Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βδελύττω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βδελύττω»
 
βδελύττω: αποστρέφομαι, αηδιάζω, μισώ
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βδελύττω, βδελύττεις, βδελύττει, βδελύττομεν, βδελύττετε, βδελύττουσι(ν)
Υποτακτική
βδελύττω, βδελύττς, βδελύττ, βδελύττωμεν, βδελύττητε, βδελύττωσι(ν)
Ευκτική
βδελύττοιμι, βδελύττοις, βδελύττοι, βδελύττοιμεν, βδελύττοιτε, βδελύττοιεν
Προστακτική
---, βδελύττε, βδελυττέτω, ---, βδελύττετε, βδελυττόντων (ή βδελυττέτωσαν)
Απαρέμφατο
βδελύττειν
Μετοχή
βδελύττων, βδελύττουσα, βδελύττον
 
Μέλλοντας
Οριστική
βδελύξω, βδελύξεις, βδελύξει, βδελύξομεν, βδελύξετε, βδελύξουσι(ν)
Ευκτική
βδελύξοιμι, βδελύξοις, βδελύξοι, βδελύξοιμεν, βδελύξοιτε, βδελύξοιεν
Απαρέμφατο
βδελύξειν
Μετοχή
βδελύξων, βδελύξουσα, βδέλυξον
 
Αόριστος
Οριστική
βδέλυξα, βδέλυξας, βδέλυξε(ν), βδελύξαμεν, βδελύξατε, βδέλυξαν
Υποτακτική
βδελύξω, βδελύξς, βδελύξ, βδελύξωμεν, βδελύξητε, βδελύξωσι(ν)
Ευκτική
βδελύξαιμι, βδελύξαις ή βδελύξειας, βδελύξαι ή βδελύξειε(ν), βδελύξαιμεν, βδελύξαιτε, βδελύξαιεν ή βδελύξειαν
Προστακτική
---, βδέλυξον, βδελυξάτω, ---, βδελύξατε, βδελυξάντων (ή βδελυξάτωσαν)
Απαρέμφατο
βδελύξαι
Μετοχή
βδελύξας, βδελύξασα, βδελύξαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βδελύττομαι, βδελύττ / βδελύττει, βδελύττεται, βδελυττόμεθα, βδελύττεσθε, βδελύττονται
Υποτακτική
βδελύττωμαι, βδελύττ, βδελύττηται, βδελυττώμεθα, βδελύττησθε, βδελύττωνται
Ευκτική
βδελυττοίμην, βδελύττοιο, βδελύττοιτο, βδελυττοίμεθα, βδελύττοισθε, βδελύττοιντο
Προστακτική
---, βδελύττου, βδελυττέσθω, ---, βδελύττεσθε, βδελυττέσθων (ή βδελυττέσθωσαν)
Απαρέμφατο
βδελύττεσθαι
Μετοχή
βδελυττόμενος
βδελυττομένη
βδελυττόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
βδελυττόμην, βδελύττου, βδελύττετο, βδελυττόμεθα, βδελύττεσθε, βδελύττοντο
 
Μέσος Μέλλοντας
Οριστική
βδελύξομαι, βδελύξ / βδελύξει, βδελύξεται, βδελυξόμεθα, βδελύξεσθε, βδελύξονται
Ευκτική
βδελυξοίμην, βδελύξοιο, βδελύξοιτο, βδελυξοίμεθα, βδελύξοισθε, βδελύξοιντο
Απαρέμφατο
βδελύξεσθαι
Μετοχή
βδελυξόμενος
βδελυξομένη
βδελυξόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
βδελυχθήσομαι, βδελυχθήσ / βδελυχθήσει, βδελυχθήσεται, βδελυχθησόμεθα, βδελυχθήσεσθε, βδελυχθήσονται
Ευκτική
βδελυχθησοίμην, βδελυχθήσοιο, βδελυχθήσοιτο, βδελυχθησοίμεθα, βδελυχθήσοισθε, βδελυχθήσοιντο
Απαρέμφατο
βδελυχθήσεσθαι
Μετοχή
βδελυχθησόμενος
βδελυχθησομένη
βδελυχθησόμενον
 
Μέσος Αόριστος
Οριστική
βδελυξάμην, βδελύξω, βδελύξατο, βδελυξάμεθα, βδελύξασθε, βδελύξαντο
Υποτακτική
βδελύξωμαι, βδελύξ, βδελύξηται, βδελυξώμεθα, βδελύξησθε, βδελύξωνται
Ευκτική
βδελυξαίμην, βδελύξαιο, βδελύξαιτο, βδελυξαίμεθα, βδελύξαισθε, βδελύξαιντο
Προστακτική
---, βδέλυξαι, βδελυξάσθω, ---, βδελύξασθε, βδελυξάσθων (ή βδελυξάσθωσαν)
Απαρέμφατο
βδελύξασθαι
Μετοχή
βδελυξάμενος
βδελυξαμένη
βδελυξάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
βδελύχθην, βδελύχθης, βδελύχθη, βδελύχθημεν, βδελύχθητε, βδελύχθησαν
Υποτακτική
βδελυχθ, βδελυχθς, βδελυχθ, βδελυχθμεν, βδελυχθτε, βδελυχθσι(ν)
Ευκτική
βδελυχθείην, βδελυχθείης, βδελυχθείη, βδελυχθείημεν ή βδελυχθεμεν, βδελυχθείητε ή βδελυχθετε, βδελυχθείησαν ή βδελυχθεεν
Προστακτική
---, βδελύχθητι, βδελυχθήτω, ---, βδελύχθητε, βδελυχθέντων ή βδελυχθήτωσαν
Απαρέμφατο
βδελυχθναι
Μετοχή
βδελυχθείς
βδελυχθεσα
βδελυχθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βδέλυγμαι, βδέλυξαι, βδέλυκται, βδελύγμεθα, βδέλυχθε, βδελυγμένοι εσί(ν)
Υποτακτική
βδελυγμένος- βδελυγμένη-βδελυγμένον
βδελυγμένος- βδελυγμένη-βδελυγμένον ς
βδελυγμένος- βδελυγμένη-βδελυγμένον
βδελυγμένοι- βδελυγμέναι-βδελυγμένα μεν
βδελυγμένοι- βδελυγμέναι-βδελυγμένα τε
βδελυγμένοι- βδελυγμέναι-βδελυγμένα σι
 
Ευκτική
βδελυγμένος- βδελυγμένη-βδελυγμένον εην
βδελυγμένος- βδελυγμένη-βδελυγμένον εης
βδελυγμένος- βδελυγμένη-βδελυγμένον εη
βδελυγμένοι- βδελυγμέναι-βδελυγμένα εημεν (εμεν)
βδελυγμένοι- βδελυγμέναι-βδελυγμένα εητε (ετε)
βδελυγμένοι- βδελυγμέναι-βδελυγμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, βδέλυξο, βδελύχθω, ---, βδέλυχθε, βδελύχθων ή βδελύχθωσαν
Απαρέμφατο
βδελύχθαι
 
Μετοχή
βδελυγμένος,
βδελυγμένη,
βδελυγμένον

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δαμάζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δαμάζω»
 
δαμάζω: ημερώνω, κατανικώ, καταβάλλω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δαμάζω, δαμάζεις, δαμάζει, δαμάζομεν, δαμάζετε, δαμάζουσι(ν)
Υποτακτική
δαμάζω, δαμάζς, δαμάζ, δαμάζωμεν, δαμάζητε, δαμάζωσι(ν)
Ευκτική
δαμάζοιμι, δαμάζοις, δαμάζοι, δαμάζοιμεν, δαμάζοιτε, δαμάζοιεν
Προστακτική
---, δάμαζε, δαμαζέτω, ---, δαμάζετε, δαμαζόντων (ή δαμαζέτωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάζειν
Μετοχή
δαμάζων, δαμάζουσα, δαμάζον
 
Παρατατικός
Οριστική
δάμαζον, δάμαζες, δάμαζε, δαμάζομεν, δαμάζετε, δάμαζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
δαμάσω, δαμάσεις, δαμάσει, δαμάσομεν, δαμάσετε, δαμάσουσι(ν)
Ευκτική
δαμάσοιμι, δαμάσοις, δαμάσοι, δαμάσοιμεν, δαμάσοιτε, δαμάσοιεν
Απαρέμφατο
δαμάσειν
Μετοχή
δαμάσων, δαμάσουσα, δαμάσον
 
Αόριστος
Οριστική
δάμασα, δάμασας, δάμασε(ν), δαμάσαμεν, δαμάσατε, δάμασαν
Υποτακτική
δαμάσω, δαμάσς, δαμάσ, δαμάσωμεν, δαμάσητε, δαμάσωσι(ν)
Ευκτική
δαμάσαιμι, δαμάσαις (ή δαμάσειας), δαμάσαι (ή δαμάσειε), δαμάσαιμεν, δαμάσαιτε, δαμάσαιεν (ή δαμάσειαν)
Προστακτική
---, δάμασον, δαμασάτω, ---, δαμάσατε, δαμασάντων (ή δαμασάτωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάσαι
Μετοχή
δαμάσας, δαμάσασα, δαμάσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδάμακα, δεδάμακας, δεδάμακε, δεδαμάκαμεν, δεδαμάκατε, δεδαμάκασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδαμακώς- δεδαμακυα- δεδαμακός
δεδαμακώς- δεδαμακυα- δεδαμακός ς
δεδαμακώς- δεδαμακυα- δεδαμακός
δεδαμακότες- δεδαμακυαι- δεδαμακότα μεν
δεδαμακότες- δεδαμακυαι- δεδαμακότα τε
δεδαμακότες- δεδαμακυαι- δεδαμακότα σι
 
Ευκτική
δεδαμακώς- δεδαμακυα- δεδαμακός εην
δεδαμακώς- δεδαμακυα- δεδαμακός εης
δεδαμακώς- δεδαμακυα- δεδαμακός εη
δεδαμακότες- δεδαμακυαι- δεδαμακότα εμεν
δεδαμακότες- δεδαμακυαι- δεδαμακότα ετε
δεδαμακότες- δεδαμακυαι- δεδαμακότα εεν
 
Προστακτική
---
δεδαμακώς- δεδαμακυα- δεδαμακός σθι
δεδαμακώς- δεδαμακυα- δεδαμακός στω
---
δεδαμακότες- δεδαμακυαι- δεδαμακότα στε
δεδαμακότες- δεδαμακυαι- δεδαμακότα στων
 
Απαρέμφατο
δεδαμακέναι
Μετοχή
δεδαμακώς, δεδαμακυα, δεδαμακός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
δεδμήκειν, δεδμήκεις, δεδμήκει, δεδμήκεμεν, δεδμήκετε, δεδμήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δαμάζομαι, δαμάζ (ή -ει), δαμάζεται, δαμαζόμεθα, δαμάζεσθε, δαμάζονται
Υποτακτική
δαμάζωμαι, δαμάζ, δαμάζηται, δαμαζώμεθα, δαμάζησθε, δαμάζωνται
Ευκτική
δαμαζοίμην, δαμάζοιο, δαμάζοιτο, δαμαζοίμεθα, δαμάζοισθε, δαμάζοιντο
Προστακτική
---, δαμάζου, δαμαζέσθω, ---, δαμάζεσθε, δαμαζέσθων (ή δαμαζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάζεσθαι
Μετοχή
δαμαζόμενος, δαμαζομένη, δαμαζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
δαμαζόμην, δαμάζου, δαμάζετο, δαμαζόμεθα, δαμάζεσθε, δαμάζοντο
 
Μέλλοντας (Μέσος)
Οριστική
δαμάσομαι, δαμάσ (ή -ει), δαμάσεται, δαμασόμεθα, δαμάσεσθε, δαμάσονται
Ευκτική
δαμασοίμην, δαμάσοιο, δαμάσοιτο, δαμασοίμεθα, δαμάσοισθε, δαμάσοιντο
Απαρέμφατο
δαμάσεσθαι
Μετοχή
δαμασόμενος, δαμασομένη, δαμασόμενον
 
Μέλλοντας (Παθητικός)
Οριστική
δαμασθήσομαι, δαμασθήσει, δαμασθήσεται, δαμασθησόμεθα, δαμασθήσεσθε, δαμασθήσονται
Ευκτική
δαμασθησοίμην, δαμασθήσοιο, δαμασθήσοιτο, δαμασθησοίμεθα, δαμασθήσοισθε, δαμασθήσοιντο
Απαρέμφατο
δαμασθήσεσθαι
Μετοχή
δαμασθησόμενος, δαμασθησομένη, δαμασθησόμενον
 
Αόριστος (Μέσος)
Οριστική
δαμασάμην, δαμάσω, δαμάσατο, δαμασάμεθα, δαμάσασθε, δαμάσαντο
Υποτακτική
δαμάσωμαι, δαμάσ, δαμάσηται, δαμασώμεθα, δαμάσησθε, δαμάσωνται
Ευκτική
δαμασαίμην, δαμάσαιο, δαμάσαιτο, δαμασαίμεθα, δαμάσαισθε, δαμάσαιντο
Προστακτική
---, δάμασαι, δαμασάσθω, ---, δαμάσασθε, δαμασάσθων (ή δαμασάσθωσαν)
Απαρέμφατο
δαμάσασθαι
Μετοχή
δαμασάμενος, δαμασαμένη, δαμασάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
δαμάσθην, δαμάσθης, δαμάσθη, δαμάσθημεν, δαμάσθητε, δαμάσθησαν  
& δμήθην, δμήθης, δμήθη, δμήθημεν, δμήθητε, δμήθησαν
Υποτακτική
δαμασθ, δαμασθς, δαμασθ, δαμασθμεν, δαμασθτε, δαμασθσι  
& δμηθ, δμηθς, δμηθ, δμηθμεν, δμηθτε, δμηθσι
Ευκτική
δαμασθείην, δαμασθείης, δαμασθείη, δαμασθείημεν (ή -θεμεν), δαμασθείητε (ή -θετε), δαμασθείησαν (ή -θεεν)  
& δμηθείην, δμηθείης, δμηθείη, δμηθείημεν (ή -θεμεν), δμηθείητε (ή -θετε), δμηθείησαν (ή -θεεν)
Προστακτική
---, δαμάσθητι, δαμασθήτω, ---, δαμάσθητε, δαμασθέντων (ή -ήτωσαν)  
& ---, δμήθητι, δμηθήτω, ---, δμήθητε, δμηθέντων (ή -ήτωσαν)
 
Απαρέμφατο
δαμασθναι ή δμηθναι
Μετοχή
δαμασθείς, δαμασθεσα, δαμασθέν  
ή δμηθείς, δμηθεσα, δμηθέν
 
Παθητικός Αόριστος Β΄
Οριστική
δάμην, δάμης, δάμη, δάμημεν, δάμητε, δάμησαν
Υποτακτική
δαμ, δαμς, δαμ, δαμμεν, δαμτε, δαμσι
Ευκτική
δαμείην, δαμείης, δαμείη, δαμεμεν, δαμετε, δαμεεν
Προστακτική
---, δάμηθι, δαμήτω, ---, δάμητε, δαμέντων
Απαρέμφατο
δαμναι
Μετοχή
δαμείς, δαμεσα, δαμέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδάμασμαι, δεδάμασαι, δεδάμασται, δεδαμάσμεθα, δεδάμασθε, δεδαμασμένοι εσί(ν)
& δέδμημαι, δέδμησαι, δέδμηται, δεδμήμεθα, δέδμησθε, δεδμημένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον ς
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα μεν
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα τε
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα σι
 
Ευκτική
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον εην
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον εης
δεδμημένος- δεδμημένη- δεδμημένον εη
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα εμεν
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα ετε
δεδμημένοι- δεδμημέναι- δεδμημένα εεν
 
Προστακτική
---, δέδμησο, δεδμήσθω, ---, δέδμησθε, δεδμήσθων
 
Απαρέμφατο
δεδαμάσθαι και δεδμσθαι
 
Μετοχή
δεδαμασμένος και δεδμημένος
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
δεδμήμην, δέδμησο, δέδμητο, δεδμήμεθα, δέδμησθε, δεδμημένοι σαν
& δεδαμάσμην, δεδάμασο, δεδάμαστο, δεδαμάσμεθα, δεδάμασθε, δεδαμασμένοι σαν