Olga Shvartsur
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δακρύζω»
Ενεστώτας
Οριστική
δακρύζω, δακρύζεις, δακρύζει, δακρύζουμε, δακρύζετε, δακρύζουν (ή δακρύζουνε)
Υποτακτική
να δακρύζω, να δακρύζεις, να δακρύζει, να δακρύζουμε, να δακρύζετε, να δακρύζουν (ή να δακρύζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: δάκρυζε – β΄ πληθυντικό: δακρύζετε
Μετοχή
δακρύζοντας
Παρατατικός
Οριστική
δάκρυζα, δάκρυζες, δάκρυζε, δακρύζαμε, δακρύζατε, δάκρυζαν ή δακρύζανε
Αόριστος
Οριστική
δάκρυσα, δάκρυσες, δάκρυσε, δακρύσαμε, δακρύσατε, δάκρυσαν ή δακρύσανε
Υποτακτική
να δακρύσω, να δακρύσεις, να δακρύσει, να δακρύσουμε, να δακρύσετε, να δακρύσουν (ή να δακρύσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: δάκρυσε – β΄ πληθυντικό: δακρύστε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα δακρύζω, θα δακρύζεις, θα δακρύζει, θα δακρύζουμε, θα δακρύζετε, θα δακρύζουν (ή θα δακρύζουνε)
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα δακρύσω, θα δακρύσεις, θα δακρύσει, θα δακρύσουμε, θα δακρύσετε, θα δακρύσουν (ή θα δακρύσουνε)
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω δακρύσει, θα έχεις δακρύσει, θα έχει δακρύσει, θα έχουμε δακρύσει, θα έχετε δακρύσει, θα έχουν(ε) δακρύσει
Παρακείμενος
Οριστική
έχω δακρύσει, έχεις δακρύσει, έχει δακρύσει, έχουμε δακρύσει, έχετε δακρύσει, έχουν(ε) δακρύσει
Υποτακτική
να έχω δακρύσει, να έχεις δακρύσει, να έχει δακρύσει, να έχουμε δακρύσει, να έχετε δακρύσει, να έχουν(ε) δακρύσει
Μετοχή
έχοντας δακρύσει
Μετοχή μεσοπαθητικού Παρακειμένου
δακρυσμένος, δακρυσμένη, δακρυσμένο
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα δακρύσει, είχες δακρύσει, είχε δακρύσει, είχαμε δακρύσει, είχατε δακρύσει, είχαν(ε) δακρύσει
Σημείωση: Λήγουν σε izo και
γράφονται με -υ- λίγα ρήματα που γράφονταν έτσι ήδη στην Αρχαία Ελληνική, καθώς
και ορισμένα άλλα που προέρχονται κυρίως από ρήματα σε -ύω. Το -υ- εμφανίζεται επίσης
σε παράγωγα των εν λόγω ρημάτων.
Παραδείγματα:
αναβλύζω, γογγύζω (γογγυσμός), δακρύζω (δάκρυσμα), κατακλύζω (κατακλυσμός), κελαρύζω (κελάρυσμα), ολολύζω (ολολυγμός), σφύζω (σφυγμός) τανύζω (τάνυσμα)…
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό
των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας.
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δακρύζω»
Ενεστώτας
Οριστική
δακρύζω, δακρύζεις, δακρύζει, δακρύζουμε, δακρύζετε, δακρύζουν (ή δακρύζουνε)
να δακρύζω, να δακρύζεις, να δακρύζει, να δακρύζουμε, να δακρύζετε, να δακρύζουν (ή να δακρύζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: δάκρυζε – β΄ πληθυντικό: δακρύζετε
Μετοχή
δακρύζοντας
Παρατατικός
Οριστική
δάκρυζα, δάκρυζες, δάκρυζε, δακρύζαμε, δακρύζατε, δάκρυζαν ή δακρύζανε
Αόριστος
Οριστική
δάκρυσα, δάκρυσες, δάκρυσε, δακρύσαμε, δακρύσατε, δάκρυσαν ή δακρύσανε
να δακρύσω, να δακρύσεις, να δακρύσει, να δακρύσουμε, να δακρύσετε, να δακρύσουν (ή να δακρύσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: δάκρυσε – β΄ πληθυντικό: δακρύστε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα δακρύζω, θα δακρύζεις, θα δακρύζει, θα δακρύζουμε, θα δακρύζετε, θα δακρύζουν (ή θα δακρύζουνε)
Οριστική
θα δακρύσω, θα δακρύσεις, θα δακρύσει, θα δακρύσουμε, θα δακρύσετε, θα δακρύσουν (ή θα δακρύσουνε)
Οριστική
θα έχω δακρύσει, θα έχεις δακρύσει, θα έχει δακρύσει, θα έχουμε δακρύσει, θα έχετε δακρύσει, θα έχουν(ε) δακρύσει
Παρακείμενος
Οριστική
έχω δακρύσει, έχεις δακρύσει, έχει δακρύσει, έχουμε δακρύσει, έχετε δακρύσει, έχουν(ε) δακρύσει
να έχω δακρύσει, να έχεις δακρύσει, να έχει δακρύσει, να έχουμε δακρύσει, να έχετε δακρύσει, να έχουν(ε) δακρύσει
Μετοχή
έχοντας δακρύσει
Μετοχή μεσοπαθητικού Παρακειμένου
δακρυσμένος, δακρυσμένη, δακρυσμένο
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα δακρύσει, είχες δακρύσει, είχε δακρύσει, είχαμε δακρύσει, είχατε δακρύσει, είχαν(ε) δακρύσει
αναβλύζω, γογγύζω (γογγυσμός), δακρύζω (δάκρυσμα), κατακλύζω (κατακλυσμός), κελαρύζω (κελάρυσμα), ολολύζω (ολολυγμός), σφύζω (σφυγμός) τανύζω (τάνυσμα)…
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου