Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐπιχειρῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Naxart Studio
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πιχειρ»
 
πιχειρ: αρχίζω να εργάζομαι σε κάτι, επιχειρώ, επιτίθεμαι
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
πιχειρ, πιχειρες, πιχειρε, πιχειρομεν, πιχειρετε, πιχειροσι(ν)
Υποτακτική
πιχειρ, πιχειρς, πιχειρ, πιχειρμεν, πιχειρτε, πιχειρσι(ν)
Ευκτική
πιχειρομι, πιχειρος, πιχειρο, ή πιχειροίην, πιχειροίης, πιχειροίη, πιχειρομεν, πιχειροτε, πιχειροεν
Προστακτική
---, πιχείρει, πιχειρείτω, ---, πιχειρετε, πιχειρούντων (ή πιχειρείτωσαν)
Απαρέμφατο
πιχειρεν
Μετοχή
πιχειρν, πιχειροσα, πιχειρον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πιχειρν, το πιχειροντος, τ πιχειροντι, τόν πιχειροντα, πιχειρν
ο πιχειροντες, τν πιχειρούντων, τος πιχειροσι(ν), τούς πιχειροντας, πιχειροντες
 
Θηλυκό
πιχειροσα, τς πιχειρούσης, τ πιχειρούσ, τήν πιχειροσαν, πιχειροσα
α πιχειροσαι, τν πιχειρουσν, τας πιχειρούσαις, τάς πιχειρούσας, πιχειροσαι
 
Ουδέτερο
τό πιχειρον, το πιχειροντος, τ πιχειροντι, τό πιχειρον, πιχειρον
τά πιχειροντα, τν πιχειρούντων, τος πιχειροσι(ν), τά πιχειροντα, πιχειροντα
 
Παρατατικός
Οριστική
πεχείρουν, πεχείρεις, πεχείρει, πεχειρομεν, πεχειρετε, πεχείρουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
πιχειρήσω, πιχειρήσεις, πιχειρήσει, πιχειρήσομεν, πιχειρήσετε, πιχειρήσουσι(ν)
Ευκτική
πιχειρήσοιμι, πιχειρήσοις, πιχειρήσοι, πιχειρήσοιμεν, πιχειρήσοιτε, πιχειρήσοιεν
Απαρέμφατο
πιχειρήσειν
Μετοχή
πιχειρήσων, πιχειρήσουσα, πιχειρσον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πιχειρήσων, το πιχειρήσοντος, τ πιχειρήσοντι, τόν πιχειρήσοντα, πιχειρήσων
ο πιχειρήσοντες, τν πιχειρησόντων, τος πιχειρήσουσι(ν), τούς πιχειρήσοντας, πιχειρήσοντες
 
Θηλυκό
πιχειρήσουσα, τς πιχειρησούσης, τ πιχειρησούσ, τήν πιχειρήσουσαν, πιχειρήσουσα
α πιχειρήσουσαι, τν πιχειρησουσν, τας πιχειρησούσαις, τάς πιχειρησούσας, πιχειρήσουσαι
 
Ουδέτερο
τό πιχειρσον, το πιχειρήσοντος, τ πιχειρήσοντι, τό πιχειρσον, πιχειρσον
τά πιχειρήσοντα, τν πιχειρησόντων, τος πιχειρήσουσι(ν), τά πιχειρήσοντα, πιχειρήσοντα
 
Αόριστος
Οριστική
πεχείρησα, πεχείρησας, πεχείρησε(ν), πεχειρήσαμεν, πεχειρήσατε, πεχείρησαν
Υποτακτική
πιχειρήσω, πιχειρήσς, πιχειρήσ, πιχειρήσωμεν, πιχειρήσητε, πιχειρήσωσι(ν)
Ευκτική
πιχειρήσαιμι, πιχειρήσαις ή πιχειρήσειας, πιχειρήσαι ή πιχειρήσειε(ν), πιχειρήσαιμεν, πιχειρήσαιτε, πιχειρήσαιεν ή πιχειρήσειαν
 
Προστακτική
---, πιχείρησον, πιχειρησάτω, ---, πιχειρήσατε, πιχειρησάντων (ή πιχειρησάτωσαν)
Απαρέμφατο
πιχειρσαι
Μετοχή
πιχειρήσας, πιχειρήσασα, πιχειρσαν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πιχειρήσας, το πιχειρήσαντος, τ πιχειρήσαντι, τόν πιχειρήσαντα, πιχειρήσας
ο πιχειρήσαντες, τν πιχειρησάντων, τος πιχειρήσασι(ν), τούς πιχειρήσαντας, πιχειρήσαντες
 
Θηλυκό
πιχειρήσασα, τς πιχειρησάσης, τ πιχειρησάσ, τήν πιχειρήσασαν, πιχειρήσασα
α πιχειρήσασαι, τν πιχειρησασν, τας πιχειρησάσαις, τάς πιχειρησάσας, πιχειρήσασαι
 
Ουδέτερο
τό πιχειρσαν, το πιχειρήσαντος, τ πιχειρήσαντι, τό πιχειρσαν, πιχειρσαν
τά πιχειρήσαντα, τν πιχειρησάντων, τος πιχειρήσασι(ν), τά πιχειρήσαντα, πιχειρήσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
πικεχείρηκα, πικεχείρηκας, πικεχείρηκε, πικεχειρήκαμεν, πικεχειρήκατε, πικεχειρήκασι(ν)
 
Υποτακτική
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός ς
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός
πικεχειρηκότες- πικεχειρηκυαι- πικεχειρηκότα μεν
πικεχειρηκότες- πικεχειρηκυαι- πικεχειρηκότα τε
πικεχειρηκότες- πικεχειρηκυαι- πικεχειρηκότα σι
 
Ευκτική
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός εην
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός εης
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός εη
πικεχειρηκότες- πικεχειρηκυαι- πικεχειρηκότα εημεν (εμεν)
πικεχειρηκότες- πικεχειρηκυαι- πικεχειρηκότα εητε (ετε)
πικεχειρηκότες- πικεχειρηκυαι- πικεχειρηκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός σθι
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός στω
πικεχειρηκότες- πικεχειρηκυαι- πικεχειρηκότα στε
πικεχειρηκότες- πικεχειρηκυαι- πικεχειρηκότα στων
 
Απαρέμφατο
πικεχειρηκέναι
 
Μετοχή
πικεχειρηκώς- πικεχειρηκυα- πικεχειρηκός
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πικεχειρηκώς, το πικεχειρηκότος, τ πικεχειρηκότι, τόν πικεχειρηκότα, πικεχειρηκώς
ο πικεχειρηκότες, τν πικεχειρηκότων, τος πικεχειρηκόσι(ν), τούς πικεχειρηκότας, πικεχειρηκότες
 
Θηλυκό
πικεχειρηκυα, τς πικεχειρηκυίας, τ πικεχειρηκυί, τήν πικεχειρηκυαν, πικεχειρηκυα
α πικεχειρηκυαι, τν πικεχειρηκυιν, τας πικεχειρηκυίαις, τάς πικεχειρηκυίας, πικεχειρηκυαι
 
Ουδέτερο
τό πικεχειρηκός, το πικεχειρηκότος, τ πικεχειρηκότι, τό πικεχειρηκός, πικεχειρηκός
τά πικεχειρηκότα, τν πικεχειρηκότων, τος πικεχειρηκόσι(ν), τά πικεχειρηκότα, πικεχειρηκότα
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
πεκεχειρήκειν, πεκεχειρήκεις, πεκεχειρήκει, πεκεχειρήκεμεν, πεκεχειρήκετε, πεκεχειρήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
πιχειρομαι, πιχειρ / πιχειρε, πιχειρεται, πιχειρούμεθα, πιχειρεσθε, πιχειρονται
Υποτακτική
πιχειρμαι, πιχειρ, πιχειρται, πιχειρώμεθα, πιχειρσθε, πιχειρνται
Ευκτική
πιχειροίμην, πιχειροο, πιχειροτο, πιχειροίμεθα, πιχειροσθε, πιχειροντο
Προστακτική
---, πιχειρο, πιχειρείσθω, ---, πιχειρεσθε, πιχειρείσθων ή πιχειρείσθωσαν
Απαρέμφατο
πιχειρεσθαι
Μετοχή
πιχειρούμενος
πιχειρουμένη
πιχειρούμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πιχειρούμενος, το πιχειρουμένου, τ πιχειρουμέν, τόν πιχειρούμενον, πιχειρούμενε
ο πιχειρούμενοι, τν πιχειρουμένων, τος πιχειρουμένοις, τούς πιχειρουμένους, πιχειρούμενοι
 
Θηλυκό
πιχειρουμένη, τς πιχειρουμένης, τ πιχειρουμέν, τήν πιχειρουμένην, πιχειρουμένη
α πιχειρούμεναι, τν πιχειρουμένων, τας πιχειρουμέναις, τάς πιχειρουμένας, πιχειρούμεναι
 
Ουδέτερο
τό πιχειρούμενον, το πιχειρουμένου, τ πιχειρουμέν, τό πιχειρούμενον, πιχειρούμενον
τά πιχειρούμενα, τν πιχειρουμένων, τος πιχειρουμένοις, τά πιχειρούμενα, πιχειρούμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
πεχειρούμην, πεχειρο, πεχειρετο, πεχειρούμεθα, πεχειρεσθε, πεχειροντο
 
Παθητικός Αόριστος (Α΄)
Οριστική
πεχειρήθην, πεχειρήθης, πεχειρήθη, πεχειρήθημεν, πεχειρήθητε, πεχειρήθησαν
Υποτακτική
πιχειρηθ, πιχειρηθς, πιχειρηθ, πιχειρηθμεν, πιχειρηθτε, πιχειρηθσι(ν)
Ευκτική
πιχειρηθείην, πιχειρηθείης, πιχειρηθείη, πιχειρηθείημεν ή πιχειρηθεμεν, πιχειρηθείητε ή πιχειρηθετε, πιχειρηθείησαν ή πιχειρηθεεν
Προστακτική
---, πιχειρήθητι, πιχειρηθήτω, ---, πιχειρήθητε, πιχειρηθέντων ή πιχειρηθήτωσαν
Απαρέμφατο
πιχειρηθναι
Μετοχή
πιχειρηθείς
πιχειρηθεσα
πιχειρηθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
πιχειρηθείς, το πιχειρηθέντος, τ πιχειρηθέντι, τόν πιχειρηθέντα, πιχειρηθείς
ο πιχειρηθέντες, τν πιχειρηθέντων, τος πιχειρηθεσι(ν), τούς πιχειρηθέντας, πιχειρηθέντες
 
Θηλυκό
πιχειρηθεσα, τς πιχειρηθείσης, τ πιχειρηθείσ, τήν πιχειρηθεσαν, πιχειρηθεσα
α πιχειρηθεσαι, τν πιχειρηθεισν, τας πιχειρηθείσαις, τάς πιχειρηθείσας, πιχειρηθεσαι
 
Ουδέτερο
τό πιχειρηθέν, το πιχειρηθέντος, τ πιχειρηθέντι, τό πιχειρηθέν, πιχειρηθέν
τά πιχειρηθέντα, τν πιχειρηθέντων, τος πιχειρηθεσι(ν), τά πιχειρηθέντα, πιχειρηθέντα