με το πώς θα εξελιχθεί η υπόθεση του έπαρχου, εφόσον είτε «συνέλθει» και αφήσει πίσω του τους ανορθόδοξους τρόπους είτε όχι, εκείνοι θα μπορέσουν να επιλύσουν εύκολα το πρόβλημα που τους δημιουργεί.
     Με την επανάληψη της φράσης «θα του περάσει» σε διάφορες εναλλαγές αποδίδεται αφενός η πεζότητα με την οποία αντικρίζουν οι κρατούντες τη θέληση του επάρχου να διοικήσει ορθώς και έντιμα, κι αφετέρου η αίσθηση πως πρόκειται για μια παροδική φάση, η οποία εκών άκων θα κλείσει σύντομα τον κύκλο της, καθώς έρχεται σε αντίθεση με τις προσδοκίες των εχόντων την εξουσία.
     Αξίζει, πάντως, να προσεχθεί πως τα όσα συζητούν οι ανώτεροί του δεν φτάνουν ποτέ στον ίδιο τον έπαρχο, εφόσον τού παρέχουν ένα στάδιο προσαρμογής και εκείνοι παραμένουν σε αναμονή, για να δουν την εξέλιξή του, προτού παρέμβουν. Η περίπτωσή του, άλλωστε, δεν κρίνεται από εκείνους ως ιδιαιτέρως ανησυχητική, εφόσον έχουν τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να τερματίσουν τη δράση του.
 
Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.
 
Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.
 
     Το ποιητικό υποκείμενο, ακολουθώντας τη συνήθη ειρωνεία καταστάσεων του Καβάφη, ανατρέπει στο κλείσιμο του ποιήματος τις όποιες προσδοκίες του αναγνώστη, παρουσιάζοντας τον έπαρχο να «προσαρμόζεται» στην πραγματικότητα της διοίκησης, χωρίς να απαιτηθεί καμία παρέμβαση από τους ανωτέρους του. Με το εμφατικό σχόλιο «του πέρασε και του παραπέρασε» δηλώνεται πως ο έπαρχος παραμέρισε κάθε ηθική του αρχή και κάθε πρότερη αγαθή διάθεση, παρασυρμένος από το δέλεαρ του χρήματος και της εξουσίας. Σε σύντομο χρονικό διάστημα αντιλήφθηκε τα προνόμια της θέσης του -και τα σημαντικά περιθώρια οικονομικού κέρδους-, οπότε κατόρθωσε να γίνει αντάξιος των ανωτέρων του και να ακολουθεί κι εκείνος μια ανοδική πορεία, εφόσον έμαθε πώς να ασκεί τα καθήκοντά του. Αφέθηκε στη θελκτική δύναμη της διαφθοράς και ενσωματώθηκε στην ομάδα των κρατούντων, εγκαταλείποντας τις ηθικές του αξίες που παρεμπόδιζαν το «έργο» του.
     Με ειρωνικό, μάλιστα, τρόπο, το ποιητικό υποκείμενο επισημαίνει πως οι ανώτεροι δεν χρειάστηκε να κάνουν καμία παρέμβαση, ούτε, αλίμονο, να τον σκοτώσουν «-τον άνθρωπο!-». Ό,τι απαιτήθηκε ήταν να του δώσουν χρόνο, προκειμένου να αντιληφθεί μόνος του πόσο μάταια ήταν η προσπάθειά του να καταπολεμήσει τη διαφθορά και την ανηθικότητα, αλλά, παραλλήλως, και πώς επωφελές θα ήταν για τον ίδιο το να ακολουθήσει τον επικερδή δρόμο της ανεντιμότητας.
 
Ερμηνευτικό σχόλιο
Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το κύριο θέμα που προκύπτει μέσα από τη συμπεριφορά του νέου επάρχου; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με τρεις (3) κειμενικούς δείκτες. (150-200 λέξεις)
 
Κύριο, κατά τη γνώμη μου, θέμα του ποιήματος αποτελεί η επίμονη διαφθορά που χαρακτηρίζει τον ελληνικό κρατικό μηχανισμό. Θέμα που αναδεικνύεται από το ποιητικό υποκείμενο μέσω της ειρωνικά παρουσιασμένης επαγγελματικά ανοδικής, μα ηθικά πτωτικής πορείας που ακολουθεί ένας «νέος έπαρχος». Η αρχική «φρίκη» που βιώνει ο νέος έπαρχος, όταν συνειδητοποιεί την έκταση της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος, τον οδηγεί σε δράση για την αντιμετώπιση του προβλήματος, όπως αυτό δηλώνεται με ασύνδετο σχήμα («ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε»). Δράση που δεν περνά απαρατήρητη από τους ανωτέρους του, αλλά και δεν τους προκαλεί ανησυχία, εφόσον έχουν πλήρη βεβαιότητα πως όλος αυτός ο ηθικός ζήλος «Θα του περάσει». Έχουν, άλλωστε, τη δυνατότητα, «άμα δεν του περάσει», να επιλύσουν με αποτελεσματικό τρόπο την ενοχλητική για εκείνους δράση του, όπως αυτό δηλώνεται με τη χρήση ευθέος λόγου «τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε / τον εξαφανίζουμε στο κάτω – κάτω». Όπως, βέβαια, επισημαίνει το ποιητικό υποκείμενο με εμφατική επανάληψη «του πέρασε και του παραπέρασε» ο ηθικός του ζήλος, καθώς σύντομα ενέδωσε κι εκείνος στα υλικά θέλγητρα της διαφθοράς και της ανομίας. Έτσι, όπως με έντονα σαρκαστικό τρόπο σχολιάζει η αφηγηματική φωνή, δε χρειάστηκε «να τον εξαφανίσουν» «-τον άνθρωπο!-» οι ανώτεροί του, υπονοώντας, βέβαια, πως διόλου  δε θα δίσταζαν να κάνουν κάτι τέτοιο, μιας και ελάχιστα τους απασχολεί η ζωή ενός ανθρώπου. 
Το θέμα της διαφθοράς και της συνεχούς υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος αποτελεί διαχρονική πληγή για τη χώρα μας και είναι δηλωτικό της ελλιπούς εμπέδωσης ηθικών αρχών και αξιών από τους συμπολίτες μας. Η τιμιότητα, η ακεραιότητα και ο αδιαπραγμάτευτος σεβασμός του δημόσιου πλούτου θα έπρεπε, ωστόσο, να διακρίνουν πάντοτε τους κρατικούς λειτουργούς.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου