Nadia Corso
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαρακτηρίζω»
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χαρακτηρίζω, χαρακτηρίζεις, χαρακτηρίζει, χαρακτηρίζουμε, χαρακτηρίζετε, χαρακτηρίζουν (ή χαρακτηρίζουνε)
Υποτακτική
να χαρακτηρίζω, να χαρακτηρίζεις, να χαρακτηρίζει, να χαρακτηρίζουμε, να χαρακτηρίζετε, να χαρακτηρίζουν (ή να χαρακτηρίζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: χαρακτήριζε – β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίζετε
Μετοχή
χαρακτηρίζοντας
Παρατατικός
Οριστική
χαρακτήριζα, χαρακτήριζες, χαρακτήριζε, χαρακτηρίζαμε, χαρακτηρίζατε, χαρακτήριζαν ή χαρακτηρίζανε
Αόριστος
Οριστική
χαρακτήρισα, χαρακτήρισες, χαρακτήρισε, χαρακτηρίσαμε, χαρακτηρίσατε, χαρακτήρισαν ή χαρακτηρίσανε
Υποτακτική
να χαρακτηρίσω, να χαρακτηρίσεις, να χαρακτηρίσει, να χαρακτηρίσουμε, να χαρακτηρίσετε, να χαρακτηρίσουν (ή να χαρακτηρίσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: χαρακτήρισε – β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίστε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίζω, θα χαρακτηρίζεις, θα χαρακτηρίζει, θα χαρακτηρίζουμε, θα χαρακτηρίζετε, θα χαρακτηρίζουν (ή θα χαρακτηρίζουνε)
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίσω, θα χαρακτηρίσεις, θα χαρακτηρίσει, θα χαρακτηρίσουμε, θα χαρακτηρίσετε, θα χαρακτηρίσουν (ή θα χαρακτηρίσουνε)
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω χαρακτηρίσει, θα έχεις χαρακτηρίσει, θα έχει χαρακτηρίσει, θα έχουμε χαρακτηρίσει, θα έχετε χαρακτηρίσει, θα έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Παρακείμενος
Οριστική
έχω χαρακτηρίσει, έχεις χαρακτηρίσει, έχει χαρακτηρίσει, έχουμε χαρακτηρίσει, έχετε χαρακτηρίσει, έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Υποτακτική
να έχω χαρακτηρίσει, να έχεις χαρακτηρίσει, να έχει χαρακτηρίσει, να έχουμε χαρακτηρίσει, να έχετε χαρακτηρίσει, να έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Μετοχή
έχοντας χαρακτηρίσει
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα χαρακτηρίσει, είχες χαρακτηρίσει, είχε χαρακτηρίσει, είχαμε χαρακτηρίσει, είχατε χαρακτηρίσει, είχαν(ε) χαρακτηρίσει
Παθητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χαρακτηρίζομαι, χαρακτηρίζεσαι, χαρακτηρίζεται, χαρακτηριζόμαστε, χαρακτηρίζεστε, χαρακτηρίζονται
Υποτακτική
να χαρακτηρίζομαι, να χαρακτηρίζεσαι, να χαρακτηρίζεται, να χαρακτηριζόμαστε, να χαρακτηρίζεστε, να χαρακτηρίζονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίζεστε
Μετοχή
χαρακτηριζόμενος, χαρακτηριζόμενη, χαρακτηριζόμενο
Παρατατικός
Οριστική
χαρακτηριζόμουν, χαρακτηριζόσουν, χαρακτηριζόταν, χαρακτηριζόμαστε, χαρακτηριζόσαστε, χαρακτηρίζονταν
(& χαρακτηριζόμουνα,
χαρακτηριζόσουνα, χαρακτηριζότανε, χαρακτηριζόμασταν, χαρακτηριζόσασταν, χαρακτηριζόντουσαν)
Αόριστος
Οριστική
χαρακτηρίστηκα, χαρακτηρίστηκες, χαρακτηρίστηκε, χαρακτηριστήκαμε, χαρακτηριστήκατε, χαρακτηρίστηκαν ή χαρακτηριστήκανε
& χαρακτηρίσθηκα,
χαρακτηρίσθηκες, χαρακτηρίσθηκε, χαρακτηρισθήκαμε, χαρακτηρισθήκατε, χαρακτηρίσθηκαν
ή χαρακτηρισθήκανε
Υποτακτική
να χαρακτηριστώ, να χαρακτηριστείς, να χαρακτηριστεί, να χαρακτηριστούμε, να χαρακτηριστείτε, να χαρακτηριστούν ή να χαρακτηριστούνε
& να χαρακτηρισθώ, να χαρακτηρισθείς, να χαρακτηρισθεί, να χαρακτηρισθούμε, να χαρακτηρισθείτε, να χαρακτηρισθούν ή να χαρακτηρισθούνε
Προστακτική
β΄ ενικού: χαρακτηρίσου – β΄ πληθυντικό: χαρακτηριστείτε / χαρακτηρισθείτε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίζομαι, θα χαρακτηρίζεσαι, θα χαρακτηρίζεται, θα χαρακτηριζόμαστε, θα χαρακτηρίζεστε, θα χαρακτηρίζονται
Συνοπτικός
Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηριστώ, θα χαρακτηριστείς, θα χαρακτηριστεί, θα χαρακτηριστούμε, θα χαρακτηριστείτε, θα χαρακτηριστούν ή θα χαρακτηριστούνε
& θα
χαρακτηρισθώ, θα χαρακτηρισθείς, θα χαρακτηρισθεί, θα χαρακτηρισθούμε, θα
χαρακτηρισθείτε, θα χαρακτηρισθούν ή θα χαρακτηρισθούνε
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω χαρακτηριστεί, θα έχεις χαρακτηριστεί, θα έχει χαρακτηριστεί, θα έχουμε χαρακτηριστεί, θα έχετε χαρακτηριστεί, θα έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& θα έχω
χαρακτηρισθεί, θα έχεις χαρακτηρισθεί, θα έχει χαρακτηρισθεί, θα έχουμε
χαρακτηρισθεί, θα έχετε χαρακτηρισθεί, θα έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
Παρακείμενος
Οριστική
έχω χαρακτηριστεί, έχεις χαρακτηριστεί, έχει χαρακτηριστεί, έχουμε χαρακτηριστεί, έχετε χαρακτηριστεί, έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& έχω
χαρακτηρισθεί, να έχεις χαρακτηρισθεί, να έχει χαρακτηρισθεί, να έχουμε
χαρακτηρισθεί, να έχετε χαρακτηρισθεί, να έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
Υποτακτική
να έχω χαρακτηριστεί, έχεις χαρακτηριστεί, έχει χαρακτηριστεί, έχουμε χαρακτηριστεί, έχετε χαρακτηριστεί, έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& να έχω χαρακτηρισθεί, να έχεις χαρακτηρισθεί, να έχει χαρακτηρισθεί, να έχουμε χαρακτηρισθεί, να έχετε χαρακτηρισθεί, να έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
Μετοχή
χαρακτηρισμένος, χαρακτηρισμένη, χαρακτηρισμένο
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα χαρακτηριστεί, είχες χαρακτηριστεί, είχε χαρακτηριστεί, είχαμε χαρακτηριστεί, είχατε χαρακτηριστεί, είχαν(ε) χαρακτηριστεί
& είχα
χαρακτηρισθεί, είχες χαρακτηρισθεί, είχε χαρακτηρισθεί, είχαμε χαρακτηρισθεί,
είχατε χαρακτηρισθεί, είχαν(ε) χαρακτηρισθεί
Σημείωση:
χαρακτηρίζομαι –
διακατέχομαι: Σε ορισμένες περιπτώσεις τα ρήματα αυτά χρησιμοποιούνται σαν συνώνυμα στη
μεσοπαθητική φωνή, ενώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Το ρήμα χαρακτηρίζομαι,
εκτός από τη σημασία «μου αποδίδεται ορισμένη ιδιότητα» (π.χ. Η όλη στάση του
θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακραία – Η εμφάνισή της χαρακτηρίστηκε η καλύτερη της
βραδιάς), σημαίνει επίσης «διαθέτω ορισμένη ιδιότητα ως βασικό γνώρισμα,
διακρίνομαι από ορισμένη ιδιότητα». Η συγκεκριμένη σημασία μπορεί να αφορά τόσο
σε πρόσωπα όσο και σε πράγματα, κάτι που δεν συμβαίνει με το ρήμα διακατέχομαι.
Παραδείγματα: Το κείμενο χαρακτηρίζεται [όχι: *διακατέχεται] από οξύτητα – Ο στίχος
των ιπποτικών μυθιστορημάτων χαρακτηριζόταν [όχι: *διακατεχόταν] από
ευρηματικότητα. Το ρήμα διακατέχομαι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο
για πρόσωπα ή ομάδες προσώπων και
σημαίνει «κυριεύομαι από κάτι, διέπομαι ή κυριαρχούμαι από αυτό» (συνήθως για
ισχυρό συναίσθημα). Παραδείγματα: «Το κόμμα σας διακατέχεται (όχι:
*χαρακτηρίζεται) από πανικό» είπε ο βουλευτής – Το πλήθος διακατεχόταν (όχι:
*χαρακτηριζόταν) από οργή…
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαρακτηρίζω»
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χαρακτηρίζω, χαρακτηρίζεις, χαρακτηρίζει, χαρακτηρίζουμε, χαρακτηρίζετε, χαρακτηρίζουν (ή χαρακτηρίζουνε)
να χαρακτηρίζω, να χαρακτηρίζεις, να χαρακτηρίζει, να χαρακτηρίζουμε, να χαρακτηρίζετε, να χαρακτηρίζουν (ή να χαρακτηρίζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: χαρακτήριζε – β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίζετε
Μετοχή
χαρακτηρίζοντας
Παρατατικός
Οριστική
χαρακτήριζα, χαρακτήριζες, χαρακτήριζε, χαρακτηρίζαμε, χαρακτηρίζατε, χαρακτήριζαν ή χαρακτηρίζανε
Αόριστος
Οριστική
χαρακτήρισα, χαρακτήρισες, χαρακτήρισε, χαρακτηρίσαμε, χαρακτηρίσατε, χαρακτήρισαν ή χαρακτηρίσανε
να χαρακτηρίσω, να χαρακτηρίσεις, να χαρακτηρίσει, να χαρακτηρίσουμε, να χαρακτηρίσετε, να χαρακτηρίσουν (ή να χαρακτηρίσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: χαρακτήρισε – β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίστε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίζω, θα χαρακτηρίζεις, θα χαρακτηρίζει, θα χαρακτηρίζουμε, θα χαρακτηρίζετε, θα χαρακτηρίζουν (ή θα χαρακτηρίζουνε)
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίσω, θα χαρακτηρίσεις, θα χαρακτηρίσει, θα χαρακτηρίσουμε, θα χαρακτηρίσετε, θα χαρακτηρίσουν (ή θα χαρακτηρίσουνε)
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω χαρακτηρίσει, θα έχεις χαρακτηρίσει, θα έχει χαρακτηρίσει, θα έχουμε χαρακτηρίσει, θα έχετε χαρακτηρίσει, θα έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Παρακείμενος
Οριστική
έχω χαρακτηρίσει, έχεις χαρακτηρίσει, έχει χαρακτηρίσει, έχουμε χαρακτηρίσει, έχετε χαρακτηρίσει, έχουν(ε) χαρακτηρίσει
να έχω χαρακτηρίσει, να έχεις χαρακτηρίσει, να έχει χαρακτηρίσει, να έχουμε χαρακτηρίσει, να έχετε χαρακτηρίσει, να έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Μετοχή
έχοντας χαρακτηρίσει
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα χαρακτηρίσει, είχες χαρακτηρίσει, είχε χαρακτηρίσει, είχαμε χαρακτηρίσει, είχατε χαρακτηρίσει, είχαν(ε) χαρακτηρίσει
Παθητική φωνή
Ενεστώτας
Οριστική
χαρακτηρίζομαι, χαρακτηρίζεσαι, χαρακτηρίζεται, χαρακτηριζόμαστε, χαρακτηρίζεστε, χαρακτηρίζονται
να χαρακτηρίζομαι, να χαρακτηρίζεσαι, να χαρακτηρίζεται, να χαρακτηριζόμαστε, να χαρακτηρίζεστε, να χαρακτηρίζονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίζεστε
Μετοχή
χαρακτηριζόμενος, χαρακτηριζόμενη, χαρακτηριζόμενο
Παρατατικός
Οριστική
χαρακτηριζόμουν, χαρακτηριζόσουν, χαρακτηριζόταν, χαρακτηριζόμαστε, χαρακτηριζόσαστε, χαρακτηρίζονταν
Αόριστος
Οριστική
χαρακτηρίστηκα, χαρακτηρίστηκες, χαρακτηρίστηκε, χαρακτηριστήκαμε, χαρακτηριστήκατε, χαρακτηρίστηκαν ή χαρακτηριστήκανε
Υποτακτική
να χαρακτηριστώ, να χαρακτηριστείς, να χαρακτηριστεί, να χαρακτηριστούμε, να χαρακτηριστείτε, να χαρακτηριστούν ή να χαρακτηριστούνε
& να χαρακτηρισθώ, να χαρακτηρισθείς, να χαρακτηρισθεί, να χαρακτηρισθούμε, να χαρακτηρισθείτε, να χαρακτηρισθούν ή να χαρακτηρισθούνε
Προστακτική
β΄ ενικού: χαρακτηρίσου – β΄ πληθυντικό: χαρακτηριστείτε / χαρακτηρισθείτε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίζομαι, θα χαρακτηρίζεσαι, θα χαρακτηρίζεται, θα χαρακτηριζόμαστε, θα χαρακτηρίζεστε, θα χαρακτηρίζονται
Οριστική
θα χαρακτηριστώ, θα χαρακτηριστείς, θα χαρακτηριστεί, θα χαρακτηριστούμε, θα χαρακτηριστείτε, θα χαρακτηριστούν ή θα χαρακτηριστούνε
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω χαρακτηριστεί, θα έχεις χαρακτηριστεί, θα έχει χαρακτηριστεί, θα έχουμε χαρακτηριστεί, θα έχετε χαρακτηριστεί, θα έχουν(ε) χαρακτηριστεί
Παρακείμενος
Οριστική
έχω χαρακτηριστεί, έχεις χαρακτηριστεί, έχει χαρακτηριστεί, έχουμε χαρακτηριστεί, έχετε χαρακτηριστεί, έχουν(ε) χαρακτηριστεί
Υποτακτική
να έχω χαρακτηριστεί, έχεις χαρακτηριστεί, έχει χαρακτηριστεί, έχουμε χαρακτηριστεί, έχετε χαρακτηριστεί, έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& να έχω χαρακτηρισθεί, να έχεις χαρακτηρισθεί, να έχει χαρακτηρισθεί, να έχουμε χαρακτηρισθεί, να έχετε χαρακτηρισθεί, να έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
Μετοχή
χαρακτηρισμένος, χαρακτηρισμένη, χαρακτηρισμένο
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα χαρακτηριστεί, είχες χαρακτηριστεί, είχε χαρακτηριστεί, είχαμε χαρακτηριστεί, είχατε χαρακτηριστεί, είχαν(ε) χαρακτηριστεί
Πηγή σημειώσεων:
Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής,
Κέντρο Λεξικολογίας



