Κώστας Βάρναλης «Ωφελιμότητα της Τέχνης»
Το πότε βλάφτει και πότε ωφελεί και σε τι ωφελεί και βλάφτει, θα το ξετάσουμε παρακάτου.
Η Τέχνη στις πρωτόγονες κοινωνίες δημιουργήθηκε από πολλές αιτίες, που είναι και σκοποί της. Γεννήθηκε από τη θρησκευτική, την οικονομική, την πολεμική και τη σεξουαλική ζωή και τις εξυπηρετούσε όλες μαζί.
Οι κλασικές αρχαιότητες, ελληνική και ρωμαϊκή, όταν πια είχε «διαφοροποιηθεί» η Τέχνη σε ξεχωριστήν αξία, την θεωρούσαν άλλοι σαν ένα μέσον ηθικοποίησης κι άλλοι σαν ένα μέσο γνώσης (Σωκράτης — Πλάτωνας). Επομένως κάτι το υπάλληλο της αρετής και της αλήθειας. Την πρακτική χρησιμότητα των «ελασσόνων» Τεχνών (των βιομηχανικών) την προάγουνε σε παιδαγωγική των «μειζόνων» (ποίησης, ζωγραφικής, γλυπτικής κλπ.). Η Τέχνη δηλαδή διδάσκει την αρετή και την αλήθεια «με το γλυκό». Αυτή η «ηδονοπαιδαγωγική» θεωρία του «καλού» (ωραίου) είχε μεγάλη πέραση και στην αρχαιότητα και στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση.
Η Τέχνη δηλαδή μας διδάσκει μ’ ευχάριστον τρόπο πράματα έξω από τον εαυτό της. Το μπορεί; Τα πάντα μπορεί, όπως μπορούνε κι όλες οι άλλες παράλληλες αξίες. Φαίνονται γι’ «αυτοσκοποί», όμως όλες τους είναι συγχρόνως και μέσα για πραγμάτωση άλλων σκοπών έξω απ’ αυτές. Η αυτονομία τους είναι σχετική. Γιατί συνυπάρχουνε πολλοί σκοποί μέσα στην ίδια αξία. Δε διαφοροποιούνται μονάχα οι αξίες παρά, αντίστροφα, συνενώνονται και συνεργάζονται όλες — η καθεμιά με το δικό της τρόπο. Κι ούτε ο ένας σκοπός καταργεί τον άλλο. Η «ετερογονία των σκοπών» του Βουντ αυτό σημαίνει: ότι κάθε αξία παράγει αποτελέσματα περισσότερ’ απ’ όσα επιδιώκ’ η ίδια κι απαντά σε πολλές ανάγκες. Η «πολυσκοπιμότητα», ή «πολυσημία», ο «πολυτελισμός» των αξιών δεν καταργεί την «αυτοτέλειά» τους, ωστόσο.
Ας ιδούμε, πώς εννοούσαν οι αρχαίοι αυτήν την ωφελιμότητα της Τέχνης. Είδαμε τις γνώμες του Σωκράτη (αγαθόν), του Πλάτωνα (αληθές), του Πλωτίνου (ένωσης με το Εν). Πραχτικότερ’ οι κατοπινοί θεωρούσανε την Τέχνη ως μέσο μορφωτικό της ψυχής και του πνεύματος των πολιτών με τρόπον ευχάριστο.
Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του λέει πολλά κι ενδιαφέροντα για την ποίηση. Ό,τι (λέγει) είναι οι δασκάλοι για τα παιδιά είναι κ’ οι ποιητές για τους ηλικιωμένους, που χρέος τους είναι «βελτίους ποιείν τους πολίτας εν ταις πόλεσιν». Ο Στράβωνας (στωικός) θεωρεί την ποίηση «φιλοσοφίαν τινά πρώτην», ως ένα μέσο σωφρονισμού των πολιτών.
