Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐλέγχω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Oren Hayman

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «λέγχω»
 
λέγχω: εξετάζω, ερευνώ, αποδεικνύω, κατηγορώ, επιπλήττω
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λέγχω, λέγχεις, λέγχει, λέγχομεν, λέγχετε, λέγχουσι(ν)
Υποτακτική
λέγχω, λέγχς, λέγχ, λέγχωμεν, λέγχητε, λέγχωσι(ν)
Ευκτική
λέγχοιμι, λέγχοις, λέγχοι, λέγχοιμεν, λέγχοιτε, λέγχοιεν
Προστακτική
---, λεγχε, λεγχέτω, ---, λέγχετε, λεγχόντων (ή λεγχέτωσαν)
Απαρέμφατο
λέγχειν
Μετοχή
λέγχων, λέγχουσα, λεγχον
 
Παρατατικός
Οριστική
λεγχον, λεγχες, λεγχε(ν), λέγχομεν, λέγχετε, λεγχον
 
Μέλλοντας
Οριστική
λέγξω, λέγξεις, λέγξει, λέγξομεν, λέγξετε, λέγξουσι(ν)
Ευκτική
λέγξοιμι, λέγξοις, λέγξοι, λέγξοιμεν, λέγξοιτε, λέγξοιεν
Απαρέμφατο
λέγξειν
Μετοχή
λέγξων, λέγξουσα, λεγξον
 
Αόριστος
Οριστική
λεγξα, λεγξας, λεγξε(ν), λέγξαμεν, λέγξατε, λεγξαν
Υποτακτική
λέγξω, λέγξς, λέγξ, λέγξωμεν, λέγξητε, λέγξωσι(ν)
Ευκτική
λέγξαιμι, λέγξαις ή λέγξειας, λέγξαι ή λέγξειε(ν), λέγξαιμεν, λέγξαιτε, λέγξαιεν ή λέγξειαν
Προστακτική
---, λεγξον, λεγξάτω, ---, λέγξατε, λεγξάντων (ή λεγξάτωσαν)
Απαρέμφατο
λέγξαι
Μετοχή
λέγξας, λέγξασα, λεγξαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
λέγξας χω, λέγξας χεις, λέγξας χει, λέγξαντες χομεν, λέγξαντες χετε, λέγξαντες χουσι(ν)
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
λέγξας εχον, λέγξας εχες, λέγξας εχε, λέγξαντες εχομεν, λέγξαντες εχετε, λέγξαντες εχον
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
λέγχομαι, λέγχ ή λέγχει, λέγχεται, λεγχόμεθα, λέγχεσθε, λέγχονται
Υποτακτική
λέγχωμαι, λέγχ, λέγχηται, λεγχώμεθα, λέγχησθε, λέγχωνται
Ευκτική
λεγχοίμην, λέγχοιο, λέγχοιτο, λεγχοίμεθα, λέγχοισθε, λέγχοιντο
Προστακτική
---, λέγχου, λεγχέσθω, ---, λέγχεσθε, λεγχέσθων ή λεγχέσθωσαν
Απαρέμφατο
λέγχεσθαι
Μετοχή
λεγχόμενος
λεγχομένη
λεγχόμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
λεγχόμενος, το λεγχομένου, τ λεγχομέν, τόν λεγχόμενον, λεγχόμενε
ο λεγχόμενοι, τν λεγχομένων, τος λεγχομένοις, τούς λεγχομένους, λεγχόμενοι
 
Θηλυκό
λεγχομένη, τς λεγχομένης, τ λεγχομέν, τήν λεγχομένην, λεγχομένη
α λεγχόμεναι, τν λεγχομένων, τας λεγχομέναις, τάς λεγχομένας, λεγχόμεναι
 
Ουδέτερο
τό λεγχόμενον, το λεγχομένου, τ λεγχομέν, τό λεγχόμενον, λεγχόμενον
τά λεγχόμενα, τν λεγχομένων, τος λεγχομένοις, τά λεγχόμενα, λεγχόμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
λεγχόμην, λέγχου, λέγχετο, λεγχόμεθα, λέγχεσθε, λέγχοντο
 
Μέλλοντας Παθητικός
Οριστική
λεγχθήσομαι, λεγχθήσ ή λεγχθήσει, λεγχθήσεται, λεγχθησόμεθα, λεγχθήσεσθε, λεγχθήσονται
Ευκτική
λεγχθησοίμην, λεγχθήσοιο, λεγχθήσοιτο, λεγχθησοίμεθα, λεγχθήσοισθε, λεγχθήσοιντο
Απαρέμφατο
λεγχθήσεσθαι
Μετοχή
λεγχθησόμενος
λεγχθησομένη
λεγχθησόμενον
 
Αόριστος Παθητικός
Οριστική
λέγχθην, λέγχθης, λέγχθη, λέγχθημεν, λέγχθητε, λέγχθησαν
Υποτακτική
λεγχθ, λεγχθς, λεγχθ, λεγχθμεν, λεγχθτε, λεγχθσι(ν)
Ευκτική
λεγχθείην, λεγχθείης, λεγχθείη, λεγχθείημεν ή λεγχθεμεν, λεγχθείητε ή λεγχθετε, λεγχθείησαν ή λεγχθεεν
Προστακτική
---, λέγχθητι, λεγχθήτω, ---, λέγχθητε, λεγχθέντων ή λεγχθήτωσαν
Απαρέμφατο
λεγχθναι
Μετοχή
λεγχθείς
λεγχθεσα
λεγχθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
λεγχθείς, το λεγχθέντος, τ λεγχθέντι, τόν λεγχθέντα, λεγχθείς
ο λεγχθέντες, τν λεγχθέντων, τος λεγχθεσι(ν), τούς λεγχθέντας, λεγχθέντες
 
Θηλυκό
λεγχθεσα, τς λεγχθείσης, τ λεγχθείσ, τήν λεγχθεσαν, λεγχθεσα
α λεγχθεσαι, τν λεγχθεισν, τας λεγχθείσαις, τάς λεγχθείσας, λεγχθεσαι
 
Ουδέτερο
τό λεγχθέν, το λεγχθέντος, τ λεγχθέντι, τό λεγχθέν, λεγχθέν
τά λεγχθέντα, τν λεγχθέντων, τος λεγχθεσι(ν), τά λεγχθέντα, λεγχθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
λήλεγμαι, λήλεγξαι, λήλεγκται, ληλέγμεθα, λήλεγχθε, ληλεγμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
ληλεγμένος- ληλεγμένη- ληλεγμένον
ληλεγμένος- ληλεγμένη- ληλεγμένον ς
ληλεγμένος- ληλεγμένη- ληλεγμένον
ληλεγμένοι- ληλεγμέναι- ληλεγμένα μεν
ληλεγμένοι- ληλεγμέναι- ληλεγμένα τε
ληλεγμένοι- ληλεγμέναι- ληλεγμένα σι
 
Ευκτική
ληλεγμένος- ληλεγμένη- ληλεγμένον εην
ληλεγμένος- ληλεγμένη- ληλεγμένον εης
ληλεγμένος- ληλεγμένη- ληλεγμένον εη
ληλεγμένοι- ληλεγμέναι- ληλεγμένα εημεν (εμεν)
ληλεγμένοι- ληλεγμέναι- ληλεγμένα εητε (ετε)
ληλεγμένοι- ληλεγμέναι- ληλεγμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, λήλεγξο, ληλέγχθω, ---, λήλεγχθε, ληλέγχθων ή ληλέγχθωσαν
 
Απαρέμφατο
ληλέγχθαι
Μετοχή
ληλεγμένος,
ληλεγμένη,
ληλεγμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ληλέγμην, λήλεγξο, λήλεγκτο, ληλέγμεθα, λήλεγχθε, ληλεγμένοι σαν