Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αθροίζω» Ενεργητική φωνή Ενεστώτας Οριστική αθροίζω, αθροίζεις, αθροίζει, αθροίζουμε, αθροίζετε,
αθροίζουν (ή αθροίζουνε) Υποτακτική να αθροίζω, να αθροίζεις, να αθροίζει, να
αθροίζουμε, να αθροίζετε, να αθροίζουν (ή να αθροίζουνε) Προστακτική β΄ ενικό: άθροιζε – β΄ πληθυντικό: αθροίζετε Μετοχή αθροίζοντας Παρατατικός Οριστική άθροιζα, άθροιζες, άθροιζε, αθροίζαμε, αθροίζατε,
άθροιζαν ή αθροίζανε Αόριστος Οριστική άθροισα, άθροισες, άθροισε, αθροίσαμε, αθροίσατε,
άθροισαν ή αθροίσανε Υποτακτική να αθροίσω, να αθροίσεις, να αθροίσει,
να αθροίσουμε, να αθροίσετε, να αθροίσουν (ή να αθροίσουνε) Προστακτική β΄ ενικό: άθροισε – β΄ πληθυντικό: αθροίστε Εξακολουθητικός Μέλλοντας Οριστική θα αθροίζω, θα αθροίζεις, θα αθροίζει, θα
αθροίζουμε, θα αθροίζετε, θα αθροίζουν (ή θα αθροίζουνε) Συνοπτικός Μέλλοντας Οριστική θα αθροίσω, θα αθροίσεις, θα αθροίσει, θα
αθροίσουμε, θα αθροίσετε, θα αθροίσουν (ή θα αθροίσουνε) Συντελεσμένος Μέλλοντας Οριστική θα έχω αθροίσει, θα έχεις αθροίσει, θα έχει αθροίσει,
θα έχουμε αθροίσει, θα έχετε αθροίσει, θα έχουν(ε) αθροίσει Παρακείμενος Οριστική έχω αθροίσει, έχεις αθροίσει, έχει αθροίσει, έχουμε
αθροίσει, έχετε αθροίσει, έχουν(ε) αθροίσει Υποτακτική να έχω αθροίσει, να έχεις αθροίσει, να
έχει αθροίσει, να έχουμε αθροίσει, να έχετε αθροίσει, να έχουν(ε) αθροίσει Μετοχή έχοντας αθροίσει Υπερσυντέλικος Οριστική είχα αθροίσει, είχες αθροίσει, είχε αθροίσει, είχαμε
αθροίσει, είχατε αθροίσει, είχαν(ε) αθροίσει Παθητική φωνή Ενεστώτας Οριστική αθροίζομαι, αθροίζεσαι, αθροίζεται, αθροιζόμαστε,
αθροίζεστε, αθροίζονται Υποτακτική να αθροίζομαι, να αθροίζεσαι, να αθροίζεται,
να αθροιζόμαστε, να αθροίζεστε, να αθροίζονται Προστακτική β΄ πληθυντικό: αθροίζεστε Μετοχή αθροιζόμενος, αθροιζόμενη, αθροιζόμενο Παρατατικός Οριστική αθροιζόμουν, αθροιζόσουν, αθροιζόταν, αθροιζόμαστε,
αθροιζόσαστε, αθροίζονταν (& αθροιζόμουνα, αθροιζόσουνα, αθροιζότανε,
αθροιζόμασταν, αθροιζόσασταν, αθροιζόντουσαν) Αόριστος Οριστική αθροίστηκα, αθροίστηκες, αθροίστηκε, αθροιστήκαμε,
αθροιστήκατε, αθροίστηκαν ή αθροιστήκανε Υποτακτική να αθροιστώ, να αθροιστείς,
να αθροιστεί, να αθροιστούμε, να αθροιστείτε, να αθροιστούν ή να αθροιστούνε Προστακτική β΄ ενικού: αθροίσου – β΄ πληθυντικό: αθροιστείτε Εξακολουθητικός Μέλλοντας Οριστική θα αθροίζομαι, θα αθροίζεσαι, θα αθροίζεται, θα αθροιζόμαστε,
θα αθροίζεστε, θα αθροίζονται Συνοπτικός Μέλλοντας Οριστική θα αθροιστώ, θα αθροιστείς, θα αθροιστεί, θα
αθροιστούμε, θα αθροιστείτε, θα αθροιστούν ή θα αθροιστούνε Συντελεσμένος Μέλλοντας Οριστική θα έχω αθροιστεί, θα έχεις αθροιστεί, θα έχει αθροιστεί,
θα έχουμε αθροιστεί, θα έχετε αθροιστεί, θα έχουν(ε) αθροιστεί Παρακείμενος Οριστική έχω αθροιστεί, έχεις αθροιστεί, έχει αθροιστεί, έχουμε
αθροιστεί, έχετε αθροιστεί, έχουν(ε) αθροιστεί Υποτακτική να έχω αθροιστεί, να έχεις αθροιστεί, να
έχει αθροιστεί, να έχουμε αθροιστεί, να έχετε αθροιστεί, να έχουν(ε) αθροιστεί Μετοχή αθροισμένος, αθροισμένη, αθροισμένο Υπερσυντέλικος Οριστική είχα αθροιστεί, είχες αθροιστεί, είχε αθροιστεί,
είχαμε αθροιστεί, είχατε αθροιστεί, είχαν(ε) αθροιστεί Σημείωση: Το ρήμα αθροίζω είναι το μοναδικό
στην Ελληνική, το οποίο λήγει σε -izoκαι γράφεται με -οι-: -οίζω. Ο λόγος
είναι ότι προέρχεται από το αρχαίο επίθετο ἀθρόος και το παραγωγικό επίθημα -ίζω
(δηλαδή ἀθρό-ος + ίζω > ἀθροίζω. Η ορθογραφία αυτή ισχύει επίσης
για τα παράγωγα και τα σύνθετα του ρήματος, π.χ. άθροισμα, αθροιστικός, συναθροίζω,
συνάθροιση κ.ά. Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό
των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας.
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταθέτω» Ενεργητική φωνή Ενεστώτας Οριστική καταθέτω, καταθέτεις, καταθέτει, καταθέτουμε, καταθέτετε,
καταθέτουν (ή καταθέτουνε) Υποτακτική να καταθέτω, να καταθέτεις, να καταθέτει,
να καταθέτουμε, να καταθέτετε, να καταθέτουν (ή να καταθέτουνε) Προστακτική β΄ ενικό: κατάθετε – β΄ πληθυντικό: καταθέτετε Μετοχή καταθέτοντας Παρατατικός Οριστική κατέθετα, κατέθετες, κατέθετε, καταθέταμε, καταθέτατε,
κατέθεταν ή καταθέτανε Η εσωτερική συλλαβική αύξηση -ε- του
ρήματος διατηρείται όταν τονίζεται. Αόριστος Οριστική κατέθεσα, κατέθεσες, κατέθεσε, καταθέσαμε, καταθέσατε,
κατέθεσαν ή καταθέσανε Υποτακτική να καταθέσω, να καταθέσεις, να καταθέσει,
να καταθέσουμε, να καταθέσετε, να καταθέσουν (ή να καταθέσουνε) Προστακτική β΄ ενικό: κατάθεσε – β΄ πληθυντικό: καταθέστε Εξακολουθητικός Μέλλοντας Οριστική θα καταθέτω, θα καταθέτεις, θα καταθέτει, θα
καταθέτουμε, θα καταθέτετε, θα καταθέτουν (ή θα καταθέτουνε) Συνοπτικός Μέλλοντας Οριστική θα καταθέσω, θα καταθέσεις, θα καταθέσει, θα
καταθέσουμε, θα καταθέσετε, θα καταθέσουν (ή θα καταθέσουνε) Συντελεσμένος Μέλλοντας Οριστική θα έχω καταθέσει, θα
έχεις καταθέσει, θα έχει καταθέσει, θα έχουμε καταθέσει, θα έχετε καταθέσει, θα
έχουν(ε) καταθέσει Παρακείμενος Οριστική έχω καταθέσει, έχεις καταθέσει, έχει καταθέσει,
έχουμε καταθέσει, έχετε καταθέσει, έχουν(ε) καταθέσει Υποτακτική να έχω καταθέσει, να έχεις καταθέσει, να
έχει καταθέσει, να έχουμε καταθέσει, να έχετε καταθέσει, να έχουν(ε) καταθέσει Μετοχή έχοντας καταθέσει Υπερσυντέλικος Οριστική είχα καταθέσει, είχες καταθέσει, είχε καταθέσει,
είχαμε καταθέσει, είχατε καταθέσει, είχαν(ε) καταθέσει Παθητική φωνή Ενεστώτας Οριστική κατατίθεμαι, κατατίθεσαι, κατατίθεται, κατατιθέμεθα,
κατατίθεσθε ή κατατίθεστε, κατατίθενται Υποτακτική να κατατίθεμαι, να κατατίθεσαι, να κατατίθεται,
να κατατιθέμεθα, να κατατίθεσθε ή να κατατίθεστε, να κατατίθενται Προστακτική β΄ πληθυντικό: κατατίθεσθε Μετοχή κατατιθέμενος, κατατιθέμενη, κατατιθέμενο Παρατατικός Οριστική κατατιθέμην, κατατίθεσο, κατατίθετο, κατατιθέμεθα,
κατατίθεσθε, κατατίθεντο Αόριστος Οριστική κατατέθηκα, κατατέθηκες, κατατέθηκε, κατατεθήκαμε,
κατατεθήκατε, κατατέθηκαν Υποτακτική να κατατεθώ, να κατατεθείς,
να κατατεθεί, να κατατεθούμε, να κατατεθείτε, να κατατεθούν (ή να κατατεθούνε) Προστακτική β΄ ενικού: καταθέσου – β΄ πληθυντικό: κατατεθείτε Μετοχή κατατεθείς, κατατεθείσα, κατατεθέν Εξακολουθητικός Μέλλοντας Οριστική θα κατατίθεμαι, θα κατατίθεσαι, θα κατατίθεται, θα
κατατιθέμεθα, θα κατατίθεσθε ή θα κατατίθεστε, θα κατατίθενται Συνοπτικός Μέλλοντας Οριστική θα κατατεθώ, θα κατατεθείς, θα κατατεθεί, θα
κατατεθούμε, θα κατατεθείτε, θα κατατεθούν (ή θα κατατεθούνε) Συντελεσμένος Μέλλοντας Οριστική θα έχω κατατεθεί, θα έχεις κατατεθεί, θα έχει κατατεθεί,
θα έχουμε κατατεθεί, θα έχετε κατατεθεί, θα έχουν(ε) κατατεθεί Παρακείμενος Οριστική έχω κατατεθεί, έχεις κατατεθεί, έχει κατατεθεί,
έχουμε κατατεθεί, έχετε κατατεθεί, έχουν(ε) κατατεθεί Υποτακτική να έχω κατατεθεί, να έχεις κατατεθεί, να
έχει κατατεθεί, να έχουμε κατατεθεί, να έχετε κατατεθεί, να έχουν(ε) κατατεθεί Μετοχή κατατεθειμένος, κατατεθειμένη, κατατεθειμένο Υπερσυντέλικος Οριστική είχα κατατεθεί, είχες κατατεθεί, είχε κατατεθεί,
είχαμε κατατεθεί, είχατε κατατεθεί, είχαν(ε) κατατεθεί
Αδίδακτο κείμενο: Λυσίας, Κατά Φίλωνος δοκιμασίας
§§1-3 [Συντακτική ανάλυση] (έκδ. του Albini, U. Φλωρεντία:
Sansoni, 1955) Στον λόγο αυτόν, που εκφωνείται κατά τη
διαδικασία της δοκιμασίας του Φίλωνα, ο κατήγορος - βουλευτής προσπαθεί να
αποδείξει ότι ο δοκιμαζόμενος είναι ανάξιος να αναλάβει το βουλευτικό αξίωμα. Ὤιμην μέν, ὦ βουλή, οὐκ ἄν ποτ’ εἰς τοῦτο τόλμης Φίλωνα ἀφικέσθαι, ὥστε ἐθελῆσαι ὡς ὑμᾶς ἐλθεῖν δοκιμασθησόμενον· ἐπειδὴ δὲ οὐχ ἕν τι μόνον ἀλλά πολλά τολμηρός ἐστιν, ἐγὼ δὲὀμόσας εἰσῆλθον εἰς τό βουλευτήριον τά βέλτιστα
βουλεύσειν τῇ
πόλει, ἔνεστί τε ἐν τῷὅρκῳἀποφανεῖν εἴ τίς τινα οἶδε τῶν λαχόντων ἀνεπιτήδειον ὄντα βουλεύειν, ἐγὼ τήν κατά τουτουί Φίλωνος ποιήσομαι
κατηγορίαν, οὐ
μέντοι γε ἰδίαν ἔχθραν οὐδεμίαν μεταπορευόμενος, οὐδὲ τῷ δύνασθαι καὶ εἰωθέναι λέγειν ἐν ὑμῖν ἐπαρθείς, ἀλλὰ τῷ πλήθει τῶν ἁμαρτημάτων αὐτοῦ πιστεύων, καὶ τοῖς ὅρκοις οἷς ὤμοσα ἐμμένειν ἀξιῶν. Γνώσεσθε μὲν οὖν ὅτι οὐκ ἀπὸἴσης παρασκευῆς ἐγώ τε τοῦτον ἐλέγξω οἷός ἐστι καὶ οὗτος ἐπεχείρησε πονηρός εἶναι· ὅμως δ’ εἴ τι ἐγὼἐλλείποιμι τῷ λόγῳ τῆς κατηγορίας, οὐκ ἂν δίκαιος εἴη οὗτος διά τοῦτο ὠφεληθῆναι, ἀλλά μᾶλλον, ὅ,τι ἱκανῶς διδάξαιμι, ἐκ τούτων ἀποδοκιμασθῆναι. ---------- ὁμόσας < ὅμνυμι: αφού ορκίστηκα τουτουί: αυτού εδώ μεταπορευόμενος: εκδικούμενος Μετάφραση Θεωρούσα, κύριοι βουλευτές, ότι δεν θα
έφτανε ποτέ σε τέτοιο σημείο θράσους ο Φίλωνας, ώστε να θελήσει να εμφανιστεί
μπροστά σας για να περάσει τη διαδικασία του ελέγχου∙ εφόσον, όμως, είναι
θρασύς όχι μόνο σε ένα αλλά σε πολλά, κι επειδή εγώ ήρθα στο βουλευτήριο, αφού
πρώτα έδωσα όρκο να συμβουλεύσω τα καλύτερα προς όφελος της πόλης, κι επειδή,
συνάμα, εμπεριέχεται στον όρκο η υποχρέωση να αποκαλύπτει κανείς αν γνωρίζει
για κάποιον από τους επιλεχθέντες ότι είναι ακατάλληλος να υπηρετήσει ως
βουλευτής, εγώ, άρα, θα διατυπώσω τη σχετική κατηγορία κατά αυτού εδώ του
Φίλωνα, όχι, βέβαια, εκδικούμενος για κάποια προσωπική έχθρα, ούτε επειδή έχω
παρασυρθεί από τη δυνατότητα και τη συνήθεια να απευθύνομαι σε εσάς, αλλά
επειδή βασίζομαι στο πλήθος των αδικημάτων εκείνου και επειδή έχω την αξίωση να
μείνω πιστός στους όρκους που έδωσα. Θα αντιληφθείτε, βέβαια, πως εγώ δεν θα
μπορέσω να ελέγξω με ανάλογη προετοιμασία το ποιος είναι και το πόσο επιτήδεια απέκρυψε
τη φαυλότητά του∙ ωστόσο, εάν εγώ στηρίξω ελλιπώς την κατηγορία με τον λόγο
μου, δεν θα είναι δίκαιο να επωφεληθεί εκείνος από αυτό, αλλά είναι
προτιμότερο, με ό,τι επαρκώς αποδείξω βάσει αυτών να τον απορρίψετε. Συντακτική ανάλυση Ὤιμην μέν, ὦ βουλή, οὐκ ἄν ποτ’ εἰς τοῦτο τόλμης Φίλωνα ἀφικέσθαι, Κύρια πρόταση Ὤιμην: Ρήμα. ἐγὼ: Υποκείμενο (εννοείται).οὐκ ἄν ἀφικέσθαι: Αντικείμενο ρήματος, ειδικό
απαρέμφατο. Φίλωνα: Υποκείμενο απαρεμφάτου σε αιτιατική λόγω ετεροπροσωπίας. εἰς τοῦτο: Εμπρόθετος προσδιορισμός που
δηλώνει το όριο. τόλμης: Γενική διαιρετική στο τοῦτο του εμπρόθετου προσδιορισμού. ποτέ:
Επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου. ὥστε ἐθελῆσαι ὡς ὑμᾶς ἐλθεῖν δοκιμασθησόμενον· Δευτερεύουσα συμπερασματική πρόταση,
εκφερόμενη με τελικό απαρέμφατο, καθώς δηλώνει επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή
σκοπό. ἐθελῆσαι: Απαρέμφατο σε θέση ρήματος. Φίλωνα:
Υποκείμενο απαρεμφάτου (εννοείται). ἐλθεῖν: Τελικό απαρέμφατο ως αντικείμενο του
απαρεμφάτου ἐθελῆσαι με το οποίο έχουν το ίδιο
υποκείμενο (Φίλωνα). δοκιμασθησόμενον: Τελική μετοχή σε αιτιατική, καθώς είναι
συνημμένη στο υποκείμενο των απαρεμφάτων. ὡς ὑμᾶς: Εμπρόθετος προσδιορισμός της
κατεύθυνσης σε πρόσωπο. ἐπειδὴ δὲ οὐχ ἕν τι μόνον ἀλλά πολλά τολμηρός ἐστιν, Δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση
εκφερόμενη με οριστική, για να δηλωθεί πραγματικό αίτιο. ἐστιν: Ρήμα. Φίλων ή οὗτος: Υποκείμενο (εννοείται). τολμηρός:
Κατηγορούμενο του υποκειμένου. ἕν
& πολλὰ:
Αιτιατικές της αναφοράς. τι: Επιθετικός προσδιορισμός στο ἕν. μόνον: Αιτιατική του ποσού. (οὐχ - ἀλλά: Επιδοτική αντιθετική σύνδεση) Οι σύνδεσμοι δε – δε – τε υποδηλώνουν
τη νοηματική συνάφεια μεταξύ των προτάσεων, φανερώνοντας πως πρόκειται για
τρεις αλλεπάλληλες αιτιολογικές προτάσεις. ἐγὼ δὲὀμόσας εἰσῆλθον εἰς τό βουλευτήριον τά βέλτιστα
βουλεύσειν τῇ
πόλει, Δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση
εκφερόμενη με οριστική, για να δηλωθεί πραγματικό αίτιο. εἰσῆλθον: Ρήμα. ἐγὼ: Υποκείμενο ρήματος. εἰς τό βουλευτήριον: Εμπρόθετος
προσδιορισμός της κίνησης σε τόπο. ὀμόσας: Χρονική μετοχή, συνημμένη στο
υποκείμενο του ρήματος. βουλεύσειν: Ειδικό απαρέμφατο ως αντικείμενο της
μετοχής, με ίδιο υποκείμενο (ταυτοπροσωπία). τά βέλτιστα: Σύστοιχο αντικείμενο
απαρεμφάτου (αντί: βουλεύματα). τῇ πόλει: Δοτική προσωπική χαριστική στο
απαρέμφατο. ἔνεστί τε ἐν τῷὅρκῳἀποφανεῖν Δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση
εκφερόμενη με οριστική, για να δηλωθεί πραγματικό αίτιο. ἔνεστί: Ρήμα απρόσωπο. ἀποφανεῖν: Υποκείμενο ρήματος, τελικό
απαρέμφατο, με εννοούμενο υποκείμενο τινά (αναγκαστική ετεροπροσωπία). ἐν τῷὅρκῳ: Εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει
μεταφορικά τη στάση σε τόπο. εἴ τίς τινα οἶδε τῶν
λαχόντων ἀνεπιτήδειονὄντα βουλεύειν, Δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική ως
αντικείμενο του απαρεμφάτου ἀποφανεῖν, εκφερόμενη με οριστική για να
δηλωθεί το πραγματικό. οἶδε: Ρήμα. τίς: Υποκείμενο ρήματος.
τινά: Αντικείμενο ρήματος. ὄντα:
Κατηγορηματική μετοχή στο ρήμα γνώσης, με υποκείμενο το αντικείμενο του
ρήματος. ἀνεπιτήδειον:
Κατηγορούμενο στο υποκείμενο της μετοχής. τῶν λαχόντων: Επιθετική μετοχή ως γενική
διαιρετική στο τινά. βουλεύειν: Απαρέμφατο της αναφοράς μέσω του επιθέτου ἀνεπιτήδειον που δηλώνει έλλειψη ικανότητας. ἐγὼ τήν κατά τουτουί Φίλωνος ποιήσομαι
κατηγορίαν, οὐ
μέντοι γε ἰδίαν
ἔχθραν οὐδεμίαν μεταπορευόμενος, οὐδὲ τῷ δύνασθαι καὶ εἰωθέναι λέγειν ἐν ὑμῖν ἐπαρθείς, ἀλλὰ τῷ πλήθει τῶν ἁμαρτημάτων αὐτοῦ πιστεύων, καὶ τοῖς ὅρκοις ἐμμένειν ἀξιῶν. Κύρια πρόταση ποιήσομαι: Ρήμα. ἐγὼ: Υποκείμενο ρήματος. τήν κατηγορίαν:
Αντικείμενο ρήματος. κατά Φίλωνος: Εμπρόθετος προσδιορισμός της εναντίωσης. τουτουί:
Επιθετικός προσδιορισμός στο Φίλωνος. οὐμεταπορευόμενος:
Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. ἔχθραν: Αντικείμενο της μετοχής. ἰδίαν & οὐδεμίαν: Επιθετικοί προσδιορισμοί στο ἔχθραν. ἐπαρθείς: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη
στο υποκείμενο του ρήματος. τῷ
δύνασθαι καὶ (τῷ) εἰωθέναι: Έναρθρα απαρέμφατα, δοτικές της
αιτίας. Ως υποκείμενο των απαρεμφάτων εννοείται το ἐγὼ. λέγειν: Τελικό απαρέμφατο ως
αντικείμενο στα έναρθρα απαρέμφατα. ἐν ὑμῖν: Εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει
το ενώπιον. πιστεύων: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος.
τῷ πλήθει: Αντικείμενο μετοχής πιστεύων. τῶν ἁμαρτημάτων: Γενική του περιεχομένου στο
τῷ πλήθει. αὐτοῦ: Γενική υποκειμενική στο τῶν ἁμαρτημάτων. ἀξιῶν: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο
υποκείμενο του ρήματος. ἐμμένειν:
Τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο της μετοχής ἀξιῶν, με το ίδιο υποκείμενο
(ταυτοπροσωπία). τοῖς
ὅρκοις: Αντικείμενο απαρεμφάτου. οἷς ὤμοσα Δευτερεύουσα αναφορική ως επιθετικός
προσδιορισμός στο τοῖς
ὅρκοις ὤμοσα: Ρήμα. ἐγὼ: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). οἷς: Αντικείμενο ρήματος. Γνώσεσθε μὲν οὖν Κύρια πρόταση Γνώσεσθε: Ρήμα. ὑμεῖς: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). ὅτι οὐκ ἀπὸἴσης παρασκευῆςἐγώ τε τοῦτον ἐλέγξω Δευτερεύουσα ειδική πρόταση ως
αντικείμενο του ρήματος της κύριας πρότασης. ἐλέγξω: Ρήμα. ἐγώ: Υποκείμενο ρήματος. τοῦτον: Άμεσο αντικείμενο ρήματος. ἀπὸ παρασκευῆς: Εμπρόθετος προσδιορισμός της τοπικής
αφετηρίας. ἴσης:
Επιθετικός προσδιορισμός στο παρασκευῆς. οἷός ἐστι Δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική πρόταση
ως έμμεσο αντικείμενο στο ρήμα ἐλέγξω ἐστι: Ρήμα. οὗτος: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται).οἷός: Κατηγορούμενο του υποκειμένου. καὶ οὗτος ἐπεχείρησε πονηρός εἶναι· Δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική πρόταση
ως έμμεσο αντικείμενο στο ρήμα ἐλέγξω ἐπεχείρησε: Ρήμα. οὗτος: Υποκείμενο ρήματος (&
απαρεμφάτου). εἶναι:
Τελικό απαρέμφατο ως αντικείμενο του ρήματος, με το οποίο υπάρχει σχέση ταυτοπροσωπίας.
πονηρός: Κατηγορούμενο στο υποκείμενο του απαρεμφάτου. ὅμως δ’ οὐκ ἂν δίκαιος εἴη οὗτος διά τοῦτο ὠφεληθῆναι, ἀλλά μᾶλλον ἐκ τούτων ἀποδοκιμασθῆναι. οὐκ ἂν εἴη: Ρήμα σε δυνητική ευκτική (απόδοση
υποθετικού λόγου). οὗτος:
Υποκείμενο ρήματος. δίκαιος: Κατηγορούμενο του υποκειμένου. διά τοῦτο: Εμπρόθετος προσδιορισμός της αιτίας.
ὠφεληθῆναι: Απαρέμφατο του σκοπού μέσω του
ρήματος εἴη. Ως
υποκείμενο του απαρεμφάτου λειτουργεί το οὗτος. μᾶλλον: Επιρρηματικός προσδιορισμός του
ποσού. ἐκ τούτων: Εμπρόθετος προσδιορισμός της αιτίας.
ἀποδοκιμασθῆναι: Απαρέμφατο του σκοπού μέσω του
ρήματος εἴη. Ως
υποκείμενο του απαρεμφάτου λειτουργεί το οὗτος. εἴ τι ἐγὼἐλλείποιμι τῷ λόγῳ τῆς κατηγορίας Δευτερεύουσα υποθετική πρόταση
εκφερόμενη με ευκτική, καθώς σχηματίζει με την κύρια υποθετικό λόγο που
εκφράζει την απλή σκέψη του λέγοντος. ἐλλείποιμι: Ρήμα. ἐγὼ: Υποκείμενο ρήματος. τι: Αντικείμενο
ρήματος. τῷ λόγῳ: Δοτική του μέσου. τῆς κατηγορίας: Γενική αντικειμενική. ὅ,τι ἱκανῶς διδάξαιμι, Δευτερεύουσα αναφορική πρόταση διδάξαιμι: Ρήμα. ἐγὼ: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). ὅ,τι: Αντικείμενο ρήματος. ἱκανῶς: Επιρρηματικός προσδιορισμός του
τρόπου.