Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ιούλιος Καίσαρας»: Το δίλημμα του Βρούτου και η προσπάθεια χειραγώγησής του από τον Κάσσιο | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ιούλιος Καίσαρας»: Το δίλημμα του Βρούτου και η προσπάθεια χειραγώγησής του από τον Κάσσιο

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
William Holmes Sullivan
 
Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ιούλιος Καίσαρας»: Το δίλημμα του Βρούτου και η προσπάθεια χειραγώγησής του από τον Κάσσιο
 
ΚΑΣΣΙΟΣ
Βρούτε, σε παρατηρώ τώρα τελευταία: δεν βλέπω πια στα μάτια σου εκείνη την ευγένεια και την ένδειξη αγάπης που είχα συνηθίσει. Είσαι πολύ πεισματάρης και παράξενος απέναντι στον φίλο σου που σ’ αγαπάει.
 
ΒΡΟΥΤΟΣ
Μην πλανιέσαι, Κάσσιε: αν θολώνει το βλέμμα μου, είναι γιατί στρέφω την ανταριασμένη μου όψη στον εαυτό μου. Βασανίζομαι τελευταία με πάθη κάπως διαφορετικά, σκέψεις μόνο για μένα, που ίσως σκιάζουν κάπως τη συμπεριφορά μου· όμως ας μην πικραίνονται απ’ αυτό οι καλοί μου φίλοι (ανάμεσά τους, Κάσσιε, είσαι κι εσύ) ούτε άλλη εξήγηση να δίνουν στην αμέλειά μου, παρά πως ο καημένος ο Βρούτος, όντας σε πόλεμο με τον εαυτό του, λησμονεί να δείξει την αγάπη του σε άλλους ανθρώπους.
 
1ο Ερώτημα
Να παρουσιάσετε το δίλημμα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο Βρούτος.
 
Ο Βρούτος, έχοντας επίγνωση του σχεδίου του Ιούλιου Καίσαρα να ανακηρυχθεί βασιλιάς και να καταλύσει τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, αναλογίζεται πως έχει ηθικό χρέος να παρεμποδίσει το σχέδιό του αυτό. Ανήκει, άλλωστε, σε μια οικογένεια με μακρά δημοκρατική παράδοση, καθώς ο πρόγονός του Λεύκιος Ιούνιος Βρούτος ήταν εκείνος που εκδίωξε τον τελευταίο βασιλιά της Ρώμης το 509 π.Χ., βάζοντας τα θεμέλια για την ίδρυση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Από την άλλη, όμως, ο Βρούτος έχει διαπιστώσει την ευνοϊκή στάση που τηρεί απέναντί του ο Καίσαρας, γεγονός που θα του επέτρεπε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία αυτή, προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος μεγαλύτερη εξουσία για τον εαυτό του. Ο Βρούτος, μάλιστα, ακόμη κι αν δεν δίνει βάση στις φήμες πως ο Καίσαρας είναι ο βιολογικός του πατέρας, αναγνωρίζει την εφεκτική του στάση, που πιθανά οφείλεται στην ιδιαίτερη αγάπη που είχε ο Καίσαρας για την ερωμένη του -και μητέρα του Βρούτου-, και γνωρίζει, άρα, πως, αν έπαιρνε το μέρος του Καίσαρα, θα είχε τη δυνατότητα να αποκομίσει ποικίλα οφέλη.
Το δίλημμα, ως εκ τούτου, που αντιμετωπίζει ο Βρούτος είναι το αν θα πρέπει να ανταποκριθεί στο ηθικό του χρέος που πηγάζει από την οικογενειακή του παράδοση και να υπερασπιστεί τη δημοκρατία ή αν θα πρέπει να θέσει το προσωπικό του συμφέρον πάνω από το συλλογικό, εκμεταλλευόμενος τη στάση του Καίσαρα απέναντί του. Η εσωτερική αυτή διαμάχη γίνεται αισθητή στο πλαίσιο του κείμενου με τη χρήση μεταφορικού λόγου («στρέφω την ανταριασμένη μου όψη στον εαυτό μου», «ο Βρούτος, όντας σε πόλεμο με τον εαυτό του»), καθώς και με την ειλικρινή παραδοχή πως ό,τι τον απασχολεί συνιστά μια αμιγώς εσωτερική ανησυχία μια απόπειρα να κατανοήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και το τι είναι αυτό που οφείλει να κάνει («Βασανίζομαι τελευταία με πάθη κάπως διαφορετικά, σκέψεις μόνο για μένα»). Ο Βρούτος, συνάμα, έχει επίγνωση πως αν τελικά αποφάσιζε να παρεμποδίσει τον Καίσαρα, δεν θα είχε άλλο τρόπο να το επιτύχει αυτό πέρα από το να προβεί σε μια βίαιη πράξη απέναντί του.
 
ΒΡΟΥΤΟΣ
Δεν θα το ’θελα, Κάσσιε, κι ας τον αγαπάω πολύ. Όμως τι με κρατάς εδώ τόση ώρα; Τι είναι αυτό που θέλεις να μου πεις; Αν είναι κάτι για γενικό καλό, βάλε μου στο ’να μάτι τιμή και στ’ άλλο θάνατο και θα δω και τα δυο το ίδιο αδιάφορα· γιατί, ας μου στείλουν οι θεοί τόσο καλό όσο αγαπώ τ’ όνομα της τιμής παρά φοβάμαι τον θάνατο.
 
ΚΑΣΣΙΟΣ
Γνωρίζω αυτή την αρετή μέσα σου, Βρούτο, τόσο καλά όσο γνωρίζω και την εξωτερική σου όψη. Λοιπόν, η τιμή είναι το θέμα που θέλω να σου συζητήσω. Δεν ξέρω τι εσύ κι οι άλλοι άνθρωποι σκέφτεστε για τούτη τη ζωή· μα για τον εαυτό μου θα το ’χα πιο καλά να μη ζω παρά να ζω με φόβο από ένα τέτοιο πλάσμα σαν τον εαυτό μου. Γεννήθηκα ελεύθερος όπως κι ο Καίσαρας· το ίδιο κι εσύ. Κι οι δυο ανατραφήκαμε το ίδιο καλά με εκείνον, κι οι δυο μας αντέχουμε το κρύο του χειμώνα το ίδιο καλά με εκείνον.
Αλήθεια, μια μέρα αγριεμένη, με δυνατό αγέρα, κι ενώ ο ταραγμένος Τίβερης τρωγόταν με τις ακτές του, ο Καίσαρας μου είπε: «Τολμάς εσύ, Κάσσιε, τώρα να βουτήξεις μαζί μου μες στ’ οργισμένο ρέμα και να κολυμπήσεις ως το σημείο εκείνο;» Στον λόγο πάνω, έτσι όπως ήμουν ντυμένος, βούτηξα ζητώντας του να μ’ ακολουθήσει. Κι αυτό έκανε πράγματι. Το ρέμα μούγκριζε κι εμείς το χτυπούσαμε με τεντωμένα νεύρα, παραμερίζοντάς το κι αναχαιτίζοντάς το με καρδιές της διαμάχης. Μα προτού βγούμε στο σημείο που είχε προταθεί, ο Καίσαρας φώναξε: «Βοήθησέ με, Κάσσιε, γιατί θα πνιγώ!» Τότε, όπως ο Αινείας, ο σπουδαίος μας πρόγονος, κουβάλησε στους ώμους του απ’ της Τροίας τις φλόγες τον γέρο Αγχίση, έτσι κι εγώ τράβηξα απ’ τα κύματα του Τίβερη τον κουρασμένο Καίσαρα. Κι αυτός ο άνθρωπος έγινε τώρα θεός· και ο Κάσσιος είναι ένα άθλιο πλάσμα και πρέπει να λυγίζει το κορμί του, και μόνο αν ο Καίσαρας του γνέψει αδιάφορα.
Είχε πυρετό όταν ήταν στην Ισπανία, κι όταν τον έπιανε κρίση, τον έβλεπα πώς έτρεμε· είναι αλήθεια, αυτός ο θεός έτρεμε, τα δειλά χείλη του έχαναν το χρώμα τους και αυτά τα ίδια μάτια, που σε ένα ανοιγόκλεισμά τους τρέμει ο κόσμος, έχαναν τη λάμψη τους. Τον άκουσα να βογκάει. Ναι, κι αυτή του η γλώσσα που κάνει τους Ρωμαίους να τον ξεχωρίζουν και να γράφουν όσα λέει στα βιβλία τους, αλίμονο, φώναζε: «Δώσε μου να πιω, Τιτίνιε», σαν άρρωστο κοριτσάκι. Ω θεοί, μου προκαλεί εντύπωση ένας άντρας με τόσο αδύναμη ιδιοσυγκρασία να βρίσκεται πρώτος στον μεγαλόπρεπο κόσμο και να παίρνει αυτός μόνο τη δάφνη.
 
2η Ερώτηση: Πώς επιχειρεί ο Κάσσιος να χειραγωγήσει τον Βρούτο;
 
Ο συγκλητικός Κάσσιος, θέλοντας να εκμεταλλευτεί το κύρος της οικογένειας του Βρούτου και να διασφαλίσει μέσω αυτού ευρύτερη αποδοχή στην επιχειρούμενη συνομωσία εις βάρος του Ιούλιου Καίσαρα, τον προσεγγίζει με φαινομενικά προσωπικό ενδιαφέρον («δεν βλέπω πια στα μάτια σου εκείνη την ευγένεια και την ένδειξη αγάπης που είχα συνηθίσει»). Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο Κάσσιος επιδιώκει να βεβαιωθεί πως θα ενισχύσει στη σκέψη του Βρούτου την ήδη υπάρχουσα αντίθεσή του απέναντι στον Καίσαρα, όπως αυτή έγινε αντιληπτή από το γεγονός πως στο πλαίσιο της εμφύλιας σύγκρουσης ο Βρούτος πήρε το μέρος του Πομπήιου. Επιχειρεί, έτσι, αφενός να τονίσει την ιδιαίτερη αξία που έχει για τον Βρούτο το αίσθημα της τιμής και, κατ’ επέκταση, το αίσθημα ευθύνης που έχει ο Βρούτος απέναντι στη δημοκρατία, κι αφετέρου να υπονομεύσει τον τυχόν λανθάνοντα θαυμασμό του Βρούτου για την προσωπικότητα του Καίσαρα. Ιδίως ως προς τον δεύτερο στόχο φροντίζει να παρουσιάσει δύο επιμέρους περιστατικά -το κολύμπι στον Τίβερη και την ασθένεια του Καίσαρα-, προκειμένου να επισημάνει πως ο Καίσαρας είναι ένας απλός άνθρωπος και, μάλιστα, ένας αδύναμος άνθρωπος. Με σχήμα αντίθεσης ο Κάσσιος αναδεικνύει την άδικη, κατά τη γνώμη του, αποθέωση του Καίσαρα από τους πολίτες («τράβηξα απ’ τα κύματα του Τίβερη τον κουρασμένο Καίσαρα. Κι αυτός ο άνθρωπος έγινε τώρα θεός»). Με αφορμή, από την άλλη, ένα περιστατικό ασθένειας του Καίσαρα, αξιοποιεί μια παρομοίωση για να τον μειώσει στον μέγιστο βαθμό («φώναζε… σαν άρρωστο κοριτσάκι»), ώστε να δείξει στον Βρούτο πως ο Καίσαρας δεν έχει σε καμία περίπτωση κάποια ξεχωριστή αρετή ή ανδρεία, για να του επιφυλάσσονται τέτοιες τιμές («μου προκαλεί εντύπωση ένας άντρας με τόσο αδύναμη ιδιοσυγκρασία να βρίσκεται πρώτος στον μεγαλόπρεπο κόσμο»). Γίνεται, άρα, εμφανής η πρόθεσή του να καθοδηγήσει ή προτιμότερο να χειραγωγήσει τον Βρούτο, ώστε να αποδομήσει στην σκέψη του τον Καίσαρα και να τον αντιμετωπίσει ως έναν απλό άνθρωπο, ο οποίος έχει αναίτια αποκτήσει μεγάλη δόξα και ασύγκριτη πολιτική δύναμη.
 
Στοιχεία ιστορικού πλαισίου
     Η έρις που οδήγησε σε διαμάχη τον Καίσαρα και τους συγκλητικούς στις αρχές του έτους 49 π.Χ., είχε ως αντικείμενο το αν ο κατακτητής των Γαλατιών, ο απόγονος της Αφροδίτης και του Αινεία, θα αποστρατευόταν μετά τη λήξη της αρχηγίας του, ή θα απολάμβανε μία εξαιρετική θέση μέσα στην πόλη. Αντιμέτωπος με τον Καίσαρα, ο Πομπηίος επισήμως υπέρμαχος της Συγκλήτου, αξίωνε παρόμοιες τιμές. Η ένοπλη σύγκρουση που ξέσπασε έφερε σε αντιπαράθεση δύο αντιλήψεις μάλλον για την πολιτική ζωή παρά δύο άνδρες. Μια αντίληψη δημοκρατική (ή τουλάχιστον ολιγαρχική) που θεωρούσε τους πολιτικούς άνδρες «υποκαταστάσιμους», με προσωρινή αποστολή, καθορισμένη και περιορισμένη, στο όνομα του «ρωμαϊκού λαού», δηλαδή της διφυούς πολιτικής κοινότητας η οποία αποτελείτο από το σύνολο των πολιτών αφενός και από τη Σύγκλητο αφετέρου —και μια αντίληψη μοναρχική που αναδείκνυε στην εξουσία, ως εκπρόσωπο της ρωμαϊκής κοινότητας, έναν άνδρα που είχε διακριθεί για τις νίκες του, το παρελθόν του και για ένα είδος συναίνεσης, λαϊκής ετυμηγορίας, που τον αναγνώριζε ως αρχηγό. Αυτή η συναίνεση ή άλλως λαϊκή ετυμηγορία ήταν πραγματικός θεσμός, παραδοσιακός στη Ρώμη. Στο πεδίο της μάχης, το εσπέρας της νίκης, οι στρατιώτες είχαν το έθιμο να χαιρετίζουν τον αρχηγό τους με το όνομα του imperator. Έτσι κατέληξε ο τίτλος αυτός να απονέμεται από τη Σύγκλητο μόλις έφθαναν οι ειδήσεις που ανάγγελλαν μια νίκη, δηλαδή οι δαφνοστεφανωμένες πινακίδες που κατ’ έθιμον αποστέλλονταν σε ανάλογες περιστάσεις. Αυτός ο τίτλος του imperator, που μετά τον Καίσαρα θα ορίζει το πρόσωπο του Ηγεμόνα (τότε το imperator θα φέρεται ως επωνυμία) έχει βαρύνουσα σημασία: σημαίνει ότι οι στρατιώτες (που είναι όλοι πολίτες!) αναγνωρίζουν στον αρχηγό τους το δικαίωμα ζωής και θανάτου, ένα δικαίωμα που από το νόμο διέθετε βέβαια, αλλά τώρα το λαβαίνει με μια πράξη θεληματική. Σημαίνει επίσης ότι οι ίδιοι στρατιώτες διακρίνουν σε εκείνον την παρουσία μιας ανώτερης εξουσίας, σχεδόν θείας, που τον προσεγγίζει στον θεό Δία, κυρίαρχο της Ρώμης και σύμβολο απόλυτης ισχύος.
     Ο Καίσαρ, μετά τις νίκες του, θα επιτύχει από τη Σύγκλητο να θεσπίσει προς τιμή του «ικεσίες», όπως στους θεούς. Κατά τη διάρκεια των ικεσιών, οι ναοί ήταν ανοιχτοί, οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, προσέρχονταν για να ευχαριστήσουν τους θεούς για τα ευεργετήματα που χάρισαν στον ρωμαϊκό λαό με τη μεσολάβηση του νικηφόρου imperator. Έτσι εκείνος εξυψωνόταν υπεράνω των άλλων ανθρώπων και δεν υπήρχε πλέον όμοιός του μέσα στην πόλη.
     Ο Καίσαρ —είναι βέβαιο— επιθυμούσε τη βασιλεία, μια βασιλεία όχι όπως εκείνη των παλαιών βασιλέων της Ρώμης, αλλά που να έμοιαζε περισσότερο με τη βασιλεία των ελληνιστικών βασιλέων, κληροδότημα του Αλεξάνδρου. Διακατεχόταν από την ανάμνηση του κατακτητή που είχε ξεκινήσει αναζητώντας τα πέρατα του κόσμου. Αφού είχε φθάσει στην εσχατιά της Δύσης, με την εκστρατεία στη Βρετανία, σχεδίαζε την εποχή που δολοφονήθηκε, την ημέρα των ειδών του Μαρτίου του 44 π.Χ., να οργανώσει μιαν άλλη προς την Ανατολή. Ονειρευόταν να γίνει ο απόλυτος άρχοντας της Γης. Είχε φροντίσει να διαδοθεί η φήμη ότι η Ανατολή θα μπορούσε να κατακτηθεί μόνον από έναν άντρα που θα έφερε τον τίτλο του βασιλιά.
      Οι συνωμότες των ειδών του Μαρτίου θέλησαν να συντρίψουν εκείνον που τον αποκαλούσαν τύραννο, που είχε αναδειχθεί μέσα στη Δημοκρατία με τρόπο που τους φαινόταν αφόρητος. Αλλά η πράξη τους σε τίποτε δεν μετέβαλε την πραγματική κατάσταση. Όλες οι απόπειρες για αποκατάσταση της παλαιάς τάξης πραγμάτων, δηλαδή να αποδοθούν στη Σύγκλητο οι εξουσίες της, στο λαό τα προνόμιά του, κατέληξαν σε νέο χάος. Οι εμφύλιοι πόλεμοι που ολοκλήρωσαν τον αποδεκατισμό της αριστοκρατίας, από το 43 έως το 31, από τον πόλεμο που διεξήγαγαν ο Αντώνιος και ο Οκτάβιος, θετός γιος του νεκρού δικτάτορα, κατά των δολοφόνων του τελευταίου, οι οποίοι είχαν αρχηγούς τον Βρούτο και τον Κάσσιο, μέχρι τον αγώνα που έφερε αντιμέτωπους τους δύο συμμάχους του 43 και έληξε με τη νίκη του Οκτάβιου στο Άκτιο, στις 2 Σεπτεμβρίου του 31, έκαναν φανερό ότι η Δημοκρατία είχε πεθάνει, ότι ήταν αναπόφευκτο να αναγνωρίσουν στο εξής την αναγκαιότητα ενός ηγεμόνα, ενός ανθρώπου που θα προστάτευε όλο το «ρωμαϊκό όνομα», θα εγγυάτο την ενότητα και θα διασφάλιζε την πόλη από τη διχόνοια.
 
Η Ευρώπη από τους πρώτους χρόνους μέχρι το Μεσαίωνα, Pierre Grimal, Jacques-Pierre Millotte, René Raynal
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου