Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: «Όταν η Ευρώπη θα γίνει Αφρο-ευρώπη»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: «Όταν η Ευρώπη θα γίνει Αφρο-ευρώπη»
 
Εισαγωγικό σημείωμα
Στο άρθρο του ο Έκο προσεγγίζει ιστορικά το φαινόμενο της μετανάστευσης.
 
Κείμενο
     Πρόσφατα οι εφημερίδες ασχολήθηκαν εξαιρετικά με τα προβλήματα που δημιουργούνται από τους ξένους (νόμιμους ή παράνομους) εργαζόμενους στην Ιταλία. Στην «La Repubblica» δημοσιεύτηκε ένα σκίτσο που παρουσίαζε δύο σιλουέτες: μια τεράστια Αφρική και μια μικροσκοπική Ιταλία. Η Φλωρεντία δεν ήταν ούτε σημαδάκι. Στην «Corriere della Sera» δημοσιεύτηκε πολύ περιληπτικά, η ιστορία των κλιματολογικών αλλαγών που σημειώθηκαν στον πλανήτη μας από το 4.000 π.Χ. μέχρι σήμερα. Φαινόταν, λοιπόν, καθαρά ότι η γονιμότητα του εδάφους ή η ξηρασία έχουν προκαλέσει κατά καιρούς τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών που άλλαξαν την όψη του πλανήτη και δημιούργησαν τον πολιτισμό που γνωρίζουμε είτε άμεσα είτε από τα βιβλία της ιστορίας.
     Σήμερα, μπροστά στο πρόβλημα των λεγόμενων εξωκοινοτικών (χαριτωμένος ευφημισμός που, όπως είπαν, θα πρέπει να περιλαμβάνει και τους Ελβετούς ή τους τουρίστες απ’ το Τέξας), πρόβλημα που ενδιαφέρει όλα τα έθνη της Ευρώπης, συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε σαν να βρισκόμαστε απέναντι σ’ ένα φαινόμενο μετανάστευσης. Μετανάστευση έχουμε όταν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι μιας χώρας με υπερπληθυσμό, θέλουν να πάνε και να ζήσουν σε μιαν άλλη χώρα (για παράδειγμα οι Ιταλοί στην Αυστραλία). Φυσικά, η χώρα που θα τους φιλοξενήσει, θα πρέπει να ρυθμίσει τη ροή της μετανάστευσης ανάλογα με τις δυνατότητες της, όπως είναι λογικό να συλλαμβάνει και να απελαύνει τους μετανάστες που εγκληματούν. Το ίδιο λογικό είναι να συλλαμβάνει και να τιμωρεί τους εγκληματίες, είτε είναι δικοί της κάτοικοι, είτε είναι τουρίστες που φέρνουν πολύτιμο συνάλλαγμα.
     Σήμερα όμως, στην Ευρώπη, δε βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα φαινόμενο μετανάστευσης. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα φαινόμενο μετακίνησης πληθυσμών. Βέβαια, δεν έχει τη βίαιη και σαρωτική μορφή που είχαν οι εισβολές των γερμανικών λαών στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία, δεν έχει την ακατανίκητη ορμή της αραβικής επέκτασης μετά την Εγίρα, δεν έχει την αργή κίνηση της ακαθόριστης εκείνης ροής που οδήγησε κάποιους άγνωστους λαούς από την Ασία στην Ωκεανία, πάνω από στενές λουρίδες γης που σήμερα είναι σκεπασμένες απ’ τη θάλασσα. Ένα άλλο κεφάλαιο της ιστορίας του ανθρώπου μας μιλάει για τη δημιουργία και την εξαφάνιση κάποιων πολιτισμών που ακολούθησαν τη μεγάλη ροή των μετακινήσεων, αρχικά από τη Δύση προς την Ανατολή (γι’ αυτό το θέμα όμως ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε), κι ύστερα απ’ την Ανατολή προς τη Δύση, αρχίζοντας μια χιλιόχρονη κίνηση από τις πηγές του Ινδού ως τις Ηράκλειες Στήλες και στη συνέχεια, σε τέσσερεις αιώνες, από τις Ηράκλειες Στήλες στην Καλιφόρνια και την Γη του Πυρός.
     Τώρα η μετακίνηση είναι ανεπαίσθητη επειδή έχει τη μορφή μιας πτήσης με το αεροσκάφος, μιας σύντομης παραμονής στα γραφεία αλλοδαπών ή ενός παράνομου ξεμπαρκαρίσματος, γίνεται από τον Νότο, που όλο και περισσότερο τον βασανίζει η πείνα και η ξηρασία, προς τον Βορρά. Μοιάζει με μετανάστευση, πρόκειται όμως για μετακίνηση. Είναι ένα ιστορικό γεγονός με ανυπολόγιστες συνέπειες. Δεν γίνεται με ορδές που απ’ όπου περνάνε με τ’ άλογα τους δεν ξαναφυτρώνει χορτάρι. Γίνεται με μικρές ταπεινές ομάδες που κινούνται διακριτικά. Δεν θα χρειαστεί, όμως, αιώνες ή χιλιετίες αλλά μόνο δεκαετίες. Κι όπως όλες οι μεγάλες μετακινήσεις, θα έχει σαν τελικό αποτέλεσμα μια εθνική αναδιάρθρωση στις χώρες προορισμού, μιαν αναπόφευκτη αλλαγή στα ήθη, μιαν ασυγκράτητη διασταύρωση που θα αλλάξει στατιστικά το χρώμα του δέρματος, των μαλλιών και των ματιών σ’ ολόκληρο τον πληθυσμό, ακριβώς όπως λίγοι Νορμανδοί εγκατέστησαν στην Σικελία απόγονους ξανθούς και με γαλανά μάτια.
     Οι μεγάλες μετακινήσεις, τουλάχιστον κατά την ιστορική περίοδο, δημιουργούσαν φόβους. Αρχικά γίνονται προσπάθειες να αποφευχθούν. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες χτίζουν οχυρά και στέλνουν τις λεγεώνες τους να υποτάξουν και να δαμάσουν τους παρείσακτους. Στη συνέχεια γίνονται κάποιες συμφωνίες και στους νεοφερμένους επιβάλλεται κάποια πειθαρχία. Αργότερα παραχωρείται ο τίτλος του Ρωμαίου πολίτη σ’ όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Τελικά, πάνω στα ερείπια της Ρώμης, θα οικοδομηθούν τα λεγόμενα βαρβαρικά βασίλεια από τα οποία θα δημιουργηθούν τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, οι γλώσσες που τόσο περήφανα μιλάμε, οι πολιτικοί και οι κοινωνικοί μας θεσμοί. Όταν στους αυτοκινητόδρομους συναντάμε τοποθεσίες που ιταλικότατα ονομάζονται Usmate ή Biandrate, δεν θυμόμαστε ότι πρόκειται για λογκοβαρδικές καταλήξεις. Εξάλλου, από πού προέρχονται άραγε εκείνα τα ετρουσκικά χαμόγελα που συναντάμε ακόμη και σήμερα σε τόσα και τόσα πρόσωπα της κεντρικής Ιταλίας;
     Οι μετακινήσεις δεν σταματούν. Απλούστατα, ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε μια νέα εποχή, την εποχή της αφρο-ευρωπαϊκής κουλτούρας.
 
Eco, U. (1990). Σημειώματα. Μτφ. Θ. Ιωαννίδης.
Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης. 174-176.
 
Περίσταση επικοινωνίας
Πεδίο: Αφορά τη φύση και το θέμα της κοινωνικής δραστηριότητας και προσδιορίζει το περιεχόμενο του κειμένου (τι συμβαίνει, ποιο είναι το θέμα της επικοινωνίας).
 
Το πεδίο του κειμένου αφορά την κοινωνική δραστηριότητα του σχολιασμού και της ανάλυσης του φαινομένου της μετανάστευσης και των μαζικών μετακινήσεων πληθυσμών στο πλαίσιο ενός άρθρου. Το περιεχόμενο επικεντρώνεται στη διάκριση μεταξύ απλής μετανάστευσης και ευρύτερης μετακίνησης από τον Νότο προς τον Βορρά. Ο συγγραφέας προσεγγίζει το θέμα με ιστορική προοπτική (αναφορές στις ρωμαϊκές λεγεώνες, στις εισβολές γερμανικών λαών και στην αραβική επέκταση) και αναλύει τις αναπόφευκτες δημογραφικές και πολιτισμικές συνέπειες που θα οδηγήσουν σε μια μελλοντική «αφρο-ευρωπαϊκή» κουλτούρα.
 
Συνομιλιακοί ρόλοι: Προσδιορίζουν τις κοινωνικές σχέσεις εκείνων που μετέχουν σε μια περίσταση επικοινωνίας (ποιοι, με ποιες ιδιότητες συμμετέχουν). Οι συνομιλιακοί ρόλοι δομούν τις διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις των συμμετεχόντων, τη συναισθηματική απόσταση, τη συχνότητα των επαφών τους (π.χ. επίσημο - ανεπίσημο ύφος, σχέσεις οικειότητας, σχέσεις ιεραρχίας κ.λπ.).
 
Οι συμμετέχοντες στην επικοινωνία είναι ο πομπός, δηλαδή ο συγγραφέας/διανοούμενος (Umberto Eco), και οι δέκτες, δηλαδή το ευρύ αναγνωστικό κοινό (αρχικά αναγνώστες εφημερίδων και έπειτα αναγνώστες του βιβλίου «Σημειώματα»). Η κοινωνική σχέση έχει έναν βαθμό απόστασης και επισημότητας (καθώς πρόκειται για δοκίμιο/άρθρο), ωστόσο το ύφος παραμένει προσιτό στο κοινό.
 
Διάθεση: μπορούμε να δίνουμε πληροφορίες (δηλώσεις, τυπικά με δηλωτικές προτάσεις), να ζητάμε πληροφορίες (ερωτήσεις, τυπικά με ερωτηματικές προτάσεις), να ζητάμε από τους άλλους να κάνουν κάτι (οδηγίες/εντολές, τυπικά με προστατικές προτάσεις).
 
Ο πομπός κυρίως δίνει πληροφορίες και εκφράζει προσωπικές διαπιστώσεις ή αναλύσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο, κυριαρχούν οι δηλωτικές προτάσεις («Σήμερα όμως, στην Ευρώπη, δε βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα φαινόμενο μετανάστευσης.», «Οι μετακινήσεις δεν σταματούν.»). Εμφανίζονται σποραδικά και ερωτήσεις ρητορικού χαρακτήρα («Εξάλλου, από πού προέρχονται άραγε εκείνα τα ετρουσκικά χαμόγελα...;») για να προβληματίσουν τον αναγνώστη.
 
Τροπικότητα: Διακρίνεται σε επιστημική, που σχετίζεται με τον βαθμό βεβαιότητας του ομιλητή (υπόθεση, δυνατότητα, πιθανότητα, βεβαιότητα), και δεοντική, που σχετίζεται με την αναγκαιότητα πραγματοποίησης αυτού για το οποίο γίνεται λόγος (επιθυμία, ευχή, πρόθεση, υποχρέωση).
 
Στο άρθρο αυτό εντοπίζεται κυρίως επιστημική τροπικότητα με υψηλό βαθμό βεβαιότητας, ειδικά όταν ο συγγραφέας κάνει προβλέψεις για το μέλλον. Χρησιμοποιεί οριστική έγκλιση και μελλοντικούς χρόνους που δηλώνουν βεβαιότητα για την εξέλιξη των γεγονότων («θα έχει σαν τελικό αποτέλεσμα», «θα αλλάξει στατιστικά το χρώμα του δέρματος», «ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε μια νέα εποχή»). Υπάρχει επίσης και δεοντική τροπικότητα (π.χ. «θα πρέπει να ρυθμίσει τη ροή», «είναι λογικό να συλλαμβάνει») όταν αναφέρεται στην ορθολογική διαχείριση από τη μεριά της πολιτείας απέναντι στους μετανάστες.
 
Τα στοιχεία του κειμένου που δικαιολογούν εν μέρει την ένταξή του στο κειμενικό είδος της εξήγησης:
- Στις πρώτες παραγράφους, ο συγγραφέας ορίζει, κατηγοριοποιεί και διασαφηνίζει το φαινόμενο για το οποίο μιλάει. Ξεκαθαρίζει μάλιστα τη διαφορά μεταξύ της «μετανάστευσης» (που αφορά λίγους που αναζητούν μια καλύτερη ζωή κάπου αλλού) και της ευρύτερης «μετακίνησης πληθυσμών», εισάγοντας έτσι την έννοια προς εξήγηση.
- Ο συγγραφέας εξηγεί γιατί συμβαίνει το φαινόμενο (αιτιολογία: ξηρασία, πείνα στον Νότο) και πώς πραγματοποιείται σήμερα σε σχέση με το παρελθόν (με πτήσεις και διακριτικές ομάδες αντί για βίαιες εισβολές). Παράλληλα, οργανώνει την εξήγηση ανατρέχοντας στο παρελθόν και παραθέτοντας χρονικά τα βήματα των ιστορικών μετακινήσεων: οι Ρωμαίοι αρχικά χτίζουν οχυρά, στη συνέχεια κάνουν συμφωνίες, αργότερα παραχωρούν τον τίτλο του πολίτη και τελικά αφομοιώνονται.
 
Τα στοιχεία του κειμένου που δικαιολογούν την ένταξή του στο κειμενικό είδος της επιχειρηματολογίας:
Το κείμενο ακολουθεί την τυπική δομή της επιχειρηματολογίας:
Αποδεικτέα θέση (ισχυρισμός): Ο κεντρικός ισχυρισμός του συγγραφέα διατυπώνεται καθαρά: «Σήμερα όμως, στην Ευρώπη, δε βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα φαινόμενο μετανάστευσης. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα φαινόμενο μετακίνησης πληθυσμών.».  
Επιχειρήματα και τεκμήρια: Για να στηρίξει τη θέση του, χρησιμοποιεί ιστορικά τεκμήρια (δεδομένα). Αναφέρεται στις κλιματολογικές αλλαγές από το 4.000 π.Χ., στις εισβολές γερμανικών λαών, στην αραβική επέκταση, στους Νορμανδούς της Σικελίας και στις πολιτικές των Ρωμαίων αυτοκρατόρων απέναντι στους «βαρβάρους».  
Συμπέρασμα: Καταλήγει λογικά στο συμπέρασμα (το οποίο αποτελεί και την κατακλείδα του): «Οι μετακινήσεις δεν σταματούν. Απλούστατα, ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε μια νέα εποχή, την εποχή της αφρο-ευρωπαϊκής κουλτούρας.». 
 
Η γλώσσα της επιχειρηματολογίας
Στο κείμενο εντοπίζονται σχεδόν όλα τα γλωσσικά χαρακτηριστικά της επιχειρηματολογίας:
Αποφαντικές (δηλωτικές) προτάσεις: Κυριαρχούν στο κείμενο, προσδίδοντας κύρος και σαφήνεια («Μετανάστευση έχουμε όταν...», «Τώρα η μετακίνηση είναι ανεπαίσθητη...»). 
Διαρθρωτικές λέξεις/φράσεις: Υπάρχει ξεκάθαρη σύνδεση των νοημάτων. Χρησιμοποιούνται δείκτες αντίθεσης («Σήμερα όμως»), συμπεράσματος/αιτίου-αποτελέσματος («λοιπόν», «γι' αυτό τον λόγο», «ως τελικό αποτέλεσμα») και χρόνου («Αρχικά», «Στη συνέχεια», «Αργότερα», «Τελικά»).  
Ρητορικά ερωτήματα: Ο Έκο χρησιμοποιεί ένα άκρως εύστοχο ρητορικό ερώτημα για να προβληματίσει τον αναγνώστη και να ενισχύσει το επιχείρημά του για την ιστορική ανάμειξη των πληθυσμών: «Εξάλλου, από πού προέρχονται άραγε εκείνα τα ετρουσκικά χαμόγελα που συναντάμε ακόμη και σήμερα σε τόσα και τόσα πρόσωπα της κεντρικής Ιταλίας;».  
Επιστημική και δεοντική τροπικότητα:
Επιστημική (εκφράζει βεβαιότητα για το μέλλον): «θα οικοδομηθούν τα λεγόμενα βαρβαρικά βασίλεια», «θα αλλάξει στατιστικά το χρώμα του δέρματος».  
Δεοντική (εκφράζει αναγκαιότητα/λογική υποχρέωση): «θα πρέπει να ρυθμίσει τη ροή...», «είναι λογικό να συλλαμβάνει».
 
Η ρητορική της επιχειρηματολογίας (Τρόποι πειθούς)
 
Επίκληση στη λογική: Αποτελεί τον βασικό τρόπο πειθούς. Ο Έκο χρησιμοποιεί τον τρόπο του επαγωγικού συλλογισμού. Φέρνει πληθώρα εμπειρικών δεδομένων/παραδειγμάτων από το παρελθόν (Ρωμαίοι, Νορμανδοί, λογκοβαρδικές καταλήξεις τοπωνυμίων) για να καταλήξει σε μια γενίκευση (οι μεγάλες μετακινήσεις οδηγούν νομοτελειακά σε εθνική αναδιάρθρωση και νέους πολιτισμούς) και να ερμηνεύσει βάσει αυτής το σημερινό φαινόμενο.
 
Επίκληση στο ήθος του πομπού: Ο συγγραφέας αναδεικνύει τον εαυτό του ως σώφρονα και αντικειμενικό γνώστη του θέματος. Η χρήση του ιστορικού παρελθόντος και η ψύχραιμη ανάλυση του παρόντος, μακριά από υπερβολές για τους «ξένους», πείθουν τον αναγνώστη για την αξιοπιστία και τη βαθιά ευρυμάθειά του.
 
Επίκληση στο συναίσθημα: Αν και δευτερεύουσα, υπάρχει η πρόθεση να κατευνάσει τον φόβο («Οι μεγάλες μετακινήσεις... δημιουργούσαν φόβους») και την πιθανή εχθρικότητα του κοινού απέναντι στους ξένους, αναδεικνύοντας την ιστορική νομοτέλεια της διασταύρωσης των λαών.
 
Συνοχή μεταξύ παραγράφων
Η σύνδεση των παραγράφων μεταξύ τους επιτυγχάνεται κυρίως με γραμματικά και λεξιλογικά μέσα:
Γραμματικά μέσα (σύζευξη): Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στην αρχή των παραγράφων διαρθρωτικές λέξεις/φράσεις που δηλώνουν χρόνο και αντίθεση, προκειμένου να οργανώσει τη σκέψη του και να μεταβεί από το ένα νοηματικό κέντρο στο άλλο:
Η 2η παράγραφος ξεκινά με το χρονικό επίρρημα «Σήμερα, μπροστά στο πρόβλημα...» συνδέοντας το ιστορικό παρελθόν της 1ης παραγράφου με το παρόν.   
Η 3η παράγραφος συνδέεται με τη 2η μέσω σύζευξης που δηλώνει ταυτόχρονα χρόνο και αντίθεση: «Σήμερα όμως, στην Ευρώπη, δε βρισκόμαστε...».  
Η 4η παράγραφος ξεκινά επίσης με ένα χρονικό επίρρημα που λειτουργεί μεταβατικά: «Τώρα η μετακίνηση είναι ανεπαίσθητη...».  
Λεξιλογικά μέσα (επανάληψη - υπερωνυμία): Η μετάβαση από τη μία παράγραφο στην άλλη βασίζεται στη συνεχή επανάληψη και αντιπαραβολή βασικών όρων-κλειδιών (λεξιλογική συνοχή).
Η 2η παράγραφος αναλύει τη λέξη «μετανάστευση».
Η 3η παράγραφος διαψεύδει τον όρο «μετανάστευση» και εισάγει τον όρο «μετακίνηση πληθυσμών».
Η 4η παράγραφος συνεχίζει με τη λέξη «μετακίνηση».
Η 5η παράγραφος ξεκινά διευρύνοντας την έννοια με τη φράση «Οι μεγάλες μετακινήσεις...».
Η 6η παράγραφος κλείνει πάλι με το ίδιο ουσιαστικό: «Οι μετακινήσεις δεν σταματούν.». 
 
Συνεκτικότητα
Το κείμενο εμφανίζει άρτια συνεκτικότητα, καθώς είναι λογικά συγκροτημένο ως προς το θέμα, τον σκοπό και τις συμβάσεις του κειμενικού του είδους (αποδεικτικό δοκίμιο/άρθρο).
Θεματική του κειμένου και σκοπός: Όλες οι παράγραφοι υπηρετούν έναν ενιαίο σκοπό: να αποδείξουν ότι αυτό που βιώνει η Ευρώπη είναι μια αναπόφευκτη ιστορική μετακίνηση και όχι μια απλή μετανάστευση. Η νοηματική αλληλουχία είναι αυστηρή: αφορμή από την επικαιρότητα (1η παρ.) – λανθασμένη αντίληψη του φαινομένου (2η παρ.) – ορθή διάσταση του φαινομένου (3η-4η παρ.) – ιστορική αναλογία (5η παρ.) – λογικό συμπέρασμα (6η παρ.).  
Πολιτισμική γνώση: Η συνεκτικότητα εξασφαλίζεται και από το γεγονός ότι ο πομπός μοιράζεται κοινές πολιτισμικές και ιστορικές γνώσεις με τους δέκτες του. Για να συνδεθούν νοηματικά οι παράγραφοι, ο αναγνώστης πρέπει να κατέχει τη γνώση (ή να την προσλάβει μέσα από το κείμενο) για τις εισβολές των γερμανικών λαών, την αραβική επέκταση, τις ρωμαϊκές λεγεώνες και τα βαρβαρικά βασίλεια. Αυτές οι ιστορικές γνώσεις στηρίζουν τη λογική του δοκιμίου και καθιστούν το κείμενο συνεκτικό.  

Φρίντριχ Νίτσε «Η γέννηση της τραγωδίας» [απόσπασμα]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Φρίντριχ Νίτσε «Η γέννηση της τραγωδίας» [απόσπασμα]
 
     Στον διάλογο, που αποτελεί το απολλώνειο μέρος της ελληνικής τραγωδίας, η μορφή, η εξωτερική φαινομενικότητα, είναι απλή, διαυγής, ωραία. Με την έννοια αυτή ο διάλογος είναι η εικόνα του Έλληνα, που η φύση του αποκαλύπτεται στο χορό, γιατί στο χορό η μεγαλύτερη δύναμη είναι λανθάνουσα μονάχα και προδίνεται με την ευκινησία και την πληθωρική κίνηση. Έτσι η γλώσσα των ηρώων του Σοφοκλή μας ξαφνιάζει με την απολλώνεια ακρίβεια και καθαρότητά της, κι αμέσως πιστεύουμε πως βλέπουμε ως το βάθος της ύπαρξής τους, ενώ, με μια κάποια έκπληξη, αντιλαμβανόμαστε ότι ο δρόμος προς αυτό είναι τόσο βραχύς! Αν όμως κάνουμε αφαίρεση του χαρακτήρα του ήρωα που εμφανίζεται και εκδηλώνεται εξωτερικά — και που στο βάθος δεν είναι, τίποτ’ άλλο, παρά η φωτεινή μορφή που προβάλλεται πάνω σε σκοτεινή οθόνη, δηλαδή μια καθαρή φαινομενικότητα, — αν διεισδύσουμε στην έννοια του μύθου που προβάλλει τις φωτεινές του αντανακλάσεις, τότε εκείνο που ξαφνικά δοκιμάζουμε βρίσκεται σε αντίστροφη σχέση μ’ ένα πολύ γνωστό οπτικό φαινόμενο. Όταν επίμονα προσπαθήσουμε να κοιτάξουμε κατευθείαν τον ήλιο, κι’ έπειτα θαμπωμένοι αποστρέψουμε τα μάτια, παρουσιάζονται μπροστά στα μάτια μας σκοτεινές κηλίδες, που αποτελούν είδος αντίδοτου στο θάμπωμα. Κι’ αντίστροφα, οι φωτεινές αυτές εμφανίσεις των ηρώων του Σοφοκλή, με μια λέξη η απολλώνεια προσωπίδα του ρόλου τους, είναι τ’ αναγκαία αντανακλαστικά του βλέμματος, που διερεύνησε το φριχτό βάθος της φύσης, είναι κατά κάποιο τρόπο οι λαμπερές κηλίδες που πρέπει να γιατρέψουν το τραυματισμένο, απ’ τη φριχτή νύχτα, βλέμμα. Μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ελπίζουμε πως είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τη σοβαρή και σημαντική έννοια της «ελληνικής γαλήνης», τη στιγμή που βλέπουμε να σέρνεται παντού, στις μέρες μας, η λαθεμένη αντίληψη ότι αυτή η γαλήνη εκφράζει μια κατάσταση άνεσης, που τίποτα δεν την απειλεί.  
     Η οδυνηρότερη μορφή του ελληνικού θεάτρου, ο δυστυχισμένος Οιδίποδας, ερμηνεύεται απ’ το Σοφοκλή, σα μια ευγενική και γενναιόδωρη μορφή, πού ‘ναι καταδικασμένη, παρά τη σοφία της, στην πλάνη και στην αθλιότητα, μα που τελικά, χάρη ακριβώς στα φρικαλέα του μαρτύρια, ασκεί γύρω του μια μαγική ευεργετική δύναμη, που η ενέργειά της συνεχίζεται ακόμα και μετά το θάνατό του. «Ο ευγενικός άνθρωπος δεν αμαρτάνει» να τί θέλει να μας πει ο βαθυστόχαστος ποιητής. Οι πράξεις του μπορεί να εκμηδενίζουν τους νόμους, τη φυσική τάξη κι ακόμα τον ηθικό νόμο, ωστόσο χαράσσουν γύρω τους ένα μαγικό κύκλο μ’ ανώτερες συνέπειες, που θεμελιώνουν έναν καινούργιο κόσμο πάνω στα ερείπια του παλιού, που κατάρρευσε. Να τι θέλει να μας πει ο ποιητής, πού ‘ναι σύγχρονα κι ένας θρησκευτικός διανοητής: Σαν ποιητής, μας δείχνει στην αρχή τον κόμπο ενός ξεχωριστά πολύπλοκου αινίγματος, που ο δικαιοκριτής τον λύνει λίγο - λίγο, κρίκο - κρίκο, προκαλώντας την ίδια την καταστροφή του. Η ελληνική απόλαυση, που προκαλείται απ’ αυτή τη διαλεχτική λύση, είναι τόσο μεγάλη, που διαχέει μια πνοή ανώτερης γαλήνης πάνω σ’ ολόκληρο το έργο, και συντρίβει παντού τις αιχμές των τρομακτικών γεγονότων αυτής της εξέλιξης. Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ συναντάμε την ίδια αυτή γαλήνη, που την καταυγάζει όμως μια ασύγκριτη αίγλη. Απέναντι στο γέροντα που τον έχει γκρεμοτσακίσει η φριχτότερη δυστυχία, πού ‘ναι καταδικασμένος από το κάθε τι που τον αφορά και πού ‘χει παραδοθεί  π α θ η τ ι κ ά  σ’ ό,τι του συμβαίνει, — ορθώνεται μια υπεργήινη γαλήνη, που κατέρχεται από μια θεία σφαίρα και που μας δείχνει ότι ο ήρωας, σ’ αυτή την κατάσταση την καθαρά παθητική, μπορεί και καταχτά μιαν υπέρτατη ενεργητικότητα, που οι συνέπειές της, θα διαρκέσουν πολύ καιρό μετά το θάνατό του, ενώ, στην περασμένη του ζωή, όλες του οι προσπάθειες κι όλες οι συνειδητές του πράξεις τον οδηγούσαν σ’ αυτή μονάχα την παθητικότητα. Έτσι ο μπερδεμένος κόμπος του μύθου του Οιδίποδα, που φαίνεται άλυτος στα βλέμματα των θνητών, λύνεται αργά - αργά και μας συναρπάζει μια βαθύτερη ανθρώπινη χαρά μπροστά σ’ αυτή τη θεϊκή αντίθεση της διαλεχτικής. Αν η εξήγηση που δώσαμε δικαιώνει τον ποιητή, χρειάζεται ίσως ν’ αναρωτηθούμε ακόμα αν, μ’ αυτήν, εξαντλείται το περιεχόμενο του μύθου. Και τότε ανακαλύπτουμε πως η δημιουργία του ποιητή δεν είναι παρά η φωτεινή εικόνα, που μας προσφέρει η φύση, για να μας γιατρέψει έπειτα απ’ τη στιγμιαία ματιά μας στην άβυσσο. Ο Οιδίποδας, ο φονιάς του πατέρα του, ο σύζυγος της μητέρας του, ο Οιδίποδας ο νικητής της Σφίγγας! Τί να μας λέει άραγε η μυστηριώδικια τριλογία των μοιραίων τούτων πράξεων; Υπάρχει μια πανάρχαια, κυρίως περσική, λαϊκή παράδοση που αναφέρει ότι ένας σοφός μάγος μπορεί να γεννηθεί μονάχα από αιμομιξία. Έτσι στην περίπτωση του Οιδίποδα, — ερμηνευτή των αινιγμάτων και σύζυγο της μητέρας του, — μπορούμε να δώσουμε την ακόλουθη εξήγηση: όταν οι θεϊκές και μαγικές δυνάμεις ξεσκίζουν το πέπλο του χωρίζει το παρόν απ’ το μέλλον, συντρίβοντας τον άτεγκτο νόμο της ατομικότητας και το συνυφασμένο με τη φύση μυστήριο, πρέπει σαν αρχική αιτία να υπήρξε, στην πηγή όλων αυτών, κάποια καταπληκτική τερατωδία, — και στην περίπτωση του Οιδίποδα η αιμομιξία. Γιατί με ποιόν άλλο τρόπο θα μπορούσαμε να εξαναγκάσουμε τη φύση να μας αποκαλύψει τα μυστικά της, έξον απ’ τη νικηφόρα μας αντίσταση, δηλαδή με πράξεις παρά φύση. Στη φρικαλέα αυτή τριλογία των πεπρωμένων του Οιδίποδα ανακαλύπτω αναγραμμένη την ακόλουθη αλήθεια: ο ίδιος ο άνθρωπος που λύνει το αίνιγμα της φύσης, αυτής της δυσυπόστατης σφίγγας, θα συντρίψει επίσης τους ιερότερους νόμους της φύσης, γιατί θα γίνει ο φονιάς του πατέρα του και ο σύζυγος της μητέρας του. Ακόμα καλύτερα: ο μύθος αυτός φαίνεται σα να θέλει να μας υποβάλλει ότι η σοφία, και ακριβέστερα η διονυσιακή σοφία, αποτελεί παρά φύση τερατωδία, κι ότι εκείνος που με τη σοφία του γκρεμίζει τη φύση στην άβυσσο του μηδενός, αξίζει να συντριβεί απ’ τη φύση. «Η αιχμή της σοφίας στρέφεται κατά του σοφού, η σοφία αποτελεί έγκλημα ενάντια στη φύση». Αυτές είναι οι τρομαχτικές υποθήκες που μας προσφέρει ο μύθος. Μόλις όμως ο Έλληνας ποιητής αγγίζει, σαν ηλιαχτίδα, τον υπέροχο και τρομερό αυτό μύθο, ο μύθος αυτός, όμοιος με στήλη του Μέμνονα, αρχίζει ν’ αντηχεί με μελωδίες του Σοφοκλή.  
     Στη δόξα της παθητικότητας αντιπαρατάσσω τώρα τη δόξα της ενεργητικότητας, που φωτοστεφανώνει τον Προμηθέα του Αισχύλου. Εκείνο που ο στοχαστής Αισχύλος είχε να μας πει, μα που σαν ποιητής μας το υπέβαλλε μονάχα με μια συμβολική εικόνα, ο νεαρός Γκαίτε βρήκε τον τρόπο να μας το αποκαλύψει με τα τολμηρότερα λόγια του Προμηθέα που ακολουθούν:   

«Κάθομαι εδώ πλάθοντας ανθρώπους
Κατά τη μορφή μου,
Μια γενιά σαν και μένα
Που πονάει, που κλαίει,
Που απολαμβάνει και χαίρεται,
Και που σε περιφρονεί
Όπως εγώ!».  

Ο άνθρωπος που υψώνεται σαν τιτανική ύπαρξη, καταχτά μόνος του τον πολιτισμό του κι αναγκάζει τους θεούς να συμμαχήσουν μαζί του, γιατί, χάρη σ’ αυτή τη σοφία που τη χρωστά στον εαυτό του μονάχα, κρατά στα χέρια του την ύπαρξη των θεών και τα όρια της εξουσίας τους. Μα ό,τι το πιο θαυμαστό υπάρχει στο ποίημα αυτό του Προμηθέα, και που αποτελεί, χάρη στο γενεσιουργό του πνεύμα, ύμνο στην ασέβεια, είναι η βαθιά εκείνη έφεση του Αισχύλου προς τη δικαιοσύνη: απ’ τη μια ο απροσμέτρητος πόνος του τολμηρού «ερημίτη», κι απ’ την άλλη η θεία απόγνωση, το προαίσθημα ενός λυκαυγούς των θεών, η δύναμη που επιβάλλει στους δυο αυτούς κόσμους της οδύνης, τη συμφιλίωση και τη μεταφυσική συγχώνευση. Κι’ όλ’ αυτά θυμίζουν με τη μεγαλύτερη ένταση τον πυρήνα και τη βασική αρχή της κοσμογονίας του Αισχύλου, που, πάνω από θεούς και ανθρώπους, έχει θρονιάσει τη Μοίρα, σαν αιώνια δικαιοσύνη. Η καταπληκτική αυτή τόλμη, με την οποία ο Αισχύλος ζυγίζει τον ολύμπιο κόσμο στους δίσκους της ζυγαριάς της δικαιοσύνης του, μας επιβάλλει να θυμηθούμε, ότι ο βαθυστόχαστος Έλληνας εύρισκε στα Μυστήριά του την ακλόνητη και σταθερή βάση της μεταφυσικής του σκέψης, κι ότι όλες αυτές οι εκρήξεις του σκεπτικισμού του μπορούσαν να ικανοποιηθούν σε βάρος των Ολυμπίων. Ιδιαίτερα, ο Έλληνας καλλιτέχνης, έτρεφε απέναντι σ’ αυτές τις θεότητες το αίσθημα μιας σκοτεινής αμοιβαίας εξάρτησης, κι ο Προμηθέας του Αισχύλου συμβολίζει ακριβώς αυτό το αίσθημα. Ο τιτάνιος καλλιτέχνης εύρισκε, μέσα του, την περήφανη έπαρση πως μπορούσε να δημιουργήσει ανθρώπους χάρη στην ανώτερη σοφία του, που όφειλε, για να πούμε την αλήθεια, να την αποπλύνει μ’ ένα αιώνιο μαρτύριο, — τέτοιο είναι το περιεχόμενο και η ψυχή του ποιήματος του Αισχύλου, ενώ ο Σοφοκλής, στον Οιδίποδά του, προανακρούει το νικηφόρο ύμνο του αγίου. Ακόμα όμως και η ερμηνεία που ο Αισχύλος έδωσε στο μύθο, δεν εξαντλεί την καταπληκτική άβυσσο του τρόμου. Ολότελα αντίθετα, η χαρά που προσφέρει στον καλλιτέχνη η δημιουργία, η γαλήνη της καλλιτεχνικής δημιουργίας που αψηφά όλες τις συμφορές, δεν είναι παρά ένα αέρινο οικοδόμημα από ουράνια σύννεφα που αντανακλιούνται σε μια ζοφερή λίμνη θλίψης. Ο μύθος του Προμηθέα είναι κοινό απόχτημα του συνόλου των αριανών φυλών και απόδειξη της ικανότητάς τους ν’ αντιλαμβάνονται το βαθύ και το τραγικό, και ποιος ξέρει αν, ο μύθος αυτός, δεν έχει για την αριανή ψυχή την ίδια σημασία πού ‘χει, για τη σημιτική φυλή, ο μύθος του προπατορικού αμαρτήματος; Και ποιος ξέρει αν δεν υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο μύθους, ένας βαθμός συγγένειας παρόμοιος με το βαθμό που υπάρχει ανάμεσα στον αδερφό και την αδερφή. Ο μύθος του Προμηθέα γεννήθηκε απ’ την υπερβολική αξία, που, μια απλοϊκή ανθρωπότητα αποδίνει στη φωτιά, που τη θεωρεί σαν το αληθινό παλλάδιο του πολιτισμού που γεννιέται. Τ’ ότι όμως ο άνθρωπος μπόρεσε λεύτερα να διαθέτει τη φωτιά αντί απλώς να τη δεχτεί σα δώρο απ’ το θεό, με τη μορφή αστραπής που πυρπολεί ή ακτίνας του ήλιου που ζεσταίνει, θεωρήθηκε απ’ το παρατηρητικό πνεύμα των πρωτόγονων αυτών ανθρώπων σαν ιεροσυλία, σαν κλοπή σε βάρος της θεϊκής φύσης. Έτσι, το πρώτο απ’ όλα τα φιλοσοφικά προβλήματα, καθιερώνει αμέσως μιαν επώδυνη κι ασυμφιλίωτη αντίθεση ανάμεσα στον άνθρωπο και το θεό, και κυλάει αυτήν την αντίθεση, σαν πέτρινο βράχο, στο κατώφλι κάθε πολιτισμού. Το καλύτερο και υψηλότερο απόχτημα που μπορούσε να λάχει στην ανθρωπότητα, το αποχτά μονάχα μ’ ένα έγκλημα, που τις συνέπειές του πρέπει να τις αναλάβει, συνέπειες που εκφράζονται απ’ όλον αυτόν το χείμαρρο των πόνων και των θλίψεων, που οι εξοργισμένοι αθάνατοι επιβάλλουν — και πρέπει να επιβάλλουν — στην ανθρώπινη φυλή για την ευγενική της ανάταση. Τραχιά σκέψη που με την αξιοπρέπεια που προσδίνει στο έγκλημα, αντιτίθεται παράξενα στο προπατορικό αμάρτημα των Σημιτών, στο οποίο η περιέργεια, οι ψευτιές, η έλξη, η φιληδονία, μ’ ένα λόγο μια σειρά από γυναικεία ελαττώματα, θεωρούνται σαν η αρχή του κακού. Εκείνο που ξεχωρίζει την αρειανή σύλληψη είναι αυτή η υπέροχη ιδέα, ότι, το ενεργό αμάρτημα αποτελεί την κατ’ εξοχήν προμηθεακή αρετή, κι αυτό μας αποκαλύπτει αμέσως το ηθικό βάθρο της απαισιόδοξης τραγωδίας, τη δικαίωση δηλαδή της ανθρώπινης οδύνης, τη δικαίωση τόσο του ανθρώπινου παραπτώματος όσο και των συμφορών που πηγάζουν απ’ αυτό. Η συμφορά πού ‘ναι συμφυής με τα πράγματα και που ο στοχαστικός Άρειος δεν έχει την τάση να την αρνιέται, η αντίθεση που βρίσκεται στην καρδιά του κόσμου, αποκαλύπτεται σ’ αυτόν σαν το λαβυρινθώδες μίγμα δύο διαφορετικών κόσμων, π.χ. ενός ανθρώπινου κι ενός θείου κόσμου, που ο καθένας τους χωριστά παρμένος, βρίσκεται «εν δικαίω», μα, συνυπάρχοντας με τον άλλον, υποφέρει απ’ την εξατομίκευσή του. Το άτομο, με την ηρωική του προσπάθεια ν’ ανυψωθεί στο καθολικό, με την επιδίωξή του ν’ αποσπαστεί απ' τα δεσμά της εξατομίκευσης και να μετατραπεί το ίδιο στη μοναδική ουσία του σύμπαντος, συναισθάνεται βαθύτατα την αρχέγονη σύγκρουση που κρύβεται στην ουσία των πραγμάτων, γίνεται εγκληματικό και υποφέρει. Έτσι, ο αρειανός συμβολίζει το έγκλημα με τον άντρα, ενώ ο σημίτης προσωποποιεί το αμάρτημα με τη γυναίκα. Κατά τον ίδιο τρόπο το προπατορικό έγκλημα διαπράχτηκε από έναν άντρα, και το προπατορικό αμάρτημα από μια γυναίκα. Αυτό άλλωστε είναι εκείνο που τραγουδά ο χορός των μαγισσών:   
Εμείς αυτό δεν το παίρνουμε τόσο ακριβολόγα:

Κι αν θέλει η γυναίκα χίλια βήματα
για να πετύχει, όσο κι αν είναι βιαστική.
ο άντρας μ’ ένα πήδημα το ίδιο κατορθώνει.

[Απόσπασμα απ’ τον Φάουστ του Γκαίτε. Η σημασία του είναι η ακόλουθη: Οι γυναίκες φτάνουν στο σπίτι του διαβόλου — φτάνουν για να κολαστούν — με χίλια βηματάκια. Οι άντρες πάν πιο παρρήσια.]
 
Αν συλλάβουμε τη βαθύτερη έννοια του μύθου του Προμηθέα —εννοώ την ανάγκη του εγκλήματος που επιβάλλεται στο άτομο-Τιτάνα, — θα νιώσουμε επίσης σε ποιο βαθμό η απαισιόδοξη αυτή σύλληψη είναι αντιαπολλώνεια. Γιατί ο Απόλλωνας επιζητά ακριβώς να ηρεμήσει τα ατομικά όντα, χαράζοντας γύρω τους σύνορα που τους τα θυμίζει σε συνέχεια ακατάπαυστα, γιατί αποτελούν τους ιερότερους νόμους του σύμπαντος, κι απαιτεί απ’ αυτά τα ατομικά όντα το «γνώθι σ’ αυτόν» και την τήρηση του μέτρου. Όμως, για να μην ακινητοποιηθεί, κάτω απ’ την απολλώνεια επίδραση, η μορφή σ’ αιγυπτιακή ακαμψία και ψυχρότητα, και για να μη καταλήξει σε απονέκρωση κάθε κίνησης, σ’ όλη την έκταση της λίμνης, αυτή η προσπάθεια να διαγραφτεί σε κάθε κύμα ο δρόμος του και το πεδίο της δράσης του, χρειάστηκε, από καιρό σε καιρό, η μεγάλη αυτή διονυσιακή πλημμύρα που αναστατώνει τον καθ’ ένα απ’ αυτούς τους μικρούς κύκλους, στους οποίους, η αποκλειστική απολλώνεια «βούληση», επιζητούσε να περικλείσει τον ελληνισμό. Η πλημμύρα αυτή του διονυσιασμού, που συνεχώς ανέβαινε, παράσερνε τότε και φόρτωνε στις πλάτες της τα χωριστά ατομικά κυματάκια, όπως ο αδερφός του Προμηθέα, ο Τιτάνας Άτλας, σήκωνε στους ώμους του τη Γη. Η τιτάνια αυτή ανάγκη να γίνει κατά κάποιο τρόπο ο Άτλας όλων των άλλων ατομικοτήτων, να τις ανεβάζει, καθίζοντάς τες στους ολόφαρδους ώμους του, όλο και ψηλότερα και να τις πηγαίνει όλο και μακρύτερα, αποτελεί το κοινό χαρακτηριστικό στο προμηθεϊκό και διονυσιακό πνεύμα. Απ’ αυτή την άποψη, ο Προμηθέας του Αισχύλου είναι μια διονυσιακή προσωπίδα, ενώ, μ’ εκείνο το βαθύ αίσθημα για δικαιοσύνη που σημειώσαμε πιο πάνω, ο Αισχύλος προδίνει την καταγωγή του απ’ τον Απόλλωνα, το θεό της εξατομίκευσης, των ορίων της δικαιοσύνης, των νουνεχών αναλογιών. Κι’ έτσι η διπλή φύση του αισχύλειου Προμηθέα, η ταυτόχρονα διονυσιακή και απολλώνεια ουσία του, θα μπορούσε να εκφραστεί με την ακόλουθη αφηρημένη διατύπωση: «Κάθε τι που υπάρχει είναι δίκαιο κι’ άδικο, και στις δυο περιπτώσεις, εξ ίσου δικαιολογημένο». Αυτός είναι ο κόσμος σου! Αυτό ονομάζεται κόσμος!  
 
Φρίντριχ Νίτσε «Η γέννηση της τραγωδίας», Εκδόσεις Γκοβόστη

Λατινικά Γ΄ Λυκείου: Κείμενο 22 [Συντακτική ανάλυση & Συντακτικές μετατροπές]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Vintage Images
 
Λατινικά Γ΄ Λυκείου: Κείμενο 22 [Συντακτική ανάλυση & Συντακτικές μετατροπές]
 
Κείμενο 22: ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
Imitemur nostros Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones, innumerabiles alios qui hanc rem publicam stabiliverunt; quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono. Amemus patriam, pareamus senatui, consulamus bonis; praesentes fructus neglegamus, posteritatis gloriae serviamus; id esse optimum putemus, quod est rectissimum; speremus quae volumus, sed feramus quod acciderit; arbitremur denique corpus virorum fortium magnorumque hominum esse mortale, animi vero motus et virtutis gloriam sempiternam esse.
 
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ας μιμούμαστε (μιμηθούμε) τους Βρούτους, τους Καμίλλους, τους Δεκίους, τους Κουρίους, τους Φαβρικίους, τους Σκιπίωνές μας, και τους αναρίθμητους άλλους (ηγέτες) που στέριωσαν αυτή την πολιτεία: σε αυτούς εγώ βέβαια δίνω θέση ανάμεσα στους αθάνατους θεούς (τους τοποθετώ στη χορεία των αθάνατων θεών). Ας αγαπάμε την πατρίδα (μας), ας υπακούουμε στη Σύγκλητο, ας φροντίζουμε για τους καλούς πολίτες· ας αδιαφορούμε για το τωρινό κέρδος, ας υπηρετούμε τη μελλοντική δόξα· ας θεωρούμε ότι είναι άριστο (πράγμα) αυτό που είναι το πιο σωστό· ας ελπίζουμε αυτά που θέλουμε, αλλά ας υπομένουμε ό,τι (αντίξοο) μας συμβεί· τέλος, ας πιστεύουμε ότι το σώμα των γενναίων ανδρών και των μεγάλων ανθρώπων είναι θνητό, αλλά οι δυνάμεις της ψυχής (οι πνευματικές δυνάμεις, οι πνευματικές δραστηριότητες) και η δόξα της αρετής είναι αιώνια.
 
Συντακτική ανάλυση
Imitemur nostros Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones, innumerabiles alios: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
Imitemur: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος imitemur.
Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones, alios: Αντικείμενα του ρήματος imitemur.
nostros: ομοιόπτωτος, επιθετικός προσδιορισμός στα Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones.
innumerabiles: ομοιόπτωτος, επιθετικός προσδιορισμός στο alios.
 
qui hanc rem publicam stabiliverunt: δευτερεύουσα αναφορική πρόταση, προσδιοριστική στα αντικείμενα του imitemur (Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones, alios), εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία qui, είναι πρόταση κρίσεως, εκφέρεται με οριστική παρακειμένου, γιατί αναφέρεται στο παρελθόν και δηλώνει το πραγματικό γεγονός.
stabiliverunt: Ρήμα.
qui: Υποκείμενο του ρήματος stabiliverunt.
rem publicam: Αντικείμενο του ρήματος stabiliverunt.
hanc: ομοιόπτωτος, επιθετικός προσδιορισμός στο rem publicam.
 
quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono: κύρια πρόταση κρίσεως, εκφέρεται με οριστική ενεστώτα και δηλώνει το πραγματικό γεγονός. Η πρόταση ξεκινάει με την αναφορική αντωνυμία quos, η οποία στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου ισοδυναμεί με δεικτική (= eos) και εισάγει κύρια πρόταση.
repono: Ρήμα.
(ego): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος repono.
in coetu ac numero: εμπρόθετος προσδιορισμός που εκφράζει τον τόπο (το «μεταξύ») στο ρήμα repono.
deorum: γενική υποκειμενική στο coetu και γενική διαιρετική στο numero.
immortalium: ομοιόπτωτος, επιθετικός προσδιορισμός στο deorum.
equidem: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο ρήμα repono .
 
Amemus patriam, pareamus senatui, consulamus bonis: έχουμε τρεις προτάσεις που συνδέονται με κόμματα, επομένως έχουμε σχήμα ασύνδετο. Ας τις δούμε ξεχωριστά:
Amemus patriam: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
Amemus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος amemus.
patriam: Αντικείμενο του ρήματος amemus.
 
pareamus senatui: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
pareamus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος pareamus.
senatui: Αντικείμενο του ρήματος pareamus.
 
consulamus bonis: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
consulamus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος consulamus.
bonis: δοτική προσωπική χαριστική στο consulamus.
 
praesentes fructus neglegamus, posteritatis gloriae serviamus: έχουμε δύο προτάσεις που συνδέονται με κόμματα, επομένως έχουμε σχήμα ασύνδετο. Ας τις δούμε ξεχωριστά:
praesentes fructus neglegamus: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
neglegamus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος neglegamus.
fructus: Αντικείμενο του ρήματος neglegamus και Υποκείμενο της μετοχής praesentes.
praesentes: επιθετική μετοχή ως επιθετικός προσδιορισμός στο fructus. (Ανάλυση σε αναφορική πρόταση: qui praesunt).
 
posteritatis gloriae serviamus: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
serviamus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος serviamus.
gloriae: Αντικείμενο του ρήματος serviamus.
posteritatis: γενική κτητική στο gloriae.
 
id esse optimum putemus: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
putemus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος putemus.
esse: Αντικείμενο του ρήματος putemus, ειδικό απαρέμφατο.
id: Υποκείμενο του απαρεμφάτου esse, ετεροπροσωπία.
optimum: Κατηγορούμενο στο id μέσω του esse , που είναι απαρέμφατο συνδετικού ρήματος.
 
quod est rectissimum: δευτερεύουσα αναφορική πρόταση, προσδιοριστική στο id. Είναι πρόταση κρίσεως, εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία quod, εκφέρεται με οριστική , διότι εκφράζει το πραγματικό γεγονός και χρόνου ενεστώτα, διότι αναφέρεται στο παρόν.
est: Ρήμα.
quod: Υποκείμενο του ρήματος est.
rectissimum: Κατηγορούμενο στο quod μέσω του συνδετικού ρήματος est.
 
speremus: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
speremus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος speremus.
 
quae volumus: δευτερεύουσα πρόταση αναφορική ουσιαστική ως αντικείμενο στο ρήμα speremus. Εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία quae και εκφέρεται με οριστική, διότι δηλώνει το πραγματικό γεγονός, χρόνου ενεστώτα, γιατί αναφέρεται στο παρόν.
volumus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος volumus.
quae: Αντικείμενο του ρήματος volumus.
 
sed feramus: κύρια πρόταση επιθυμίας εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
feramus: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος feramus.
 
quod acciderit: δευτερεύουσα αναφορική πρόταση ουσιαστική ως αντικείμενο στο ρήμα feramus. Είναι πρόταση κρίσεως, εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία quod, εκφέρεται με οριστική, γιατί εκφράζει το πραγματικό γεγονός και συγκεκριμένα χρόνου συντελεσμένου μέλλοντα, διότι αναφέρεται στο μέλλον.
acciderit: Ρήμα.
quod: Υποκείμενο του ρήματος acciderit.
 
arbitremur denique corpus virorum fortium magnorumque hominum esse mortale, animi vero motus et virtutis gloriam sempiternam esse: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφέρεται με υποτακτική προτρεπτική.
arbitremur: Ρήμα.
(nos): εννοούμενο Υποκείμενο του ρήματος arbitremur.
esse: Αντικείμενο του ρήματος arbitremur, ειδικό απαρέμφατο.
corpus: Υποκείμενο του απαρεμφάτου esse (το 1ο esse), ετεροπροσωπία.
virorum… hominum: γενικές κτητικές στο corpus.
fortium: ομοιόπτωτος, επιθετικός προσδιορισμός στο virorum.
magnorum: ομοιόπτωτος, επιθετικός προσδιορισμός στο hominum.
mortale: κατηγορούμενο στη λέξη corpus μέσω του esse, που είναι απαρέμφατο συνδετικού ρήματος.
denique: επιρρηματικός χρονικός προσδιορισμός στο ρήμα arbitremur.
esse: Αντικείμενο του ρήματος arbitremur, ειδικό απαρέμφατο.
motus… gloriam: Υποκείμενα του απαρεμφάτου esse (το 2ο esse), ετεροπροσωπία.
animi: γενική υποκειμενική στο motus.
virtutis: γενική κτητική στο gloriam.
sempiternam: Κατηγορούμενο στα motus… gloriam μέσω του esse, που είναι απαρέμφατο συνδετικού ρήματος. Ταιριάζει σε αριθμό και γένος με το πλησιέστερο υποκείμενο (gloriam).
 
Πηγή συντακτικής ανάλυσης: study4exams.gr
 
Συντακτικές μετατροπές
 
Μετατροπή ενεργητικής σύνταξης σε παθητική
 
qui hanc rem publicam stabiliverunt = a quibus haec res publica stabilita est
Διευκρινίσεις:
- Το αντικείμενο της ενεργητικής σύνταξης (hanc rem publicam), μαζί με τον ομοιόπτωτο επιθετικό προσδιορισμό του (hanc), μετατράπηκε στο υποκείμενο του παθητικού ρήματος σε πτώση ονομαστική (haec res publica).
- Το ενεργητικό ρήμα (stabiliverunt) μεταφέρθηκε στην παθητική φωνή (stabilita est) διατηρώντας τον ίδιο χρόνο (παρακείμενος) και την ίδια έγκλιση (οριστική), ενώ συμφωνεί πλέον σε αριθμό και πρόσωπο με το νέο υποκείμενο (γ΄ ενικό).
- Το υποκείμενο του ενεργητικού ρήματος (qui), εφόσον αναφέρεται σε έμψυχα πρόσωπα, μετατράπηκε σε ποιητικό αίτιο με την προσθήκη της πρόθεσης a/ab και πτώση αφαιρετική (a quibus).
 
quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono = qui equidem in deorum immortalium coetu ac numero a me reponuntur
Διευκρινίσεις:
- Το αντικείμενο (quos) μετατράπηκε σε υποκείμενο του παθητικού ρήματος σε πτώση ονομαστική (qui).
- Το ρήμα (repono) μεταφέρθηκε στον ίδιο χρόνο (ενεστώτας) και έγκλιση (οριστική) της παθητικής φωνής (reponuntur), συμφωνώντας με τον αριθμό και το πρόσωπο (γ' πληθυντικό) του νέου υποκειμένου.
- Το εννοούμενο υποκείμενο της ενεργητικής σύνταξης (ego), όντας έμψυχο, μετατράπηκε στο ποιητικό αίτιο (a me).
 
Amemus patriam = Patria a nobis ametur
Διευκρινίσεις:
- Το αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος (patriam) μετατράπηκε σε υποκείμενο της παθητικής σύνταξης σε ονομαστική πτώση (patria).
- Το ρήμα (amemus) μετατράπηκε στην παθητική φωνή, διατηρώντας τον χρόνο (ενεστώτας) και την έγκλιση (υποτακτική) και μπήκε στο γ΄ ενικό πρόσωπο για να συμφωνεί με το νέο υποκείμενο (ametur).
- Το εννοούμενο υποκείμενο (nos) έγινε ποιητικό αίτιο με την πρόθεση a και αφαιρετική, επειδή είναι έμψυχο (a nobis).
 
praesentes fructus neglegamus = praesentes fructus a nobis neglegantur
Διευκρινίσεις:
- Το αντικείμενο της ενεργητικής πρότασης (praesentes fructus σε αιτιατική πληθυντικού) έγινε υποκείμενο σε ονομαστική (παραμένει μορφολογικά praesentes fructus λόγω της δ΄ κλίσης και του τριτόκλιτου επιθέτου).
- Το ενεργητικό ρήμα (neglegamus) μεταφέρθηκε στην παθητική φωνή (υποτακτική ενεστώτα), σε συμφωνία προσώπου και αριθμού με το υποκείμενο (neglegantur).
- Το εννοούμενο υποκείμενο (nos) μετατράπηκε σε ποιητικό αίτιο έμψυχου με εμπρόθετη αφαιρετική (a nobis).
 
Σύμπτυξη πρότασης σε μετοχή
 
qui hanc rem publicam stabiliverunt = Imitemur nostros Brutos... innumerabiles alios, hac re publica stabilita
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα της αναφορικής πρότασης (stabiliverunt) βρίσκεται σε ενεργητικό παρακείμενο. Επειδή ο χρόνος αυτός δηλώνει το προτερόχρονο και στην ενεργητική φωνή δεν υπάρχει αντίστοιχη μετοχή, τρέπουμε τη σύνταξη σε παθητική δημιουργώντας μετοχή παθητικού παρακειμένου (stabilita).
- Το άμεσο αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος (hanc rem publicam) μετατρέπεται στο υποκείμενο της παθητικής μετοχής που θα σχηματιστεί.
- Καθώς το hanc rem publicam δεν αποτελεί όρο της πρότασης μέσα στην οποία εντάσσεται (της κύριας πρότασης δηλαδή), δημιουργούμε αφαιρετική απόλυτη, θέτοντας σε πτώση αφαιρετική τόσο τη μετοχή όσο και το υποκείμενό της (hac re publica stabilita).
- Το υποκείμενο της αρχικής πρότασης (qui), το οποίο αναφέρεται στο alios (όρο της κύριας πρότασης), δεν μετατρέπεται σε ποιητικό αίτιο με ab και αφαιρετική, διότι αυτή η μετατροπή γίνεται μόνο όταν το υποκείμενο δεν αποτελεί όρο της πρότασης στην οποία ενσωματώνεται.
 
quae volumus = ea volentes speremus
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα (volumus) βρίσκεται σε ενεστώτα ενεργητικού ρήματος και δηλώνει ταυτόχρονη πράξη με την πρόταση στην οποία εντάσσεται (speremus), οπότε χρησιμοποιείται μετοχή ενεργητικού ενεστώτα (volentes).
- Το εννοούμενο υποκείμενο του ρήματος (nos) αποτελεί όρο (υποκείμενο) και της πρότασης στην οποία εντάσσεται, συνεπώς η μετοχή γίνεται συνημμένη στην πτώση αυτή, δηλαδή σε ονομαστική (volentes).
- Το αντικείμενο της πρότασης (quae, το οποίο αντικαθιστούμε με τη δεικτική αντωνυμία ea για την άρση της αναφορικής σύνδεσης) παραμένει ως έχει, εφόσον τα αντικείμενα παραμένουν στην ίδια πτώση κατά τη σύμπτυξη σε μετοχή.
 
quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono = illos me equidem in deorum immortalium coetu ac numero reponente
Διευκρινίσεις:
- Το ρήμα (repono) είναι σε ενεστώτα ενεργητικού ρήματος και δηλώνει ταυτόχρονη πράξη, άρα συμπτύσσεται σε μετοχή ενεργητικού ενεστώτα (reponens/reponente).
- Το εννοούμενο υποκείμενο της πρότασης (ego) δεν αποτελεί όρο της κύριας πρότασης στην οποία εντάσσεται (της imitemur, που έχει υποκείμενο το nos). Ως εκ τούτου, η μετοχή και το υποκείμενό της γίνονται απόλυτη μετοχή σε πτώση αφαιρετική (me reponente).
- Το αντικείμενο (quos, που μετατρέπεται σε illos) και οι εμπρόθετοι επιρρηματικοί προσδιορισμοί (in coetu ac numero) παραμένουν ως έχουν στην ίδια πτώση.
 
Μετατροπή ευθέος λόγου σε πλάγιο
 
Για τη μετατροπή, θα θεωρήσουμε ως ρήμα εξάρτησης ένα ρήμα αρκτικού χρόνου, π.χ. Scriptor monet (Ο συγγραφέας συμβουλεύει/προτρέπει).
Ευθύς Λόγος: "Imitemur nostros Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones, innumerabiles alios qui hanc rem publicam stabiliverunt; quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono."
Πλάγιος Λόγος: (Scriptor monet) ut suos Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones, innumerabiles alios imitentur, qui illam rem publicam stabiliverint; eos se in deorum immortalium coetu ac numero reponere.
Διευκρινίσεις:
- Η κύρια πρόταση επιθυμίας («imitemur») τρέπεται στον πλάγιο λόγο σε δευτερεύουσα βουλητική πρόταση. Επειδή εξαρτάται από ρήμα αρκτικού χρόνου, εκφέρεται με υποτακτική Ενεστώτα («imitentur»).
- Οι αντωνυμίες τροποποιούνται: η κτητική «nostros» γίνεται «suos», και η δεικτική «hanc» γίνεται «illam». Το «equidem» (που αναφέρεται σε α΄ πρόσωπο) μετατρέπεται σε «ipse».
- Οι δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις, όταν εντάσσονται στον πλάγιο λόγο, τρέπουν την οριστική τους σε υποτακτική. Έτσι, η οριστική Παρακειμένου («stabiliverunt») μετατρέπεται σε υποτακτική Παρακειμένου («stabiliverint») για να δηλώσει το προτερόχρονο με εξάρτηση από αρκτικό χρόνο.
- Η πρόταση «quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono» ως κύρια πρόταση κρίσεως (εκφερόμενη με Οριστική), τρέπεται στον πλάγιο λόγο σε ειδικό απαρέμφατο.  
- Το ρήμα της πρότασης (repono), που βρίσκεται σε οριστική Ενεστώτα, μετατρέπεται σε ειδικό απαρέμφατο Ενεστώτα (reponere).  
- Το υποκείμενο του απαρεμφάτου (ο ομιλητής, που στον ευθύ λόγο εννοείται στο α΄ πρόσωπο «ego» / δηλώνεται μέσω του ρήματος και του equidem) πρέπει υποχρεωτικά να μπει σε πτώση αιτιατική. Επειδή ταυτίζεται με το υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης (Scriptor), έχουμε λατινισμό και χρησιμοποιούμε την αυτοπαθή αντωνυμία se.  
- Το αναφορικό quos, εφόσον στην αρχή της περιόδου ισοδυναμεί με δεικτική αντωνυμία (eos), λειτουργεί ως αντικείμενο του απαρεμφάτου και τίθεται στην αιτιατική. Κατά τη μετατροπή μπορεί να χρησιμοποιηθεί το eos ή το illos.
 
Ευθύς Λόγος: "Amemus patriam, pareamus senatui, consulamus bonis; praesentes fructus neglegamus, posteritatis gloriae serviamus; id esse optimum putemus, quod est rectissimum; speremus quae volumus, sed feramus quod acciderit; arbitremur denique corpus virorum fortium magnorumque hominum esse mortale, animi vero motus et virtutis gloriam sempiternam esse."
Πλάγιος Λόγος: (Scriptor hortatur) ut ament patriam, pareant senatui, consulant bonis; praesentes fructus neglegant, posteritatis gloriae serviant; id esse optimum putent, quod sit rectissimum; sperent quae velint, sed ferant quod acciderit; arbitrentur denique corpus virorum fortium magnorumque hominum esse mortale, animi vero motus et virtutis gloriam sempiternam esse.
Διευκρινίσεις:
- Όλες οι κύριες προτάσεις επιθυμίας (amemus, pareamus, consulamus, neglegamus, serviamus, putemus, speremus, feramus, arbitremur) τρέπονται σε δευτερεύουσες βουλητικές προτάσεις. Διατηρούν την υποτακτική Ενεστώτα (ament, pareant, consulant κ.λπ.) καθώς εξαρτώνται από ρήμα αρκτικού χρόνου.
- Στις δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις («quod est rectissimum», «quae volumus») η οριστική τρέπεται υποχρεωτικά σε υποτακτική, διατηρώντας την ίδια χρονική βαθμίδα. Επομένως, οι Ενεστώτες οριστικής μετατρέπονται σε υποτακτική Ενεστώτα («quod sit rectissimum», «quae velint») λόγω της εξάρτησης από αρκτικό χρόνο.
- Το ρήμα της αναφορικής πρότασης «quod acciderit» (Οριστική Συντελεσμένου Μέλλοντα στον ευθύ λόγο) τρέπεται σε υποτακτική Παρακειμένου («acciderit») για να δηλώσει το προτερόχρονο στο παρόν, εφαρμόζοντας τους κανόνες της ακολουθίας των χρόνων.
- Τα ειδικά απαρέμφατα («id esse optimum», «corpus... esse mortale», «animi... gloriam sempiternam esse») παραμένουν αμετάβλητα. Αυτό συμβαίνει επειδή στον ευθύ λόγο λειτουργούν ήδη ως αντικείμενα που εξαρτώνται από ρήματα δοξαστικά/κρίσεως (putemus, arbitremur) και οι κύριες προτάσεις κρίσεως παίρνουν τη μορφή ειδικού απαρεμφάτου.
 
Αν θέσουμε ως ρήμα εξάρτησης ένα ρήμα ιστορικού χρόνου (π.χ. Παρατατικού), όπως το Scriptor monebat ή Scriptor hortabatur (Ο συγγραφέας συμβούλευε / προέτρεπε), παρατηρούμε διαφοροποιήσεις στις επιμέρους αλλαγές.
 
Ευθύς Λόγος: "Imitemur nostros Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones, innumerabiles alios qui hanc rem publicam stabiliverunt; quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono."
Πλάγιος Λόγος: (Scriptor monebat) ut suos Brutos, Camillos, Decios, Curios, Fabricios, Scipiones, innumerabiles alios imitarentur, qui illam rem publicam stabilivissent; eos se in deorum immortalium coetu ac numero reponere.
Διευκρινίσεις:
- Η κύρια πρόταση επιθυμίας («imitemur») μετατρέπεται στον πλάγιο λόγο σε δευτερεύουσα βουλητική πρόταση. Επειδή τώρα εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου, εκφέρεται με υποτακτική Παρατατικού («imitarentur»).
- Οι αντωνυμίες αλλάζουν με τον ίδιο τρόπο: η «nostros» τρέπεται σε «suos», η «hanc» σε «illam» και η «equidem» σε «ipse».
- Οι δευτερεύουσες προτάσεις στον πλάγιο λόγο που στον ευθύ εκφέρονται με οριστική, τρέπουν την έγκλισή τους σε υποτακτική. Με βάση την ακολουθία των χρόνων για εξάρτηση από ιστορικό χρόνο, η οριστική Παρακειμένου της αναφορικής («stabiliverunt») μετατρέπεται σε υποτακτική Υπερσυντελίκου («stabilivissent») για να δηλώσει το προτερόχρονο.
- Η κύρια πρόταση κρίσεως «quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono»  τρέπεται και πάλι σε ειδικό απαρέμφατο.  
- Η οριστική Ενεστώτα (repono) μετατρέπεται και πάλι σε ειδικό απαρέμφατο Ενεστώτα (reponere). 
- Όπως ορίζει ρητά ο κανόνας, κατά την τροπή του ευθέος λόγου σε πλάγιο (στις κύριες προτάσεις κρίσεως) δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο χρόνος του ρήματος εξάρτησης. Συνεπώς, είτε η εξάρτηση είναι αρκτικός (dicit) είτε ιστορικός χρόνος (dixit), το ρήμα τρέπεται στο ίδιο ακριβώς απαρέμφατο με βάση αποκλειστικά τον χρόνο του ρήματος στον ευθύ λόγο.  
- Ομοίως, το υποκείμενο παραμένει σε αιτιατική πτώση (se) εξαιτίας του λατινισμού, καθώς ταυτίζεται με το υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης. 
 
Ευθύς Λόγος: "Amemus patriam, pareamus senatui, consulamus bonis; praesentes fructus neglegamus, posteritatis gloriae serviamus; id esse optimum putemus, quod est rectissimum; speremus quae volumus, sed feramus quod acciderit; arbitremur denique corpus virorum fortium magnorumque hominum esse mortale, animi vero motus et virtutis gloriam sempiternam esse."
Πλάγιος Λόγος: (Scriptor hortabatur) ut amarent patriam, parerent senatui, consulerent bonis; praesentes fructus neglegerent, posteritatis gloriae servirent; id esse optimum putarent, quod esset rectissimum; sperarent quae vellent, sed ferrent quod accidisset; arbitrarentur denique corpus virorum fortium magnorumque hominum esse mortale, animi vero motus et virtutis gloriam sempiternam esse.
Διευκρινίσεις:
- Όλες οι κύριες προτάσεις επιθυμίας (amemus, pareamus, consulamus, neglegamus, serviamus, putemus, speremus, feramus, arbitremur) τρέπονται σε δευτερεύουσες βουλητικές προτάσεις. Λόγω της εξάρτησής τους από ρήμα ιστορικού χρόνου, η υποτακτική Ενεστώτα τρέπεται σε υποτακτική Παρατατικού (amarent, parerent, consulerent, neglegerent, servirent, putarent, sperarent, ferrent, arbitrarentur).
- Στις δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις, η οριστική τρέπεται σε υποτακτική. Για να δηλωθεί το σύγχρονο με εξάρτηση από ιστορικό χρόνο, η οριστική Ενεστώτα μετατρέπεται σε υποτακτική Παρατατικού, άρα το «quod est rectissimum» γίνεται «quod esset rectissimum» και το «quae volumus» γίνεται «quae vellent».
- Το «quod acciderit» (Οριστική Συντελεσμένου Μέλλοντα) δηλώνει το προτερόχρονο στο μέλλον, επομένως κατά την τροπή του σε υποτακτική με εξάρτηση από ιστορικό χρόνο, μετατρέπεται σε υποτακτική Υπερσυντελίκου («accidisset»).
- Τα απαρέμφατα («id esse optimum», κλπ.) παραμένουν απαρέμφατα (ειδικά απαρέμφατα εξαρτώμενα από τα ρήματα κρίσεως / δοξαστικά που πλέον έχουν πάρει τη μορφή putarent και arbitrarentur).
 
Ανάλυση ομοιόπτωτων προσδιορισμών σε προτάσεις
 
innumerabiles alios
Ανάλυση: alios, qui innumerabiles sunt
Διευκρινίσεις:
- Η αναφορική πρόταση εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία σε πτώση ονομαστική, πληθυντικού αριθμού και αρσενικού γένους (qui), συμφωνώντας με το ουσιαστικό alios. Ο επιθετικός προσδιορισμός τίθεται σε πτώση ονομαστική για να λειτουργήσει ως κατηγορούμενο (παραμένει innumerabiles). Το ρήμα sum μπαίνει σε γ΄ πληθυντικό πρόσωπο και σε χρόνο ενεστώτα (sunt), διότι εξαρτάται από ρήμα αρκτικού χρόνου (το ρήμα imitemur, που είναι υποτακτική ενεστώτα).
 
deorum immortalium
Ανάλυση: deorum, qui immortales sunt
Διευκρινίσεις:
- Εισάγεται με το qui (ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό). Ο επιθετικός προσδιορισμός immortalium τρέπεται σε ονομαστική (immortales) ως κατηγορούμενο. Το ρήμα sum τίθεται στον ενεστώτα, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο (sunt), καθώς εξαρτάται από ρήμα αρκτικού χρόνου (repono, οριστική ενεστώτα).
 
praesentes fructus
Ανάλυση: fructus, qui praesentes sunt
Διευκρινίσεις:
- Εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία qui (ονομαστική πληθυντικού, αρσενικό). Ο επιθετικός προσδιορισμός μεταφέρεται σε ονομαστική (praesentes) ως κατηγορούμενο. Το ρήμα sum μπαίνει σε χρόνο ενεστώτα και γ' πληθυντικό (sunt), επειδή εξαρτάται από τον αρκτικό χρόνο neglegamus (υποτακτική ενεστώτα).
 
virorum fortium
Ανάλυση: virorum, qui fortes sunt
Διευκρινίσεις:
- Η πρόταση ξεκινά με το qui (ονομαστική, πληθυντικός, αρσενικό). Ο επιθετικός προσδιορισμός fortium τίθεται σε πτώση ονομαστική (fortes). Το ρήμα sum μπαίνει στο γ΄ πληθυντικό ενεστώτα (sunt), καθώς το ρήμα εξάρτησης είναι αρκτικού χρόνου (arbitremur, υποτακτική ενεστώτα).
 
Ανάλυση μετοχής σε δευτερεύουσα πρόταση
 
praesentes fructus neglegamus = fructus, qui praesunt, neglegamus
Διευκρινίσεις:
- Πρόκειται για επιθετική μετοχή, οπότε η δευτερεύουσα πρόταση που προκύπτει εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία qui, quae, quod.
- Η αναφορική αντωνυμία τίθεται σε πτώση ονομαστική (ως υποκείμενο της πρότασης) και συμφωνεί σε γένος και αριθμό με το υποκείμενο της μετοχής, δηλαδή με το αρσενικό ουσιαστικό δ΄ κλίσης fructus, συνεπώς επιλέγεται το qui.
- Σύμφωνα με τον κανόνα της επιθετικής μετοχής, η αναλυμένη πρόταση εκφέρεται με έγκλιση οριστική.
- Η μετοχή βρίσκεται σε χρόνο ενεστώτα και εκφράζει το σύγχρονο σε σχέση με το ρήμα της πρότασης.
- Εφόσον το ρήμα της πρότασης στην οποία ανήκει η μετοχή (neglegamus) λογίζεται ως αρκτικός χρόνος, το ρήμα της αναλυμένης δευτερεύουσας πρότασης μπαίνει σε οριστική ενεστώτα (praesunt).
 
Χρήση παθητικής περιφραστικής συζυγίας
Η παθητική περιφραστική συζυγία εκφράζει αναγκαιότητα (ό,τι το ρηματικό επίθετο σε -τέος της ελληνικής) και σχηματίζεται με το γερουνδιακό (-ndus, -nda, -ndum) και το ρήμα sum. Επειδή οι προτρεπτικές υποτακτικές του κειμένου (π.χ. amemus, pareamus, consulamus, neglegamus, serviamus) εκφράζουν το δέον, το επιθυμητό, τη λογική ή ηθική αναγκαιότητα, είναι εφικτό να μετατραπούν σε παθητική περιφραστική συζυγία (είτε με προσωπική είτε με απρόσωπη σύνταξη, ανάλογα με το ρήμα).
 
Μετατροπές με Προσωπική Σύνταξη (για μεταβατικά ρήματα με αιτιατική): Στην προσωπική σύνταξη, το γερουνδιακό συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση με το νέο υποκείμενο (το πρώην αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος).
 
Amemus patriam. = Patria nobis amanda est. (Η πατρίδα πρέπει να αγαπηθεί από εμάς).
Διευκρινίσεις: Το amo είναι μεταβατικό με αιτιατική. Το αντικείμενο patriam έγινε υποκείμενο (patria), το γερουνδιακό συμφωνεί μαζί του (amanda), το ρήμα sum τίθεται σε οριστική ενεστώτα (est) και το υποκείμενο nos γίνεται δοτική ποιητικού αιτίου (nobis).
 
praesentes fructus neglegamus. = praesentes fructus nobis neglegandi sunt.
Διευκρινίσεις: Το ρήμα είναι μεταβατικό. Το αντικείμενο praesentes fructus παραμένει σε ονομαστική ως νέο υποκείμενο, το γερουνδιακό συμφωνεί μαζί του (neglegandi) και το ρήμα sum τίθεται στον πληθυντικό (sunt). Συμπληρώνουμε τη δοτική ποιητικού αιτίου nobis.
 
Μετατροπές με Απρόσωπη Σύνταξη (για αμετάβατα ρήματα ή ρήματα που συντάσσονται με διαφορετική πτώση από την αιτιατική): Στην απρόσωπη σύνταξη, το γερουνδιακό βρίσκεται στην ονομαστική ενικού του ουδετέρου (-ndum) και το ρήμα sum τίθεται στο γ΄ ενικό πρόσωπο. Το αντικείμενο σε άλλη πτώση (π.χ. δοτική) παραμένει αμετάβλητο.
 
pareamus senatui. = Nobis parendum est senatui. (Πρέπει να υπακούμε στη Σύγκλητο).
Διευκρινίσεις: Το ρήμα pareo συντάσσεται με δοτική (senatui), άρα η σύνταξη είναι απρόσωπη. Γερουνδιακό σε -ndum (parendum), το ρήμα sum στο γ΄ ενικό (est), δοτική ποιητικού αιτίου nobis και το αντικείμενο παραμένει σε δοτική (senatui).
 
consulamus bonis. = Nobis consulendum est bonis. (Πρέπει να φροντίζουμε τους καλούς).
Διευκρινίσεις: Απρόσωπη σύνταξη επειδή το ρήμα συντάσσεται με δοτική. Ουδέτερο γερουνδιακού (consulendum), γ΄ ενικό του sum (est), δοτική ποιητικού αιτίου (nobis).
 
posteritatis gloriae serviamus. = Nobis posteritatis gloriae serviendum est. (Πρέπει να υπηρετούμε τη δόξα των μεταγενέστερων).
Διευκρινίσεις: Ομοίως, ρήμα με δοτική (gloriae). Απρόσωπη σύνταξη με ουδέτερο γερουνδιακού (serviendum), ρήμα est και δοτική ποιητικού αιτίου nobis.