Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαγώνισμα Ιστορίας Γ΄ Λυκείου: Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαγώνισμα Ιστορίας Γ΄ Λυκείου: Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ιστορία Προσανατολισμού: Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα [Διαγώνισμα]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips


Ιστορία Προσανατολισμού: Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα [Διαγώνισμα]
 
ΟΜΑΔΑ ΠΡΩΤΗ
ΘΕΜΑ Α1
Να δώσετε το περιεχόμενο των ακόλουθων όρων:
α. «Σύμφωνο περί αμοιβαίας μεταναστεύσεως μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας»
β. Σύμβαση της Λοζάνης
γ. Γενική Διεύθυνση Ανταλλαγής Πληθυσμών
Μονάδες 15
 
ΘΕΜΑ Α2
Να χαρακτηρίσετε τις προτάσεις που ακολουθούν, γράφοντας στο τετράδιό σας το γράμμα που αντιστοιχεί στην κάθε πληροφορία και δίπλα του τη λέξη Σωστό, αν η πληροφορία είναι σωστή, ή τη λέξη Λάθος, αν η πληροφορία είναι λανθασμένη:
α. Μετά την καταστροφή της Κάσου από τον αιγυπτιακό στόλο το 1823, οι Κάσιοι αλλά και οι Κρήτες που είχαν καταφύγει εκεί κατευθύνθηκαν σε άλλα νησιά του Αιγαίου.
β. Η Σύρος αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα ίδρυσης και εξέλιξης αυτοτελούς και ακμαίου προσφυγικού συνοικισμού μετά την Επανάσταση.
γ. Κάποιοι Ηπειρώτες και Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν στη Ναύπακτο.
δ. Η επιτροπή του Λονδίνου σε συνεργασία με την «Αγγλοελληνική Επιτροπή» στην Αθήνα, ανέλαβε την περίθαλψη 4.500 προσφύγων.
ε. Η αναγκαστική μετανάστευση στην Ελλάδα το 1909 ήταν συνέπεια των βιαιοπραγιών των Βουλγάρων, εξαιτίας του ανταγωνισμού Ελλάδας-Βουλγαρίας για επικράτηση στην υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία.
Μονάδες 10
 
ΘΕΜΑ Β1
Ποια υπήρξε η τρίτη φάση της αντιδικίας αυτοχθόνων-ετεροχθόνων και ποιες αντιδράσεις προκάλεσε;
Μονάδες 13
 
ΘΕΜΑ Β2
Ποιες ομαδικές μεταναστεύσεις συνιστούν την αφετηρία του προσφυγικού ζητήματος; Πώς προκλήθηκαν και γιατί δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες γι’ αυτές;
Μονάδες 12
 
ΟΜΑΔΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΘΕΜΑ Γ1
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφέρετε τα αιτήματα των προσφύγων προς τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση (1826-1827) και τη στάση αυτής απέναντι στα συγκεκριμένα αιτήματα.
Μονάδες 25
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
Το ζήτημα των προσφύγων απασχόλησε τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση (1826-1827), καθώς διάφορες ομάδες προσφύγων υπέβαλαν αιτήματα αποκατάστασής τους σε συγκεκριμένο τόπο. Οι Ελεύθεροι Σμυρναίοι ζήτησαν να τους παραχωρηθεί χώρος στην περιοχή του Ισθμού προκειμένου να ανεγείρουν τη Νέα Σμύρνη, επικαλούμενοι τη συνεισφορά της Σμύρνης «ες τν διατήρησιν κα τήν μετάθεσιν τν φώτων ες τήν λοιπήν λλάδα», το γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξή της υπήρξε πόλος έλξης για τους Έλληνες άλλων περιοχών για να βρουν, είτε «συλον κατ το διωγμο», είτε χώρο βελτίωσης των βιοτικών αναγκών τους. Το αίτημά τους έγινε αποδεκτό, αν και τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Οι Σουλιώτες ζήτησαν χώρο εγκατάστασης στην Αργολίδα, χωρίς όμως να το επιτύχουν, και οι Ψαριανοί στην Εύβοια -χωρίς να λάβουν απάντηση. Ανάλογα αιτήματα υπέβαλαν οι Κυδωνιείς, οι Ηπειρώτες και οι Μακεδόνες. Οι Χίοι και οι Κρήτες πρόσφυγες δεν ζήτησαν αποκατάσταση, εμμένοντας στην απελευθέρωση της πατρίδας τους. [. . . ] Οι κάτοικοι της νεοσύστατης Ερμούπολης προσπάθησαν στην Εθνοσυνέλευση να εδραιώσουν την εγκατάστασή τους στο νησί. Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση ψήφισε στις 5 Μαΐου 1827 το Ψήφισμα ΚΒ', σύμφωνα με το οποίο όσοι ορθόδοξοι έρχονταν στην Ελλάδα είχαν δικαίωμα να ανεγείρουν συνοικισμούς σε μέρος που η Βουλή θα προσδιόριζε, χωρίς όμως να παραβλέπονται «τν ντοπίων τ δίκαια». Η εξειδίκευση όμως των γενικών αυτών διατάξεων με ειδικό νόμο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
 
Ν. Ανδριώτης, Πρόσφυγες στην Ελλάδα 1821-1940: άφιξη, περίθαλψη και αποκατάσταση. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2020, σ. 16
 
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Απόσπασμα από τις αναφορές των Σουλιωτών προς τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση (1826)
«Ημείς δεν ζητούμεν ικανοποίησιν των θυσιών μας, επειδή όλα ταύτα νομίζομεν ως χρέη απαραίτητα προς την Πατρίδα, αλλ’ ούτε το Έθνος έχει εκείνα τα μέσα την σήμερον, προς ικανοποίησιν των υπέρ Πατρίδος αγωνιζομένων [. . .] ζητούμεν γη, της οποίας το έδαφος καταβρέχομεν με το αίμα μας πάντοτε διαφεντεύοντάς το».
 
Α. Μάμουκας Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμος 5, από το βιβλίο του Α. Βακαλόπουλου, Πρόσφυγες και Προσφυγικόν Ζήτημα κατά την Επαν στασιν του 1821 , Ιστορική Μελέτη εν Θεσσαλονίκη 1939. (Από Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, τεύχος Β΄, Γ΄ Τάξης Ενιαίου Λυκείου, εκδόσεις Κ.Ε.Ε., Αθήνα 2000, σ. 10)
 
ΘΕΜΑ Δ1
Αφού µελετήσετε το ακόλουθο κείμενο να αναφερθείτε στους τρόπους µε τους οποίους το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης σε συνεργασία µε την ελληνική κυβέρνηση βοήθησε στον επαναπατρισµό και επανεγκατάσταση των προσφύγων.
Μονάδες 25
 
Μερικός επαναπατρισµός και περίθαλψη των προσφύγων.
Ενώ η τουρκική αντίδραση στην ανακωχή του Μούδρου έπαιρνε συγκεκριµένη µορφή, το Οικουµενικό Πατριαρχείο σε συνεργασία µε την ελληνική κυβέρνηση φρόντιζε για την ανακούφιση των Ελλήνων της αυτοκρατορίας. Τον Οκτώβριο του 1918 ιδρύθηκε η «Πατριαρχική Κεντρική Επιτροπή υπέρ των µετατοπισθέντων ελληνικών πληθυσµών» µε πρόεδρο το µητροπολίτη Αίνου Ιωακείµ και µέλη διακεκριµένους Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως. Η σύσταση της Επιτροπής ήταν απαραίτητη, γιατί αµέσως µετά την ανακωχή άρχισαν να επαναπατρίζονται άτακτα και ανοργάνωτα χιλιάδες γυναικόπαιδα. Καθώς τα σπίτια των εκτοπισµένων Ελλήνων είχαν καταστραφεί ή καταληφθεί από Τούρκους, η Επιτροπή σύστησε αναστολή της επανόδου των προσφύγων, ζητώντας την επέµβαση των τουρκικών αρχών και τη βοήθεια του Πατριαρχείου. Μπροστά όµως στην ορµή του αυθόρµητου επαναπατρισµού αναγκάστηκε να προσαρµοστεί και να κάνει κύριο έργο της τη µέριµνα των επαναπατριζοµένων. Στις κύριες πόλεις της ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας δηµιουργήθηκαν πάνω από 70 υποεπιτροπές, που παρείχαν στους επαναπατριζόµενους µεταφορικά µέσα, πρόχειρη στέγαση, δάνεια και ιατρική περίθαλψη. Τη µεγαλύτερη δυσκολία συνάντησε η Επιτροπή στην απόδοση των περιουσιών των εκτοπισµένων. Αρκετοί Έλληνες της Θράκης, των ασιατικών παραλίων της Προποντίδας και του Πόντου ξαναπήραν την ακίνητη, όχι όµως και την κινητή περιουσία τους.
Αν σκεφθεί κανείς το µεγάλο αριθµό των εκτοπισµένων, καταλαβαίνει πόσο δύσκολο έργο ήταν η αποκατάσταση όσων κατάφεραν να επιζήσουν. Σύµφωνα µε την έκθεση πεπραγµένων της Επιτροπής, που κατά την οµολογία της στηρίζεται σε ελλιπή στατιστικά δεδοµένα, στα 1918-1919 επαναπατρίσθηκαν 79.034 Έλληνες. Το µικρό αυτό ποσοστό είναι ενδεικτικό για τον αποδεκατισµό των Ελλήνων στους άξενους χώρους της εκτοπίσεως, ταυτόχρονα όµως υποδηλώνει την απροθυµία της τουρκικής ηγεσίας να βοηθήσει στην ολοκλήρωση του έργου της Επιτροπής. Παρά τις εικονικές εκδηλώσεις συµπαραστάσεως, η τουρκική κυβέρνηση φορολογούσε εξαντλητικά τους άπορους επαναπατρισµένους και τους άφηνε έκθετους στην οργανωµένη ληστεία της υπαίθρου· και οι Έλληνες πάλι δεν µπορούσαν να υπολογίζουν στη βοήθεια του συµµαχικού στρατού, διασκορπισµένου στην απέραντη αυτοκρατορία, για την αντιµετώπιση κάθε κρούσµατος καταπιέσεως.
 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόµ. ΙΕ΄, σσ. 106-107
 
Ενδεικτικές απαντήσεις
 
ΘΕΜΑ Α1
α. Το Νοέμβριο του 1919 υπογράφηκε η συνθήκη του Νεϊγύ, που προέβλεπε την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα. Στη συνθήκη ήταν συνημμένο το «Σύμφωνο περί αμοιβαίας μεταναστεύσεως μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας». Με βάση αυτό, αναχώρησαν από την Ελλάδα περίπου 50.000 Βούλγαροι και από τη Βουλγαρία περίπου 30.000 Έλληνες (περίπου 20.000 ακόμη Έλληνες είχαν μεταναστεύσει πριν από την υπογραφή της συνθήκης).
 
β. Στις 24 Ιουλίου 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη ειρήνης της Λοζάνης. Έξι μήνες πριν, στις 30 Ιανουαρίου 1923, είχε υπογραφεί η ελληνοτουρκική Σύμβαση, η οποία ρύθμιζε την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Προβλεπόταν η υποχρεωτική ανταλλαγή μεταξύ των Ελλήνων ορθοδόξων κατοίκων της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδας. Αυτή θα ίσχυε τόσο γι’ αυτούς που παρέμεναν στις εστίες τους, όσο και για εκείνους που είχαν ήδη καταφύγει στην ομόθρησκη χώρα. Μάλιστα, η ανταλλαγή ίσχυσε αναδρομικά για όλες τις μετακινήσεις που έγιναν από τη μέρα που κηρύχθηκε ο Α' Βαλκανικός πόλεμος (18 Οκτωβρίου 1912). Από την ανταλλαγή αυτή εξαιρέθηκαν οι Έλληνες ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.
 
γ. Το έργο της εκτίμησης της αξίας των εκατέρωθεν περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν ανέλαβε η Μικτή Επιτροπή. Για να βοηθήσει το έργο της ελληνικής αντιπροσωπείας, στη Μικτή Επιτροπή Συστάθηκε το 1924 η Γενική Διεύθυνση Ανταλλαγής Πληθυσμών που υπαγόταν στο Υπουργείο Γεωργίας. Για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της, ιδρύθηκαν κατά τόπους Γραφεία Ανταλλαγής Πληθυσμών.
 
ΘΕΜΑ Α2
α. Λάθος
β. Λάθος
γ. Σωστό
δ. Σωστό
ε. Λάθος
 
ΘΕΜΑ Β1
Στην τρίτη φάση της αντιδικίας αυτοχθόνων - ετεροχθόνων το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στο θέμα των όρων εκλογής των βουλευτών. Το πρόβλημα εστιαζόταν στο αν θα έπρεπε να συνεχιστεί η ιδιαίτερη εκπροσώπηση των εγκατεστημένων στην Ελλάδα ομογενών ως ξεχωριστών ομάδων (άποψη των ετεροχθονιστών), ή θα έπρεπε να ενσωματωθούν αυτοί εκλογικά στις επαρχίες που ζούσαν, τερματίζοντας ένα διαχωρισμό του παρελθόντος που δεν είχε νόημα (άποψη των αυτοχθονιστών). Η ρύθμιση που επικράτησε ήταν συμβιβαστική, επιτρέποντας στους πρόσφυγες/ετερόχθονες το δικαίωμα ιδιαίτερης αντιπροσώπευσης στη Βουλή, εφόσον είχαν στο μεταξύ ιδρύσει χωριστό συνοικισμό με επαρκή πληθυσμό.
Την περίοδο των συζητήσεων στην Εθνοσυνέλευση, και από τις δύο πλευρές εκδηλώθηκαν έντονες λαϊκές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες κατέληξαν σε έκτροπα. Τελικά, οι ομογενείς ετερόχθονες στο σύνολο τους, μετά την ψήφιση των μέτρων που τους απέκλειαν για μια περίοδο από το δημόσιο και περιόριζαν τη χωριστή αντιπροσώπευσή τους, υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν αυτές τις ρυθμίσεις.
Το θέμα των δικαιωμάτων των ετεροχθόνων στην Εθνοσυνέλευση έδειξε τη βαθύτερη διάσταση που υπήρχε στην κοινωνία της εποχής. Το πρόβλημα απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη, ενώ προσέλκυσε το ενδιαφέρον και του ξένου παράγοντα. Ιδιαίτερα το ζήτημα για τη χωριστή κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση των ετεροχθόνων προκάλεσε τις διαμαρτυρίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το βέβαιο είναι ότι με τη διαμάχη αυτή αναδείχθηκαν τα προβλήματα συμβίωσης του ντόπιου ελληνικού και του νεοφερμένου ομογενούς στοιχείου στο μικρό νεοσύστατο κράτος.
 
ΘΕΜΑ Β2
Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 σημειώθηκαν μετακινήσεις ελληνικών πληθυσμών από διάφορα μέρη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς την επαναστατημένη Ελλάδα. Οι ομαδικές αυτές μεταναστεύσεις μπορεί να θεωρηθούν αφετηρία του προσφυγικού ζητήματος. Η Μικρά Ασία, ο ελλαδικός ηπειρωτικός χώρος και τα νησιά του Αιγαίου αποτέλεσαν τους χώρους προέλευσης των μεταναστευτικών ρευμάτων. Τη μικρασιατική μετανάστευση προκάλεσε το κλίμα ανασφάλειας και φόβου που επικράτησε εκεί μετά τις τρομοκρατικές ενέργειες των Τούρκων, που είχαν σκοπό να προλάβουν εξεγέρσεις των Ελλήνων κατοίκων, όσο καιρό διαρκούσε η Επανάσταση στην κυρίως Ελλάδα. Δεν εντάσσονταν όμως οι ενέργειες αυτές σ’ ένα γενικότερο σχέδιο εκρίζωσης του ελληνικού στοιχείου, όπως συνέβη κατά την περίοδο 1914-1922. Το προσφυγικό ρεύμα από την ηπειρωτική χώρα και το Αιγαίο ήταν συνέπεια της αποτυχίας του απελευθερωτικού κινήματος στις περιοχές αυτές.
Για τις προσφυγικές αυτές μετακινήσεις οι ιστορικές πηγές είναι πολύ περιορισμένες, γιατί οι ιστοριογράφοι και οι περιηγητές της εποχής ασχολήθηκαν κυρίως με τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα του Αγώνα.
 
ΘΕΜΑ Γ1
Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση (1826-1827) διάφορες ομάδες προσφύγων που είχαν καταφύγει στην ελεύθερη Ελλάδα επιχείρησαν να θέσουν το αίτημα της αποκατάστασής τους και ειδικά της μόνιμης εγκατάστασής τους. Γι’ αυτό επιδίωξαν την εκπροσώπησή τους στη Συνέλευση. Από τους Μικρασιάτες, μόνο οι Σμυρναίοι ενεργοποιήθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Ζητούσαν από τη Συνέλευση: α) να εκπροσωπούνται σ’ αυτήν και β) να προσδιοριστεί τόπος για τη δημιουργία συνοικισμού των διασκορπισμένων ελεύθερων Σμυρναίων. Μόνο το αίτημα του τόπου έγινε καταρχήν δεκτό. Αποφασίστηκε να δοθεί χώρος στην περιοχή του Ισθμού για να δημιουργηθεί πόλη με την επωνυμία «Νέα Σμύρνη». Η Συνέλευση παρέπεμψε το θέμα στη Βουλή, η οποία όμως δεν το προώθησε. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από τον Νίκο Ανδριώτη (Κείμενο Α), ο οποίος επιπροσθέτως επισημαίνει πως οι Σμυρναίοι προκειμένου να ενισχύσουν το αίτημά τους για την ανέγερση της Νέας Σμύρνης επικαλούνταν τη γενικότερη προσφορά της πόλης τους στον ελληνισμό. Ειδικότερα, αναφέρονταν στο γεγονός πως βοήθησαν στο να διατηρηθεί, αλλά και στο να διαδοθεί στην υπόλοιπη Ελλάδα η πνευματική καλλιέργεια, καθώς και στο γεγονός πως χάρη στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης τους προσέλκυσαν πολλούς Έλληνες οι οποίοι είτε αναζητούσαν άσυλο λόγω του διωγμού από τους Τούρκους, είτε αναζητούσαν την ευκαιρία να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο.
Από τους Ηπειρώτες πρόσφυγες, πρώτοι οι Σουλιώτες πέτυχαν να εκπροσωπηθούν στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση, όπου έθεσαν ως βασικό θέμα την παραχώρηση τόπου για μόνιμη εγκατάσταση. Σύμφωνα, μάλιστα, με την αναφορά των ίδιων των Σουλιωτών στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση (Κείμενο Β), δεν είχαν την αξίωση να λάβουν κάποιου είδους χρηματική αποζημίωση για τις θυσίες που έκαναν για χάρη της πατρίδας, αφενός διότι θεωρούσαν πως ό,τι έκαναν αποτελούσε το χρέος τους προς εκείνη κι αφετέρου διότι γνώριζαν πως η χώρα δεν διέθετε εκείνη την εποχή την οικονομική δυνατότητα για να ικανοποιήσει ένα τέτοιο αίτημα. Ό,τι ζητούσαν, λοιπόν, ήταν γη, για να εγκατασταθούν, την οποία ήταν διατεθειμένοι να υπερασπιστούν με το αίμα τους. Πιο συγκεκριμένα, όπως διευκρινίζεται από τον Νίκο Ανδριώτη (Κείμενο Α), ζήτησαν χώρο εγκατάστασης στην Αργολίδα, αλλά το αίτημά τους δεν ικανοποιήθηκε.
Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση οι Ψαριανοί ζήτησαν με καθυστέρηση να καθοριστεί τόπος προσφυγικού συνοικισμού τους. Έχοντας εξασφαλίσει στην πράξη χώρο εγκατάστασης στην Αίγινα δεν πιέζονταν, όπως άλλοι. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Νίκος Ανδριώτης (Κείμενο Α), το αίτημα των Ψαριανών αφορούσε στην εγκατάστασή τους στην Εύβοια, αλλά δεν έλαβαν καμία απάντηση. Παρόμοια αιτήματα, πάντως, τέθηκαν κι από τους Κυδωνιείς, τους Ηπειρώτες και τους Μακεδόνες. Ενώ και οι κάτοικοι της πρόσφατα δημιουργημένης Ερμούπολης, επιδίωξαν να διασφαλίσουν την εκεί εγκατάστασή τους μέσω της Εθνοσυνέλευσης. Στον αντίποδα αυτών βρίσκονταν οι Κρητικοί και οι Χιώτες πρόσφυγες, οι οποίοι δεν διεκδίκησαν την αποκατάστασή τους, διότι ήταν αποφασισμένοι να επιμείνουν στην απελευθέρωση του δικού τους τόπου. Η νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα τους και οι κακουχίες στην προσφυγιά τόνωσαν την επιθυμία ιδίως των Χίων να επιστρέψουν στο νησί τους, έστω κι αν αυτό βρισκόταν υπό τουρκική κατοχή. Από τον Οκτώβριο του 1822, αρκετοί άρχισαν να επιστρέφουν. Όσοι παρέμειναν, αντίθετα με άλλους πρόσφυγες, εργάστηκαν σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης, όχι για αποκατάσταση στους τόπους που είχαν προσφύγει, αλλά για ανακατάληψη του νησιού τους. Η αποτυχημένη επιχείρηση του Φαβιέρου (1827-1828), που προετοιμάστηκε από Χίους πρόσφυγες για το σκοπό αυτό, έθεσε άδοξο τέλος σε αυτές τις προσπάθειες και γέννησε νέο κύμα Χίων προσφύγων προς τη Σάμο και τις Κυκλάδες.
Γενικά, πάντως, το προσφυγικό ζήτημα στη διάρκεια της Επανάστασης δεν αντιμετωπίστηκε μεθοδικά εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας των Ελλήνων. Όπου έγιναν προσπάθειες για την περίθαλψη και την ενσωμάτωση των προσφύγων, αυτές στηρίχθηκαν στον αυθορμητισμό και τη συμπαράσταση των κατά τόπους ελληνικών κοινοτήτων ή σε εντελώς προσωρινά μέτρα των κυβερνήσεων. Αιτήματα προσφύγων τέθηκαν, αλλά όχι προσφυγικό ζήτημα συνολικά. Μόνο στην Γ΄ Εθνική Συνέλευση το προσφυγικό προβλήθηκε εντονότερα από τις διάφορες προσφυγικές ομάδες, που ζήτησαν την εκπροσώπησή τους στη Συνέλευση, για να προωθήσουν το αίτημα παροχής χώρου για μόνιμη εγκατάσταση στην ελεύθερη Ελλάδα. Το ψήφισμα της 5ης Μαΐου 1827, με το οποίο καλούνταν όλοι οι ορθόδοξοι «όσων αι πόλεις κατεστράφησαν, να προσέλθουν εις την Βουλήν να ζητήσουν τόπον και να εγείρουν νέας πόλεις», έδειχνε την τάση να επικρατήσει μία ευρύτερη αντίληψη για το προσφυγικό. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τον Νίκο Ανδριώτη (Κείμενο Α), ο οποίος διευκρινίζει πως αν και υπήρξε η πρόθεση μέσω αυτού του ψηφίσματος να επιδιωχθεί η αποκατάσταση όλων των ορθοδόξων που κατέφταναν στην Ελλάδα, χωρίς, μάλιστα, να παραγνωρίζονται τα δικαιώματα των ντόπιων, τελικά η συγκεκριμενοποίηση των γενικών αυτών διατάξεων με ειδικότερο νόμο δεν έγινε ποτέ.   Έτσι, οι επαναστατικές κυβερνήσεις δεν προχώρησαν στην υλοποίηση των αποφάσεών τους και δεν οργάνωσαν συνοικισμούς προσφύγων. Οι δυσμενέστατες συνθήκες κατά την Επανάσταση αλλά και οι κατά τόπους αντιδράσεις εμπόδισαν την εφαρμογή μέτρων για την επίλυση του προβλήματος.
 
ΘΕΜΑ Δ1
Η επιστροφή των προσφύγων στη Μικρά Ασία ξεκίνησε τους τελευταίους μήνες του 1918 μετά τον τερματισμό του πολέμου για την Τουρκία. Τον Οκτώβριο του 1918 συστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη Πατριαρχική Επιτροπή, με σκοπό την οργάνωση του επαναπατρισμού των εκτοπισμένων, με τη βοήθεια του Πατριαρχείου και της ελληνικής κυβέρνησης. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από το παράθεμα, όπου συμπληρωματικά αναφέρεται πως μετά την ανακωχή του Μούδρου, που τερμάτισε τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο για την Τουρκία, ιδρύθηκε η «Πατριαρχική Κεντρική Επιτροπή υπέρ των µετατοπισθέντων ελληνικών πληθυσµών», όπως αποδίδεται ο πλήρης τίτλος της, η οποία είχε πρόεδρο τον μητροπολίτη Αίνου Ιωακείμ και μέλη της επιφανείς Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Όπως επισημαίνεται στο παράθεμα η ίδρυση της Επιτροπής υπήρξε αναγκαία, καθώς αμέσως μετά την ανακωχή άρχισε κατά τρόπο αυθόρμητο και ανοργάνωτο ο επαναπατρισμός χιλιάδων προσφύγων. Η Επιτροπή, ωστόσο, γνωρίζοντας πως τα σπίτια των προσφύγων είτε είχαν καταστραφεί είτε είχαν καταληφθεί από Τούρκους, θέλησε να περιορίσει την άτακτη αυτή διαδικασία επιστροφής, ζητώντας τη συνδρομή τόσο του Πατριαρχείου όσο και των τουρκικών αρχών. Ήταν, όμως, τέτοιας έντασης η επιθυμία επιστροφής των Ελλήνων, ώστε η Επιτροπή αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στο βασικό αίτημα των προσφύγων και καθόρισε ως κύριο έργο της τη μέριμνα για τον επαναπατρισμό τους. Η παλιννόστηση έγινε τμηματικά, με τη μέριμνα του Υπουργείου Περιθάλψεως, και επιτράπηκε αρχικά να επιστρέψουν οι ευπορότεροι και οι πρόσφυγες οι προερχόμενοι από ορισμένες μόνο περιοχές της Δυτικής Μικράς Ασίας. Σύμφωνα, μάλιστα, με το παράθεμα, προκειμένου να διευκολυνθεί η παλιννόστηση των προσφύγων δημιουργήθηκαν περισσότερες από εβδομήντα υποεπιτροπές στις σημαντικότερες πόλεις της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας, οι οποίες πρόσφεραν στους πρόσφυγες μεταφορικά μέσα, πρόχειρη στέγαση, δάνεια, καθώς και ιατρική περίθαλψη. Οι περισσότεροι επέστρεψαν στις εστίες τους μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, το Μάιο του 1919. Σύμφωνα, ωστόσο, με τις πληροφορίες του παραθέματος, ο αριθμός των προσφύγων που επέστρεψαν κατά την περίοδο 1918-1919, με βάση την έκθεση πεπραγμένων της Επιτροπής -η οποία, βέβαια, όπως αναγνωρίζεται από την ίδια την Επιτροπή στηρίζεται σε ελλιπή στατιστικά στοιχεία- ήταν ιδιαίτερα μικρός, καθώς πρόκειται για 79.034 Έλληνες. Το στοιχείο αυτό, όπως επισημαίνεται στο παράθεμα, φανερώνει πως πολλοί Έλληνες έχασαν τη ζωή τους στους αφιλόξενους τόπους, όπου εκτοπίστηκαν, ενώ, συνάμα, υποδηλώνει πως οι τουρκικές αρχές ήταν απρόθυμες να συνδράμουν στην ολοκλήρωση του έργου της Επιτροπής. Η τουρκική κυβέρνηση, άλλωστε, αν και φαινομενικά υποστήριζε τη διαδικασία επιστροφής, στην πραγματικότητα λειτουργούσε υπονομευτικά, εφόσον φορολογούσε υπερβολικά τους Έλληνες πρόσφυγες που επέστρεφαν στις εστίες τους και τους άφηνε απροστάτευτους στην οργανωμένη ληστεία της υπαίθρου. Μέχρι το τέλος του 1920, πάντως, η πλειονότητα των προσφύγων είχε επιστρέψει στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.
Οι συνθήκες που βρήκαν στην πατρίδα τους ήταν άσχημες, καθώς πολλά σπίτια, εκκλησίες και σχολεία είχαν μερικώς ή εντελώς καταστραφεί. Επίσης, σε κάποιες περιοχές, σε σπίτια Ελλήνων είχαν εγκατασταθεί Μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τις βαλκανικές χώρες. Με βάση τις πληροφορίες του παραθέματος, στο ζήτημα των περιουσιών των προσφύγων εντοπίζεται και η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισε η επιτροπή. Αρκετοί, πάντως, Έλληνες της Θράκης, των ασιατικών παραλίων της Προποντίδας και του Πόντου πήραν πίσω την ακίνητη περιουσία τους, όχι όμως και την κινητή. Στα πλαίσια της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης ιδρύθηκε η «Υπηρεσία Παλιννοστήσεως και Περιθάλψεως», η οποία βοηθούσε όσους επέστρεφαν να αποκατασταθούν στα σπίτια τους και τις ασχολίες τους.  Οι ειρηνικές όμως μέρες δεν κράτησαν πολύ. Λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1922, θα έπαιρναν πάλι το δρόμο της προσφυγιάς.
 
 

Διαγώνισμα Ιστορίας Γ΄ Λυκείου: Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Linda Woods

Διαγώνισμα Ιστορίας Γ΄ Λυκείου: Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα

ΟΜΑΔΑ ΠΡΩΤΗ
                                                                                                                                       
ΘΕΜΑ Α1
Να αιτιολογήσετε:
α. Πώς προέκυψε το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα από τη Ρωσία.  
β. Γιατί η σημασία των προσφυγικών μετακινήσεων κατά το 19ο αιώνα θεωρείται πολύπλευρη.
γ. Γιατί οι πρώτες απογραφές των προσφύγων που κατέφυγαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν αποδίδουν την πραγματικότητα.   
Μονάδες 15

ΘΕΜΑ Α2
Να χαρακτηρίσετε τις προτάσεις που ακολουθούν, γράφοντας στο τετράδιό σας, δίπλα στο γράμμα που αντιστοιχεί στην κάθε πρόταση, τη λέξη Σωστό, αν η πρόταση είναι σωστή, ή Λάθος, αν η πρόταση είναι λανθασμένη:
α. Η «Πατριαρχική Επιτροπή» μερίμνησε για την εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία και τη Θράκη.
β. Μετά τη διάλυση της ΕΑΠ, το 1930, τα χρέη των αγροτών προσφύγων ανέλαβε να εισπράξει η Εθνική Τράπεζα.
γ. Με βάση το άρθρο 11 της Σύμβασης της Λοζάνης ιδρύθηκε η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής με έδρα την Κωνσταντινούπολη.  
δ. Η αστική στέγαση των προσφύγων που κατέφυγαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) συνάντησε περισσότερα εμπόδια από την αγροτική.
ε. Η κινητικότητα των προσφύγων, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια μετά την άφιξή τους στην Ελλάδα, υπήρξε μεγάλη.  
Μονάδες 5

ΘΕΜΑ Β1
Να αναφερθείτε: α) Στην ίδρυση και την αποστολή της ΕΑΠ (μονάδες 5), β) Στα μέσα που της διέθεσε η ελληνική κυβέρνηση (μονάδες 5), γ) Στην επιλογή να δοθεί προτεραιότητα στην εγκατάσταση προσφύγων στη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη (μονάδες 5).                                                                                           
Μονάδες 15

ΘΕΜΑ Β2
Να αναφερθείτε: α) Στη μακραίωνη παρουσία του ελληνικού στοιχείου στη Μικρά Ασία (μονάδες 5), β) Στους λόγους που προκάλεσαν την εθνική αφύπνιση των Τούρκων (μονάδες 5), γ) Στην τακτική που ακολούθησαν οι Τούρκοι προκειμένου να εκδιώξουν κατά το 1914 τους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και της Δυτικής Μικράς Ασίας (μονάδες 5). 
Μονάδες 15

ΟΜΑΔΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΘΕΜΑ Γ1
Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από το ακόλουθο κείμενο, να αναφέρετε τις ενέργειες της ΕΑΠ (Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων) σχετικά με: α. την εγκατάσταση (μονάδες 4) β. τον παραχωρούμενο κλήρο (μονάδες 13) και γ. τη στέγαση των προσφύγων (μονάδες 8), στο πλαίσιο της αγροτικής αποκατάστασής τους.
Μονάδες 25

Έργο της ΕΑΠ στην ύπαιθρο
[...] Για τη στέγαση των αγροτών προσφύγων η ΕΑΠ κατασκεύασε 50.000 νέες κατοικίες και επισκεύασε, σε συνεργασία με την κυβέρνηση, τα εγκαταλειμμένα σπίτια των ανταλλαξίμων. Ο συνολικός αριθμός των οικιών που διανεμήθηκαν στους αγρότες ανήλθε σε 129.934. Το 1930 η Επιτροπή επισήμανε την ανάγκη να κατασκευαστούν άλλες 12.000 οικίες για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες στέγασης πολλών οικογενειών. [...]
Από την κατάτμηση των μεγάλων αγροκτημάτων προέκυψε ένας τύπος γεωργικής εκμετάλλευσης που χαρακτηριζόταν από μικρούς διάσπαρτους κλήρους αλλά ισομερώς κατανεμημένους. […]
Η αποκατάσταση των προσφύγων [...] συνοδεύθηκε από περιορισμούς σχετικά με την ελευθερία εκποίησης και κληρονομικής μεταβίβασης των κλήρων που απέβλεπαν στη συγκράτηση των αγροτικών πληθυσμών στην ύπαιθρο και καθιστούσαν πρακτικά αδύνατη τη συγκέντρωση της γης από λίγους μεγαλοκτηματίες. Η καλλιέργεια του κλήρου ήταν αυτοπρόσωπη και έπρεπε να είναι συνεχής για μια 25ετία. [...] Αλλά ακόμη και μετά την εξόφληση των χρεών και την απόκτηση οριστικών τίτλων, δεν μπορούσε να εκποιηθεί παρά ένα τμήμα του και αυτό μόνο σε περίπτωση που ο κλήρος θα υπερέβαινε σε έκταση τα 10 στρέμματα φυτειών ή τα 5 στρέμματα καπνοχώραφων. […]
Η ΕΑΠ, μέχρι το 1930 που διαλύθηκε, ίδρυσε πρότυπους σταθμούς γεωργικών βελτιώσεων, ενίσχυσε τη χρήση των λιπασμάτων [...] και εφοδίασε τους πρόσφυγες, όπου ήταν δυνατόν, με γεωργικά μηχανήματα. Διένειμε ζώα, οργάνωσε κτηνοτροφικές μονάδες σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας και Θράκης και προσπάθησε να ενισχύσει την ανάπτυξη της οικιακής κτηνοτροφίας, για να μειώσει τις καταστροφικές συνέπειες που είχε η διανομή των πρώην βοσκοτόπων στη μετακινούμενη ημι-νομαδική κτηνοτροφία των ντόπιων κτηνοτρόφων.

Ιστορία του Νέου ΕλληνισμούΟ Μεσοπόλεμος 1922-1940, τ. 7, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ. 107-110.
                                                                                                                                   
ΘΕΜΑ Δ1
Αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα που ακολουθούν και αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις, να απαντήσετε στα παρακάτω ερωτήματα:
α. Τι προέβλεπε η ελληνοτουρκική Σύμβαση της 30ης Ιανουαρίου 1923 για την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας;
Μονάδες 7
β. Τι προέβλεπαν οι όροι της παραπάνω Σύμβασης σε ό,τι αφορά τους ανταλλάξιμους;
Μονάδες 8
γ. Πώς αντέδρασαν οι πρόσφυγες, όταν έγιναν γνωστοί οι όροι της Σύμβασης, και ποια επιχειρήματα επικαλέστηκαν;
Μονάδες 10
Μονάδες 25

Κείμενο Α΄
«ΣΥΜΒΑΣΙΣ
Αφορώσα την ανταλλαγήν των Ελληνο-τουρκικών πληθυσμών και Πρωτόκολλον, υπογραφέντα την 30ην Ιανουαρίου 1923. Η Κυβέρνησις της Μεγάλης Εθνοσυνελεύσεως της Τουρκίας και η Ελληνική Κυβέρνησις συνεφώνησαν επί των ακολούθων όρων.
Άρθρον 1.
Από της 1 Μαΐου 1923, θέλει διενεργηθή η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων Ελληνικού Ορθοδόξου θρησκεύματος, εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων Μουσουλμανικού θρησκεύματος, εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών.
Τα πρόσωπα ταύτα δεν θα δύνανται να έλθωσιν ίνα εγκατασταθώσιν εκ νέου εν Τουρκία ή αντιστοίχως εν Ελλάδι, άνευ της αδείας της Τουρκικής Κυβερνήσεως ή αντιστοίχως της Ελληνικής Κυβερνήσεως».

Κείμενο Β΄
«Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης και του Εύξεινου Πόντου … θεωρούν ότι η Ανταλλαγή των ελληνικών πληθυσμών της Τουρκίας που ανέρχονται σε ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες απέναντι σε τριακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνους της Ελλάδας … πλήττει καίρια την παγκόσμια συνείδηση και την παγκόσμια ηθική … ότι είναι αντίθετη προς τα ιερότερα δικαιώματα του ανθρώπου, της ελευθερίας και ιδιοκτησίας· ότι το σύστημα της Ανταλλαγής αποτελεί νέα και κεκαλυμμένη μορφή αναγκαστικού εκπατρισμού και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κανένα κράτος δεν έχει το δικαίωμα να θέσει σε εφαρμογή παρά τη θέληση των πληθυσμών. Ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικρασίας, αυτόχθονες από πανάρχαιους χρόνους στη γη που κατοικούσαν και πάνω στην οποία τα δικαιώματά τους είναι αναπαλλοτρίωτα και απαράγραπτα, δεν μετανάστευσαν με τη θέλησή τους αλλά εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους αντιμετωπίζοντας το φάσμα της σφαγής … Οι αλύτρωτοι Έλληνες συναγμένοι εδώ και σε άλλες πόλεις και νησιά της Ελλάδας αποφασίζουν και ψηφίζουν ομόφωνα να αξιώσουν τη δυνατότητα να παλιννοστήσουν στις πατρίδες τους κάτω από ουσιαστικές συνθήκες εγγύησης που θα καταστήσουν αυτήν την παλιννόστηση πραγματοποιήσιμη … Σε αντίθετη περίπτωση καταγγέλλουν την αδικία που τους γίνεται, σαν μια προσβολή δίχως προηγούμενο κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού».

Ψήφισμα που εγκρίθηκε από τους πρόσφυγες της Αθήνας στην Ομόνοια στο πάνδημο συλλαλητήριο που οργανώθηκε για να εκφραστεί η αντίθεσή τους στην υποχρεωτική ανταλλαγή.

Ενδεικτικές Απαντήσεις

ΘΕΜΑ Α1
α. Μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913, με την οποία τερματίζονταν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, έφθασε και το πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα από τη Ρωσία. Έλληνες της περιοχής του Καυκάσου, με την αναγγελία της προσάρτησης της εύφορης Μακεδονίας, άρχισαν να μεταναστεύουν στην Ελλάδα, με την ελπίδα ότι θα τους παραχωρούσαν γη. Κάποιοι απ' αυτούς κατόρθωσαν να εγκατασταθούν στην Κεντρική Μακεδονία. Το μεταναστευτικό ρεύμα αναχαιτίστηκε με επέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης. 

βΗ σημασία των προσφυγικών μετακινήσεων κατά το 19ο αιώνα ήταν πολύπλευρη για την ιστορία του τόπου: διαμόρφωσαν το δημογραφικό χάρτη της ανεξάρτητης Ελλάδας και συνετέλεσαν στη γνωριμία και την πνευματική αλληλεπίδραση των Ελλήνων μεταξύ τους. Έτσι, η διαδικασία συγκέντρωσης και συγχώνευσης των ελληνικών πληθυσμών, σε αντίθεση με το γεωγραφικό κατακερματισμό τους στα χρόνια της τουρκοκρατίας, βοήθησε στη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους

γ. Οι πρώτες απογραφές των προσφύγων που κατέφυγαν στην Ελλάδα δεν αποδίδουν την πραγματικότητα. Ο αριθμός πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερος, αν υπολογίσουμε την υψηλή θνησιμότητα των πρώτων χρόνων λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και των επιδημιών, το μειωμένο αριθμό των γεννήσεων και τη μετανάστευση πολλών προσφύγων σε άλλες χώρες. Στην απογραφή του 1928 καταγράφηκαν 1.220.000 πρόσφυγες. Οι αρρώστιες κατέβαλλαν τους πρόσφυγες που ήταν ταλαιπωρημένοι, πρόχειρα στεγασμένοι και υποσιτίζονταν. Ο τύφος, η γρίπη, η φυματίωση (κυρίως στις πόλεις) και η ελονοσία (κυρίως στην ύπαιθρο) τους θέριζαν. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, ένας σημαντικός αριθμός προσφύγων πέθαναν μέσα σ' ένα χρόνο από την άφιξή τους στην Ελλάδα. Εκτός από τις αρρώστιες, οι πρόσφυγες ήταν και ψυχικά τραυματισμένοι από την απώλεια συγγενών και φίλων, της πατρογονικής γης και του ευρύτερου κοινωνικού χώρου όπου είχαν ζήσει.

ΘΕΜΑ Α2
Να χαρακτηρίσετε τις προτάσεις που ακολουθούν, γράφοντας στο τετράδιό σας, δίπλα στο γράμμα που αντιστοιχεί στην κάθε πρόταση, τη λέξη Σωστό, αν η πρόταση είναι σωστή, ή Λάθος, αν η πρόταση είναι λανθασμένη:
α. Η «Πατριαρχική Επιτροπή» μερίμνησε για την εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία και τη Θράκη. [Λάθος]
β. Μετά τη διάλυση της ΕΑΠ, το 1930, τα χρέη των αγροτών προσφύγων ανέλαβε να εισπράξει η Εθνική Τράπεζα. [Λάθος]
γ. Με βάση το άρθρο 11 της Σύμβασης της Λοζάνης ιδρύθηκε η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής με έδρα την Κωνσταντινούπολη. [Σωστό]  
δ. Η αστική στέγαση των προσφύγων που κατέφυγαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) συνάντησε περισσότερα εμπόδια από την αγροτική. [Σωστό]
ε. Η κινητικότητα των προσφύγων, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια μετά την άφιξή τους στην Ελλάδα, υπήρξε μεγάλη. [Σωστό]  

ΘΕΜΑ Β1
α) Η ελληνική κυβέρνηση, μπροστά στο τεράστιο έργο της περίθαλψης και αποκατάστασης των προσφύγων που έπρεπε να αναλάβει, ζήτησε τη βοήθεια της Κοινωνίας των Εθνών (ΚΤΕ). Με πρωτοβουλία της ΚΤΕ, το Σεπτέμβριο του 1923 ιδρύθηκε ένας αυτόνομος οργανισμός με πλήρη νομική υπόσταση, η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), με έδρα την Αθήνα. Βασική αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει στους πρόσφυγες παραγωγική απασχόληση και οριστική στέγαση.
β) Η ελληνική κυβέρνηση διέθεσε στην ΕΑΠ τα εξής: α) τις ιδιοκτησίες των Τούρκων ανταλλαξίμων και των Βουλγάρων που εγκατέλειψαν την Ελλάδα, κτήματα του Δημοσίου, κτήματα που απαλλοτριώθηκαν με την αγροτική μεταρρύθμιση και μοναστηριακή γη (συνολικά πάνω από 8.000.000 στρέμματα), β) το ποσό από δύο δάνεια (1924, 1928) που είχε συνάψει η ελληνική κυβέρνηση στο εξωτερικό, γ) οικόπεδα μέσα ή γύρω από τις πόλεις για την ανέγερση αστικών συνοικισμών, δ) το τεχνικό και διοικητικό προσωπικό του Υπουργείου Γεωργίας και του Υπουργείου Προνοίας και Αντιλήψεως.
γ) Δόθηκε προτεραιότητα στην εγκατάσταση των προσφύγων στη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη καθώς: α) ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν τα μουσουλμανικά κτήματα και τα κτήματα των Βουλγάρων μεταναστών (σύμφωνα με τη συνθήκη του Νεϊγύ). Αυτό θα καθιστούσε τους πρόσφυγες αυτάρκεις σε σύντομο χρονικό διάστημα και θα συντελούσε στην αύξηση της αγροτικής παραγωγής, β) θα καλυπτόταν το δημογραφικό κενό που είχε δημιουργηθεί με την αναχώρηση των Μουσουλμάνων και των Βουλγάρων και τις απώλειες που προκάλεσαν οι συνεχείς πόλεμοι (1912-1922). Επιπλέον, έτσι εποικίζονταν παραμεθόριες περιοχές.

ΘΕΜΑ Β2
α) Η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία υπήρξε μακραίωνη. Οι πυκνοί κατά την αρχαιότητα και τους βυζαντινούς χρόνους ελληνικοί πληθυσμοί αραίωσαν αισθητά μετά το 12ο αιώνα, κυρίως λόγω των μαζικών εξισλαμισμών. Όμως, κατά το 18ο και 19ο αιώνα ενισχύθηκαν και πάλι με μεταναστεύσεις από τον κυρίως ελλαδικό χώρο. Την περίοδο αυτή, εκτός από την αύξηση του ελληνικού πληθυσμού, σημειώθηκε οικονομική άνοδος των Ελλήνων, πνευματική άνθηση και αξιόλογη κοινοτική και εκπαιδευτική οργάνωση. Σε περιοχές με πυκνό ελληνικό πληθυσμό ιδρύθηκαν κοινότητες, σύλλογοι, σχολεία και ευαγή ιδρύματα με μεγάλη ακτινοβολία.

β) Η εθνική αφύπνιση των Τούρκων, που είχε ξεκινήσει από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενισχύθηκε μετά την εδαφική συρρίκνωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο τουρκικός εθνικισμός συνέβαλε στην εχθρική αντιμετώπιση των μειονοτήτων που ζούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στο στόχαστρο βρέθηκαν κυρίως οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, καθώς είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου και της βιομηχανίας της χώρας. Η εκκρεμότητα επίσης στο ζήτημα της κατακύρωσης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου στην Ελλάδα επιδείνωσε τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας.

γ) Τους πρώτους μήνες του 1914 έγιναν αθρόες μεταναστεύσεις Μουσουλμάνων της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας προς τη Μικρά Ασία, οι οποίες υποκινήθηκαν σε γενικές γραμμές από την τουρκική κυβέρνηση. Αυτό έδωσε το πρόσχημα στην τουρκική κυβέρνηση, σε συνδυασμό με την επικείμενη είσοδο της Τουρκίας στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, να εκδιώξει τους Έλληνες. Πρώτα θύματα υπήρξαν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους στις αρχές του 1914. Το Μάιο οι διωγμοί επεκτάθηκαν και στη Δυτική Μικρά Ασία, με το πρόσχημα της εκκένωσης της περιοχής απέναντι από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, για στρατιωτικούς λόγους. Όλη η επιχείρηση έγινε με την καθοδήγηση των Γερμανών, συμμάχων των Τούρκων. Η εκκένωση μεθοδεύτηκε πρώτα με ανθελληνική εκστρατεία του τουρκικού τύπου και καταπίεση των Ελλήνων για να εξαναγκαστούν σε «εκούσια» μετανάστευση. Σε πολλές περιπτώσεις διαπράχθηκαν λεηλασίες και δολοφονίες σε βάρος των Ελλήνων.

ΘΕΜΑ Γ1
Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από το ακόλουθο κείμενο, να αναφέρετε τις ενέργειες της ΕΑΠ (Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων) σχετικά με: α. την εγκατάσταση (μονάδες 4) β. τον παραχωρούμενο κλήρο (μονάδες 13) και γ. τη στέγαση των προσφύγων (μονάδες 8), στο πλαίσιο της αγροτικής αποκατάστασής τους.

α) Η αγροτική αποκατάσταση στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν έργο της ΕΑΠ. Απέβλεπε στη δημιουργία μικρών γεωργικών ιδιοκτησιών. Η εγκατάσταση των προσφύγων έγινε σε εγκαταλελειμμένα χωριά, σε νέους συνοικισμούς προσαρτημένους σε χωριά και σε νέους, αμιγώς προσφυγικούς συνοικισμούς.

β) Ο παραχωρούμενος κλήρος ποίκιλλε ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειας των προσφύγων, την ποιότητα του εδάφους, το είδος της καλλιέργειας και τη δυνατότητα άρδευσης. Συνήθως ο κλήρος δεν αποτελούσε ενιαία έκταση, αλλά τεμάχια αγρών που βρίσκονταν σε διαφορετικές τοποθεσίες. Η πληροφορία αυτή επιβεβαιώνεται και από το παράθεμα, όπου επιπροσθέτως τονίζεται πως η κατανομή των κτημάτων που προέκυψαν από τη διάσπαση των μεγάλων αγροκτημάτων γινόταν κατά ισομερή τρόπο μεταξύ των προσφύγων. Στην αρχή η διανομή από τις υπηρεσίες εποικισμού ήταν προσωρινή. Θα γινόταν οριστική μετά την κτηματογράφηση από την τοπογραφική υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας. Όπως, όμως, επισημαίνεται στο παράθεμα, είχαν ληφθεί μέτρα ώστε να επιτευχθεί η διατήρηση των αγροτικών πληθυσμών στις περιοχές της υπαίθρου, όπου είχαν εγκατασταθεί. Ειδικότερα, υπήρχαν περιορισμοί σχετικά με τη δυνατότητα πώλησης αλλά και κληρονομικής μεταβίβασης των κτημάτων. Οι ρυθμίσεις αυτές, συνάμα, δεν επέτρεπαν τη συγκέντρωση της γης από τους μεγαλοκτηματίες, που θα επιδίωκαν ίσως να αγοράσουν εκτάσεις από τους πρόσφυγες. Ο κάθε πρόσφυγας, άλλωστε, όφειλε να καλλιεργεί ο ίδιος το κτήμα του, τουλάχιστον για 25 χρόνια, και δεν μπορούσε να το πουλήσει ολόκληρο ούτε μετά την εξόφληση του τιμήματος και την απόκτηση τίτλου πλήρους κυριότητας. Μπορούσαν να πουλήσουν μέρος μόνο του κλήρου, αν υπερέβαινε σε έκταση τα 10 στρέμματα, σε περίπτωση που αποτελούσε φυτεία, ή τα 5 στρέμματα, σε περίπτωση που σε αυτόν καλλιεργούταν καπνός. Εκτός από τη γη παραχωρούνταν στέγη, εργαλεία, σπόροι, λιπάσματα και ζώα. Παράλληλα, όπως προκύπτει από το παράθεμα, η ΕΑΠ προσπάθησε να ενισχύσει τη γεωργία και την κτηνοτροφία, με τους ακόλουθους τρόπους: δημιούργησε πρότυπους σταθμούς γεωργικών βελτιώσεων, ενίσχυσε τη χρήση των λιπασμάτων, εφοδίασε τους πρόσφυγες -όπου αυτό ήταν εφικτό- με γεωργικά μηχανήματα, οργάνωσε κτηνοτροφικές μονάδες και επιδίωξε να στηρίξει την οικιακή κτηνοτροφία, προκειμένου να περιορίσει τον αρνητικό αντίκτυπο που είχε η έως τότε υπό συνεχή μετακίνηση κτηνοτροφία που εφάρμοζαν οι ντόπιοι κτηνοτρόφοι.     

γ) Για τη στέγαση τηρήθηκε το σύστημα της ανέγερσης των οικιών απευθείας από την ΕΑΠ (εργολαβία) ή της ανέγερσης από τους ίδιους τους πρόσφυγες με τη χορήγηση όλων των οικοδομικών υλικών (αυτεπιστασία). Τα κτίσματα ήταν, συνήθως, δύο δωμάτια, μία αποθήκη και ένας σταύλος. Όπως πληροφορούμαστε από το παράθεμα, η ΕΑΠ κατασκεύασε 50.000 καινούριες κατοικίες και προχώρησε, με τη συνδρομή της κυβέρνησης, στην επισκευή των σπιτιών που είχαν εγκαταλείψει οι ανταλλάξιμοι. Με αυτό τον τρόπο τα σπίτια που διανεμήθηκαν στους αγρότες έφτασαν συνολικά τα 129.934. Το 1930, πάντως, η ΕΑΠ επισήμανε πως θα έπρεπε να κατασκευαστούν άλλες 12.000 οικίες, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες στέγασης των προσφύγων. Την αξία του παραχωρούμενου κλήρου θα πλήρωναν οι πρόσφυγες με δόσεις. Ο τίτλος που δινόταν στους κληρούχους ήταν τίτλος απλής κατοχής. Θα γινόταν τίτλος πλήρους κυριότητας αργότερα, μετά την αποπληρωμή του χρέους. Μετά τη διάλυση της ΕΑΠ, το 1930, τα χρέη των αγροτών προσφύγων ανέλαβε να εισπράξει η Αγροτική Τράπεζα.

ΘΕΜΑ Δ1
Αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα που ακολουθούν και αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις, να απαντήσετε στα παρακάτω ερωτήματα:
α. Τι προέβλεπε η ελληνοτουρκική Σύμβαση της 30ης Ιανουαρίου 1923 για την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας;
β. Τι προέβλεπαν οι όροι της παραπάνω Σύμβασης σε ό,τι αφορά τους ανταλλάξιμους;
γ. Πώς αντέδρασαν οι πρόσφυγες, όταν έγιναν γνωστοί οι όροι της Σύμβασης, και ποια επιχειρήματα επικαλέστηκαν;

α) Στις 24 Ιουλίου 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη ειρήνης της Λοζάνης. Έξι μήνες πριν, στις 30 Ιανουαρίου 1923, είχε υπογραφεί η ελληνοτουρκική Σύμβαση, η οποία ρύθμιζε την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Προβλεπόταν η υποχρεωτική ανταλλαγή μεταξύ των Ελλήνων ορθοδόξων κατοίκων της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδας. Αυτή θα ίσχυε τόσο γι’ αυτούς που παρέμεναν στις εστίες τους, όσο και για εκείνους που είχαν ήδη καταφύγει στην ομόθρησκη χώρα. Σύμφωνα με το 1ο άρθρο της Σύμβασης η υποχρεωτική ανταλλαγή θα ξεκινούσε από την 1η Μαΐου του 1923 και από εκείνη την ημερομηνία κανένας από τους υπό ανταλλαγή υπηκόους δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί ξανά στην Ελλάδα ή την Τουρκία χωρίς την άδεια του αντίστοιχου κράτους υποδοχής. Μάλιστα, η ανταλλαγή ίσχυσε αναδρομικά για όλες τις μετακινήσεις που έγιναν από τη μέρα που κηρύχθηκε ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος (18 Οκτωβρίου 1912). Από την ανταλλαγή αυτή εξαιρέθηκαν οι Έλληνες ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.

β) Οι ανταλλάξιμοι, σύμφωνα με τη σύμβαση ανταλλαγής: α) θα απέβαλαν την παλιά ιθαγένεια και θα αποκτούσαν την ιθαγένεια της χώρας στην οποία θα εγκαθίσταντο, β) είχαν δικαίωμα να μεταφέρουν την κινητή περιουσία τους, γ) είχαν δικαίωμα να πάρουν από το κράτος στο οποίο μετανάστευαν ως αποζημίωση περιουσία ίσης αξίας με την ακίνητη περιουσία που εγκατέλειπαν φεύγοντας, δ) θα διευκολύνονταν στη μετακίνηση τους από τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής.
Η συμφωνία αυτή για ανταλλαγή πληθυσμών διέφερε από τις προηγούμενες. Καθιέρωνε για πρώτη φορά τη μαζική μετακίνηση πληθυσμών και είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα, ενώ οι μέχρι τότε συμφωνίες προέβλεπαν εθελοντική μετανάστευση κατοίκων κάποιων επίμαχων περιοχών.

γ) Όταν έγινε γνωστή η υπογραφή της Σύμβασης και οι όροι της, οι πρόσφυγες που βρίσκονταν στην Ελλάδα αντέδρασαν έντονα. Σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας συγκρότησαν συλλαλητήρια, διατρανώνοντας την απόφασή τους να εμποδίσουν την εφαρμογή της. Σύμφωνα, μάλιστα, με το ψήφισμα που ενέκριναν πρόσφυγες της Αθήνας, γίνεται σαφές πως θεωρούσαν πλήγμα για την παγκόσμια συνείδηση και ηθική την ανταλλαγή ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων Ελλήνων έναντι μόλις τριακοσίων χιλιάδων μουσουλμάνων. Επρόκειτο, όπως δήλωναν, για κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων τους στην ελευθερία και την ιδιοκτησία. Η ανταλλαγή αυτή, άλλωστε, αποτελούσε «μια κεκαλυμμένη μορφή αναγκαστικού εκπατρισμού και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης» που κανένα κράτος δεν είχε τη δικαιοδοσία να εφαρμόσει χωρίς τη συναίνεση των ίδιων των πολιτών. Οι πρόσφυγες τόνιζαν, επίσης, πως η παρουσία των Ελλήνων στη Μικρασία υφίσταται από πανάρχαιους χρόνους γεγονός που καθιστά προφανές πως τα δικαιώματά τους σε αυτές τις περιοχές δεν μπορούν να παραγραφούν ή να απαλλοτριωθούν. Η διαφυγή τους από αυτά τα εδάφη έγινε, άλλωστε, υπό την απειλή της σφαγής και όχι εκουσίως. Με βάση, λοιπόν, αυτά τα δεδομένα ζητούσαν το δικαίωμα να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, αφού διασφαλιστούν οι κατάλληλες συνθήκες, ώστε η επιστροφή αυτή να καταστεί εφικτή. Σε διαφορετική περίπτωση όφειλαν να διακηρύξουν πως τελούταν εις βάρος τους μια αδικία που συνιστά δίχως προηγούμενο προσβολή κατά της ανθρωπότητας. Η πραγματικότητα όμως, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την έξοδο χιλιάδων Ελλήνων από τις πατρογονικές εστίες τους και την άρνηση της Τουρκίας να δεχτεί την επιστροφή τους, ανάγκασε την ελληνική αντιπροσωπεία να συμφωνήσει. Εξάλλου η υπογραφή της Σύμβασης υποβοηθούσε τις βλέψεις των ηγετών των δύο χωρών (Βενιζέλου και Κεμάλ) για τη διασφάλιση και αναγνώριση των συνόρων τους, την επίτευξη ομοιογένειας και την απρόσκοπτη ενασχόληση με την εσωτερική μεταρρύθμιση και ανάπτυξη. Σύμφωνη ήταν και η Κοινωνία των Εθνών. Οι πρόσφυγες έμειναν με την πικρία ότι το δίκαιο και τα συμφέροντά τους θυσιάστηκαν στο βωμό των συμφερόντων του ελληνικού κράτους.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...