Ιστορία
Προσανατολισμού: Πρόσφυγες από τον ελλαδικό χώρο στις Βόρειες Σποράδες (πηγή) Έχοντας υπόψη το
κείμενο που ακολουθεί και με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις να αναφερθείτε: α. στους
αρχικούς τόπους εγκατάστασης των προσφύγων από τη Θεσσαλομαγνησία και την
κεντρική Μακεδονία β. στα
προβλήματα που αυτή προκάλεσε. ΚΕΙΜΕΝΟ Το μεγαλύτερο
μέρος των Θεσσαλομακεδόνων βρήκαν άσυλο στα νησιά Σκιάθο, Σκόπελο και Σκύρο. Η
συγκέντρωση τόσο μεγάλου αριθμού ανθρώπων, οι περισσότεροι από τους οποίους
ήταν άτακτοι οπλοφόροι, είχε ως αποτέλεσμα τη διασάλευση της τάξης. Εξάλλου ο
μεγάλος συνωστισμός, η κακή διατροφή και γενικά η κάτω από άθλιους όρους
διαβίωσή τους απειλούσε με εμφάνιση επιδημικών ασθενειών. Μετά την κατάληψη
από τους Οθωμανούς και των τεσσάρων χωριών της Μαγνησίας που αντιστέκονταν, οι
Βόρειες Σποράδες έγιναν τόπος μόνιμης εγκατάστασης των προσφύγων «προς βλάβην
των κατοίκων αυτών». Κι αυτό γιατί οι Ολύμπιοι κυρίως οπλαρχηγοί προέβαιναν σε πειρατικές
ενέργειες αδιακρίτως του ποιον έβλαπταν. Καθώς εξάλλου βρισκόντουσαν σε μεγάλη
φτώχεια, κακοποιούσαν και λήστευαν ακόμα κι αυτούς τους κατοίκους των Βόρειων
Σποράδων, με αποτέλεσμα οι Σκιάθιοι να εγκαταλείψουν την πόλη της Σκιάθου και
να καταφύγουν στο κάστρο όπου αισθάνονταν πιο ασφαλείς. Αλλά και οι Σκύριοι
έπαθαν πάρα πολλά από τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου και της Θεσσαλίας. Συνέπεια
όλων αυτών ήταν να αυξάνονται μεταξύ των κατοίκων οι «Τουρκόφρονες» και
«Τουρκολάτρες». Κωσταβασίλης, Κ.,
Ηπειρώτες και Θεσσαλοί πρόσφυγες στην ελεύθερη Ελλάδα, Εντύπωσις, 2015, σ. 17. Ενδεικτική
απάντηση α. Στις Βόρειες
Σποράδες (Σκιάθο, Σκόπελο, Σκύρο) και το Τρίκερι της Μαγνησίας κατέφυγαν αρχικά
κάτοικοι της Θεσσαλομαγνησίας και της Κεντρικής Μακεδονίας, μετά την προέλαση
των τουρκικών στρατευμάτων και την αποτυχία του επαναστατικού κινήματος στη
Μαγνησία και τη Χαλκιδική (άνοιξη 1821). Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται
από τον Κ. Κωσταβασίλη, ο οποίος επιπροσθέτως επισημαίνει πως οι πρόσφυγες
από τη Μαγνησία εγκαταστάθηκαν μόνιμα στις Βόρειες Σποράδες, όταν οι Οθωμανοί
κατέλαβαν και τα τέσσερα χωρία της Μαγνησίας που πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση. Το
επόμενο έτος, μετά την καταστολή του κινήματος στον Όλυμπο, κατέφυγαν στις
Σποράδες πολλοί αγωνιστές και οπλαρχηγοί από τη Μακεδονία και τον Όλυμπο.
Μικρός αριθμός κατευθύνθηκε στη συνέχεια στις Κυκλάδες και κάποιοι μεμονωμένοι
στη Στερεά Ελλάδα. β. Ο προσφυγικός
συνωστισμός στις Σποράδες επέφερε φτώχεια, σύγχυση και αναρχία. Όπως χαρακτηριστικά
αναφέρει ο Κ. Κωσταβασίλης, ο μεγάλος αριθμός των προσφύγων από τη
Θεσσαλομαγνησία, πολλοί εκ των οποίων ήταν άτακτοι οπλοφόροι, προκάλεσαν αφενός
σημαντική διατάραξη της τάξης κι αφετέρου λόγω του υποσιτισμού τους και λόγω
των εν γένει κάκιστων όρων διαβίωσής τους συνιστούσαν μια συνεχή ανησυχία για
το ενδεχόμενο πρόκλησης ενδημικών ασθενειών. Οι τοπικές αρχές βρέθηκαν
αδύναμες, όχι μόνο να περιθάλψουν τους άπορους και πεινασμένους νεοφερμένους,
αλλά και να διατηρήσουν την τάξη, καθώς ένα μέρος από αυτούς στράφηκε στη
ληστεία και την πειρατεία. Κρούσματα βίας προκαλούσαν ειδικά οι πρόσφυγες από
τον Όλυμπο, οι οποίοι απέβησαν στην πράξη κυρίαρχοι των νησιών και τρόμος των
εγχωρίων. Την πραγματικότητα αυτή επιβεβαιώνει ο Κ. Κωσταβασίλης, ο
οποίος τονίζει πως η παρουσία, κυρίως των Ολύμπιων οπλαρχηγών, στα νησιά των
Βόρειων Σποράδων ζημίωσε σημαντικά τους ντόπιους. Οι Ολύμπιοι ασκούσαν πειρατική
δράση, χωρίς να δίνουν σημασία στο ποιον έβλαπταν με τις ενέργειές τους. Λόγω,
άλλωστε, της πιεστικής πενίας τους δεν δίσταζαν να ληστεύουν και να βασανίζουν
ακόμη και τους κατοίκους των νησιών που τους φιλοξενούσαν. Οι συνεχείς αυτές προκλήσεις
από τους οπλαρχηγούς τόσο του Ολύμπου όσο και της Θεσσαλίας είχαν ως γενικότερο
αποτέλεσμα να αυξηθούν ανάμεσα στους κατοίκους των νησιών εκείνοι που έβλεπαν
με συμπάθεια τους Τούρκους, θεωρώντας τους προτιμότερους από τους εγχώριους
δυνάστες. Σε ειδικότερο πλαίσιο, πάντως, οι κάτοικοι της Σκιάθου προτίμησαν να
εγκαταλείψουν την πόλη του νησιού τους και να μεταφερθούν στο κάστρο,
προκειμένου να είναι περισσότερο ασφαλείς, ενώ μεγάλη ήταν η ζημία που
υπέστησαν και οι κάτοικοι της Σκύρου. «Το θέμα
προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης
Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Tράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας
για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο
δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση
(http://iep.edu.gr/el/trapeza-thematon-arxiki-selida)».
Ελευθέριος
Βενιζέλος «Γεννηθήτω φως» (Μέρος Γ΄) Ως γνωστόν, η διακοίνωσις των προστατίδων
Δυνάμεων, καίπερ δηλούσα ότι αύται δεν δύνανται εις τα παρούσας περιστάσεις να
συντελέσουν εις τροποποίησίν τινά της πολιτικής καταστάσεως, κατά το πνεύμα το
ενδεικνυόμενον εν τη εκθέσει της Α. Β. Υψηλότητος, προσέθετεν εν τούτοις ότι αι
Δυνάμεις «είναι διατεθειμέναι να εξετάσουν μετά συμπαθείας πάσαν πρότασιν,
ήτις θα εσκόπει την βελτίωσιν της καταστάσεως της νήσου». Η Α. Β. Υψηλότης, ανακοινούσα τη 15
Φεβρουαρίου 1901 την διακοίνωσιν ταύτην των Δυνάμεων εις τους συμβούλους Αυτής,
ενετείλατο εις τούτους να παρασκευάσωσι έκαστος κατ’ ιδίαν υπόμνημα περί των
νέων προτάσεων, αίτινες συμφώνως προς την διακοίνωσιν ταύτην ηδύναντο να
υποβληθώσιν εις τας Δυνάμεις, προς τον σκοπόν της βελτιώσεως της καταστάσεως
του τόπου. Η Α. Β. Υψηλότης επεφυλάττετο, ως είπεν, αφού μελετήση τα
υπομνήματα ταύτα των συμβούλων, να συγκαλέσιν αυτούς εις συμβούλιον υπό την
προεδρείαν Του, κατά το οποίον θα συνεζητούντο αι υποβληθησόμεναι υπ’ αυτών
διάφοραι γνώμαι και θα απεφασίζετο οριστικώς ποια αιτήματα έπρεπε να
υποβληθώσιν εις τας Δυνάμεις. Τη 22 Φεβρουαρίου 1901, συνεδριαζόντος του
συμβουλίου του ηγεμόνος προς εξακολούθησιν της από ικανών ήδη συνεδριάσεων
συνεχιζόμενης συζητήσεως του προϋπολογισμού του έτους 1900-1901, επήλθεν εις
την συζήτησιν μία από τας ανάπαυλας εκείνας, αίτινες χάριν αναψυχής
εμφυλλοχωρούν συχνότατα εις τα επί πολλάς ώρας διαρκούντα συμβούλια, και καθ’ ας
διακοπτομένης προς στιγμήν της συζητήσεως, η συνδιάλεξις παρεκβαίνει προς άλλα
θέματα, ενίοτε όλως άσχετα προς το συζητούμενον μέχρις ου υπό του προεδρεύοντος
επαναχθή και πάλιν η συζήτησις εις το προκείμενον θέμα. Κατά τινά τοιαύτην
ανάπαυλαν, επελθούσαν εν τη συνεδριάσει εκείνη, ο κ. Βενιζέλος παρετήρησε προς
τους συναδέλφους του, ότι και ο συζητούμενος προϋπολογισμός, όπως και ο των
προηγούμενων χρήσεων θα κατέληγεν επί τέλους εις αποτελέσματα ικανοποιητικά, ως
εκ των εκτάκτων πόρων, δι’ ων ετροφοδοτήθησαν αι εισπράξεις των ειρημένων
προϋπολογισμών, αλλ’ ότι η δυσκολία της επιτυχίας ισοζυγίου θα παρουσιάζετο εις
τον του επιούντος έτους προϋπολογισμόν, ον όφειλεν να εκπονήση το συμβούλιον,
όπως υπεβάλη εις την Βουλήν. Εις την παρατήρησιν ταύτην, ο κ. Φούμης απήντησεν ειπών,
ότι αισιοδοξεί και ως προς τους μέλλοντας προϋπολογισμούς διότι, αν, κατ’
αυτούς, θα στερεύσουν οι έκτακτοι πόροι, πιστεύει όμως ότι θα αυξηθούν οι
τακτικοί, ου μόνον εκ της ομαλής αυτών προϊούσης αυξήσεως, αλλά και διότι εν τω
μεταξύ ελπίζει να λυθή υπό των Δυνάμεων το ζήτημα των φαρικών, τηλεγραφικών και
λιμενικών τελών, δι’ ων θα επλάττετο εν νέον σπουδαίον έσοδον του
προϋπολογισμού‧ προσέθηκε δε ο κ.
Φούμης, ότι συμφώνως προς την εντολή της Α. Β. Υψηλότητος, ητοιμάζετο εν τω
υποβληθησομένω υπ’ αυτού υπομνήματι, να συστήση, ότι έπρεπε των ζητημάτων
τούτων την λύσιν να ζητήσωμεν παρά των Δυνάμεων, εις απάντησιν της διακοινώσεως
αυτών. Ο κ. Βενιζέλος -εξακολουθούσης πάντοτε της αυτής παρεκβάσεως από του
συζητουμένου θέματος- είπεν εις απάντησιν της γνώμης του κ. Φούμη, ότι και ο
ίδιος είχεν ήδη μελετήσει το ζήτημα των αιτημάτων, άτινα έπρεπε να διατυπωθώσι
προς τας Δυνάμεις, αλλ’ ότι ενόμιζεν, ότι, αντί να ζητηθή από αυτάς η λύσις
ειδικώς του ζητήματος των φαρικών, των τηλεγραφικών και των λιμενικών τελών, θα
ήτο προτιμώτερον, αφού κατά το τέλος της τριετούς αρμοστείας ήτο ήδη
εξακριβωμένον δια της διακοινώσεως των Δυνάμεων, ότι ούτε η ένωσις ούτε άλλη
τις λύσις εκ των συγχρόνως προταθεισών υπό του πρίγκηπος θα εγένετο, να ζητηθή
από τας Δυνάμεις η πλήρης εφαρμογή του ψηφισθέντος συντάγματος, ή όπερ ταυτόν η
εφαρμογή της υπεσχημένης αυτονομίας, ως νέου σταθμού προς την ένωσιν. Ο
κ. Βενιζέλος παρετήρησεν, ότι εφ’ όσον ο τόπος κατείχετο μεν στρατιωτικώς υπό
των τεσσάρων προστατίδων Δυνάμεων, εκυβερνάτο δε υπό εντολοδόχου αυτών, παν
άλλο ήτον παρά αυτόνομος ανέπτυξε δε όλα τα μειονεκτήματα της σημερινής
καταστάσεως από τα της εσωτερικής και από της διεθνούς απόψεως, μειονεκτήματα, τα
οποία εξετέθησαν, δια μακρών ύστερον εν τη μετά του κ. Βενιζέλου συνεντεύξει
του ανταποκριτού της Ακροπόλεως. Την εφαρμογήν της υπεσχημένης αυτονομίας ο κ.
Βενιζέλος εθεώρει, ότι έπρεπε να επιδιώξωμεν, ζητούντες από τας Δυνάμεις, ίνα
κατά το τέλος της τριετούς αρμοστείας, πρώτον μεν παύση πλέον η Α. Β. Υψηλότης
να κυβερνά τον τόπον εξ ονόματος των Δυνάμεων, ως εντολοδόχος αυτών, επιτραπή
δε εις την συνέλευσιν να προβή εις την εκλογήν του ανωτάτου άρχοντος, συμφώνως
προς το αρχικόν άρθρον 39 του σχεδίου του Συντάγματος, το απαλειφθέν υπό της εν
Ρώμη πρεσβευτικής συνδιασκέψεως, δεύτερον δε, αναγνωρισθή ότι καθόσον θα οργανούται
η πολιτοφυλακή, ης η οργάνωσι και διοίκησις έπρεπε ν’ ανατεθεί εις αξιωματικούς
του Ελληνικού στρατού -ίνα κατ’ ουσίαν η δύναμις αύτη αποτελεί τμήμα του
στρατού τούτου- τα διεθνή στρατεύματα θ’ αναχωρώσι βαθμηδόν της νήσου, μέχρις
ου καταλίπωσιν αυτήν ολοσχερώς, καθ’ ην ημέραν ο άρχων του τόπου θα εθεώρει,
ότι η οργανωθείσα δύναμις της πολιτοφυλακής είνε επαρκής προς τήρησιν της τάξεως και
συνεπώς θα εδήλουν εις τας προστάτιδας Δυνάμεις, ότι δεν έχει πλέον ανάγκην της
συνδρομής των διεθνών στρατευμάτων. Κατά τον κ. Βενιζέλον, εφαρμοζομένης
πραγματικώς της αυτονομίας εις το τέλος της τριετούς αρμοστείας, η Κρήτη
διεθνώς θα ετέλει εις θέσιν ανάλογον προς την της Βουλγαρίας, επομένως πάντα τα
εκκρεμή νυν ζητήματα, της αναγνωρίσεως της κρητικής σημαίας, της προστασίας των
κρητών υπηκόων εκτός της νήσου και ιδία εν Τουρκία, των φαρικών, λιμενικών και
τηλεγραφικών τελών, το της εκτάσεως εν γένει των Capitulationsκαι τα άλλα
συναφή, θα ελύοντο αμέσως κατά το πρότυπον της λύσεως, ήτις εδόθη εις αυτά εν
Βουλγαρία. Αλλ’ ιδίως ο κ. Βενιζέλος ετόνισε το γεγονός, ότι η Κρήτη
απαλαττομένη της διεθνούς κατοχής και της δι’ αντιπροσώπου των Δυνάμεων
διοίκησεώς της, θα ηδύνατο να φθάση πολύ ταχύτερον και ασφαλέστερον εις την
εθνικήν της αποκατάστασιν, διότι θα ήρκει εν τοιαύτη περιπτώσει και μόνη η
διπλωματική συνδρομή μίας ή τινων μόνον εκ των Μεγάλων Δυνάμεων, ενώ υπό το
καθεστώς της αρμοστείας και της διεθνούς κατοχής, προς πραγματοποίησιν της
ενώσεως απητείτο η εκ των προτέρων συγκατάθεσις, ου μόνον των τεσσάρων
προστατίδων δυνάμεων, αλλά και της Αυστρίας ακόμη και της Γερμανίας, αίτινες κατά
μέρος ίστανται μένον, εφόσον πρόκειται περί εφαρμογής της υπό των εξ
υπεσχημένων αυτονομίας, αλλ’ αίτινες έχουσι δικαίωμα γνώμης, ευθύς ως πρόκειται
ν’ αποφασισθή δια διεθνούς πράξεως ριζική πολιτική μεταβολή εν Κρήτη. Ο κ. Βενιζέλος, συμπληρών την διατύπωσιν
της γνώμης του, είπεν ότι δεν παραγνωρίζειν ότι η επιδίωξις της ιδέας ταύτης
ηδύνατο να προσκρούση εις την αναβίωσιν της πεπαλαιωμένης εκείνης εν Ελλάδι
προλήψεως, κατά την οποίαν η Κρήτη, εφ’ όσον θα απέκτα πληρεστέραν αυτονομίαν,
ηδύνατο να μη έχηται του λοιπού τόσον στερεώς της ιδέας της εθνικής αυτής
αποκαταστάσεως. Αλλά παρατήρησεν, ότι η ιδέα αύτη επαλαιώθη αληθώς πλέον και
ότι ο κρητικός λαός, λαός ελληνικός, αποτελών εν των ευρωστοτέρων τμημάτων της
ελληνικής φυλής, λαός όστις προσφάτως ακόμα έδωκε τοιαύτα δείγματα της
προσηλώσεως αυτού εις την εθνικήν ιδέαν προτιμήσας να προτιμήσας να υποστή όλας
τας στερήσεις πολυμήνου αποκλεισμού, και να εκτεθή εις τον φοβερόν κίνδυνον του
να συγκρουσθή προς πάσας τας ευρωπαϊκάς δυνάμεις μάλλον παρά να δεχθή αντί της
ενώσεως την προσφερομένην αυτονομίαν, λαός ο οποίος ουδέ μετά την ατυχή έκβασιν
του ελληνοτουρκικού πολέμου, και την εκ τούτου καταλαβούσαν το έθνος
απεθάρρυνσιν, δεν μετέβαλε το εθνικόν πρόγραμμά του, ίνα εκ καθήκοντος μετέχη
της τύχης αυτής προς το ελεύθερον βασίλειον, μέχρι της υπογραφής της προκαταρκτικής
τουλάχιστον ειρήνης, τοιούτος λαός δεν ήτο δυνατόν να γίνεται πλέον
αντικείμενον τοιούτων υβριστικών υπονοιών. Άλλως τε, κατά τον κ. Βενιζέλον, ήτο
δυνατόν να ληφθή πάσα πρόνοια ώστε να αποφευχθή πάσα παρεξήγησις και προς τον
σκοπόν τούτον ηδύνατο να ορισθή, ότι η εκλογή του ανωτάτου άρχοντος δεν θα είνε
ούτε ισόβιος ούτε μακροχρόνιος αλλά δια περίοδον χρόνου ανάλογον προς την της
πρώτης αρμοστείας. Συμπληρώσαντος
του κ. Βενιζέλου την διατύπωσιν των ιδεών του και ειπόντος, ότι ταύτας
προετίθετο να διατυπώση εν τω υπομνήματί του και να υποστηρίξη εν τη
συνεδριάσει, ήτις θα εγίνετο υπό την προεδρείαν της Α. Β. Υψηλότητος, ο κ.
Φούμης παρετήρησεν, ότι του πρίγκηπος αποκρούοντος, ως γνωστόν, τα ιδέας ταύτας,
δεν είνε δυνατόν αύται να υποστηριχθώσιν, αφού προκειμένου περί των εθνικών
ζητημάτων ταύτα διέπονται αποκλειστικώς υπό της βασιλείας. Προτέθηκε δε ακόμη ο
κ. Φούμης, ότι κατά την γνώμην ενός των κ. Προξένων, του της Ρωσσίας, τοιαύτη
πρότασις απεκλείετο υπό της διακοινώσεως των Δυνάμεων. Ο κ. Βενιζέλος, κατά του
πρώτου ισχυρισμού του κ. Φούμη αντέταξεν, ότι και ως Κρης και ως Έλλην θεωρεί
καθήκον του να διαμαρτυρηθή κατά τοιαύτης αντιλήψεως, κατά την οποίαν το έθνος
θα διετέλει ξένον προς την διεύθυνσιν των εθνικών αυτού ζητημάτων‧ότι κατ’ αυτόν,
επί των εξωτερικών ζητημάτων, ηδύνατο μεν η βασιλεία να έχη πρωτοβουλίαν τινά
ενεργείας, χάριν της διατηρήσεως συνοχής τινός και ενότητος της εξωτερικής
πολιτικής του κράτους, αλλ’ ότι εν πάση περιπτώσει πάσα αυτής ενέργεια πρέπει
να γίνεται εν απολύτω συμφωνία προς την υπεύθυνον κυβέρνησιν‧ ότι, αν υπάρχη
διαφωνία αυτής προς την τελευταίαν ταύτην, η διαφωνία πρέπει να αίρεται δι’ αντικαταστάσεως
των υπευθύνων συμβούλων, ων όμως η διατήρησις εν τη αρχή, ως εκ του κρατούντος εν
Ελλάδι κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, προϋποθέτει την δοκιμασίαν της υπό της
αντιπροσωπείας του τόπου διερμηνευομένης κοινής γνώμης του έθνους, εις ην
επομένως κατά τελευταίον λόγον ανήκει η οριστική γνώμη και επί των εθνικών
ζητημάτων. Ως προς τον δεύτερον ισχυρισμόν του κ. Φούμη, ο κ. Βενιζέλος
παρετήρησεν, ότι ο κ. Γκιρς εξέφραζεν, ως ο ίδιος εδήλον, ατομικήν όλως γνώμην,
περί της εννοίας της διακοινώσεως, ότι δεν ηδυνάμεθα να στηριχθώμεν εις την
ατομικήν ταύτην γνώμην, τόσον μάλλον καθ’ όσον διάφορος είνε η ατομική γνώμη
άλλων Προξένων νομιζόντων, ότι δεν αποκλείεται να υπεβληθή εις τας Δυνάμεις πάσα
άλλη πρότασις, μη περιεχομένη εν τη εννοία των υπό της Α. Β. Υψηλότητος υποβληθεισών
ήδη προτάσεων. Εις ταύτα ο κ. Φούμης αντιπαρετήρησεν, ότι εν πάση περιπτώσει
ταύτα ήσαν ζητήματα, εφ’ ων ενόμιζεν, ότι το συμβούλιον δεν ηδύνατο ν’ αναλάβη
ευθύνην, άνευ της γνώμης της αντιπροσωπείας του τόπου, με την γνώμην δε ταύτην
του κ. Φούμη εδήλωσεν ο κ. Βενιζέλος ότι συμφωνεί καθολοκληρίαν, τόσον
μάλλον όσον ήτο επικειμένη η σύγκλησις της Βουλής, ης την σύνοδον έπρεπε να
περιμένη το συμβούλιον, όπως εκ συμφώνου μετ’ αυτής αποφασίση περί του πρακτέου.
Εις το σημείον τούτο η επεισοδιακή αυτή συνδιάλεξις εθεωρήθη λήξασα το δε
συμβούλιον εξηκολούθησε την εκκρεμή συζήτησιν του προϋπολογισμού. Σημειωτέον, ότι η επεισοδιακή αυτή
συνδιάλεξις διεξήχθη κυρίως μεταξύ του κ. Φούμη όστις ανεκίνησε το ζήτημα,
ειπών τι θα συνίστα δια του υπομνήματός του να ζητήσωμεν από τας Δυνάμεις, και
του κ. Βενιζέλου, ο οποίος εκ τούτου λαβών αφορμήν εξέθηκε τι εκείνος επρόκειτο
να υποστηρίξη δια του υπομνήματος αυτού. Εις την επεισοδιακήν ταύτην συζήτησιν
ο μεν κ. Κούνδουρος ουδέν απολύτως έλαβε μέρος, σιωπήσας καθ’ όλην την
διάρκειαν αυτής και μηδεμίαν εξενεγκών γνώμην, ο δε κ. Γιαμαλάκης ως προς μεν
το κύριον μέρος των ιδεών του κ. Βενιζέλου απέφυγε να εκφράση γνώμην, ειπών ότι
το πράγμα έχρηζε πολλής μελέτης, συνεφώνησεν όμως καθ’ ολοκληρίαν μετά του κ.
Βενιζέλου ως προς το ζήτημα, ότι η υπεύθυνος κυβέρνησις έχει δικαίωμα γνώμης
επί της διευθύνσεως του εθνικού ημών ζητήματος. Διότι ακριβώς τα περί του ζητήματος τούτου
λεχθέντα κατά την συνεδρίασιν εκείνην ελέχθησαν όλως επεισοδιακώς, ουδ’
απετέλεσαν αντικείμενον κυρίας συζητήσεως, ουδεμία εγένετο εν τοις πρακτικοίς
του συμβουλίου μνεία ούτε περί των λεχθέντων, ούτε καν περί ανακινήσεως
οιασδήποτε του ζητήματος τούτου. Οι συκοφάνται έγραψαν αληθώς ύστερον και
διέδωκαν ότι εις τα πρακτικά δεν εμνημονεύθησαν τα λεχθέντα‧ κατ’ απαίτησιν
δήθεν του κ. Βενιζέλου, ότι μάλιστα ο κ. Κούνδουρος, αντιθέτως προς τον κ.
Βενιζέλον, ηξίωσεν τάχα να αναγραφούν ταύτα εις τα πρακτικά, και παντοίους
άλλους μύθους χρήσιμους όπως καταστή πιθανοτέρα η διαβολή. Αλλά πάντα ταύτα
ήσαν μυθεύματα κακοήθη, ως δύνανται να μαρτυρήσουν και τα τρία λοιπά μέλη του
συμβουλίου εξ ων τα δύο τουλάχιστον, ο κ. Κούνδουρος και ο κ. Φούμης, δεν είνε
πολιτικοί φίλοι του κ. Βενιζέλου, και οίτινες γνωρίζουν, ότι αν δεν εγράφη τι
εις τα πρακτικά δεν εγράφη ουχί κατ’ απαίτησιν τινός των κ. συμβούλων αλλά
διότι ουδέ επέρασε καν από τον νουν τινός εξ αυτών ότι έπρεπε ν’ αναγραφώσιν
εις τα πρακτικά τα λεχθέντα όλως επεισοδιακώς και ασχέτως προς το συζητούμενον
θέμα και τα οποία θα απετέλουν αντικείμενο κυρίας συζητήσεως, μόνον εν τη
συνεδριάσει του συμβουλίου, ήτις κατά τ’ ανωτέρω, θα συνεκροτείτο υπό την
προεδρείαν της Α. Β. Υψηλότητος, μετά την υποβολήν των σχετικών υπομνημάτων των
κυρίων συμβούλων. Κήρυξ, 4
Ιανουαρίου 1902