Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λογίζομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λογίζομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Bob Orsillo
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λογίζομαι»
 
(λογίζομαι: σκέφτομαι, συλλογίζομαι, συμπεραίνω, υπολογίζω)  
 
Ενεστώτας
Οριστική
λογίζομαι, λογίζ/λογίζει, λογίζεται, λογιζόμεθα, λογίζεσθε, λογίζονται
Υποτακτική
λογίζωμαι, λογίζ, λογίζηται, λογιζώμεθα, λογίζησθε, λογίζωνται
Ευκτική
λογιζοίμην, λογίζοιο, λογίζοιτο, λογιζοίμεθα, λογίζοισθε, λογίζοιντο
Προστακτική
---, λογίζου, λογιζέσθω, ---, λογίζεσθε, λογιζέσθων ή λογιζέσθωσαν
Απαρέμφατο
λογίζεσθαι
Μετοχή
λογιζόμενος
λογιζομένη
λογιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
λογιζόμην, λογίζου, λογίζετο, λογιζόμεθα, λογίζεσθε, λογίζοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
λογιομαι, λογι/λογιε, λογιεται, λογιομεθα, λογιεσθε, λογιονται
Ευκτική
λογιοίμην, λογιοο, λογιοτο, λογιοίμεθα, λογιοσθε, λογιοντο
Απαρέμφατο
λογιεσθαι
Μετοχή
λογιούμενος
λογιουμένη
λογιούμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
λογισθήσομαι, λογισθήσ/λογισθήσει, λογισθήσεται, λογισθησόμεθα, λογισθήσεσθε, λογισθήσονται
Ευκτική
λογισθησοίμην, λογισθήσοιο, λογισθήσοιτο, λογισθησοίμεθα, λογισθήσοισθε, λογισθήσοιντο
Απαρέμφατο
λογισθήσεσθαι
Μετοχή
λογισθησόμενος
λογισθησομένη
λογισθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
λογισάμην, λογίσω, λογίσατο, λογισάμεθα, λογίσασθε, λογίσαντο
Υποτακτική
λογίσωμαι, λογίσ, λογίσηται, λογισώμεθα, λογίσησθε, λογίσωνται
Ευκτική
λογισαίμην, λογίσαιο, λογίσαιτο, λογισαίμεθα, λογίσαισθε, λογίσαιντο
Προστακτική
---, λόγισαι, λογισάσθω, ---, λογίσασθε, λογισάσθων ή λογισάσθωσαν
Απαρέμφατο
λογίσασθαι
Μετοχή
λογισάμενος
λογισαμένη
λογισάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
λογίσθην, λογίσθης, λογίσθη, λογίσθημεν, λογίσθητε, λογίσθησαν
Υποτακτική
λογισθ, λογισθς, λογισθ, λογισθμεν, λογισθτε, λογισθσι(ν)
Ευκτική
λογισθείην, λογισθείης, λογισθείη, λογισθείημεν ή λογισθεμεν, λογισθείητε ή λογισθετε, λογισθείησαν ή λογισθεεν
Προστακτική
---, λογίσθητι, λογισθήτω, ---, λογίσθητε, λογισθέντων ή λογισθήτωσαν
Απαρέμφατο
λογισθναι
Μετοχή
λογισθείς
λογισθεσα
λογισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λελόγισμαι, λελόγισαι, λελόγισται, λελογίσμεθα, λελόγισθε, λελογισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
λελογισμένος- λελογισμένη- λελογισμένον
λελογισμένος- λελογισμένη- λελογισμένον ς
λελογισμένος- λελογισμένη- λελογισμένον
λελογισμένοι- λελογισμέναι- λελογισμένα μεν
λελογισμένοι- λελογισμέναι- λελογισμένα τε
λελογισμένοι- λελογισμέναι- λελογισμένα σι
 
Ευκτική
λελογισμένος- λελογισμένη- λελογισμένον εην
λελογισμένος- λελογισμένη- λελογισμένον εης
λελογισμένος- λελογισμένη- λελογισμένον εη
λελογισμένοι- λελογισμέναι- λελογισμένα εημεν (εμεν)
λελογισμένοι- λελογισμέναι- λελογισμένα εητε (ετε)
λελογισμένοι- λελογισμέναι- λελογισμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, λελόγισο, λελογίσθω, --- λελόγισθε, λελογίσθων ή λελογίσθωσαν
 
Απαρέμφατο
λελογίσθαι
Μετοχή
λελογισμένος,
λελογισμένη,
λελογισμένον
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου