Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐράω - ἐρῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Steve Henderson

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ράω - ρ»
 
ρ: έχω έρωτα, αγαπώ με πάθος
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ρ, ρς, ρ, ρμεν, ρτε, ρσι(ν)
Υποτακτική
ρ, ρς, ρ, ρμεν, ρτε, ρσι(ν)
Ευκτική
ρμι, ρς, ρ ή ρην, ρης, ρη, ρμεν, ρτε, ρεν
Προστακτική
---, ρα, ράτω, ---, ρτε, ρώντων
Απαρέμφατο
ρν
Μετοχή
ρν, ρσα, ρν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ρν, το ρντος, τ ρντι, τόν ρντα, ρν
ο ρντες, τν ρώντων, τος ρσι, τούς ρντας, ρντες
 
Θηλυκό
ρσα, τς ρώσης, τ ρώσ, τήν ρσαν, ρσα
α ρσαι, τν ρωσν, τας ρώσαις, τάς ρώσας, ρσαι
 
Ουδέτερο
τό ρν, το ρντος, τ ρντι, τό ρν, ρν
τά ρντα, τν ρώντων, τος ρσι, τά ρντα, ρντα
 
Παρατατικός
ρων, ρας, ρα, ρμεν, ρτε, ρων
 
Μέλλοντας Μέσος (με ενεργητική σημασία)
Οριστική
ρασθήσομαι, ρασθήσ ή ρασθήσει, ρασθήσεται, ρασθησόμεθα, ρασθήσεσθε, ρασθήσονται
Ευκτική
ρασθησοίμην, ρασθήσοιο, ρασθήσοιτο, ρασθησοίμεθα, ρασθήσοισθε, ρασθήσοιντο
Απαρέμφατο
ρασθήσεσθαι
Μετοχή
ρασθησόμενος, ρασθησομένη, ρασθησόμενον
 
Αόριστος Μέσος (με ενεργητική σημασία)
Οριστική
ρασάμην, ράσω, ράσατο, ρασάμεθα, ράσασθε, ράσαντο
Υποτακτική
ράσωμαι, ράσ, ράσηται, ρασώμεθα, ράσησθε, ράσωνται
Ευκτική
ρασαίμην, ράσαιο, ράσαιτο, ρασαίμεθα, ράσαισθε, ράσαιντο
Προστακτική
---, ρασαι, ρασάσθω, ---, ράσασθε, ρασάσθων ή ρασάσθωσαν
Απαρέμφατο
ράσασθαι
Μετοχή
ρασάμενος, ρασαμένη, ρασάμενον
 
Μέση φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ρμαι, ρ, ρται, ρώμεθα, ρσθε, ρνται
Υποτακτική
ρμαι, ρ, ρται, ρώμεθα, ρσθε, ρνται
Ευκτική
ρμην, ρο, ρτο, ρμεθα, ρσθε, ρντο
Προστακτική
---, ρ, ράσθω, ---, ρσθε, ράσθων
Απαρέμφατο
ρσθαι
Μετοχή
ρώμενος, ρωμένη, ρώμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
ρώμενος, το ρωμένου, τ ρωμέν, τόν ρώμενον, ρώμενε
ο ρώμενοι, τν ρωμένων, τος ρωμένοις, τούς ρωμένους, ρώμενοι
 
Θηλυκό
ρωμένη, τς ρωμένης, τ ρωμέν, τήν ρωμένην, ρωμένη
α ρωμέναι, τν ρωμένων, τας ρωμέναις, τάς ρωμένας, ρωμέναι
 
Ουδέτερο
τό ρώμενον, το ρωμένου, τ ρωμέν, τό ρώμενον, ρώμενον
τά ρώμενα, τν ρωμένων, τος ρωμένοις, τά ρώμενα, ρώμενα
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ράσθην, ράσθης, ράσθη, ράσθημεν, ράσθητε, ράσθησαν
Υποτακτική
ρασθ, ρασθς, ρασθ, ρασθμεν, ρασθτε, ρασθσι(ν)
Ευκτική
ρασθείην, ρασθείης, ρασθείη, ρασθείημεν, ρασθείητε, ρασθεεν
Προστακτική
---, ράσθητι, ρασθήτω, ---, ράσθητε, ρασθέντων ή ρασθήτωσαν
Απαρέμφατο
ρασθναι
Μετοχή
ρασθείς, ρασθεσα, ρασθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ρασμαι, ρασαι, ρασται, ράσμεθα, ρασθε, ρασμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
ρασμένος-ρασμένη-ρασμένον
ρασμένος-ρασμένη-ρασμένον ς
ρασμένος-ρασμένη-ρασμένον
ρασμένοι-ρασμέναι-ρασμένα μεν
ρασμένοι-ρασμέναι-ρασμένα τε
ρασμένοι-ρασμέναι-ρασμένα σι(ν)
 
Ευκτική
ρασμένος-ρασμένη-ρασμένον εην
ρασμένος-ρασμένη-ρασμένον εης
ρασμένος-ρασμένη-ρασμένον εη
ρασμένοι-ρασμέναι-ρασμένα εμεν
ρασμένοι-ρασμέναι-ρασμένα ετε
ρασμένοι-ρασμέναι-ρασμένα εεν
 
Προστακτική
---, ρασο, ράσθω, ---, ρασθε, ράσθων
 
Απαρέμφατο
ράσθαι
Μετοχή
ρασμένος-ρασμένη-ρασμένον
 
Υπερσυντέλικος
ράσμην, ρασο, ραστο, ράσμεθα, ρασθε, ρασμένοι σαν