Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λοιδορέω-ῶ / λοιδοροῦμαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λοιδορέω-ῶ / λοιδοροῦμαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Brett Jefferson
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λοιδορέω- / λοιδορομαι»
 
λοιδορ = κακολογώ, βρίζω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λοιδορ, λοιδορες, λοιδορε, λοιδορομεν, λοιδορετε, λοιδοροσι(ν)
Υποτακτική
λοιδορ, λοιδορς, λοιδορ, λοιδορμεν, λοιδορτε, λοιδορσι(ν)
Ευκτική
λοιδορομι, λοιδορος, λοιδορο, ή λοιδοροίην, λοιδοροίης, λοιδοροίη, λοιδορομεν, λοιδοροτε, λοιδοροεν
Προστακτική
---, λοιδόρει, λοιδορείτω, ---, λοιδορετε, λοιδορούντων (ή λοιδορείτωσαν)
Απαρέμφατο
λοιδορεν
Μετοχή
λοιδορν, λοιδοροσα, λοιδορον
 
Παρατατικός
Οριστική
λοιδόρουν, λοιδόρεις, λοιδόρει, λοιδορομεν, λοιδορετε, λοιδόρουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
λοιδορήσω, λοιδορήσεις, λοιδορήσει, λοιδορήσομεν, λοιδορήσετε, λοιδορήσουσι(ν)
Ευκτική
λοιδορήσοιμι, λοιδορήσοις, λοιδορήσοι, λοιδορήσοιμεν, λοιδορήσοιτε, λοιδορήσοιεν
Απαρέμφατο
λοιδορήσειν
Μετοχή
λοιδορήσων, λοιδορήσουσα, λοιδορσον
 
Αόριστος
Οριστική
λοιδόρησα, λοιδόρησας, λοιδόρησε(ν), λοιδορήσαμεν, λοιδορήσατε, λοιδόρησαν
Υποτακτική
λοιδορήσω, λοιδορήσς, λοιδορήσ, λοιδορήσωμεν, λοιδορήσητε, λοιδορήσωσι(ν)
Ευκτική
λοιδορήσαιμι, λοιδορήσαις ή λοιδορήσειας, λοιδορήσαι ή λοιδορήσειε(ν), λοιδορήσαιμεν, λοιδορήσαιτε, λοιδορήσαιεν ή λοιδορήσειαν
Προστακτική
---, λοιδόρησον, λοιδορησάτω, ---, λοιδορήσατε, λοιδορησάντων (ή λοιδορησάτωσαν)
Απαρέμφατο
λοιδορσαι
Μετοχή
λοιδορήσας, λοιδορήσασα, λοιδορσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λελοιδόρηκα, λελοιδόρηκας, λελοιδόρηκε, λελοιδορήκαμεν, λελοιδορήκατε, λελοιδορήκασι(ν)
 
Υποτακτική
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός ς
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός
λελοιδορηκότες- λελοιδορηκυαι- λελοιδορηκότα μεν
λελοιδορηκότες- λελοιδορηκυαι- λελοιδορηκότα τε
λελοιδορηκότες- λελοιδορηκυαι- λελοιδορηκότα σι
 
Ευκτική
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός εην
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός εης
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός εη
λελοιδορηκότες- λελοιδορηκυαι- λελοιδορηκότα εημεν (εμεν)
λελοιδορηκότες- λελοιδορηκυαι- λελοιδορηκότα εητε (ετε)
λελοιδορηκότες- λελοιδορηκυαι- λελοιδορηκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός σθι
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός στω
---
λελοιδορηκότες- λελοιδορηκυαι- λελοιδορηκότα στε
λελοιδορηκότες- λελοιδορηκυαι- λελοιδορηκότα στων
 
Απαρέμφατο
λελοιδορηκέναι
Μετοχή
λελοιδορηκώς- λελοιδορηκυα- λελοιδορηκός
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λοιδορομαι, λοιδορ/λοιδορε, λοιδορεται, λοιδορούμεθα, λοιδορεσθε, λοιδορονται
Υποτακτική
λοιδορμαι, λοιδορ, λοιδορται, λοιδορώμεθα, λοιδορσθε, λοιδορνται
Ευκτική
λοιδοροίμην, λοιδοροο, λοιδοροτο, λοιδοροίμεθα, λοιδοροσθε, λοιδοροντο
Προστακτική
---, λοιδορο, λοιδορείσθω, ---, λοιδορεσθε, λοιδορείσθων ή λοιδορείσθωσαν
Απαρέμφατο
λοιδορεσθαι
Μετοχή
λοιδορούμενος
λοιδορουμένη
λοιδορούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
λοιδορούμην, λοιδορο, λοιδορετο, λοιδορούμεθα, λοιδορεσθε, λοιδοροντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
λοιδορήσομαι, λοιδορήσ/λοιδορήσει, λοιδορήσεται, λοιδορησόμεθα, λοιδορήσεσθε, λοιδορήσονται
Ευκτική
λοιδορησοίμην, λοιδορήσοιο, λοιδορήσοιτο, λοιδορησοίμεθα, λοιδορήσοισθε, λοιδορήσοιντο
Απαρέμφατο
λοιδορήσεσθαι
Μετοχή
λοιδορησόμενος
λοιδορησομένη
λοιδορησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
λοιδορησάμην, λοιδορήσω, λοιδορήσατο, λοιδορησάμεθα, λοιδορήσασθε, λοιδορήσαντο
Υποτακτική
λοιδορήσωμαι, λοιδορήσ, λοιδορήσηται, λοιδορησώμεθα, λοιδορήσησθε, λοιδορήσωνται
Ευκτική
λοιδορησαίμην, λοιδορήσαιο, λοιδορήσαιτο, λοιδορησαίμεθα, λοιδορήσαισθε, λοιδορήσαιντο
Προστακτική
---, λοιδόρησαι, λοιδορησάσθω, ---, λοιδορήσασθε, λοιδορησάσθων ή λοιδορησάσθωσαν
Απαρέμφατο
λοιδορήσασθαι
Μετοχή
λοιδορησάμενος
λοιδορησαμένη
λοιδορησάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
λοιδορήθην, λοιδορήθης, λοιδορήθη, λοιδορήθημεν, λοιδορήθητε, λοιδορήθησαν
Υποτακτική
λοιδορηθ, λοιδορηθς, λοιδορηθ, λοιδορηθμεν, λοιδορηθτε, λοιδορηθσι(ν)
Ευκτική
λοιδορηθείην, λοιδορηθείης, λοιδορηθείη, λοιδορηθείημεν ή λοιδορηθεμεν, λοιδορηθείητε ή λοιδορηθετε, λοιδορηθείησαν ή λοιδορηθεεν
Προστακτική
---, λοιδορήθητι, λοιδορηθήτω, ---, λοιδορήθητε, λοιδορηθέντων ή λοιδορηθήτωσαν
Απαρέμφατο
λοιδορηθναι
Μετοχή
λοιδορηθείς
λοιδορηθεσα
λοιδορηθέν
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου