Nikki Smith
Νικηφόρος Βρεττάκος «Συνδημιουργία»
Δεν ξέρω αν η
ρέουσα αρχή του λόγου είναι μέσα μου.
Τη φωνή μου συμπλήρωσαν άλλες φωνές -όπως είναι
των νερών που έχω ακούσει, του ανέμου
σε μι’ άπειρη ποικιλία αποχρώσεων, της επίγειας
θλίψης που ο θεός μόνον ίσως την ακούει
με τα διάφανα μεγάλα του αυτιά, της σιωπής
τ’ ουρανού που περνάει από μέσα μου και βρίσκει
στα χείλη μου την άρθρωση που της λείπει.
Δεν ξέρω
αν τις λέξεις μου -άχτιστες όπως τις πέτρες-
τις διακίνησε ο Κόσμος κι έχτισε φως.
Ο Νικηφόρος
Βρεττάκος αντικρίζοντας την ποιητική δημιουργία με προφανή ειλικρίνεια, την
παρουσιάζει όχι ως ατομικό έργο του ποιητή, αλλά ως αποτέλεσμα συνεργασίας («Συνδημιουργία»),
δοθέντος πως τα αρχικά ερεθίσματα, το κύριο νοητικό υλικό, καθώς και το
μεταδιδόμενο συναίσθημα αντλούνται συχνά από πηγές έξω από τον ίδιο τον ποιητή,
ο οποίος, εν τέλει, λειτουργεί συνήθως ως διαμεσολαβητής και ως ερμηνευτής των όσων
διαδραματίζονται γύρω του.
Με το αρχικό ήδη ερώτημα «Δεν ξέρω αν η ρέουσα αρχή του λόγου είναι μέσα μου», το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει πως δεν γνωρίζει -και, πιθανώς, δεν έχει τη βεβαιότητα- αν η αρχή του ποιητικού λόγου πηγάζει από μέσα του. Με τη μεταφορά, άλλωστε, «η ρέουσα αρχή του λόγου», μέσω της οποίας μεταδίδεται η λανθάνουσα αίσθηση πως ο λόγος ρέει, όπως το νερό ή όπως κάτι το αστείρευτο, θέτει περιορισμούς που η θνητή φύση του ποιητή δεν πληροί. Πώς θα μπορούσε, άρα, κάτι το ανεξάντλητο να έχει ως πηγή τη γεμάτη περιορισμούς οντότητα ενός ατόμου;
«Τη φωνή μου
συμπλήρωσαν άλλες φωνές -όπως είναι
των νερών που έχω ακούσει, του ανέμου
σε μι’ άπειρη ποικιλία αποχρώσεων, της επίγειας
θλίψης που ο θεός μόνον ίσως την ακούει
με τα διάφανα μεγάλα του αυτιά, της σιωπής
τ’ ουρανού που περνάει από μέσα μου και βρίσκει
στα χείλη μου την άρθρωση που της λείπει.»
Το ποιητικό
υποκείμενο με τη χρήση αλλεπάλληλων προσωποποιήσεων καταγράφει το πλήθος των
στοιχείων που στέκονται αρωγοί στο ποιητικό του έργο. Η φωνή του συμπληρώθηκε
από τη φωνή των νερών και του ανέμου, από το κάλλος, δηλαδή, της φύσης, το
οποίο βρίσκει ηχητική έκφραση σε μια «άπειρη ποικιλία αποχρώσεων», συγκινώντας
και εμπνέοντας με ποικίλους τρόπους τον ποιητή. Σημαντικός «συνδημιουργός»,
μάλιστα, στάθηκε η φωνή «της επίγειας θλίψης», εκείνη που δεν διατυπώνεται και
δεν εκφράζεται με ένταση, αλλά περνά συχνά απαρατήρητη, καθώς οι άνθρωποι που
τη βιώνουν την κρατούν μέσα τους, απρόθυμοι να τη μοιραστούν με τους άλλους, μη
θέλοντας να τους επιβαρύνουν με όσα τους βασανίζουν. Πρόκειται για μια άρρητη θλίψη
που μόνο ο Θεός «ίσως την ακούει», με τα «διάφανα μεγάλα του αυτιά», όπως μεταφορικά
αποδίδει το ποιητικό υποκείμενο την ιδιαίτερη δεκτικότητα της θείας ακοής. Με
το σχήμα υπερβολής, βέβαια, («που ο θεός μόνον ίσως την ακούει»), το ποιητικό
υποκείμενο επιχειρεί να αναδείξει εμφατικά την ευαισθησία εκείνη των θεραπόντων
της ποιητικής τέχνης, η οποία τους επιτρέπει να συναισθάνονται και να κατανοούν
ακόμη και τα όσα οι άλλοι αποκρύπτουν επίμονα. Το ποιητικό υποκείμενο εκθειάζει
εμμέσως την Τέχνη του, αφού αποδίδει στους λειτουργούς της τη δυνατότητα να
αφουγκράζονται και να περνούν στο έργο τους ακόμη και τα βαθιά κρυμμένα εκείνα
συναισθήματα που μόνο ο Θεός είναι -ίσως- σε θέση να αντιληφθεί και να τα λάβει
υπόψη του.
Συνδημιουργός, επίσης, του ποιητικού έργου είναι η φωνή «της σιωπής τ’ ουρανού», η οποία θέλοντας να βρει «την άρθρωση που της λείπει», όπως επισημαίνεται με οξύμωρο σχήμα δοθέντος πως η σιωπή δεν μπορεί να έχει άρθρωση, χρησιμοποιεί ως μέσο της τον ποιητή. Η σιωπή του ουρανού που έχει πλήρη εποπτεία των ανθρώπινων πραγμάτων, αλλά και του δέους που προκαλεί το θαύμα της φύσης, αναζητά τρόπο να εκφραστεί με τα χείλη του ποιητή, προκειμένου να δηλώσει τα θλιβερά που ταλανίζουν τον ανθρώπινο βίο, μα και τις στιγμές εκπληκτικής ευδαιμονίας που βιώνουν οι άνθρωποι, όπως και την ασύγκριτη ομορφιά με την οποία έχει ο Δημιουργός κοσμήσει τη φύση. Η σιωπή του ουρανού που γνωρίζει καθετί που συμβαίνει και έχει, συνάμα, το προνόμιο να βλέπει όχι μόνο τον πόνο, αλλά και την αρετή των ανθρώπων, αναζητά τρόπο και μέσο για να αποτυπώσει τον θαυμασμό ή την οδύνη που συγκρατεί για χρόνια και για αιώνες.
Τα χείλη του ποιητή είναι αυτά που έχουν το εξαιρετικό προνόμιο να εκφέρουν τα όσα γνωρίζει ο ουρανός και τα όσα θέλει να μοιραστεί με τους ανθρώπους, πιθανά για να τους παρηγορήσει και για να μοιραστεί μαζί τους την κρυμμένη ομορφιά που βρίσκεται ολόγυρά τους.
«Δεν ξέρω
αν τις λέξεις μου -άχτιστες όπως τις πέτρες-
τις διακίνησε ο Κόσμος κι έχτισε φως.»
Το ποιητικό
υποκείμενο, πάντως, επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί έτι περαιτέρω από το τελικό
αποτέλεσμα του ποιητικού του έργου, για να τονίσει ακόμη πιο εμφατικά πως αυτό
δημιουργήθηκε όχι μόνο με τη συνδρομή πολλών «φωνών», αλλά και πως πιθανά έλαβε
την τελική του μορφή με τη βοήθεια του Κόσμου (είτε ο Κόσμος νοηθεί ως το
σύμπαν είτε ως το σύνολο των ανθρώπων που έγιναν αποδέκτες των λέξεων του
ποιητή). Με έκφραση άγνοιας κλείνει, λοιπόν, το ποιητικό υποκείμενο το ποίημά
του, επισημαίνοντας με μια παρομοίωση πως «τις λέξεις» του -τις ατελείς κάποτε
ποιητικές του συνθέσεις- ίσως ήταν ο Κόσμος που τις διακίνησε άχτιστες ακόμη, «όπως
τις πέτρες», και κατόρθωσε να χτίσει μέσω αυτών «φως». Μια ιδιαίτερη μεταφορά μέσω
της οποίας το ποιητικό υποκείμενο επιθυμεί να εκφράσει το τελικό αποτέλεσμα που
είχε -ακούσια ή εκούσια- το έργο του. Πέρασε στα χέρια του Κόσμου και οδήγησε
στη δημιουργία «φωτός», στη δημιουργία ενός θετικού και αισιόδοξου τελικού
μηνύματος, στο πλαίσιο του οποίου το αγαθό, η καλοσύνη και η ελπίδα βαρύνουν
περισσότερο από τον πόνο και τη θλίψη.
Νικηφόρος Βρεττάκος «Συνδημιουργία»
Τη φωνή μου συμπλήρωσαν άλλες φωνές -όπως είναι
των νερών που έχω ακούσει, του ανέμου
σε μι’ άπειρη ποικιλία αποχρώσεων, της επίγειας
θλίψης που ο θεός μόνον ίσως την ακούει
με τα διάφανα μεγάλα του αυτιά, της σιωπής
τ’ ουρανού που περνάει από μέσα μου και βρίσκει
στα χείλη μου την άρθρωση που της λείπει.
Δεν ξέρω
αν τις λέξεις μου -άχτιστες όπως τις πέτρες-
τις διακίνησε ο Κόσμος κι έχτισε φως.
Με το αρχικό ήδη ερώτημα «Δεν ξέρω αν η ρέουσα αρχή του λόγου είναι μέσα μου», το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει πως δεν γνωρίζει -και, πιθανώς, δεν έχει τη βεβαιότητα- αν η αρχή του ποιητικού λόγου πηγάζει από μέσα του. Με τη μεταφορά, άλλωστε, «η ρέουσα αρχή του λόγου», μέσω της οποίας μεταδίδεται η λανθάνουσα αίσθηση πως ο λόγος ρέει, όπως το νερό ή όπως κάτι το αστείρευτο, θέτει περιορισμούς που η θνητή φύση του ποιητή δεν πληροί. Πώς θα μπορούσε, άρα, κάτι το ανεξάντλητο να έχει ως πηγή τη γεμάτη περιορισμούς οντότητα ενός ατόμου;
των νερών που έχω ακούσει, του ανέμου
σε μι’ άπειρη ποικιλία αποχρώσεων, της επίγειας
θλίψης που ο θεός μόνον ίσως την ακούει
με τα διάφανα μεγάλα του αυτιά, της σιωπής
τ’ ουρανού που περνάει από μέσα μου και βρίσκει
στα χείλη μου την άρθρωση που της λείπει.»
Συνδημιουργός, επίσης, του ποιητικού έργου είναι η φωνή «της σιωπής τ’ ουρανού», η οποία θέλοντας να βρει «την άρθρωση που της λείπει», όπως επισημαίνεται με οξύμωρο σχήμα δοθέντος πως η σιωπή δεν μπορεί να έχει άρθρωση, χρησιμοποιεί ως μέσο της τον ποιητή. Η σιωπή του ουρανού που έχει πλήρη εποπτεία των ανθρώπινων πραγμάτων, αλλά και του δέους που προκαλεί το θαύμα της φύσης, αναζητά τρόπο να εκφραστεί με τα χείλη του ποιητή, προκειμένου να δηλώσει τα θλιβερά που ταλανίζουν τον ανθρώπινο βίο, μα και τις στιγμές εκπληκτικής ευδαιμονίας που βιώνουν οι άνθρωποι, όπως και την ασύγκριτη ομορφιά με την οποία έχει ο Δημιουργός κοσμήσει τη φύση. Η σιωπή του ουρανού που γνωρίζει καθετί που συμβαίνει και έχει, συνάμα, το προνόμιο να βλέπει όχι μόνο τον πόνο, αλλά και την αρετή των ανθρώπων, αναζητά τρόπο και μέσο για να αποτυπώσει τον θαυμασμό ή την οδύνη που συγκρατεί για χρόνια και για αιώνες.
Τα χείλη του ποιητή είναι αυτά που έχουν το εξαιρετικό προνόμιο να εκφέρουν τα όσα γνωρίζει ο ουρανός και τα όσα θέλει να μοιραστεί με τους ανθρώπους, πιθανά για να τους παρηγορήσει και για να μοιραστεί μαζί τους την κρυμμένη ομορφιά που βρίσκεται ολόγυρά τους.
αν τις λέξεις μου -άχτιστες όπως τις πέτρες-
τις διακίνησε ο Κόσμος κι έχτισε φως.»


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου