Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αθροίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
MGL Licensing
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «αθροίζω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αθροίζω, αθροίζεις, αθροίζει, αθροίζουμε, αθροίζετε, αθροίζουν (ή αθροίζουνε)
Υποτακτική
να αθροίζω, να αθροίζεις, να αθροίζει, να αθροίζουμε, να αθροίζετε, να αθροίζουν (ή να αθροίζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: άθροιζε – β΄ πληθυντικό: αθροίζετε
Μετοχή
αθροίζοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
άθροιζα, άθροιζες, άθροιζε, αθροίζαμε, αθροίζατε, άθροιζαν ή αθροίζανε
 
Αόριστος
Οριστική
άθροισα, άθροισες, άθροισε, αθροίσαμε, αθροίσατε, άθροισαν ή αθροίσανε
Υποτακτική
να αθροίσω, να αθροίσεις, να αθροίσει, να αθροίσουμε, να αθροίσετε, να αθροίσουν (ή να αθροίσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: άθροισε – β΄ πληθυντικό: αθροίστε 
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αθροίζω, θα αθροίζεις, θα αθροίζει, θα αθροίζουμε, θα αθροίζετε, θα αθροίζουν (ή θα αθροίζουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αθροίσω, θα αθροίσεις, θα αθροίσει, θα αθροίσουμε, θα αθροίσετε, θα αθροίσουν (ή θα αθροίσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αθροίσει, θα έχεις αθροίσει, θα έχει αθροίσει, θα έχουμε αθροίσει, θα έχετε αθροίσει, θα έχουν(ε) αθροίσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αθροίσει, έχεις αθροίσει, έχει αθροίσει, έχουμε αθροίσει, έχετε αθροίσει, έχουν(ε) αθροίσει
Υποτακτική
να έχω αθροίσει, να έχεις αθροίσει, να έχει αθροίσει, να έχουμε αθροίσει, να έχετε αθροίσει, να έχουν(ε) αθροίσει
Μετοχή
έχοντας αθροίσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αθροίσει, είχες αθροίσει, είχε αθροίσει, είχαμε αθροίσει, είχατε αθροίσει, είχαν(ε) αθροίσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
αθροίζομαι, αθροίζεσαι, αθροίζεται, αθροιζόμαστε, αθροίζεστε, αθροίζονται
Υποτακτική
να αθροίζομαι, να αθροίζεσαι, να αθροίζεται, να αθροιζόμαστε, να αθροίζεστε, να αθροίζονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: αθροίζεστε
Μετοχή
αθροιζόμενος, αθροιζόμενη, αθροιζόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
αθροιζόμουν, αθροιζόσουν, αθροιζόταν, αθροιζόμαστε, αθροιζόσαστε, αθροίζονταν
(& αθροιζόμουνα, αθροιζόσουνα, αθροιζότανε, αθροιζόμασταν, αθροιζόσασταν, αθροιζόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
αθροίστηκα, αθροίστηκες, αθροίστηκε, αθροιστήκαμε, αθροιστήκατε, αθροίστηκαν ή αθροιστήκανε
Υποτακτική
να αθροιστώ, να αθροιστείς, να αθροιστεί, να αθροιστούμε, να αθροιστείτε, να αθροιστούν ή να αθροιστούνε
Προστακτική
β΄ ενικού: αθροίσου – β΄ πληθυντικό: αθροιστείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αθροίζομαι, θα αθροίζεσαι, θα αθροίζεται, θα αθροιζόμαστε, θα αθροίζεστε, θα αθροίζονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα αθροιστώ, θα αθροιστείς, θα αθροιστεί, θα αθροιστούμε, θα αθροιστείτε, θα αθροιστούν ή θα αθροιστούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω αθροιστεί, θα έχεις αθροιστεί, θα έχει αθροιστεί, θα έχουμε αθροιστεί, θα έχετε αθροιστεί, θα έχουν(ε) αθροιστεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω αθροιστεί, έχεις αθροιστεί, έχει αθροιστεί, έχουμε αθροιστεί, έχετε αθροιστεί, έχουν(ε) αθροιστεί
Υποτακτική
να έχω αθροιστεί, να έχεις αθροιστεί, να έχει αθροιστεί, να έχουμε αθροιστεί, να έχετε αθροιστεί, να έχουν(ε) αθροιστεί
Μετοχή
αθροισμένος, αθροισμένη, αθροισμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα αθροιστεί, είχες αθροιστεί, είχε αθροιστεί, είχαμε αθροιστεί, είχατε αθροιστεί, είχαν(ε) αθροιστεί
 
Σημείωση: Το ρήμα αθροίζω είναι το μοναδικό στην Ελληνική, το οποίο λήγει σε -izo και γράφεται με -οι-: -οίζω. Ο λόγος είναι ότι προέρχεται από το αρχαίο επίθετο θρόος και το παραγωγικό επίθημα -ίζω (δηλαδή θρό-ος + ίζω > θροίζω. Η ορθογραφία αυτή ισχύει επίσης για τα παράγωγα και τα σύνθετα του ρήματος, π.χ. άθροισμα, αθροιστικός, συναθροίζω, συνάθροιση κ.ά.
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας.

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταθέτω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Dorin Puha
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καταθέτω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
καταθέτω, καταθέτεις, καταθέτει, καταθέτουμε, καταθέτετε, καταθέτουν (ή καταθέτουνε)
Υποτακτική
να καταθέτω, να καταθέτεις, να καταθέτει, να καταθέτουμε, να καταθέτετε, να καταθέτουν (ή να καταθέτουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: κατάθετε – β΄ πληθυντικό: καταθέτετε
Μετοχή
καταθέτοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
κατέθετα, κατέθετες, κατέθετε, καταθέταμε, καταθέτατε, κατέθεταν ή καταθέτανε
Η εσωτερική συλλαβική αύξηση -ε- του ρήματος διατηρείται όταν τονίζεται.
 
Αόριστος
Οριστική
κατέθεσα, κατέθεσες, κατέθεσε, καταθέσαμε, καταθέσατε, κατέθεσαν ή καταθέσανε
Υποτακτική
να καταθέσω, να καταθέσεις, να καταθέσει, να καταθέσουμε, να καταθέσετε, να καταθέσουν (ή να καταθέσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: κατάθεσε – β΄ πληθυντικό: καταθέστε   
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταθέτω, θα καταθέτεις, θα καταθέτει, θα καταθέτουμε, θα καταθέτετε, θα καταθέτουν (ή θα καταθέτουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα καταθέσω, θα καταθέσεις, θα καταθέσει, θα καταθέσουμε, θα καταθέσετε, θα καταθέσουν (ή θα καταθέσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω καταθέσει, θα έχεις καταθέσει, θα έχει καταθέσει, θα έχουμε καταθέσει, θα έχετε καταθέσει, θα έχουν(ε) καταθέσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω καταθέσει, έχεις καταθέσει, έχει καταθέσει, έχουμε καταθέσει, έχετε καταθέσει, έχουν(ε) καταθέσει
Υποτακτική
να έχω καταθέσει, να έχεις καταθέσει, να έχει καταθέσει, να έχουμε καταθέσει, να έχετε καταθέσει, να έχουν(ε) καταθέσει
Μετοχή
έχοντας καταθέσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα καταθέσει, είχες καταθέσει, είχε καταθέσει, είχαμε καταθέσει, είχατε καταθέσει, είχαν(ε) καταθέσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κατατίθεμαι, κατατίθεσαι, κατατίθεται, κατατιθέμεθα, κατατίθεσθε ή κατατίθεστε, κατατίθενται
Υποτακτική
να κατατίθεμαι, να κατατίθεσαι, να κατατίθεται, να κατατιθέμεθα, να κατατίθεσθε ή να κατατίθεστε, να κατατίθενται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: κατατίθεσθε
Μετοχή
κατατιθέμενος, κατατιθέμενη, κατατιθέμενο 
 
Παρατατικός
Οριστική
κατατιθέμην, κατατίθεσο, κατατίθετο, κατατιθέμεθα, κατατίθεσθε, κατατίθεντο
 
Αόριστος
Οριστική
κατατέθηκα, κατατέθηκες, κατατέθηκε, κατατεθήκαμε, κατατεθήκατε, κατατέθηκαν
Υποτακτική
να κατατεθώ, να κατατεθείς, να κατατεθεί, να κατατεθούμε, να κατατεθείτε, να κατατεθούν (ή να κατατεθούνε)
Προστακτική
β΄ ενικού: καταθέσου – β΄ πληθυντικό: κατατεθείτε
Μετοχή
κατατεθείς, κατατεθείσα, κατατεθέν   
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα κατατίθεμαι, θα κατατίθεσαι, θα κατατίθεται, θα κατατιθέμεθα, θα κατατίθεσθε ή θα κατατίθεστε, θα κατατίθενται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα κατατεθώ, θα κατατεθείς, θα κατατεθεί, θα κατατεθούμε, θα κατατεθείτε, θα κατατεθούν (ή θα κατατεθούνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω κατατεθεί, θα έχεις κατατεθεί, θα έχει κατατεθεί, θα έχουμε κατατεθεί, θα έχετε κατατεθεί, θα έχουν(ε) κατατεθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω κατατεθεί, έχεις κατατεθεί, έχει κατατεθεί, έχουμε κατατεθεί, έχετε κατατεθεί, έχουν(ε) κατατεθεί
Υποτακτική
να έχω κατατεθεί, να έχεις κατατεθεί, να έχει κατατεθεί, να έχουμε κατατεθεί, να έχετε κατατεθεί, να έχουν(ε) κατατεθεί
Μετοχή
κατατεθειμένος, κατατεθειμένη, κατατεθειμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα κατατεθεί, είχες κατατεθεί, είχε κατατεθεί, είχαμε κατατεθεί, είχατε κατατεθεί, είχαν(ε) κατατεθεί

Αδίδακτο κείμενο: Λυσίας, Κατά Φίλωνος δοκιμασίας §§1-3 [Συντακτική ανάλυση]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Tony Grider
 
Αδίδακτο κείμενο: Λυσίας, Κατά Φίλωνος δοκιμασίας §§1-3 [Συντακτική ανάλυση]
(έκδ. του Albini, U. Φλωρεντία: Sansoni, 1955)
 
Στον λόγο αυτόν, που εκφωνείται κατά τη διαδικασία της δοκιμασίας του Φίλωνα, ο κατήγορος - βουλευτής προσπαθεί να αποδείξει ότι ο δοκιμαζόμενος είναι ανάξιος να αναλάβει το βουλευτικό αξίωμα.
 
ιμην μέν, βουλή, οκ ν ποτ’ ες τοτο τόλμης Φίλωνα φικέσθαι, στε θελσαι ς μς λθεν δοκιμασθησόμενον· πειδ δ οχ ν τι μόνον λλά πολλά τολμηρός στιν, γ δ μόσας εσλθον ες τό βουλευτήριον τά βέλτιστα βουλεύσειν τ πόλει, νεστί τε ν τ ρκ ποφανεν ε τίς τινα οδε τν λαχόντων νεπιτήδειον ντα βουλεύειν, γ τήν κατά τουτουί Φίλωνος ποιήσομαι κατηγορίαν, ο μέντοι γε δίαν χθραν οδεμίαν μεταπορευόμενος, οδ τ δύνασθαι κα εωθέναι λέγειν ν μν παρθείς, λλ τ πλήθει τν μαρτημάτων ατο πιστεύων, κα τος ρκοις ος μοσα μμένειν ξιν. Γνώσεσθε μν ον τι οκ π σης παρασκευς γώ τε τοτον λέγξω οός στι κα οτος πεχείρησε πονηρός εναι· μως δ’ ε τι γ λλείποιμι τ λόγ τς κατηγορίας, οκ ν δίκαιος εη οτος διά τοτο φεληθναι, λλά μλλον, ,τι κανς διδάξαιμι, κ τούτων ποδοκιμασθναι.
---------- 
μόσας < μνυμι: αφού ορκίστηκα
τουτουί: αυτού εδώ
μεταπορευόμενος: εκδικούμενος
 
Μετάφραση
Θεωρούσα, κύριοι βουλευτές, ότι δεν θα έφτανε ποτέ σε τέτοιο σημείο θράσους ο Φίλωνας, ώστε να θελήσει να εμφανιστεί μπροστά σας για να περάσει τη διαδικασία του ελέγχου∙ εφόσον, όμως, είναι θρασύς όχι μόνο σε ένα αλλά σε πολλά, κι επειδή εγώ ήρθα στο βουλευτήριο, αφού πρώτα έδωσα όρκο να συμβουλεύσω τα καλύτερα προς όφελος της πόλης, κι επειδή, συνάμα, εμπεριέχεται στον όρκο η υποχρέωση να αποκαλύπτει κανείς αν γνωρίζει για κάποιον από τους επιλεχθέντες ότι είναι ακατάλληλος να υπηρετήσει ως βουλευτής, εγώ, άρα, θα διατυπώσω τη σχετική κατηγορία κατά αυτού εδώ του Φίλωνα, όχι, βέβαια, εκδικούμενος για κάποια προσωπική έχθρα, ούτε επειδή έχω παρασυρθεί από τη δυνατότητα και τη συνήθεια να απευθύνομαι σε εσάς, αλλά επειδή βασίζομαι στο πλήθος των αδικημάτων εκείνου και επειδή έχω την αξίωση να μείνω πιστός στους όρκους που έδωσα.
Θα αντιληφθείτε, βέβαια, πως εγώ δεν θα μπορέσω να ελέγξω με ανάλογη προετοιμασία το ποιος είναι και το πόσο επιτήδεια απέκρυψε τη φαυλότητά του∙ ωστόσο, εάν εγώ στηρίξω ελλιπώς την κατηγορία με τον λόγο μου, δεν θα είναι δίκαιο να επωφεληθεί εκείνος από αυτό, αλλά είναι προτιμότερο, με ό,τι επαρκώς αποδείξω βάσει αυτών να τον απορρίψετε.
 
Συντακτική ανάλυση
 
ιμην μέν, βουλή, οκ ν ποτ’ ες τοτο τόλμης Φίλωνα φικέσθαι,
Κύρια πρόταση
ιμην: Ρήμα. γ: Υποκείμενο (εννοείται).  οκ ν φικέσθαι: Αντικείμενο ρήματος, ειδικό απαρέμφατο. Φίλωνα: Υποκείμενο απαρεμφάτου σε αιτιατική λόγω ετεροπροσωπίας. ες τοτο: Εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει το όριο. τόλμης: Γενική διαιρετική στο τοτο του εμπρόθετου προσδιορισμού. ποτέ: Επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
 
στε θελσαι ς μς λθεν δοκιμασθησόμενον·
Δευτερεύουσα συμπερασματική πρόταση, εκφερόμενη με τελικό απαρέμφατο, καθώς δηλώνει επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή σκοπό.
θελσαι: Απαρέμφατο σε θέση ρήματος. Φίλωνα: Υποκείμενο απαρεμφάτου (εννοείται). λθεν: Τελικό απαρέμφατο ως αντικείμενο του απαρεμφάτου θελσαι με το οποίο έχουν το ίδιο υποκείμενο (Φίλωνα). δοκιμασθησόμενον: Τελική μετοχή σε αιτιατική, καθώς είναι συνημμένη στο υποκείμενο των απαρεμφάτων. ς μς: Εμπρόθετος προσδιορισμός της κατεύθυνσης σε πρόσωπο.
 
πειδ δ οχ ν τι μόνον λλά πολλά τολμηρός στιν,
Δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση εκφερόμενη με οριστική, για να δηλωθεί πραγματικό αίτιο.
στιν: Ρήμα. Φίλων ή οτος: Υποκείμενο (εννοείται). τολμηρός: Κατηγορούμενο του υποκειμένου. ν & πολλ: Αιτιατικές της αναφοράς. τι: Επιθετικός προσδιορισμός στο ν. μόνον: Αιτιατική του ποσού. (οχ - λλά: Επιδοτική αντιθετική σύνδεση)
 
Οι σύνδεσμοι δε – δε – τε υποδηλώνουν τη νοηματική συνάφεια μεταξύ των προτάσεων, φανερώνοντας πως πρόκειται για τρεις αλλεπάλληλες αιτιολογικές προτάσεις.
 
γ δ μόσας εσλθον ες τό βουλευτήριον τά βέλτιστα βουλεύσειν τ πόλει,
Δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση εκφερόμενη με οριστική, για να δηλωθεί πραγματικό αίτιο.
εσλθον: Ρήμα. γ: Υποκείμενο ρήματος. ες τό βουλευτήριον: Εμπρόθετος προσδιορισμός της κίνησης σε τόπο. μόσας: Χρονική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. βουλεύσειν: Ειδικό απαρέμφατο ως αντικείμενο της μετοχής, με ίδιο υποκείμενο (ταυτοπροσωπία). τά βέλτιστα: Σύστοιχο αντικείμενο απαρεμφάτου (αντί: βουλεύματα). τ πόλει: Δοτική προσωπική χαριστική στο απαρέμφατο.
 
νεστί τε ν τ ρκ ποφανεν
Δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση εκφερόμενη με οριστική, για να δηλωθεί πραγματικό αίτιο.
νεστί: Ρήμα απρόσωπο. ποφανεν: Υποκείμενο ρήματος, τελικό απαρέμφατο, με εννοούμενο υποκείμενο τινά (αναγκαστική ετεροπροσωπία). ν τ ρκ: Εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει μεταφορικά τη στάση σε τόπο.
 
ε τίς τινα οδε τν λαχόντων νεπιτήδειον ντα βουλεύειν,
Δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική ως αντικείμενο του απαρεμφάτου ποφανεν, εκφερόμενη με οριστική για να δηλωθεί το πραγματικό.
οδε: Ρήμα. τίς: Υποκείμενο ρήματος. τινά: Αντικείμενο ρήματος. ντα: Κατηγορηματική μετοχή στο ρήμα γνώσης, με υποκείμενο το αντικείμενο του ρήματος. νεπιτήδειον: Κατηγορούμενο στο υποκείμενο της μετοχής. τν λαχόντων: Επιθετική μετοχή ως γενική διαιρετική στο τινά. βουλεύειν: Απαρέμφατο της αναφοράς μέσω του επιθέτου νεπιτήδειον που δηλώνει έλλειψη ικανότητας.
 
γ τήν κατά τουτουί Φίλωνος ποιήσομαι κατηγορίαν, ο μέντοι γε δίαν χθραν οδεμίαν μεταπορευόμενος, οδ τ δύνασθαι κα εωθέναι λέγειν ν μν παρθείς, λλ τ πλήθει τν μαρτημάτων ατο πιστεύων, κα τος ρκοις μμένειν ξιν.
Κύρια πρόταση
ποιήσομαι: Ρήμα. γ: Υποκείμενο ρήματος. τήν κατηγορίαν: Αντικείμενο ρήματος. κατά Φίλωνος: Εμπρόθετος προσδιορισμός της εναντίωσης. τουτουί: Επιθετικός προσδιορισμός στο Φίλωνος. ο μεταπορευόμενος: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. χθραν: Αντικείμενο της μετοχής. δίαν & οδεμίαν: Επιθετικοί προσδιορισμοί στο χθραν. παρθείς: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. τ δύνασθαι κα) εωθέναι: Έναρθρα απαρέμφατα, δοτικές της αιτίας. Ως υποκείμενο των απαρεμφάτων εννοείται το γ. λέγειν: Τελικό απαρέμφατο ως αντικείμενο στα έναρθρα απαρέμφατα. ν μν: Εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει το ενώπιον. πιστεύων: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. τ πλήθει: Αντικείμενο μετοχής πιστεύων. τν μαρτημάτων: Γενική του περιεχομένου στο τ πλήθει. ατο: Γενική υποκειμενική στο τν μαρτημάτων. ξιν: Αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος. μμένειν: Τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο της μετοχής ξιν, με το ίδιο υποκείμενο (ταυτοπροσωπία). τος ρκοις: Αντικείμενο απαρεμφάτου.
 
ος μοσα
Δευτερεύουσα αναφορική ως επιθετικός προσδιορισμός στο τος ρκοις
μοσα: Ρήμα. γ: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). ος: Αντικείμενο ρήματος.
 
Γνώσεσθε μν ον
Κύρια πρόταση
Γνώσεσθε: Ρήμα. μες: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται).
 
τι οκ π σης παρασκευς γώ τε τοτον λέγξω
Δευτερεύουσα ειδική πρόταση ως αντικείμενο του ρήματος της κύριας πρότασης.
λέγξω: Ρήμα. γώ: Υποκείμενο ρήματος. τοτον: Άμεσο αντικείμενο ρήματος. π παρασκευς: Εμπρόθετος προσδιορισμός της τοπικής αφετηρίας. σης: Επιθετικός προσδιορισμός στο παρασκευς.
 
οός στι
Δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική πρόταση ως έμμεσο αντικείμενο στο ρήμα λέγξω
στι: Ρήμα. οτος: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). οός: Κατηγορούμενο του υποκειμένου.
 
κα οτος πεχείρησε πονηρός εναι·
Δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική πρόταση ως έμμεσο αντικείμενο στο ρήμα λέγξω
πεχείρησε: Ρήμα. οτος: Υποκείμενο ρήματος (& απαρεμφάτου). εναι: Τελικό απαρέμφατο ως αντικείμενο του ρήματος, με το οποίο υπάρχει σχέση ταυτοπροσωπίας. πονηρός: Κατηγορούμενο στο υποκείμενο του απαρεμφάτου.
 
μως δ’ οκ ν δίκαιος εη οτος διά τοτο φεληθναι, λλά μλλον κ τούτων ποδοκιμασθναι.
οκ ν εη: Ρήμα σε δυνητική ευκτική (απόδοση υποθετικού λόγου). οτος: Υποκείμενο ρήματος. δίκαιος: Κατηγορούμενο του υποκειμένου. διά τοτο: Εμπρόθετος προσδιορισμός της αιτίας. φεληθναι: Απαρέμφατο του σκοπού μέσω του ρήματος εη. Ως υποκείμενο του απαρεμφάτου λειτουργεί το οτος. μλλον: Επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού. κ τούτων: Εμπρόθετος προσδιορισμός της αιτίας. ποδοκιμασθναι: Απαρέμφατο του σκοπού μέσω του ρήματος εη. Ως υποκείμενο του απαρεμφάτου λειτουργεί το οτος.
 
ε τι γ λλείποιμι τ λόγ τς κατηγορίας
Δευτερεύουσα υποθετική πρόταση εκφερόμενη με ευκτική, καθώς σχηματίζει με την κύρια υποθετικό λόγο που εκφράζει την απλή σκέψη του λέγοντος.
λλείποιμι: Ρήμα. γ: Υποκείμενο ρήματος. τι: Αντικείμενο ρήματος. τ λόγ: Δοτική του μέσου. τς κατηγορίας: Γενική αντικειμενική.
 
,τι κανς διδάξαιμι,
Δευτερεύουσα αναφορική πρόταση
διδάξαιμι: Ρήμα. γ: Υποκείμενο ρήματος (εννοείται). ,τι: Αντικείμενο ρήματος. κανς: Επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...