Διονύσιος Σολωμός «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» Σχεδίασμα Α΄

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Jai Johnson

Διονύσιος Σολωμός «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» Σχεδίασμα Α΄ 

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι από τα κορυφαία έργα του Σολωμού και της νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι είναι το έργο ζωής του Σολωμού, αφού, όπως φαίνεται, τον απασχόλησε σε όλη τη διάρκεια της ώριμης ποιητικής του περιόδου.
Θέμα του είναι ο ηρωικός αγώνας των Μεσολογγιτών κατά τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826) ως την απεγνωσμένη έξοδο, την παραμονή των Βαΐων. Ο ποιητής ξεκινώντας από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός ανάγεται στον αγώνα του ανθρώπου για την ηθική, την εσωτερική του ελευθερία. Το έργο όμως ποτέ δεν ολοκληρώθηκε και έφτασε σ' εμάς σε χειρόγραφα «αποσπάσματα» συγκροτημένα σε τρία σχεδιάσματα που το καθένα τους αντιπροσωπεύει όχι μονάχα διαφορετικό στάδιο επεξεργασίας αλλά και διαφορετική ποιητική αντίληψη. Το αρχικό σχεδίασμα, «συνθεμένο εις είδος προφητικού θρήνου εις το πέσιμο του Μεσολογγίου», πρέπει να γράφτηκε γύρω στα 1830. Παρουσιάζει στενή σχέση με το 5ο κεφ. της Γυναίκας της Ζάκυθος. Το Β' Σχεδίασμα, σε στίχους δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους ζευγαρωτούς, «εις το οποίον εικονίζοντο τα παθήματα των γενναίων αγωνιστάδων εις τες υστερινές ημέρες της πολιορκίας έως οπού έκαμαν το γιουρούσι», το δούλευε ο ποιητής από το 1833 ως το 1844, οπότε αρχίζει να το ξαναπλάθει σε νέα μορφή (Γ' Σχεδίασμα), σε στίχους λιτούς, χωρίς ομοιοκαταληξίες, αλλά αρμονικότατους.
Πριν από τα τρία Σχεδιάσματα παραθέτουμε Στοχασμούς του ποιητή (δηλαδή σημειώσεις του για τις βασικές αρχές που θ' ακολουθούσε κατά τη σύνθεση).
Σ' αυτούς θα βρούμε τις βασικές ποιητικές ιδέες του έργου και στοιχεία που φωτίζουν αρκετά σημεία του. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ανάμεσα στα αποσπάσματα δεν υπάρχει πάντα αλληλουχία (χρονική, θεματική ή νοηματική), αλλά τα περισσότερα έχουν μια αυτοτέλεια. Τα χωρία σε πεζό ανήκουν στον ποιητή, ενώ οι παρέμβλητες διευκρινιστικές σημειώσεις είναι του Πολυλά.
Βασικό κείμενο για την κατανόηση του σολωμικού έργου είναι τα Προλεγόμενα του Ιάκωβου Πολυλά (στην έκδοση των  Ευρισκομένων). Μιλώντας ειδικά για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους ο Πολυλάς λέει ότι η ηθική ελευθερία είναι το πιο οχυρό καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής που πολιορκείται από τη φυσική βία. Ο άνθρωπος που συνειδητοποιεί την αυτονομία του απέναντι στις φυσικές δυνάμεις οδηγείται στη δράση και από τη σύγκρουση αυτή γεννιούνται οι υψηλές πράξεις. Στο ποίημα έπρεπε να φανεί ακέραιος ο άνθρωπος· το ύψος της ψυχής του και συνάμα τα φυσικά αισθήματα (έρωτας, μητρική αγάπη, ενθουσιασμός της δόξας, φιλοζωία, έρωτας προς τα κάλλη της φύσης) σε όλη τους τη σφοδρότητα, την ώρα που τα σκεπάζει η σκιά του θανάτου. Και συγχρόνως αυτή η υπεροχή του πνεύματος μπροστά στη βία έπρεπε να φανεί και στον ανδρικό και στο γυναικείο χαρακτήρα.
Στην ουράνια γαλήνη, όπου υψώνει ο Σολωμός τους Πολιορκημένους, έτσι που «όλα τους τα έργα τα λόγια και οι στοχασμοί να παρομοιάζονται με το ωραιότερο και τερπνότερο γέννημα της φύσης» (Σχεδ. Γ', απόσπ. 2, στ. 1-3) αντιπαρατάσσεται η άγρια ζωική δύναμη του βαρβάρου που περιπαίζει την αδυναμία τους (Σχεδ. Β', απόσπ. 3), αλλά τελικά, ταπεινωμένος, αδημονεί που δεν μπορεί να τους καταβάλει. Έτσι οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι θριαμβεύουν και μέσα στην ψυχή των εχθρών τους.
Στοχασμοί του ποιητή (επιλογή)
1. Εφάρμοσε εις την πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού, το οποίον αρχινάει από το σπόρο και γυρίζει εις αυτόν, αφού περιέλθει, ως βαθμούς ξετυλιγμού, όλες τες φυτικές μορφές, δηλαδή τη ρίζα, τον κορμό, τα φύλλα, τ' άνθη και τους καρπούς. Εφάρμοσέ την και σκέψου βαθιά την υπόσταση του υποκειμένου και τη μορφή της τέχνης. Πρόσεξε ώστε τούτο το έργο να γένεται δίχως ποσώς να διακόπτεται.
2. Σκέψου βαθιά και σταθερά (μία φορά για πάντα) τη φύση της Ιδέας, πριν πραγματοποιήσεις το ποίημα. Εις αυτό θα ενσαρκωθεί το ουσιαστικότερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις.
3. Ο θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθεί εις το κέντρο της Εθνικότητος και ας υψώνεται κάθετα, ενώ το νόημα, από το οποίο πηγάζει η Ποίηση, και το οποίο αυτή υπηρετεί, απλώνει βαθμηδόν τους κύκλους του.
4. Εις το ποίημα του Χρέους μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθεί απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος.
5. Κοίταξε να σχηματίσεις βαθμηδόν ωσάν μίαν αναβάθρα από δυσκολίες, τες οποίες θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι, με όσα οι αίσθησες απορουφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τους τραβούν με τα κάλλη τους ή τους βιάζουν με την ανάγκη και με τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου, αλλά εξαιρέτως με την ενθύμηση της περασμένης δόξας. Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή απ' όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ.ά.
6. Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος, μέσα εις τον οποίον κινιέται η πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζει εις την ατμόσφαιρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση, οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους οπού θέλουν να την αρπάξουν, - και για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητας. Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. - Ιδές τον Προμηθέα και εν γένει τα συγγράμματα του Αισχύλου. - Ας φανεί καθαρά η μικρότης του τόπου και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες.
7. Μείνε σταθερός εις τούτη την υψηλή θέση. Η θλίψη τους στέκεται εις το να θυμούνται την ευτυχισμένην κατάστασή τους, όθεν έπρεπε να βλαστήσει το καλό της πατρίδας. Τώρα αισθάνονται ότι θα χάσουν τα πάντα· το αισθάνονται βαθμηδόν, και επομένως ολικώς. Η πείνα δεν μπαίνει εις αυτόν τον κύκλον, ειμημόνον ως εξωτερική δύναμη, την οποίαν υπερνικούν καθώς όλες τες άλλες.
8. Σκέψου την ισοζυγία των δυνάμεων, μεταξύ ανδρών και γυναικών. Εκείνοι ας αισθάνονται όλα, και ας νικάνε όλα, με την ουσίαν έξυπνη· τούτες ας νικάνε και αυτές, αλλ' ωσάν γυναίκες.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Α΄
1
Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Μεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, όπου η σπίθα έγγιζε κι εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Το χάραμα επήρα
Του Ήλιου το δρόμο,
Κρεμώντας τη λύρα
Τη δίκαιη στον ώμο
Κι απ’ όπου χαράζει
Ως όπου βυθά,

Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι

2
Παράμερα στέκει
Ο άντρας και κλαίει·
Αργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Τι κάνεις εσύ;
Ο εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Της μάνας ω λαύρα!
Τα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Και βρίσκει σπυράκι
Και μάνα φθονεί

3
Γρικούν να ταράζει
Του εχθρού τον αέρα
Μιαν άλλη, που μοιάζει
Τ’ αντίλαλου πέρα·
Και ξάφνου πετιέται
Με τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται, 
Κι ο κόσμος βροντά.

4
Αμέριμνον όντας
Τ’ Αράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Μάρκου το χώμα·
Διαβαίνει, κι αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Του Μπάιρον ψυχή.

5
Προβαίνει και κράζει
Τα έθνη σκιασμένα.
 6
Και ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7
Και η μέρα προβαίνει,
Τα νέφια συντρίβει·
Να, η νύχτα που βγαίνει
Κι αστέρι δεν κρύβει.

λαύρα: φωτιά· μτφ. πόνος, δυστυχία.
μάνα: η μάνα (υποκειμ. στο φθονεί). 
μιαν άλλη: σάλπιγγα. Για την κατανόηση του αποσπ. 3 κοίταξε το 3ο απ. στο Β' Σχεδίασμα.
Αράπης: οι Άραβες (Αιγύπτιοι) που όπως ξέρουμε πήραν μέρος στη δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου (υπό τον Ιμπραήμ).
Μάρκου: του Μπότσαρη.

Σχόλια:
Στο Α σχεδίασμα του ποιήματος ο Σολωμός παρουσιάζει τη δραματική κατάσταση που βιώνουν οι πολιορκημένοι Μεσολογγίτες με τη συνδρομή της θεϊκής μούσας που εμφανίζεται για να υμνήσει την ψυχική δύναμη των ανθρώπων αυτών. Η πείνα έχει πια εξαντλήσει πολεμιστές, γυναίκες και παιδιά, δημιουργώντας μια τρομερή αντίθεση ανάμεσα στους ισχυρούς εχθρούς και τους εξασθενισμένους Έλληνες. Η βέβηλη παρουσία των εχθρών στον ιερό χώρο του Μεσολογγίου αποτελεί ένα σημαντικό πλήγμα για το ηθικό των Ελλήνων, οι οποίοι δεν έχουν όμως τη δυνατότητα να αντιδράσουν. Το ποίημα κλείνει με τη σκοτεινή νύχτα που καλύπτει τα πάντα και συμβολίζει την απουσία κάθε ελπίδας.
Αναλυτικότερα:
Ο τίτλος του ποιήματος:
Το οξύμωρο του τίτλου «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» βρίσκει την εξήγησή του στην αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στην εξωτερική κατάσταση των Μεσολογγιτών και την εσωτερική τους κατάσταση. Είναι πολιορκημένοι από τους εχθρούς, αλλά είναι ψυχικά ελεύθεροι, γιατί δεν επιτρέπουν στο φόβο και στην ελπίδα της ζωής να καθορίσουν τις επιλογές τους.
Οι πολιορκημένοι από τους εχθρούς Έλληνες, παρόλο που βρίσκονται σε εξαιρετικά δεινή θέση και δεν έχουν τη δυνατότητα να αντέξουν για πολύ ακόμη απέναντι στις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, διατηρούν εντούτοις την εσωτερική τους ελευθερία. Είναι ηθικά ελεύθεροι γιατί δεν ενδίδουν στο φόβο, στην πείνα και στην απελπισία, είναι ελεύθεροι γιατί αψηφούν την ομορφιά της ζωής κι επιλέγουν συνειδητά να θυσιαστούν στο όνομα της εθνικής ελευθερίας. Αν και θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν την παράδοσή τους, με την προσδοκία πως ίσως γλιτώσουν το θάνατο, προτιμούν να πεθάνουν υπό τους δικούς τους όρους.
Η στάση αυτή των Μεσολογγιτών αναδεικνύει το υψηλό φρόνημα των Ελλήνων, που παρά τις αντιξοότητες και παρά τις ελάχιστες δυνάμεις τους, δεν υποτάσσονται στη θέληση των εχθρών τους και διατηρούν το αγωνιστικό τους πνεύμα μέχρι την ύστατη στιγμή.
1
Η προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να νιώσει και να γνωρίσει βαθιά την κατάσταση που βιώνουν οι πολιορκημένοι, τον φέρνει σε μια οραματική θέαση των πραγμάτων. Μέσα από μια σωματοποιημένη ταραχή, που η έντασή της του δημιουργεί την αίσθηση πως φτάνει κοντά στο τέλος του, ο ποιητής περνά σ’ ένα χώρο υπερβατικό, ο οποίος μοιάζει με το πολιορκημένο Μεσολόγγι, χωρίς όμως να έχει τα εξωτερικά γνωρίσματά του. Ο χώρος αυτός αποδίδει με την εξαιρετικά βίαιη και σκοτεινή υπόστασή του το πώς γινόταν αντιληπτό το Μεσολόγγι από τους εξαντλημένους πια και τρομοκρατημένους Μεσολογγίτες.
Ο τόπος στον οποίο έχει βρεθεί ο ποιητής τρέμει από τους κανονιοβολισμούς, όπως τρέμει ένα κλωνάρι σιταριού που βρίσκεται μέσα στο μύλο την ώρα ακριβώς που αυτός αλέθει ή όπως όταν βράζει το νερό και κοχλάζει. Παντού κυριαρχεί το σκοτάδι, δυσοίωνο και απόλυτο, που φωτίζεται μόνο από τις λάμψεις των όπλων και των κανονιών. Η τρομακτική αυτή ατμόσφαιρα, που θα έκανε κάθε άνθρωπο να λυγίσει, δημιουργεί στον ποιητή την ανάγκη να προσευχηθεί, αλλά τη στιγμή που υψώνει το βλέμμα του προς τον ουρανό αντικρίζει μπροστά του μια θεϊκή γυναίκα που φορά ένα κατάμαυρο φόρεμα.
Η γυναίκα αυτή αποτελεί φανέρωμα μιας θεϊκής μούσας ή της πενθούσας ελευθερίας, που έρχεται να υμνήσει το βασανιζόμενο Μεσολόγγι. Το μαύρο της φόρεμα εξωτερικεύει τη θλίψη και τον πόνο που αισθάνεται η θεϊκή γυναίκα για τους δοκιμαζόμενους Μεσολογγίτες και για την άσχημη εξέλιξη που έχει λάβει η πολιορκία του ένδοξου τόπου.
Στην ποίηση του Σολωμού έχουμε συχνά εμφανίσεις γυναικείων μορφών που βρίσκονται σε εμφανή συσχέτιση με τη θεϊκή δύναμη και παρουσία. Ο ποιητής τιμά με τον τρόπο αυτό τη γυναίκα και αξιοποιεί τα στοιχεία που συνδέονται με τη γυναικεία φύση, όπως είναι η ομορφιά, η συμπόνια και το μυστήριο.
Τα στοιχεία που τονίζουν τη θεϊκή δύναμη της μαυροφορεμένης γυναίκας είναι φυσικά η ικανότητά της να γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει στην πολιορκημένη πόλη, η φωνή της που επιβάλλεται στους τρομερούς ήχους της μάχης, αλλά και το γεγονός ότι παραμένει ανεπηρέαστη από την ένταση του πολέμου. Οι σπίθες της μάχης αγγίζουν το φόρεμά της κι αμέσως σβήνονται, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να πληγώσουν την υπερβατική αυτή γυναίκα.
Η «θεόπνευστη ψάλτρα» θα παρουσιάσει στον έκπληκτο ποιητή την κατάσταση που επικρατεί στο Μεσολόγγι, τιμώντας έτσι τον εξαιρετικά δύσκολο αγώνα των πολιορκημένων.
2
Με το που χαράζει η νέα ημέρα, η θεϊκή γυναίκα ακολουθεί το δρόμο που της φωτίζει ο Ήλιος, το δρόμο της αγνότητας και της αλήθειας. Έχοντας στον ώμο της τη δίκαιη λύρα, τη λύρα που την καλεί να εξυμνήσει και να δοξάσει εκείνους που πραγματικά το αξίζουν, εκείνους που είναι απολύτως δίκαιο να παραμείνουν αθάνατοι στη μνήμη των ανθρώπων, καθώς η ψυχική τους δύναμη και η αξία του παραδείγματός τους αποτελούν ανεκτίμητη παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενιές. Το τραγούδι της θεϊκής μούσας έρχεται να τιμήσει μόνο εκείνους που με τις πράξεις τους έχουν επάξια κερδίσει μια θέση στην αιωνιότητα.
Κι όπως διαπιστώνει άλλωστε η θεόπνευστη ψάλτρα, από την ανατολή μέχρι τη δύση, όπου κι αν έψαξε πουθενά δεν είδε ένα τόπο πιο ένδοξο και πιο άξιο να εξυμνηθεί από αυτό το Μεσολόγγι. Παρά τη μικρότητα του τόπου, το μεγαλείο της ψυχή των Μεσολογγιτών καθιστά τον τόπο τους ασύγκριτα σημαντικότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο.
3
Ο λόγος για τον οποίο η θεϊκή γυναίκα θεωρεί το Μεσολόγγι άξιο κάθε τιμής και εξύμνησης είναι φυσικά η ψυχική δύναμη που επιδεικνύουν οι κάτοικοί του. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν είναι ανυπέρβλητες κι όμως αυτοί δε λυγίζουν και δε σταματούν τον αγώνα τους.
Η παρουσίαση των δυσκολιών γίνεται μέσα από τον αντίκτυπο που έχει η παντελής έλλειψη τροφής τόσο στους πολεμιστές όσο και στα γυναικόπαιδα. Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής τονίζει τόσο την αδυναμία των Μεσολογγιτών να πολεμήσουν με το ίδιο σθένος που πολεμούν οι εχθροί τους, όσο και την ένταση του πόνου που προκαλείται στους πολιορκημένους βλέποντας τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας τους, τα παιδιά τους, να υποφέρουν. Κανείς δεν μένει αλώβητος από την πείνα, η οποία χτυπά όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της κοινωνίας και φέρνει τους πολιορκημένους αντιμέτωπους με την απόφασή τους να μην υποκύψουν στους εχθρούς τους.
Σε μια άκρη, μακριά από τα βλέμματα των άλλων ανθρώπων, στέκει ένας από τους πολεμιστές του Μεσολογγίου και κλαίει νιώθοντας πως δεν έχει πια τη δύναμη ούτε το τουφέκι του να κρατά. Ο πολεμιστής έχει εξασθενίσει από την έλλειψη τροφής και τον πληγώνει το γεγονός πως οι εχθροί του γνωρίζουν πολύ καλά σε τι κατάσταση εξαθλίωσης έχουν φτάσει οι πολιορκημένοι. Άλλωστε, μια από τις πρώτες μέριμνες των πολιορκητών είναι να εμποδίσουν κάθε πιθανή τροφοδότηση των πολιορκούμενων, ώστε να τους εξαναγκάσουν σε παράδοση άνευ όρων, καθώς θα λιμοκτονούν. Η πείνα όμως δεν είναι παρά μια εξωτερική δύναμη που όσο κι αν επηρεάζει τους Μεσολογγίτες δεν κατορθώνει να τους κάμψει.
Η αμέσως επόμενη εικόνα είναι ακόμη πιο τραγική, μιας και παρουσιάζει τη συντριβή που αισθάνεται μια μητέρα που βλέπει τα παιδιά της να έχουν γίνει σαν σκιές από την πείνα. Τα αδύναμα κορμιά των παιδιών, με εμφανή την επίδραση της ασιτίας στη μορφή τους, αποτελούν ισχυρά χτυπήματα για τη μάνα που, όσο κι αν το θέλει, δεν μπορεί να κάνει τίποτε για να τα βοηθήσει.
Στην άδικη μοίρα των παιδιών εντοπίζεται η τραγικότερη πτυχή της πολιορκίας, υπό την έννοια πως ενώ αποτελούν τα πιο αθώα κι ευπαθή μέλη μιας κοινωνίας σβήνουν από την πείνα, χωρίς ποτέ να τους δοθεί η ευκαιρία να ζήσουν, χωρίς ποτέ να τους δοθεί το δικαίωμα να αγωνιστούν απέναντι σ’ εκείνους που τα έχουν καταδικάσει σ’ ένα τόσο σκληρό θάνατο.
Η μητέρα που δεν έχει τίποτα για να ταΐσει τα παιδιά της, μένει να κοιτά με φθόνο ένα πουλάκι που βρήκε λίγη τροφή για τα δικά του παιδιά. Εικόνα από τις πιο δυνατές και συγκινητικές για την εξαθλίωση των πολιορκημένων, αλλά και για την οδύνη που βιώνουν οι μανάδες του Μεσολογγίου βλέποντας ανήμπορες τα παιδιά τους να αργοπεθαίνουν.
3
[Η εικόνα που περιγράφεται σ’ αυτή τη στροφή δίνεται αναλυτικότερα στο Β΄ σχεδίασμα.] Η σάλπιγγα των πολιορκημένων που ακούγεται αδύναμη και εξασθενισμένη, όπως ακριβώς την επιστρέφει ο αντίλαλος, κι οποία είχε ως στόχο να τονώσει το ηθικών των Μεσολογγιτών, προκαλεί την αντίδραση των εχθρών, οι οποίοι διατηρώντας ακέραιες τις δυνάμεις τους σαλπίζουν με τέτοια ένταση και διάρκεια, ώστε μοιάζει να βροντά ολάκερος ο κόσμος.
4
Ο Άραβας σαλπιγκτής του εχθρικού στρατοπέδου, που δεν είναι ταλαιπωρημένος και πεινασμένος όπως οι Έλληνες, ηχεί αμέριμνος τη σάλπιγγά του κι ο ήχος της καλύπτει όλη την ιερή περιοχή του Μεσολογγίου. Ο τόπος του Μεσολογγίου στον οποίο έχει ταφεί ο ήρωας αγωνιστής Μάρκος Μπότσαρης, ο τόπος στον οποίο πέθανε ο φιλέλληνας Λόρδος Μπάιρον, δονείται από το εχθρικό σάλπισμα, που βεβηλώνει έτσι το πολύτιμο αυτό ελληνικό έδαφος.
Η αντίθεση ανάμεσα στην ασθενική σάλπιγγα των Ελλήνων και στην βροντερή και ακμαία σάλπιγγα των εχθρών, υποδηλώνει μ’ έναν ακόμη τρόπο τη διαφορά δυνάμεων μεταξύ των αντιπάλων και το βαθμό στον οποίο υστερούν οι πολιορκημένοι. Μια προσπάθεια να τονωθεί το ηθικό των Ελλήνων καταλήγει τελικά σε μια ηχηρή επιβεβαίωση της κυριαρχίας και της δύναμης των εχθρών.
5
Ο ισχυρός αυτός ήχος της σάλπιγγας που αντήχησε σε όλο το Μεσολόγγι έμοιασε ξαφνικά με το σύνθημα της τελικής συντριβής των πολιορκημένων, προκαλώντας μια δυσάρεστη έκπληξη σε όλους τους Έλληνες και φιλέλληνες που παρακολουθούν με αγωνία την έκβαση αυτού του τραγικού αγώνα.  
6
Με το απόσπασμα αυτό ο ποιητής επανέρχεται στη θεματική της πείνας, τονίζοντας μ’ ένα φρικτό υπονοούμενο το βαθμό εξαθλίωσης των Ελλήνων. Στο χώρο του Μεσολογγίου δεν ακούγεται πια ούτε ένα σκυλί, μιας και οι λιμοκτονούντες Μεσολογγίτες έχουν αναγκαστεί να τα χρησιμοποιήσουν κι αυτά ως τροφή.
Η άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι Έλληνες τονίζεται με κάθε δυνατό τρόπο, αναδεικνύοντας έμμεσα την ψυχική τους δύναμη που τους αποτρέπει από το να παραδοθούν στον εχθρό, παρά το γεγονός ότι είναι πια πολύ κοντά στο θάνατο.
7
Η αντίθεση των εικόνων που ολοκληρώνουν το πρώτο σχεδίασμα, παρουσιάζει από τη μία την ομορφιά της ανέφελης ημέρας, που αποτελεί ένα σαφές κάλεσμα για ζωή, κι από την άλλη την πλήρη απουσία κάθε ελπίδας και τη δυσοίωνη εξέλιξη των πραγμάτων που υποδηλώνει η απόλυτα σκοτεινή νύχτα που δε φωτίζεται από κανένα αστέρι. Από τη μία το φως της ημέρας και η ομορφιά της ζωής, που απαρνούνται οι Μεσολογγίτες, κι από την άλλη ένα ζοφερό σκοτάδι, που μας παραπέμπει στο θάνατο, στην τελική μοίρα των πολιορκημένων.

Τα πρώτα αποσπάσματα του Α΄ Σχεδιάσματος έχουν σαφείς αναλογίες με το 5ο Κεφάλαιο από το πεζό κείμενο του Σολωμού «Η γυναίκα της Ζάκυθος».

Διονύσιος Σολωμός: Η γυναίκα της Ζάκυθος

Κεφάλαιον 5
1. Και ακολούθησα τες γυναίκες του Μισολογγιού, οι οποίες εστρωθήκανε στ’ ακρογιάλι, και εγώ ήμουνα από πίσω από μια φράχτη και εκοίταζα.
2. Και κάθε μία έβαλε το χέρι και έβγαλε ό,τι κι αν εμάζωξε, και εκάμανε ένα σωρό.
3. Και μια απ’ αυτές απλώνοντας το χέρι και ψηλαφίζοντας το γιαλό: Αδελφάδες. εφώναξε,
4. Ακούτε, αν έκαμε ποτέ τέτοιο σεισμό σαν και τώρα το Μισολόγγι ίσως νικάει, ίσως πέφτει.
5. Και εκίνησα για να φύγω και είδα από πίσω από την εκκλησία (ιδές πώς τη λένε) μια γριούλα, όπου είχε στήσει ανάμεσα στα χόρτα μικρά κεράκια και έκαιε λιβάνι και τα κεράκια στην πρασινάδα ελάμπανε και το λιβάνι ανέβαινε.
6. Και ασήκωνε τα ξερόχερα παίρνοντας από το λιβάνι και κλαίοντας, και αναδεύοντας το ξεδοντιασμένο στόμα επαρακάλειε.
7. Κι εγώ ευρέθηκα και δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε τη χώρα, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τα σπίτια, μήτε τη λίμνη και εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μια καπνούρα γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι.
8. Και ύψωσα τα μάτια και τα χέρια κατά τον ουρανό για να κάμω δέηση με όλη την θερμότητα της ψυχής, και είδα μες στον καπνόν φωτισμένη από μιαν ακατάπαυτη σπιθοβολή μια γυναίκα με μια λύρα στο χέρι που εσταμάτησε ανάερα μες στην καπνούρα.
9. Και μόλις έλαβα καιρό για να θαμάξω το φόρεμά της που ήτανε μαύρο σαν του λαγού το αίμα, για τα μάτια κτλ., εσταμάτησε η γυναίκα μες στην καπνούρα και εκοίταε τη μάχη, και η μύρια σπίθα οπού πετιέται ψηλά εγγίζει το φόρεμά της και σβένεται.
10. Άπλωσε τα δάχτυλα στη λύρα και την άκουσα να ψάλη τα ακόλουθα:

Το χάραμα επήρα
Του ήλιου το δρόμο
Κρεμώντας τη λύρα
Τη δίκαιη στον ώμο,
Κι απ’ όπου χαράζει
Κι ως όπου βυθά κτλ.

11. Και ό,τι είχε αποτελειωμένα τα λόγια της η Θεά, οι δικοί μας εκάνανε φοβερές φωνές για τη νίκη που εκάνανε. Και οι δικοί μας και όλα μου έγιναν άφαντα, και τα σωθικά μου πάλι φοβερά εταραχτήκανε, και μου φάνηκε πως εκουφάθηκα και εστραβώθηκα.
12. Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα οπού μου έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός, Ιερομόναχε, έλεα πως κάτι σούρθε. Σ’ έκραζα, σ’ εκούνεια, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτιζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε σαν το χοχλό στο νερό που αναβράζει. Τώρα ό,τι έπαψε που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι. Λες οι δικοί μας να εκερδέσανε;
13. Και εκίνησα με το Χάρο μες στην καρδιά μου να φύγω. Και η γριούλα έπειτα μου φίλησε το χέρι κάνοντας μια μετάνοια είπε: Και τι παγωμένο πούναι το χέρι σου.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λογοτεχνία Κατεύθυνσης"Απαντήσεις στις ερωτήσεις του ΚΕΕ"

X