Ο Πλούταρχος στο «Περί παίδων αγωγής» λέγει σχεδόν τα ίδια. Η σκέτη φιλοσοφία είναι πράμα βαρυστόμαχο, όπως το σκέτο κρασί («άκρατος οίνος»). Πρέπει λοιπόν να νερώνουμε τη φιλοσοφία με ποίηση, «αφαιρεί γαρ η κράσις του οίνου το βλάπτον ου συναναιρούσα το χρήσιμον. Μηδέ ημείς ουν την ποιητικήν ημερίδα (= το ήμερο κλήμα) των Μουσών εκκόπτωμεν... Όθεν ου φευκτέον εστί τα ποιήματα, αλλά προφιλοσοφητέον εθιζομένους εν τω τέρποντι το χρήσιμον ζητείν και αγαπάν».
Οι Λατίνοι επαναλαμβάνουνε τα όσα είπαν οι Έλληνες. Ο Λουκρήτιος (βιβλ. Α) λέγει: «όπως οι γιατροί, όταν θέλουνε να ποτίσουνε τα παιδάκια αψιθιά, αλείφουνε γύρω τα χείλια του ποτηριού με μέλι, έτσι κι αυτός τα όσα θα τα δεχότανε δύσκολα ο αναγνώστης τ’ ανακατεύει με το γλυκό μέλι των Μουσών». Κ’ είναι πασίγνωστ’ η γνώμη του Οράτιου: «Οι ποιητές ή ζητάνε να μας ευχαριστήσουν ή ζητάνε να μας ωφελήσουν. Τα καταφέρνει καλύτερα όποιος σμίγει τ’ ωφέλιμο με το ευχάριστο» («utile dulci»). Αυτό ακριβώς επανέλαβε κι ο Πλούταρχος: «εν τω τέρποντι το χρήσιμον».
Στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση την ποίηση τη λέγανε «χαρούμενη επιστήμη». Μα και στα νεότερα χρόνια δυο κορυφαίοι μαθητές του Καντίου, ο Έγελος κι ο Σίλλερ, καταλήξαν από διαφορετικούς δρόμους ο καθένας στο ίδιο παιδαγωγικό τέρμα. Ο Έγελος θεωρούσε την Τέχνη σαν έναν από τους τρεις πνευματικούς κύκλους (Θρησκεία, Τέχνη, Φιλοσοφία), που μ’ αυτόν γνωρίζεται η ιδέα με μορφήν αισθητή. Κι ο Σίλλερ ομολογεί, πως οι Τέχνες έχουνε τον ίδιο σκοπό με τη Φύση: να σκορπίζουνε τη χαρά και να μας κάνουν ευτυχισμένους. Αλλά προσθέτει: «έτσι μας ανοίγουνε το δρόμο της ηθικής ζωής». Έχει δίκιο — αλλ’ ο δρόμος που μας ανοίγουν δεν είναι μόνον αυτός.
Ο Τολστόης, ο μυστικόπαθος αληθοθήρας και δικαιοκρίτης, αφού πολλά χρόνια βασανίστηκε με το ρώτημα: «Γιατί γράφω»; βρήκε τέλος την ακόλουθην απάντηση: Η Τέχνη είναι ένα μέσο που συνενώνει τους ανθρώπους, όπως κ’ η γλώσσα, κάτου από τη σκέπη του Θεού — όθεν η λέξη religio (= δεσμός). Κάθε λοιπόν Τέχνη, που διασπά τούτη την θεολογικήν ένωση των ανθρώπων, είναι Τέχνη κακή.
Βλέπουμε, λοιπόν, πως κ’ οι πιο διαφορετικές αισθητικές θεωρίες συμφωνάνε σε τούτο: στο ότι η Τέχνη ωφελεί — εξυπηρετεί σκοπούς εξωαισθητικούς κι αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, αν οι σκοποί αυτοί προάγουν την ιστορική πορεία των κοινωνιών κι όχι την αναχαιτίζουν.
Η Τέχνη πραγματικά κι ευχαριστεί και διδάσκει και φρονηματίζει και γίνεται κίνητρο πράξης και προκοπής. Η καλή Τέχνη. Η κακή μόνον ευχαριστεί, αποτείνεται προ πάντων στα ένστιχτα, καθηλώνει τον άνθρωπο στην ύλη, τον παραπλανά και τον σκοτίζει· και φρενάρει την πρόοδο και παραστρατίζει την πορεία της ιστορικής αναγκαιότητας. Η τέτοια Τέχνη (κυριαρχεί στον καιρό μας, καιρόν έσχατου ξεπεσμού των πάντων) είναι Τέχνη αρνητική κακή και ψεύτικη. Αλλ’ αυτή μονάχα αναγνωρίζεται, προστατεύεται κι αμείβεται με πλήθος τρόπους στους κακούς κι ανάποδους καιρούς, που μόνοι τους ετοιμάζουνε την καταστροφή τους κ’ η Τέχνη τους τους βοηθά στο μοιραίο τους τέλος. Σε τέτοιους καιρούς ποια είναι η θετική, η αληθινή, η δυναμογόνα Τέχνη; Η επαναστατική. Κατ’ εξοχήν ωφελιμιστική. Περισσότερο πράξη από λόγος ή όραμα.
Όπως υπάρχουν αισθητικές θεωρίες ωφελιμιστικές, το ίδιο υπάρχουν κ’ οι αντίθετες. Κι αυτοί που τις κηρύξανε, δεν είναι μήτε καινούργοι μήτε δευτερότεροι.
Ο Αλεξανδρινός Ερατοσθένης, ο παντογνώστης, ο «πρώτος φιλόλογος», διατύπωσε τη γνώμη, πως η ποίηση γίνεται «ψυχαγωγίας χάριν, ου διδασκαλίας». Κι αυτήνε τη γνώμη, την ανασκευάζει ο Στράβωνας. Στους νεότερους χρόνους ο κριτικισμός του Καντ όρισε πως ένας από τους τέσσερις ειδικούς χαραχτήρες του ωραίου είναι η ανιδιοτέλεια. Δηλαδή τα ωραία έργα μας αρέσουνε χωρίς νάχουμε κανένα κέρδος απ’ αυτά. Τούτος ο χαραχτήρας, έρχεται σαν ανάπτυξη του άλλου εκείνου, που τον είπε ο φιλόσοφος, «σκοπιμότητα χωρίς σκοπό» και που σημαίνει: «το ωραίον είναι σκοπός του εαυτού του» — ήγουν «αυτοσκοπός».
Αργότερα, ο εξελιχτικός Σπένσερ μελετώντας τους νόμους της εξέλιξης του πολιτισμού (διαφοροποίηση οργάνων και λειτουργιών, μεταβολή των μέσων σε σκοπούς) υποστηρίζει, πως η Τέχνη αρχίζει από κει που σταματάει το χρήσιμο. Κάθε χρήσιμο πράμα, άμα πάψει να χρησιμεύει γίνεται ωραίο, όπως τα κάστρα, τα παλάτια του Μεσαίωνα, τα παλιά τα έπιπλα, τα σκεύη, τα όπλα (π.χ. τα καριοφίλια, τα γιαταγάνια τα ροδίτικα πιάτα). Γιατί τότε μονάχα το πνεύμα, αποβάλλοντας όλες τις παράσιτες κι αναισθητικές παραστάσεις της πραχτικής χρησιμότητας, μπορεί ν’ αφοσιωθεί στην καθάρια θεώρηση των μορφών.
Και τελευταία ο Φέχνερ, ο τολμητίας της «Πειραματικής Αισθητικής», που τηνε θεμελιώνει στ’ απλά στοιχεία των αισθήσεων (ενώ η Τέχνη είναι σύνθεση) θεώρησε την «επιστήμη του καλού» σαν ένα κεφάλαιο της «Ηδονικής» δηλαδή της γενικής Επιστήμης του ευάρεστου.
Αυτών των γνωμών παράλληλος είναι κι ο νεότερος (όχι και τόσο!) χαραχτηρισμός της Τέχνης ως «παιχνιδιού», «πολυτέλειας» κι «ανάγκης του περιττού». Ναι. Είναι η Τέχνη «ανάγκη», αλλ’ όχι του «περιττού», μα του «απαραίτητου» — δεν μπορεί να λείψει, όσο δεν μπορούν να λείψουν η ηθική, το δίκιο, η αλήθεια. Είναι και «παιχνίδι», εφόσον γίνεται με την επέμβαση της φαντασίας και της προσωπικότητας του δημιουργού — με τη διαφορά πως μήτε ο δημιουργός μήτε ο θεατής ή ακροατής το παίρνουνε για «παιχνίδι». Τέτοιο «παιχνίδι», όπου, κατά το Σίλλερ, που υποστήριξε τη θεωρία του «αισθητικού παιχνιδιού», παίζουμε την ίδια τη ζωή μας (αυτό το είπε κυρίως για τη δραματική Τέχνη). Είναι και «πολυτέλεια», εφόσον η απόλαυσή της δεν είναι υλική· ένα φαινομενικά ευάρεστον «άλλοθι» — αλλά τέτοιο «άλλοθι», που συνυπάρχει και οδηγεί την πραγματικότητα με τις «ιδανικές αξίες», που προβάλλει, σε υπερατομικές θυσίες.
Επομένως ούτε «ανιδιοτελής» είναι η Τέχνη ούτε κι αρχίζει από κει που τελειώνει το χρήσιμο.
Κανένα ψυχικό μας φαινόμενο δεν είναι απλό κι απομονωμένο. Όλες μας κ’ οι οργανικές κ’ οι ψυχικές αντιδράσεις είναι σύνθετες κ’ ενωμένες ως ένα βαθμό και κατά κάποιον τρόπο. Η προσωπικότητά μας δεν είναι κομματιασμένη σ’ ανεξάρτητες περιοχές: λογική, συναισθηματική, ηθική, θρησκευτική, πραχτική κλπ. Η συνείδησή μας είναι μια κι αδιαίρετη. Είναι αδύνατον ένα όποιας αφορμής (εξωτερικής ή εσωτερικής) ψυχικό μας γεγονός να μην περιέχει μέσα του σε φανερήν ή λανθάνουσα κατάσταση στοιχεία από άλλες περιοχές του μέσα μας κόσμου. Ο πιο πνευματικός θαυμασμός για ένα πράμα περιέχει μέσα του μιαν υποσυνείδητη λαχτάρα κατοχής — κι αρχή πράξης. Αυτή η λαχτάρα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σε σαφή πόθο, γιατί ναι άμεσα παρούσα η παράσταση του απραγματοποίητου. Κείνος που θαυμάζει τον Έχτορα του Ομήρου, θά θελε να του μοιάσει («καθένας ας διαλέγει τον ήρωά του κι ας ακλουθεί τ’ αχνάρια του στον Όλυμπο», λέγει ο Γκαίτε στην «Ιφιγένειά» του). Κείνος που θαυμάζει ένα τοπίο του Κλωντ Λοραίν, μεταφέρεται ψυχικά σ’ αυτό το τοπίο (η «συμβολική ένωση του υποκείμενου με το θαυμαζόμενον αντικείμενο» του Λιψ). Στο βάθος κάθε θαυμασμού πάλλεται κ’ ένα είδος πνευματικού έρωτα. Είναι αλήθεια, πως η άμεση ενέργεια του καλλιτεχνικού ωραίου είναι να κατασιγάζει τα ένστιχτα. Αλλά, στις ακαλλιέργητες ψυχές μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση. Έτσι ο Λουκιανός (παίζοντας βέβαια) μας παρουσιάζει μιαν περίπτωση αισθητηριακού έρωτα εις βάρος ενός αγάλματος της Αφροδίτης της Καλλιπύγου.
Ξαναγυρίζουμε στη γνώμη του Σπένσερ. Ένα τεχνικό δημιούργημα, που η κοινωνική εξέλιξη το αχρηστεύει, δεν το μεταβάλλει σε έργο ωραίο. Είταν απ’ τα γεννητάτα του ωραίο και φκιάχτηκε για νά ναι ωραίο (όσο και χρήσιμο). Αντίθετα, κανένα κακοφκιαγμένο πράμα ή μόνο χρήσιμο δε γίνεται ωραίο με το πέρασμα των αιώνων. Στα μουσεία βρίσκονται αντικείμενα με καλλιτεχνικήν αξία μονάχα (αγάλματα, πίνακες) αλλά κι αντικείμενα με καλλιτεχνικήν και πραχτικήν αξία (όπλα, αγγεία κλπ.) και τέλος αντικείμενα μονάχα με ιστορικήν ή αρχαιολογικήν αξία, όπως οι «γροθιές» των πρωτόγονων, τα οστά των Μαραθωνομάχων, οι καλτσοδέτες του Ναπολέοντα.
Οι εθνολόγοι εξηγούνε πως πολύ πριν ντυθεί ο άνθρωπος ζήτησε να στολιστεί. Ο άνθρωπος, λένε, γίνεται βιομηχανικός από ανάγκη και καλλιτεχνικός από ένστιχτο (λάθος, γιατί η αισθητική ενέργεια δεν είναι βιολογικό φαινόμενο παρά κοινωνικό). Μ’ άλλα λόγια τούτ’ οι επιστήμονες δίνουνε την αντίστροφη χρονολογική σειρά στο χρήσιμο και στο ωραίο από κείνην που έδωσε ο Σπένσερ. Θέλουνε το ωραίο πριν από το χρήσιμο. Αλλά και τούτ’ η γνώμη λάθος. Τ’ ωραίο και το χρήσιμο είναι σύγχρονα — εννοώ στις κοινωνίες που έχουν ήδη τα πρώτα εργαλεία.
Η συζήτηση για την ωφελιμότητα της Τέχνης δυσκολεύεται από τη στενότητα ή τη γενικότητα των όρων που χρησιμοποιούμε. Λέμε ωφελιμότητα και εννοούμε την πραχτική ή τη διδαχτικήν ωφελιμότητα. Λέμε «Τέχνη» και εννοούμε ή μόνο την Ποίηση ή περιλαβαίνουμε μέσα στον όρο και τ’ «ωραίο» της Φύσης.
Οι ανωφελιμιστές είναι περισσότεροι μεταξύ των καλλιτεχνών και των ποιητών παρά μεταξύ των θεωρητικών και των κριτικών. Το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη» ταλαιπώρησε ολάκερο σχεδόν το 19ο αιώνα. Οι οπαδοί του δόγματος διώχνουν απ’ την περιοχή της Τέχνης κάθε διανοητικό ή ηθικό στοιχείο. Άδολη Τέχνη! Καθαρή Τέχνη! Είναι η Τέχνη του κλειστού χώρου, η ερμητική, η Τέχνη αίνιγμα, η αριστοκράτισσα Τέχνη εκφραστικών κατορθωμάτων, Τέχνη αντικοινωνική. Το κακό στις ημέρες μας έχει παραγίνει με την αποφυγήν όχι μόνο του πραγματικού στοιχείου παρά και του λογικού. Τέχνη φυγής, Τέχνη ενστιγματική, χωρίς ευθύνες και χωρίς αποτέλεσμα. Όχι μόνον «ανώφελη» παρά κ’ επιζήμια. Το έσχατο κατάντημα του φορμαλισμού.
Η Τέχνη είναι τόσο «πολυτελική» και τόσο δεμένη με όλους τους κύκλους της ομαδικής ζωής, ώστε να μη μπορεί να θεωρηθεί σα μια μάταιη σπατάλη ενέργειας. Τουναντίον είναι μια χρησιμότατη λειτουργία που συντελεί στη διατήρηση και στην εξέλιξη του κοινωνικού συνόλου.
Αλλά για να πετύχει τους εξωαισθητικούς σκοπούς της δεν αρκεί η καλή πρόθεση. Πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να πετυχαίνει το δικό της αισθητικό σκοπό: ν’ αρέσει. Και να μετουσιώνει όλα της τα στοιχεία σ’ έργο Τέχνης. Αν δεν πραγματώνει το δικό της σκοπό, δε θα πραγματώσει και κανέναν άλλον.
Η ξεχωριστή ενέργεια της αισθητικής ηδονής είναι κι αυτή μιας μεγάλης κοινωνικής χρησιμότητας. Η κοινωνία δε θα μπορούσε να ζήσει ασχολημένη μονάχα με «πραχτικά», «σοβαρά» ή «πεζά» καθήκοντα, που αποβλέπουνε στην ικανοποίηση των ενστίχτων της αυτοσυντήρησης και της αναπαραγωγής. Έχει ανάγκη από χαρά κι από ιδανικά. Βέβαια και η φυσική ικανοποίηση των ενστίχτων, είναι κ’ αυτή μια χαρά — αλλά υλική. Της Τέχνης είναι πνευματική και συναισθηματική. Αποτείνεται στη φαντασία, στη νόηση, στην καρδιά — σαν ένα «παιχνίδι» όλων αυτών των στοιχείων — αλλ’ όχι αυθαίρετο. Πειθαρχημένο.
Δεν είναι καπρίτσιο του ατομικού δημιουργού. Είναι κοινωνική λειτουργία, που έχει κι αυτή τα υπερατομικά της προστάγματα, όπως είπαμε κι αλλού. Αυτό εννοούμε λέγοντας «πειθαρχημένο». Ο δημιουργός, λέγει ο C. Bouglé, δεν εφευρίσκει, ανακαλύπτει. Τί θα πει αυτό; Την ύλη του και την τεχνική του και τους σκοπούς του, θα τους βρει έξω του. Στο Συ. Μ’ αυτό το Συ ενωμένο το Εγώ του θα φκιάσει ένα έργο ομαδικό κι ατομικό μαζί.
Αλλά λέγοντας «πειθαρχία» εννοούμε κι «ανταρσία». Ο καλλιτέχνης μέσα στη ροή του κοινωνικού γίγνεσθαι μπορεί ν’ αψηφήσει ό,τι νεκρό και παλιωμένο, μα καθεστωτικό, και ν’ ανακαλύψει ό,τι ζωντανό και νέο κι αυτό να ιδανικοποιήσει.
Πάντως «καθαρή» κι «άδολη Τέχνη» δεν υπάρχει. Κι αυτή η «άδολη» είναι σκόπιμη. Μονάχα που η σκοπιμότητά της είναι αντιδραστική, επομένως, όπως είπαμε, αντικοινωνική.
Και τώρ’ ας πάρουμε δυο παραδείγματα απ’ την ιστορία της Τέχνης, για να ιδούμε πώς η αισθητική «αξία» είναι ξεχωρισμένη από τ’ άλλα «πεζά» φανερώματα της ζωής, αλλά και πόσο είναι δεμένη μαζί τους και τα εξυπηρετεί.
Μόνον; Όχι και τόσο! Μαζί με την «ομορφιά» της μάχης στερέωναν τη δικιά τους μαχητική αξία και των συμπολιτών τους το πατριωτικό φρόνημα και τη δόξα της πατρίδας στα μάτια των δικώνε τους και των ξένων. Δείχνανε τη δύναμή τους, την πολεμική τους γύμναση, το θάρρος και την επιδεξιοσύνη τους στην επίθεση και στην άμυνα, αλλά μαζί τιμούσανε και την Πολιτεία και δίνανε θάρρος κι αυτοπεποίθηση στο σύνολο και βεβαιώνανε, πως όσο θα έχ’ η πατρίδα τέτοιους υπερασπιστές, δε θα κιντυνεύει ποτές η λευτεριά της.
β) Όταν ο Ικτίνος κι ο Φειδίας, καθώς κι όλ’ οι τεχνίτες των εργαστηρίων τους, φκιάνανε τον Παρθενώνα, δεν είχανε στο νου τους τίποτ’ άλλο παρά την ομορφιά του ναού και το με ποια μέσα θα πραγματοποιούσαν έν’ αρμονικό σύνολο των στοιχείων μ’ ένα και μόνο σκοπό το έργο τους να είναι ναός. Μ’ άλλα λόγια δεν τους απασχολούσαν άλλα προβλήματα παρά μονάχα τεχνικά.
Αυτό είτανε το καθαυτό τους μέλημα. Αλλά είτε ασύνειδα είτε συνειδητά εξυπηρετούσανε κ’ ένα σωρό άλλους εξωαισθητικούς σκοπούς. Σκοπούς του Περικλή, που τους επιδοκίμαζε όλ’ η Πολιτεία.
Ο Περικλής ήθελε με τη μεγαλοπρέπεια, με τον πλούτο, με την ασύγκριτη ομορφιά του έργου «του»: του μεγαλύτερου αρχιτεχτονικού μνημείου της Ελλάδας όλης, να επιδείξει στους συμπολίτες του και στους «συμμάχους» και στους εχθρούς την πολιτική, την οικονομική, την πνευματική και την πολεμική δύναμη της «αθηναϊκής ηγεμονίας», (ήγουν το δίκιο του... ισχυροτέρου!). Ήθελε να θαμπώσει και να φοβίσει δικούς και ξένους. θαλασσινούς και στεριανούς. Αλλά ζητούσε και κάτι «δικό» του: να εξυπηρετήσει το ατομικό του πολιτικό συμφέρο και γόητρο, που συνέβαινε να είναι και συμφέρο και γόητρο των δημοκρατικών, ώστε να μπορεί να συνεχίζει παρά τους θεσμούς της δημοκρατίας, τη δικιά του μονοκρατορία επί δέκα χρόνια — την «αρχήν ενός ανδρός»!
Ο θρησκευτικός σκοπός, ο καθαυτό σκοπός, υποβιβάζετ’ έτσι σε απλή πρόφαση. Άλλωστε ο Παρθενώνας δεν είτανε ναός «λατρευτικός». Δε «λειτουργιότανε», που λέμε σήμερα. Είτανε ναός μάλλον θεαματικός. Η λατρεία της Αθηνάς εξακολουθούσε να γίνεται, όπως και προτύτερα, στον παλιό ναό της Πολιάδος Αθηνάς (ανάμεσα Παρθενώνα κ’ Ερέχθειο). Εκεί φυλαγότανε το «διιπετές» (ουρανοκατέβατο) «ξόανο», το θαματουργό, της θεάς. Και για το ντύσιμο αυτουνού του ξόανου προοριζόταν ο πέπλος, που υφαίνανε κάθε τέσσερα χρόνια τα κορίτσια των καλύτερων οικογενειών της Αθήνας, («εργάναι») και τον ανέβαζεν όλ’ η Πολιτεία με όλες τις «συμμαχικές» αντιπροσωπείες, «εν πομπή και παρατάξει» στην Ακρόπολη, όταν γιορταζόντανε κάθε τέσσερα χρόνια τα Μεγάλα Παναθήναια.
Ο Περικλής είχε υποτάξει το θρησκευτικό σκοπό του ναού στον πολιτικό. Οι αρχιτέχτονες κ’ οι γλύπτες, τον πολιτικό στον καλλιτεχνικό. Κι όμως η ασύγκριτη πραγμάτωση στη σφαίρα της άκρας Τελειότητας του καλλιτεχνικού σκοπού όχι μονάχα δεν αχρήστεψε τους άλλους σκοπούς παρά και τους εξυπηρέτησε πιο έντονα και πιο άμεσα παρ’ όσο θα μπορούσε να το πετύχει ο πολιτικός, χωρίς τη βοήθεια της μνημειακής Τέχνης.
Πάντως πρέπει να σημειώσουμ’ εδώ, πως τα μεγάλα έργα στον καιρό τους, δεν χάνουνε το μεγαλείο τους με τα χρόνια. Ούτε πεθαίνουνε. Ζούνε κι αντιστέκονται στον καιρό χάρη στην πολλαπλότητα των σκοπών, που επιζητούσαν.
Η Τέχνη «ομοψυχοποιεί». Αλλά ποιούς; Εκείνους που έχουν από τα πριν την «όμοια» ψυχή. Γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια κοινωνική συνείδηση — αφού η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις. Κ’ έτσι πάντα υπάρχει πάλη τάξεων. Σε καιρούς καθοδικούς, δηλ. καιρούς αποσύνθεσης του κοινωνικού «είναι», η πάλη τούτη των τάξεων εντείνεται κι ο χωρισμός τους μεγαλώνει.
Η Τέχνη των κυρίαρχων (των ολίγων) βάζει σκοπό της: α) να «διασκεδάσει» αυτούς τους ολίγους· β) ν’ αποτρέψει τους πολλούς (λέγε την ολότητα!) απ’ τον πραγματικόν κόσμο κι απ’ τ’ άμεσα ζωτικά τους συμφέροντα και γ) να ωραιοποιήσει τη σαπίλα του καθεστώτος κ’ έτσι ν’ αμβλύνει την αντίθεση του παλιού κόσμου, που καταρρέει, με τον καινούργιο, που ανεβαίνει.
Είναι φανερό, πως η Τέχνη που ζητάει τέτιαν «ομοψυχοποιία» του συνόλου, είναι τέχνη αντιδραστική, ψεύτικη, δουλική. Είναι, στα χρόνια μας, η πορνογραφική, γκαγκστερική, εξωλογική, εξωπραγματική κ’ εξωπολιτική Τέχνη.
Αλλά σε τέτοιους καιρούς μόνον η Τέχνη που συνειδητοποιεί την ανάγκη της αλλαγής κι ανοίγει το δρόμο στο μέλλον, αυτή μόνον είναι Τέχνη αληθινή κι ωφέλιμη και πραγματώνει τον ιστορικό της προορισμό. Αλλά την τέτοια Τέχνη, τη ζωντανή Τέχνη, την καταδιώκουν, ενώ τη νεκρή και την ψεύτικη την υποστηρίζουνε με κάθε τρόπο και την τιμούνε τ’ αντιδραστικά καθεστώτα.
Ξαναγυρίζουμε δηλαδή σε κείνο, που σημειώσαμε στην αρχή του άρθρου μας, ότι η Τέχνη υπάρχει κι όταν δεν ωφελεί παρά και βλάφτει.
Τουναντίον η αληθινή Τέχνη «ομοψυχοποιεί» το λαό· συνειδητοποιεί τον αγώνα του· τον χωρίζει από τους κυρίους του και τον οδηγεί στον ιδανικό του δρόμο. Και μόνον αυτή η Τέχνη, που είναι ζωντανή στον καιρό της, επιζεί σ’ όλους τους καιρούς κ’ είναι ωφέλιμη.


