Κωνσταντίνος
Καβάφης «Ο Οράτιος εν Αθήναις» Εἰς τῆς ἑταίρας Λέας το δωμάτιον, ὅπου κομψότης, πλοῦτος, κλίνη ἁπαλή, νέος, με ἴασμας εἰς τας χεῖρας, ὁμιλεῖ. Κοσμοῦσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί, κ’ ἐκ σηρικοῦ λευκοῦ φορεῖἱμάτιον με ἀνατολικά κεντήματ’ ἐρυθρᾶ. Ἡ γλῶσσα του εἶν’ Ἀττικὴ καί καθαρά, ἀλλ’ ἐλαφρός τις τόνος ἐν τῇ προφορᾷ τον Τίβεριν
προδίδει και το Λάτιον. Ὁ νέος την ἀγάπην του ὁμολογεῖ, κ’ ἡἈθηναία τον ἀκούει ἐν σιγῇ τον εὔγλωττόν της ἐραστὴν Ὁράτιον· κ’ ἔκθαμβος βλέπει νέους κόσμους τοῦ Καλοῦ ἐντός τοῦ πάθους τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ. [1897] Κ. Π. Καβάφης,
Αποκηρυγμένα Ποιήματα και Μεταφράσεις (1886-1898), Φιλολογική Επιμέλεια: Γ. Π.
Σαββίδης, Εκδόσεις Ίκαρος. Ο Κωνσταντίνος
Καβάφης στο αποκηρυγμένο αυτό ποίημα παρουσιάζει ένα πιθανά φανταστικό
επεισόδιο από την περίοδο που ο ποιητής Οράτιος συμπλήρωνε τις σπουδές του στην
Αθήνα. Ο Καβάφης εκφράζει την εκτίμησή του για τον Ρωμαίο ομότεχνό του και
εμμέσως υπενθυμίζει την ελληνομάθειά του, η οποία στα χρόνια του Οράτιου
θεωρούταν ακόμη αναγκαία γνώση για κάθε καλλιεργημένο άνθρωπο. Εἰς τῆς ἑταίρας Λέας το δωμάτιον, ὅπου κομψότης, πλοῦτος, κλίνη ἁπαλή, νέος, με ἴασμας εἰς τας χεῖρας, ὁμιλεῖ. Ο Οράτιος
βρίσκεται στην Αθήνα, όταν είναι ακόμη πολύ νέος, περίπου δεκαοκτώ με είκοσι
ετών, οπότε δεν έχει αποκτήσει ακόμη φήμη. Είναι ένας νέος που έχει τη
δυνατότητα να απολαμβάνει αμέριμνος τα όσα έχει να προσφέρει η ιστορική πόλη
των γραμμάτων, αλλά και της σαρκικής ευδαιμονίας. Το δωμάτιο της εταίρας Λέας
είναι κομψό, γεγονός που υποδηλώνει το εκλεπτυσμένο της γούστο, καθώς και πλούσιο,
κάτι που φανερώνει πως η συγκεκριμένη εταίρα είναι διάσημη και δέχεται
ευκατάστατους επισκέπτες. Το κρεβάτι της, επίσης, είναι απαλό, κάτι που υπονοεί
πως γνωρίζει να προσφέρει εξαίσιες απολαύσεις στους επισκέπτες της. Ο νέος ποιητής
μιλάει, έχοντας γιασεμιά στα χέρια, και προφανώς έχει την οικονομική άνεση να
απασχολεί τον χρόνο της περιζήτητης εταίρας. Ο Οράτιος δεν είχε χάσει ακόμη την
πατρική του περιουσία και δεν είχε βιώσει την ανάγκη της συνεχούς εργασίας για
τη διασφάλιση της επιβίωσής του. Κοσμοῦσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί, κ’ ἐκ σηρικοῦ λευκοῦ φορεῖἱμάτιον με ἀνατολικά κεντήματ’ ἐρυθρᾶ. Τα δάχτυλα του
νέου ποιητή κοσμούνται με πολύτιμους λίθους και το ένδυμά του είναι από λευκό
μετάξι, το οποίο έχει κόκκινα κεντήματα ανατολικής τεχνοτροπίας. Ο Οράτιος
επιδεικνύει όχι μόνο την οικονομική του άνεση, αλλά και τη συνειδητή ενδυματολογική
του διαφοροποίηση από τους υπόλοιπους ως στοιχείο δήλωσης της προσωπικής του
ταυτότητας. Φροντίζει, άρα, να ξεχωρίζει από τους άλλους, γεγονός που
προοιωνίζει και τη μετέπειτα πνευματική του πορεία. Ἡ γλῶσσα του εἶν’ Ἀττικὴ καί καθαρά, ἀλλ’ ἐλαφρός τις τόνος ἐν τῇ προφορᾷ τον Τίβεριν
προδίδει και το Λάτιον. Ο Ρωμαίος ποιητής
γνωρίζει άριστα την αττική διάλεκτο και την ομιλεί με καθαρότητα, χωρίς ωστόσο
να αποκρύπτεται πλήρως η καταγωγή του, εφόσον στην προφορά του υπάρχει, έστω
και ανεπαίσθητος, ένας τόνος που φανερώνει τις ιταλικές του ρίζες. Με την
αναφορά, μάλιστα, στον ποταμό Τίβερη και στην περιοχή του Λάτιου, ο Καβάφης
φροντίζει να παραπέμψει ειδικότερα στη Ρώμη, παρ’ όλο που ο Οράτιος αντλούσε
την καταγωγή του από τη νότια Ιταλία. Ὁ νέος την ἀγάπην του ὁμολογεῖ, κ’ ἡἈθηναία τον ἀκούει ἐν σιγῇ τον εὔγλωττόν της ἐραστὴν Ὁράτιον· Η νεότητα του
Οράτιου τον παρασύρει να εξομολογηθεί στην εταίρα τα αισθήματα αγάπης που
νιώθει, κι εκείνη τον ακούει σιωπηλή όχι τόσο γιατί γνωρίζει πως ο νέος μπερδεύει
μέσα του τον ενθουσιασμό και τη λαγνεία με την αγάπη, αλλά γιατί η εκφραστική
του ευχέρεια τής προκαλεί θαυμασμό. Ο νεαρός Οράτιος μπορεί να έχει ακόμη την
αγαθότητα της ηλικίας του και να μην κατανοεί πλήρως τα συναισθήματά του για
την Αθηναία εταίρα, αυτός όμως δεν σημαίνει πως οι ιδέες του και ο τρόπος που τις
εκφράζει δεν φέρουν τη σφραγίδα του ευφυή μελλοντικού ποιητή. κ’ ἔκθαμβος βλέπει νέους κόσμους τοῦ Καλοῦ ἐντός τοῦ πάθους τοῦ μεγάλου Ἰταλοῦ. Η εταίρα, αν και
έχει επίγνωση πως τα συναισθήματα του νεαρού Οράτιου δεν γίνεται να οδηγήσουν
κάπου, μένει έκπληκτη από το βάθος και την αγαθότητα των λεγομένων του. Το
πάθος του νεαρού Ιταλού τής επιτρέπει να αντικρίσει νέους κόσμους της αρετής
και του Καλού, γεγονός που πιστοποιεί την πρώιμη ευφυΐα του μεγάλου Ιταλού
ποιητή, καθώς και το πώς ο ίδιος αντίκριζε το νόημα της αγάπης και του έρωτα. Ο
Οράτιος αφήνεται να νιώσει αισθήματα αγάπης για μια γυναίκα που δεν μπορεί να του
τα ανταποδώσει, κατορθώνει, εντούτοις, να τη συνεπάρει με την καθαρότητα των
ιδεών του και με τον εντυπωσιακό τρόπο που τής παρουσιάζει τη φύση της αγάπης, όπως
εκείνος τη νιώθει και την καταλαβαίνει. Σχόλια του Γ. Π.
Σαββίδη: Το σονέτο αυτό είναι γραμμένο σε
12σύλλαβους με ομοιοκαταληξία αβββ, αγγγ, αδδ, αεε. Οι στ. 1, 5, 9, 12 (όλοι με
ομοιοκαταληξία α) είναι προπαροξύτονοι, και όλοι οι υπόλοιποι οξύτονοι. Πρώτη εμφάνιση του θέματος ξενόγλωσσου
ποιητή ο οποίος εκφράζεται ελληνικά. Ο Οράτιος Φλάκκος (65-8 π.Χ.) πράγματι
σπούδασε στην Αθήνα σε ηλικία π. 18-21 ετών — λέγεται μάλιστα πως έγραψε τους
πρώτους στίχους του ελληνικά. Η σκηνή που περιγράφει το ποίημα, είναι
πιθανότατα φανταστική. Το όνομα Λέα δεν είναι ελληνικό, αλλά προφανώς λατινική
μορφή του Λέαινα που μάλλον ως παρατσούκλι αποδίδεται σε τουλάχιστον δύο
διάσημες εταίρες: η πρώτη συνδέονταν με τον Αρμόδιο ή τον Αριστογείτονα· η
δεύτερη με τον Δημήτριο Πολιορκητή. Ενδέχεται ο Καβάφης να εταύτιζε ώς ένα
βαθμό τον εαυτό του με τον Οράτιο: η προφορά και η περιβολή του ήταν
«αγγλίζουσα ελαφρότατα» (Ξενόπουλος), και ο Οράτιος έχασε και αυτός την πατρική
του περιουσία και αναγκάστηκε να γίνει δημόσιος υπάλληλος. Εκτός από τον
επίτιτλο του «Ένας Γέρος» (Ωδές, Β΄, 14, 1), ο ποιητής πιθανόν να οφείλει στον
Οράτιο τον πυρήνα του «Η Πόλις» (πρβ. Επιστολές, Α, 11). Το θέμα απαιτεί
ειδικότερη μελέτη. Πληροφορίες για τον
Οράτιο από τον MichaelVonAlbrecht: Ο Κόιντος Οράτιος Φλάκκος (Q. Horatius
Flaccus) γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 65 π.Χ. στη Βενουσία. Έτσι,
συγκαταλέγεται μαζί με τον Λίβιο Ανδρόνικο και τον Έννιο στους ποιητές που
χάρισε στη Ρώμη η νότια Ιταλία. Ο πατέρας του, ένας απελεύθερος, του έδωσε με
αυτοθυσία την καλύτερη δυνατή ανατροφή. Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων
στην πρωτεύουσα οι αυταρχικές παιδαγωγικές αντιλήψεις του περίφημου Ορβιλίου
τού εμφύτευσαν μιαν αποστροφή προς την αρχαϊκή λατινική γραμματεία. Ο Οράτιος
σπουδάζει ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία στην Αθήνα (epist. 2, 2, 44). Εκεί
προσχωρεί στην παράταξη του Βρούτου· μάχεται κατά των οπαδών του Καίσαρα με
έναν εκπληκτικά υψηλό στρατιωτικό βαθμό – ως tribunus, δηλ. χιλίαρχος. Μετά την
ήττα στους Φιλίππους (42 π.Χ., carm. 2, 7) και την απώλεια των πατρικών του κτημάτων,
η φτώχεια πρέπει να τον έκανε ποιητή: έτσι υποστηρίζει ο ίδιος με σατιρική
αυτοειρωνεία (epist. 2, 2, 50-52). Επιστρέφοντας στην Αιώνια Πόλη εξαγοράζει
την ευπόληπτη θέση ενός γραφέα στο δημόσιο ταμείο (scriba quaestorius). Συναντά γνωστούς πάτρωνες της λογοτεχνικής
ζωής, μεταξύ των οποίων τον Ασίνιο Πολλίωνα (πρβ. carm. 2, 1) και τον Μάρκο
Βαλέριο Μεσσάλλα (πρβ. ars 371). Ο Βεργίλιος και ο Βάριος μετά από υπόδειξη
πρόσεξαν τα ποιήματά του και τον συνέστησαν στον Μαικήνα (38 π.Χ.). Αυτός τον
δέχεται στον κύκλο του και του δωρίζει ένα κτήμα στη Σαβίνη μετά το 35 π.Χ.,
όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το πρώτο βιβλίο των Σατιρών. Η φιλία τους
μένει ουσιαστικά αλώβητη, καθώς ο Μαικήνας ξέρει πράγματι να σέβεται τη μεγάλη
ανάγκη του ποιητή γιαελευθερία (epist. 1, 7). Ακόμη και ο Αύγουστος, που του προσέφερε τη θέση
ιδιαίτερου γραμματέα, πρέπει να διαπίστωσε ότι ο ποιητής δεν εξαγοράζεται και
τελικά συμβιβάστηκε μ’ αυτό. Το έτος 17 π.Χ. ανατίθεται στον Οράτιο η τιμητική
εντολή να συνθέσει τον Ύμνο της Εκατονταετίας και να διδάξει ένα χορό αγοριών
και κοριτσιών. Έτσι είχε την τύχη να δει τον εαυτό του να αναγνωρίζεται από τον
πολιτισμένο κόσμο ως ο κατ’ εξοχήν ρωμαίος λυρικός – δηλ. ο ποιητής, ο
μουσικός, ο μεσίτης προς το θεό. Ο Οράτιος πεθαίνει στις 27 Νοεμβρίου του έτους
8 π.Χ. – λίγο μετά τον Μαικήνα, με τον οποίο ήδη από πολύ καιρό ένιωθε πως τον
είχε συνδέσει η μοίρα του (carm. 2, 17), και θάβεται πλάι του. Η ζωή οδήγησε τον Οράτιο από τη «θύελλα
και ορμή» και από τη δημοκρατική στράτευση στην ησυχία και την αποχώρηση. Μόνον
όποιος αποτιμήσει σωστά τον νεανικό ενθουσιασμό και τη φιλοδοξία του μπορεί να
υπολογίσει πόσο δύσκολα κατακτάται η αταραξία των γηρατειών, η οποία μόνο σ’
έναν βιαστικό αναγνώστη θα μπορούσε να φανεί αυτονόητη. ΠΗΓΕΣ, ΠΡΟΤΥΠΑ,
ΕΙΔΗ Η πολλαπλότητα των λογοτεχνικών ειδών που
καλλιέργησε ο Οράτιος αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα της ιδιοσυγκρασίας του.
Πρότυπο της ιαμβικής του ποίησης είναι ο Αρχίλοχος από την Πάρο· αυτό βέβαια
ισχύει περισσότερο για το μέτρο και τη γενικότερη επιθετική διάθεση παρά για τη
θεματολογία (epist. 1, 19, 23-25). Ο Οράτιος αποφεύγει τον ασυμβίβαστο
προσωπικό ψόγο που χαρακτηρίζει τον Αρχίλοχο· επιτίθεται μόνο σε ανώνυμα ή
ασήμαντα πρόσωπα. Μετασχηματίζει μια παραδεδομένη λογοτεχνική φόρμα με ένα νέο
πνεύμα και έτσι δημιουργεί κάτι καινούριο στη ρωμαϊκή λογοτεχνία· έχει
εκπαιδευτεί στην τεχνική της ελληνιστικής ποίησης, στους Ίάμβους του Καλλιμάχου
καθώς και στο επίγραμμα. Έτσι, τον διακρίνει εντυπωσιακή υφολογική κομψότητα. Ο Οράτιος κατονομάζει ως πρότυπα των Ωδών
τον Αλκαίο και τη Σαπφώ· η σύνδεση με τον πρώτο διαπιστώνεται πολύ σαφέστερα· η
ωδή 1, 23 θυμίζει τον Ανακρέοντα (απόσπ. 39 D.)· αυτός είναι δυνατόν να είχε
επηρεάσει τον ποιητή ήδη και στις Επωδούς, ο Πίνδαρος π.χ. είναι παρών στην ωδή
1, 12 (πρβ. Ολ. 2)· ο Ύμνος της Εκατονταετίας παρουσιάζει επίσης πινδαρική
δομή. Ο Οράτιος στην ωδή 4, 2 απορρίπτει ρητά –σε σχέση προς τον Αύγουστο– ένα
συναγωνισμό με τον έλληνα τιτάνα της λυρικής ποίησης, ωστόσο και μόνο η λοιπή υψηλή
θεματική του τέταρτου βιβλίου δημιουργεί ένα παράλληλο προς τον Πίνδαρο.
Εξάλλου, η επίδραση της αλεξανδρινής ποίησης στις Ωδές είναι πολύ μεγάλη· και
εδώ εμφανίζονται πολλές φορές οι τεχνικές του ελληνιστικού επιγράμματος.
Παραινετικές ωδές (όπως οι 2, 14· 15· 16· 3, 24) θυμίζουν τη διατριβή, αυτός
όμως ο συσχετισμός δεν μας δίνει τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε τη λυρική τους
δύναμη. Ο φιλοσοφικός προβληματισμός αποτελεί ένα ενοποιητικό στοιχείο σ’ αυτό
το έργο ζωής του Ορατίου. Στις Σάτιρες ο Οράτιος ακολουθεί τον
Λουκίλιο και τον ανταγωνίζεται με κριτικό πνεύμα (βλ. παρακάτω Ιδεολογία Ι:
Λογοτεχνικός στοχασμός). Πέραν αυτών σημαντικός για τον Οράτιο είναι ο
Λουκρήτιος ως επικούρειος και συγχρόνως ως ποιητής φιλοσοφικών εξαμέτρων· την
παράδοση της διατριβής θυμίζουν κάποιες αναφορές στις ανάγκες της φύσης, η
μνεία των τιμωριών του Κάτω Κόσμου, το μοτίβο της προσκυνηματικής μετάβασης σε
κρυφές πηγές. Εδώ εμφανίζονται στωικά και κυνικά στοιχεία. Ο Οράτιος
επικαλείται ρητά τον Βίωνα τον Βορυσθενίτη (epist. 2, 2, 60)· ωστόσο δεν θα
ήταν σωστό να υπερτονίσουμε την επιρροή της διατριβής. Για επιμέρους θέματα ο
ποιητής είναι δυνατόν να έχει και άλλους ορίζοντες: έτσι σε θέματα καλοφαγίας
(sat. 2, 4· 2, 8) ενδέχεται να οφείλει ερεθίσματα στον Αρχέστρατο από τη Γέλα
(έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου) και στον Έννιο. Η αρχή της σάτιρας 2,
4 θυμίζει έντονα τον πλατωνικό διάλογο Φαίδρο (228 b). Όσον αφορά τις Επιστολές, ήδη ο Λουκίλιοs
είχε γράψει παλαιότερα ποιητικές επιστολές. Ο Οράτιος όμως τώρα δημιουργεί ένα
εντελώς νέο λογοτεχνικό είδος, που δίνει τη δυνατότητα πραγμάτευσης ποικίλων
θεμάτων της καθημερινής ζωής και της ηθικής ολοκλήρωσης από μια προσωπική
σκοπιά. Ο Οράτιος γνωρίζει τον στωικισμό καθώς και τον επικουρισμό, στον οποίο
μάλιστα βρίσκεται πλησιέστερα (π.χ. epist. 1, 4, 16), απέχει όμως πολύ από μια
δογματική στάση: θέλει να μεταδώσει μια πρακτική φιλοσοφία της ζωής. Για την Ars poetica ο Οράτιος στηρίζεται,
κατά τη μαρτυρία του Πορφυρίου, στον Νεοπτόλεμο από το Πάριον· είναι όμως
δύσκολο να εντοπισθούν αδιαμφισβήτητα παράλληλα. Michael Von
Albrecht, Ιστορία της Ρωμαϊκής Λογοτεχνίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Η κρίση του 1985
και το διάλειμμα λιτότητας έως το 1987 Ήδη από το 1984 τα σύννεφα στο εξωτερικό
ισοζύγιο της χώρας συσσωρεύονταν. Το 1985 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών
συναλλαγών εκτινάχθηκε στα 3.3 δις δολάρια. Η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπό τον
Ανδρέα Παπανδρέου που σχηματίστηκε μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου
1985 και πήρε οριστική μορφή προς το τέλος του καλοκαιριού αποφάσισε (ή
αναγκάστηκε) μετά από πολλούς δισταγμούς, εξαιτίας του αναμενόμενου πολιτικού
κόστους, να υιοθετήσει ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης, το οποίο συμφώνησε με την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το οποίο συνοδεύθηκε από ειδικό
Κοινοτικό δάνειο ύψους 1.7 δις. Ο οικονομικός αναπροσανατολισμός προκάλεσε
τρανταγμούς στον κυβερνητικό χώρο. Η ΓΣΕΕ διασπάστηκε και ορισμένα προβεβλημένα
στελέχη του κυβερνώντος κόμματος με επικεφαλής τον πρώην υπουργό Γεράσιμο
Αρσένη αποχώρησαν ιδρύοντας νέο κόμμα. Γενικά ένα τμήμα των στελεχών αναζητούσε
λύση των προβλημάτων σε «περισσότερο σοσιαλισμό». Με τον ίδιο τρόπο εξηγούν
σήμερα ακόμη πολλοί ειδικοί τα προβλήματα, τα αποδίδουν δηλαδή στους δισταγμούς
της κυβέρνησης να εφαρμόσει ένα πλήρες πρόγραμμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ανατέθηκε
στον καθηγητή Κωνσταντίνο Σημίτη. Στη διαμόρφωση και παρακολούθηση του
προγράμματος σταθεροποίησης, που θα εφαρμοσθεί στη συνέχεια, σημαντικό ρόλο θα
παίξει ο καθηγητής Γιάννης Σπράος και ο Νίκος Γκαργκάνας της Τράπεζας της
Ελλάδος. Δύο ήταν οι αιχμές της πολιτικής εκείνης. Η άμεση βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας με την υποτίμηση της δραχμής και η περικοπή της συνολικής
ζήτησης. Οι πιστώσεις περιορίστηκαν, οι φόροι αυξήθηκαν, έγινε προσπάθεια
συμπίεσης των κρατικών δαπανών και οι πραγματικοί μισθοί περικόπηκαν δραστικά
–περίπου κατά 13.4% μέσα σε δύο χρόνια, αν και δεν σήκωσαν τα ίδια βάρη όλοι οι
μισθωτοί. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το πρόγραμμα
σταθεροποίησης ήταν μονόπλευρο και εν μέρει αδικαιολόγητα αντιαναπτυξιακό. Για
να μειωθούν οι δαπάνες περικόπηκαν δραστικά οι δημόσιες επενδύσεις. Αλλά το
κύριο πρόβλημα της πολιτικής εκείνης ήταν ότι άφησε τις πηγές που διόγκωναν τα
δημοσιονομικά ελλείμματα ανέπαφες. Η ενσωματωμένη στο σύστημα ελλειμματικότητα
έμεινε αλώβητη. Τέλος, εγκαταλείφθηκε κάθε προσπάθεια προγραμματισμού. Το τέλος
του «πενταετούς» συνέπεσε σχεδόν με την εξαγγελία της λιτότητας. Η αναγκαία, μολονότι κόλουρη, εκείνη
πολιτική ανετράπη στη συνέχεια ολοσχερώς καθώς η δημόσια οικονομία υποτάχθηκε
πλήρως στις ανάγκες της αναπαραγωγής της εξουσίας. Η διόγκωση των
δημοσιονομικών ελλειμμάτων που ακολούθησε την παραίτηση του Κωνσταντίνου Σημίτη
είναι εντυπωσιακή. Το 1989 τα ελλείμματα (καθαρός δανεισμός της Γενικής
Κυβέρνησης) έφθασαν το 14.4% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας τα όρια συναγερμού του
1984-85, προσθέτοντας νέα χρέη, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και
πιέζοντας το εξωτερικό ισοζύγιο. Για μερικά χρόνια ακόμη, εξαιτίας του
εκλογικού συστήματος και της πολιτικής αστάθειας, η κατάσταση θα παραμείνει
σχεδόν εκτός ελέγχου. Οι ελληνικές
επιδόσεις Αναδρομικά, η τάση της δεκαετίας του 1980
ήταν ο στασιμοπληθωρισμός, συνοδευόμενος από μεγάλα τρέχοντα ελλείμματα και
φθίνουσα ανταγωνιστικότητα. Ο μακροοικονομικός απολογισμός ως προς την Ελλάδα
ήταν ένας απ’ τους χειρότερους στην Κοινοτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της
δεκαετίας. Επίσης, αντιτίθετο έντονα με τα επιτεύγματα της δεκαετίας του 1960,
ακόμη και αυτής του 1970. Το πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν αυξήθηκε κατά τη
δεκαετία 1981-1990 με ένα ετήσιο ποσοστό 1.4% έναντι 4.7% την προηγούμενη
περίοδο (1971-1980). Στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες η ανάπτυξη έφτασε κατά μέσον
όρο τα 2.3 % στη δεκαετία του 1980. Σε αναπτυξιακούς όρους, η ελληνική
οικονομία άρχισε να υπολείπεται των οικονομιών άλλων κρατών-μελών. Η Ελλάδα
έχανε έδαφος ακόμη και συγκριτικά με τα νέα μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την
Πορτογαλία και την Ισπανία. Οι τελευταίες είδαν όντως τα εισοδήματά τους να
αυξάνονται πιο ραγδαία από άλλα κράτη-μέλη κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας
του 1980, ενώ η Ελλάδα έμενε πίσω. Έτσι, οι ιβηρικές χώρες ήταν ικανές να
«προλάβουν» τα πιο πλούσια κράτη-μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι οικονομίες
τους πολιτικές διέφεραν επίσης. Η Ισπανία και η Πορτογαλία εφάρμοσαν
διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες προκάλεσαν επενδύσεις και μια μετατόπιση προς
μια εξαγωγικά προσανατολισμένη παραγωγή που αξιοποιούσε τα συγκριτικά τους
πλεονεκτήματα. Αυτό, με τη σειρά του, υποβοήθησε το άνοιγμα των οικονομιών τους
όταν εισήλθαν στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Το
ζήτημα είναι ότι οι οικονομικές πολιτικές στην Ελλάδα αναίρεσαν διάφορα πιθανά
αποτελέσματα της ένταξης. Ενάντια σ’ αυτό, άλλοι επιμένουν στην επίδραση της
«πρόωρης» φιλελευθεροποίησης εφαρμοζόμενης από την ένταξη στις Ευρωπαϊκές
Κοινότητες και τη σημασία του αρχικού αναπτυξιακού χάσματος για την οικονομική
απόδοση του ασθενέστερου, σ’ αυτή την περίπτωση, της Ελλάδας. Οι ελληνικές
επιχειρήσεις δεν είχαν καμία πιθανότητα να αντέξουν το ξέσπασμα των
ανταγωνιστικών πιέσεων μετά την προσχώρηση. Συνάγεται απ’ αυτό το πρότυπο
ανάλυσης, ότι τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τους πόρους της Κοινότητας
αναιρέθηκαν σε μεγάλο βαθμό από «τις αντισταθμιστικές μεταβιβάσεις αξίας εκτός
της οικονομίας, κυρίως μέσω εμπορικών ροών» (T. Giannitsis, The Economy of
Greece in the Perspective of the Single Market). Η ένταξη per se προκάλεσε
«σοβαρά κόστη σε όρους αποβιομηχανοποίησης, στάσιμα ποσοστά ανάπτυξης, έξοδο
των μεγάλων εταιριών και υψηλή διείσδυση εισαγωγών». Κανένα απ’ τα παραπάνω συμπτώματα φτωχής
απόδοσης δεν μπορεί πραγματικά να αμφισβητηθεί. Κατά τη δεκαετία του 1980 ο
αριθμός των μεγάλων εταιρειών μειώθηκε (μια καθαρά δυσμενής διαρθρωτική τάση),
το ποσοστό των εισαγωγών στην εγχώρια πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε από 25.8%
(1978-80) σε 43.1% (1989) και τα ποσοστά ανάπτυξης υποχώρησαν δραματικά. Αλλά,
ακόμη κι αν δεχθούμε την άποψη που δίνει έμφαση στην «πρόωρη» φιλελευθεροποίηση
και στο αρχικό αναπτυξιακό χάσμα, παραμένουν ακόμη πολλά που πρέπει ν’
αποδοθούν στην πολιτική αποτυχία: οι επίσημα ενθαρρυνόμενες αυξήσεις των πραγματικών
μισθών μείωσαν την ανταγωνιστικότητα την περίοδο που ήταν επειγόντως αναγκαία,
τα ανερχόμενα ελλείμματα του προϋπολογισμού πυροδότησαν τον πληθωρισμό,
αντιφατικοί έλεγχοι αγορών και εκτεταμένη εθνικοποίηση προκάλεσαν σπατάλες
πόρων (όπως δείχνει καθαρά η ιστορία των προβληματικών επιχειρήσεων)
αποθαρρύνοντας έτσι την προσαρμογή, ενώ, τέλος, το ανερχόμενο βάρος του χρέους
κατέστη μία μόνιμη πηγή αβεβαιότητας και φτωχών επενδύσεων. Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών
Κωνσταντίνος
Καβάφης [Χρώματα] Τα κόκκινα, τα
κίτρινα, και τα μαβιά των λουλουδιών
είν’ έμορφα, το παραδέχομαι. Αλλά το χρώμα σαν
φαντάζομαι, το σταθερό κι
αμόλυντο το χρώμα, δεν πάει ο νους
μου στα λουλούδια, αλλά στο κόκκινο το
ρουμπινί ή το κοραλλί, στο κίτρινο του
τοπαζιού και στο μάλαμα, και στων σαπφείρων
και των περουζέδων τα μαβιά. Κ. Π. Καβάφης,
Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini,
Εκδόσεις Ίκαρος Το συγκεκριμένο
ποίημα, αν και φαινομενικά έχει ως θέμα του τα χρώματα, στην πραγματικότητα λειτουργεί
ως έμμεση παραδοχή του ποιητή πως το εφήμερο και ευάλωτο στη φθορά που
διακρίνει τη φύση δεν τον συγκινεί ιδιαίτερα. Ο ποιητής προτιμά στοιχεία σταθερότερα,
τα οποία μπορούν να αψηφήσουν τη φθορά του χρόνου και να διεκδικήσουν μια
διαρκέστερη ύπαρξη. Λανθάνει υπ’ αυτή την έννοια μια σύγκριση ανάμεσα στο
παροδικό κάλλος της φύσης και τη διαχρονική ομορφιά της τέχνης, η οποία -αν υπηρετηθεί
σωστά- μπορεί να αποδώσει έργα που αντέχουν στον χρόνο και συνεχίζουν να θέλγουν
τους αποδέκτες τους ακόμη και αιώνες μετά. Τα κόκκινα, τα
κίτρινα, και τα μαβιά των λουλουδιών
είν’ έμορφα, το παραδέχομαι. Ο ποιητής δεν απορρίπτει
ούτε υποτιμά την ομορφιά της φύσης, αναγνωρίζει, για παράδειγμα, πως ο χρωματικός
πλούτος των λουλουδιών είναι ιδιαίτερα γοητευτικός. Είναι, εντούτοις, σαφές, όπως
αυτός προκύπτει από την ποιητική του παραγωγή, πως η φύση διαδραματίζει
ασήμαντο ρόλο στον ποιητικό του κόσμο. Η φύση είναι μεν όμορφη, αλλά προσφέρει
στα δημιουργήματά της μια ομορφιά μικρής διάρκειας. Ως εκ τούτου, όταν ο
ποιητής φέρνει στη σκέψη του τα χρώματα, δεν τα φαντάζεται όπως αυτά
εμφανίζονται στα εφήμερα λουλούδια. Αλλά το χρώμα σαν
φαντάζομαι, το σταθερό κι
αμόλυντο το χρώμα, δεν πάει ο νους
μου στα λουλούδια, Η μορφή του
χρώματος που λειτουργεί για τον ποιητή ως η πιο χαρακτηριστική του εκδοχή δεν
βρίσκεται στα λουλούδια, διότι ο ποιητής θέλει το χρώμα στον πλέον «σταθερό»
και «αμόλυντο» χαρακτήρα του. Τα δύο αυτά επίθετα («σταθερό», «αμόλυντο»)
φανερώνουν την επιθυμία του ποιητή να αντικρίζει το χρώμα εντελώς απαλλαγμένο
από τη φθορά του χρόνου και από το «μίασμα» της θνητότητας και του εφήμερου.
Διαφαίνεται, έτσι, πως ο ποιητής επιδιώκει τον εντοπισμό των στοιχείων εκείνων
που βρίσκονται έξω από την επικράτεια του χρόνου και της αλλοίωσης που αυτός επιφέρει. αλλά στο κόκκινο το
ρουμπινί ή το κοραλλί, στο κίτρινο του
τοπαζιού και στο μάλαμα, και στων σαπφείρων
και των περουζέδων τα μαβιά. Η αμόλυντη μορφή
του χρώματος, για τον ποιητή, εντοπίζεται στους πολύτιμους λίθους, στο
ρουμπίνι, στο τοπάζι και το ζαφείρι, που το διατηρούν αναλλοίωτο, χωρίς να επηρεάζονται
από τον χρόνο, την εποχή ή τις καιρικές συνθήκες. Οι πολύτιμοι λίθοι -όπως σε
ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης τα έργα τέχνης- δεν συνδέονται με την έννοια της φθοράς,
της γήρανσης και της θνητότητας. Επιτρέπουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, στον ποιητή
να θαυμάζει το χρώμα τους, χωρίς να έχει στη σκέψη του το επώδυνο της αλλοίωσης
και του εφήμερου. Ας σημειωθεί ότι ο
περουζές (αλλιώς κάλαϊς) είναι πολύτιμος λίθος με γαλαζοπράσινο χρώμα, ενώ το
μάλαμα σημαίνει χρυσάφι.
Σευῆρου βασιλεύοντος ὁ κόσμος εὐτυχεῖ μακάριοι Νικομήδεις Κωνσταντίνος
Καβάφης [Σκλάβος και δούλος] Σκλάβος και
δούλος, χωρίς καμιά χαρά, σκυμμένος στο ίδιο
έργον για σαράντα χρόνια επάνω στο τραπέζι
τα νομίσματ’ αραδιάζει τα νέα που ο δήμος
της Νίκαιας βγάζει. Τα πιάνει κ’ ένα,
ένα τα μετρά⸱ και με τα θολά απ’
το γήρας μάτια του με προσοχή αν είναι η επιγραφή
σωστή εξετάζει. Αν ξανακάμει
λάθος, είπανε, θα βασανισθεί, και τρέμουνε τα
χέρια του. «Σευήρου
βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί». Κ. Π. Καβάφης,
Ατελή Ποιήματα 1918-1932, Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini,
Εκδόσεις Ίκαρος Ο Κωνσταντίνος
Καβάφης προσεγγίζει στο άτιτλο αυτό ποίημα τη θεματική του γήρατος από μια
διαφορετική οπτική, καθώς δεν εστιάζει, όπως συνήθως, στην απώλεια της νεότητας
και του νεανικού κάλλους ή στην ανία των γηρατειών και στην αναπόληση χαμένων
ευκαιριών ή απολαύσεων, αλλά στη δυσκολία επιβίωσης του ατόμου που είναι
αναγκασμένο να εργάζεται παρά το προχωρημένο της ηλικίας του. Τα γηρατειά,
μάλιστα, δεν εξετάζονται ως μια κατάσταση φθοράς που αφορά αποκλειστικά το ίδιο
το άτομο, αλλά ως προς το πώς αντιμετωπίζεται το ηλικιωμένο άτομο από τους άλλους.
Προσδίδεται, έτσι, στη θεματική του γήρατος μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση. Σκλάβος και
δούλος, χωρίς καμιά χαρά, σκυμμένος στο ίδιο
έργον για σαράντα χρόνια επάνω στο τραπέζι
τα νομίσματ’ αραδιάζει τα νέα που ο δήμος
της Νίκαιας βγάζει. Η συνεχής εργασία
του κρατικού δούλου (servus publicus) που λειτουργεί ως το κεντρικό πρόσωπο του
ποιήματος, παρουσιάζεται στον πρώτο στίχο με σχήμα πλεονασμού λόγω της συνωνυμίας
των λέξεων («σκλάβος και δούλος») και με έναν εμπρόθετο τρόπου που δηλώνει
στέρηση («χωρίς καμιά χαρά»), για να διαφανεί εμφατικά η δυστυχία που βιώνει το
άτομο. Επί σαράντα χρόνια περιορισμένος μπροστά από ένα τραπέζι κάνει «το ίδιο
έργο», την ίδια ακριβώς κουραστική και επαναλαμβανόμενη εργασία, χωρίς καν να
έχει την προοπτική πως θα κερδίσει την ελευθερία του ή έστω την παραμυθία πως
έχει μια ευχάριστη ιδιωτική ζωή ως αντίβαρο για τον επίμοχθο εργασιακό του βίο.
Ο ηλικιωμένος υπάλληλος
έχει ως αρμοδιότητα τον προσεκτικό έλεγχο των νέων νομισμάτων που κόβει ο δήμος
της Νίκαιας. Η ιστορική αυτή πόλη βρίσκεται κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά στη
βορειοδυτική Τουρκία και αποτελούσε την εποχή εκείνη (193 – 211 μ.Χ.) τμήμα της
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα πιάνει κ’ ένα,
ένα τα μετρά⸱ και με τα θολά απ’
το γήρας μάτια του με προσοχή αν είναι η
επιγραφή σωστή εξετάζει. Ο ηλικιωμένος
υπάλληλος, παρά το γεγονός ότι δεν βλέπει πια καλά λόγω της ηλικίας του, είναι
υποχρεωμένος να μετράει ένα προς ένα τα νέα νομίσματα και συνάμα να ελέγχει αν
η επιγραφή, η αφιερωμένη στον αυτοκράτορα, είναι σωστή. Η εργασία του, ως εκ
τούτου, είναι όχι μόνο κουραστική, αλλά και μεγάλης ευθύνης, διότι όποιο πιθανό
λάθος στα νέα νομίσματα βαραίνει τον ηλικιωμένο υπάλληλο και όχι τους χειρώνακτες
τεχνίτες, εφόσον τα νομίσματα κυκλοφορούν μετά τη δική του έγκριση. Την περίοδο
κατά την οποία εκτυλίσσεται το περιστατικό του ποιήματος τα νομίσματα κόβονταν
με μια χειροκίνητη διαδικασία σφυρηλάτησης που δεν επέτρεπε απόλυτη ακρίβεια
στο τελικό αποτέλεσμα. Αν ξανακάμει
λάθος, είπανε, θα βασανισθεί, και τρέμουνε τα
χέρια του. «Σευήρου
βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί». Ο ηλικιωμένος
αισθάνεται βαθιά φοβισμένος («τρέμουνε τα χέρια του»), διότι τον απείλησαν πως
αν ξανακάνει λάθος στη δουλειά του θα τον βασανίσουν, και γνωρίζει καλά πως δεν
πρόκειται για μια κενή απειλή. Διαφαίνεται, έτσι, πως παρά το γεγονός ότι έχει
διατηρήσει τη θέση αυτή για τέσσερις δεκαετίες -κάτι που υποδηλώνει πως τον θεωρούν
τίμιο και τον εμπιστεύονται- δεν έχουν εντούτοις τον στοιχειώδη σεβασμό για την
ηλικία του και τα προβλήματα που την ακολουθούν. Αν και ηλικιωμένος, αν και
έχει υπηρετήσει το κράτος με συνέπεια για δεκαετίες, θα τιμωρηθεί σκληρά, αν
κάνει λάθος. Αντιμετωπίζεται, δηλαδή, ο ηλικιωμένος δούλος με την ίδια
αυστηρότητα που θα αντιμετωπιζόταν οποιοσδήποτε άλλος, σαν να μην έχει καμία
απολύτως σημασία η μακρόχρονη θητεία του και η πολυετής συνέπειά του. Η επίγνωση,
επομένως, πως παρά τα χρόνια που έχει αφιερώσει στην εργασία του δεν έχει το δικαίωμα
να αναμένει κάποια πιο ευνοϊκή μεταχείριση επιτείνει το αίσθημα δυστυχίας του.
Σαράντα χρόνια μετά συνεχίζει να υπόκειται στον ίδιο αυστηρό έλεγχο όπως όλοι,
σαν να μην του έχει διασφαλίσει η αφοσίωσή του ούτε το ελάχιστο προνόμιο. «Σευήρου
βασιλεύοντος ο κόσμος ευτυχεί». Η ειρωνεία που
προκύπτει ανάμεσα στην επαινετική για τον αυτοκράτορα Σευήρο επιγραφή και την
πραγματικότητα που βιώνει ο ηλικιωμένος ήρωας είναι εμφανής και καυστική. Ο
ποιητής φροντίζει να τονίσει και να τεκμηριώσει τη δυστυχία του ήρωα, προκειμένου
να είναι ξεκάθαρο πως η δήλωση ότι «ο κόσμος ευτυχεί» είναι περισσότερο μια
προπαγανδιστική διατύπωση παρά μια απτή πραγματικότητα. Ο κρατικός δούλος
αντιμετωπίζεται με σκληρότητα, χωρίς κανένα σεβασμό για την προχωρημένη ηλικία
του και χωρίς καμία κατανόηση για τη μειωμένη δυνατότητά του να αντεπεξέλθει
στα καθήκοντά του. Η τραγικότητα έγκειται στο ότι ο άνθρωπος αυτός αναγκάζεται
να επιτελέσει ένα έργο που απαιτεί ακρίβεια, την ώρα που το σώμα του τον
προδίδει. Η ειρωνεία είναι έντονη: η προσπάθειά του να είναι ακριβής, παρά τη
φυσική του φθορά, δείχνει έναν άνθρωπο που παλεύει να διασφαλίσει την επιβίωσή
του και να ανταποκριθεί στο αίσθημα του καθήκοντος, ενώ το περιβάλλον του τον
καταδικάζει για κάτι που είναι αναπόφευκτο και απολύτως ανθρώπινο. Ιστορικό πλαίσιο Η επιγραφή του
νομίσματος επιτρέπει τη χρονική τοποθέτηση του περιστατικού στην περίοδο 193-211
μ.Χ., κατά την οποία αυτοκράτορας ήταν ο Σεπτίμιος Σευήρος. Για τον Σευήρο ο Karl Hoeberγράφει τα εξής: Ιδρυτής της αφρικανικής δυναστείας των
Ρωμαίων αυτοκρατόρων, γεννημένος στο LeptisMagna της Αφρικής, στις 11 Απριλίου 146· απεβίωσε στο York της Αγγλίας, στις 4 Φεβρουαρίου 211. Ο Σεβήρος
προερχόταν από μια οικογένεια που είχε λάβει τη ρωμαϊκή υπηκοότητα. Κατά τη
σταδιοδρομία του ως αξιωματούχος στη Ρώμη και στις επαρχίες, είχε τύχει της
εύνοιας του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου. Κατά τη βασιλεία του Κόμμοδου
διορίστηκε λεγάτος της τέταρτης λεγεώνας στον Ευφράτη, γεγονός που του έδωσε
την ευκαιρία να εξοικειωθεί με τις υποθέσεις της Ανατολής. Νυμφεύτηκε την
Ιουλία Δόμνα, μέλος ιερατικής οικογένειας της Έμεσας, η οποία ήταν η μητέρα του
Καρακάλλα και του Γέτα. Όταν ο αυτοκράτορας Πέρτιναξ δολοφονήθηκε από
στασιαστές στρατιώτες στη Ρώμη, ο Σεβήρος, ο οποίος ήταν τότε κυβερνήτης της
Άνω Παννονίας, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας στο Carnuntum από τις λεγεώνες του Δούναβη. Το γεγονός ότι οι ηγέτες
των στρατευμάτων στο ανατολικό και δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ήταν αμέσως
έτοιμοι να τον ακολουθήσουν αποτελεί ένδειξη ότι ο ίδιος ο Σεβήρος είχε
συμμετάσχει στη συνωμοσία κατά του νεκρού αυτοκράτορα. Ο Σεβήρος είχε σαφές πολιτικό όραμα,
ωστόσο δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα συμφέροντα της Ρώμης και της Ιταλίας.
έτρεφε μέσα του το φοινικικό μίσος για το ρωμαϊκό πνεύμα και ένστικτο και
ευνοούσε τους επαρχιώτες με κάθε τρόπο. Ήταν εκδικητικός και σκληρός απέναντι
στους αντιπάλους του και επηρεαζόταν από μια τυφλή δεισιδαιμονική πίστη στο
πεπρωμένο του, όπως αυτό ήταν γραμμένο στα άστρα. Με σιδερένια θέληση εργάστηκε
για να αναδιοργανώσει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά το πρότυπο του ανατολικού
δεσποτισμού. Τα στρατεύματα στην Ανατολή είχαν ανακηρύξει αυτοκράτορα τον ικανό
κυβερνήτη της Συρίας, Πεσκένιο Νίγηρα· οι λεγεώνες στη Βρετανία τον κυβερνήτη
Κλαύδιο Αλβίνο. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες στην Ιταλία και οι
συγκλητικοί τάχθηκαν στο πλευρό του Σεβήρου· ο Ιουλιανός, ο έπαρχος της
Πραιτωριανής Φρουράς, εκτελέστηκε. Ο Σεβήρος στήριξε την εξουσία του κυρίως
στις λεγεώνες των βαρβαρικών στρατευμάτων· τις απαθανάτισε στα νομίσματα, τους
παραχώρησε, εκτός από μεγάλα χρηματικά δώρα και το δικαίωμα γάμου, πληθώρα
προνομίων στη στρατιωτική και πολιτική υπηρεσία, έτσι ώστε σταδιακά οι λαοί που
ζούσαν στα σύνορα μπόρεσαν να αναγκάσουν τη Ρώμη να υποταχθεί στη θέλησή τους.
Η Πραιτωριανή Φρουρά μετατράπηκε σε σώμα εκλεκτών ανδρών από τις επαρχίες· στα
πρώτα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα, διοικητής τους ήταν ο δαιμόνιος Γάιος
Φούλβιος Πλαυτιανός, ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή στον Σεβήρο. Αφού
προετοίμασε προσεκτικά την αποφασιστική αναμέτρηση και αφού εξασφάλισε τον
αντίπαλό του στη Βρετανία με την απονομή του τίτλου του Καίσαρα, ο Σεβήρος
ξεκίνησε εκστρατεία κατά του επικίνδυνου αντιπάλου του, Νίγηρα. Νίκησε τον
υφιστάμενο του Νίγηρα, Ασκέλλιο Αιμίλιο, στην Κύζικο και τον ίδιο τον Νίγηρα
στην Ισσό. Στη συνέχεια προέλασε στη Μεσοποταμία, ίδρυσε τη νέα επαρχία της
Οσροηνής και τη νέα λεγεώνα που ονομάστηκε Παρθική. Χώρισε αρκετές παλαιές
επαρχίες σε μικρότερες διοικητικές περιφέρειες. Κατόπιν, ενώ βρισκόταν στην Αντιόχεια,
κήρυξε τον πόλεμο κατά του Αλβίνου και επέστρεψε στην Ευρώπη με αναγκαστικές
πορείες. Το 197 δόθηκε η αποφασιστική μάχη με τον Αλβίνο κοντά στο Λούγδουνο
της Γαλατίας. Ο Αλβίνος είχε υπό τις διαταγές του τις λεγεώνες της Βρετανίας,
της Γαλατίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας, ωστόσο παρά τις βαριές απώλειες,
ο Σεβήρος ήταν ο νικητής. Ο Αλβίνος σκοτώθηκε, οι οπαδοί του εξολοθρεύθηκαν
ολοκληρωτικά σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και η περιουσία τους δημεύτηκε
υπέρ του αυτοκράτορα. Οι απλοί στρατιώτες έλαβαν το δικαίωμα να εισέρχονται στη
Σύγκλητο και στην τάξη των ιππέων. Για τη μεγαλύτερη ασφάλεια της
αυτοκρατορικής εξουσίας, η Παρθική λεγεώνα στρατοπέδευσε στο Όρος Alba κοντά στη Ρώμη. Ο Σεβήρος πήγε στην Ασία για δεύτερη φορά,
διέσχισε τις χώρες στον Ευφράτη και τον Τίγρη, ενίσχυσε τη ρωμαϊκή κυριαρχία
και έδωσε στους ντόπιους ίσα δικαιώματα με τους Ιταλούς. Στη συνέχεια πήγε στην
Αίγυπτο, όπου παραχώρησε στην πόλη της Αλεξάνδρειας το προνόμιο της
αυτοδιοίκησης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σεβήρου ξέσπασε ο πέμπτος
διωγμός των Χριστιανών. Απαγόρευσε τον προσηλυτισμό στον Ιουδαϊσμό και τον
Χριστιανισμό. Ο διωγμός μαινόταν ιδιαίτερα στη Συρία και την Αφρική. Το 203, οι
αγίες Περπέτουα και Φελισιτάτα και οι σύντροφοί τους μαρτύρησαν στην Καρχηδόνα. Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη Ρώμη για τον
εορτασμό του δέκατου έτους της βασιλείας του, ανήγειρε την αψίδα του θριάμβου
που σώζεται μέχρι σήμερα και ενίσχυσε τον έλεγχό του στις ορδές των μισθοφόρων
του με συνεχείς χρηματικές παροχές και την απόδοση προνομίων εις βάρος της
στρατιωτικής πειθαρχίας. Η Σύγκλητος αντικαταστάθηκε από το Consistoriumprincipis (Συμβούλιο του Ηγεμόνα), ένα από τα μέλη του οποίου ήταν
ο διάσημος νομικός Παπινιανός. Αν και υπέφερε για χρόνια από ρευματική ποδάγρα,
ο Σεβήρος μετέβη στη Βρετανία, όπου είχαν ξεσπάσει ταραχές, προκειμένου να
απασχολήσει τους γιους του, οι οποίοι βρίσκονταν σε θανάσιμη έχθρα μεταξύ τους.
Αποκατέστησε το Τείχος του Αδριανού και ενίσχυσε εκ νέου τη ρωμαϊκή ισχύ στη
Βρετανία. KARL HOEBER Βιβλιογραφία: SCHILLER, Ιστορία της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εποχής, I (Gotha, 1883)· REVILLE, Η θρησκεία στη Ρώμη υπό τους Σεβήρους (Παρίσι, 1886)· NEUMANN, Το ρωμαϊκό κράτος και η καθολική εκκλησία, I (Λειψία, 1890)· DECAVALIERI, Το πάθος των Αγίων Περπέτουας και Φελισιτάτας (Ρώμη,
1896)· VONDOMASZEWSKI, Ιστορία των
Ρωμαίων αυτοκρατόρων (Λειψία, 1909)· DURUY, Ιστορία της
Ρώμης, μτφρ. RIPLEY
(Βοστώνη, 1894).