Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαρακτηρίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Nadia Corso
 
Νέα ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «χαρακτηρίζω»
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χαρακτηρίζω, χαρακτηρίζεις, χαρακτηρίζει, χαρακτηρίζουμε, χαρακτηρίζετε, χαρακτηρίζουν (ή χαρακτηρίζουνε)
Υποτακτική
να χαρακτηρίζω, να χαρακτηρίζεις, να χαρακτηρίζει, να χαρακτηρίζουμε, να χαρακτηρίζετε, να χαρακτηρίζουν (ή να χαρακτηρίζουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: χαρακτήριζε – β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίζετε
Μετοχή
χαρακτηρίζοντας
 
Παρατατικός
Οριστική
χαρακτήριζα, χαρακτήριζες, χαρακτήριζε, χαρακτηρίζαμε, χαρακτηρίζατε, χαρακτήριζαν ή χαρακτηρίζανε
 
Αόριστος
Οριστική
χαρακτήρισα, χαρακτήρισες, χαρακτήρισε, χαρακτηρίσαμε, χαρακτηρίσατε, χαρακτήρισαν ή χαρακτηρίσανε
Υποτακτική
να χαρακτηρίσω, να χαρακτηρίσεις, να χαρακτηρίσει, να χαρακτηρίσουμε, να χαρακτηρίσετε, να χαρακτηρίσουν (ή να χαρακτηρίσουνε)
Προστακτική
β΄ ενικό: χαρακτήρισε – β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίστε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίζω, θα χαρακτηρίζεις, θα χαρακτηρίζει, θα χαρακτηρίζουμε, θα χαρακτηρίζετε, θα χαρακτηρίζουν (ή θα χαρακτηρίζουνε)
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίσω, θα χαρακτηρίσεις, θα χαρακτηρίσει, θα χαρακτηρίσουμε, θα χαρακτηρίσετε, θα χαρακτηρίσουν (ή θα χαρακτηρίσουνε)
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω χαρακτηρίσει, θα έχεις χαρακτηρίσει, θα έχει χαρακτηρίσει, θα έχουμε χαρακτηρίσει, θα έχετε χαρακτηρίσει, θα έχουν(ε) χαρακτηρίσει
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω χαρακτηρίσει, έχεις χαρακτηρίσει, έχει χαρακτηρίσει, έχουμε χαρακτηρίσει, έχετε χαρακτηρίσει, έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Υποτακτική
να έχω χαρακτηρίσει, να έχεις χαρακτηρίσει, να έχει χαρακτηρίσει, να έχουμε χαρακτηρίσει, να έχετε χαρακτηρίσει, να έχουν(ε) χαρακτηρίσει
Μετοχή
έχοντας χαρακτηρίσει
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα χαρακτηρίσει, είχες χαρακτηρίσει, είχε χαρακτηρίσει, είχαμε χαρακτηρίσει, είχατε χαρακτηρίσει, είχαν(ε) χαρακτηρίσει
 
Παθητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
χαρακτηρίζομαι, χαρακτηρίζεσαι, χαρακτηρίζεται, χαρακτηριζόμαστε, χαρακτηρίζεστε, χαρακτηρίζονται
Υποτακτική
να χαρακτηρίζομαι, να χαρακτηρίζεσαι, να χαρακτηρίζεται, να χαρακτηριζόμαστε, να χαρακτηρίζεστε, να χαρακτηρίζονται
Προστακτική
β΄ πληθυντικό: χαρακτηρίζεστε
Μετοχή
χαρακτηριζόμενος, χαρακτηριζόμενη, χαρακτηριζόμενο
 
Παρατατικός
Οριστική
χαρακτηριζόμουν, χαρακτηριζόσουν, χαρακτηριζόταν, χαρακτηριζόμαστε, χαρακτηριζόσαστε, χαρακτηρίζονταν
(& χαρακτηριζόμουνα, χαρακτηριζόσουνα, χαρακτηριζότανε, χαρακτηριζόμασταν, χαρακτηριζόσασταν, χαρακτηριζόντουσαν)
 
Αόριστος
Οριστική
χαρακτηρίστηκα, χαρακτηρίστηκες, χαρακτηρίστηκε, χαρακτηριστήκαμε, χαρακτηριστήκατε, χαρακτηρίστηκαν ή χαρακτηριστήκανε
& χαρακτηρίσθηκα, χαρακτηρίσθηκες, χαρακτηρίσθηκε, χαρακτηρισθήκαμε, χαρακτηρισθήκατε, χαρακτηρίσθηκαν ή χαρακτηρισθήκανε
Υποτακτική
να χαρακτηριστώ, να χαρακτηριστείς, να χαρακτηριστεί, να χαρακτηριστούμε, να χαρακτηριστείτε, να χαρακτηριστούν ή να χαρακτηριστούνε
& να χαρακτηρισθώ, να χαρακτηρισθείς, να χαρακτηρισθεί, να χαρακτηρισθούμε, να χαρακτηρισθείτε, να χαρακτηρισθούν ή να χαρακτηρισθούνε
Προστακτική
β΄ ενικού: χαρακτηρίσου – β΄ πληθυντικό: χαρακτηριστείτε / χαρακτηρισθείτε
 
Εξακολουθητικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηρίζομαι, θα χαρακτηρίζεσαι, θα χαρακτηρίζεται, θα χαρακτηριζόμαστε, θα χαρακτηρίζεστε, θα χαρακτηρίζονται
 
Συνοπτικός Μέλλοντας
Οριστική
θα χαρακτηριστώ, θα χαρακτηριστείς, θα χαρακτηριστεί, θα χαρακτηριστούμε, θα χαρακτηριστείτε, θα χαρακτηριστούν ή θα χαρακτηριστούνε
& θα χαρακτηρισθώ, θα χαρακτηρισθείς, θα χαρακτηρισθεί, θα χαρακτηρισθούμε, θα χαρακτηρισθείτε, θα χαρακτηρισθούν ή θα χαρακτηρισθούνε
 
Συντελεσμένος Μέλλοντας
Οριστική
θα έχω χαρακτηριστεί, θα έχεις χαρακτηριστεί, θα έχει χαρακτηριστεί, θα έχουμε χαρακτηριστεί, θα έχετε χαρακτηριστεί, θα έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& θα έχω χαρακτηρισθεί, θα έχεις χαρακτηρισθεί, θα έχει χαρακτηρισθεί, θα έχουμε χαρακτηρισθεί, θα έχετε χαρακτηρισθεί, θα έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
 
Παρακείμενος
Οριστική
έχω χαρακτηριστεί, έχεις χαρακτηριστεί, έχει χαρακτηριστεί, έχουμε χαρακτηριστεί, έχετε χαρακτηριστεί, έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& έχω χαρακτηρισθεί, να έχεις χαρακτηρισθεί, να έχει χαρακτηρισθεί, να έχουμε χαρακτηρισθεί, να έχετε χαρακτηρισθεί, να έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
Υποτακτική
να έχω χαρακτηριστεί, έχεις χαρακτηριστεί, έχει χαρακτηριστεί, έχουμε χαρακτηριστεί, έχετε χαρακτηριστεί, έχουν(ε) χαρακτηριστεί
& να έχω χαρακτηρισθεί, να έχεις χαρακτηρισθεί, να έχει χαρακτηρισθεί, να έχουμε χαρακτηρισθεί, να έχετε χαρακτηρισθεί, να έχουν(ε) χαρακτηρισθεί
Μετοχή
χαρακτηρισμένος, χαρακτηρισμένη, χαρακτηρισμένο
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
είχα χαρακτηριστεί, είχες χαρακτηριστεί, είχε χαρακτηριστεί, είχαμε χαρακτηριστεί, είχατε χαρακτηριστεί, είχαν(ε) χαρακτηριστεί
& είχα χαρακτηρισθεί, είχες χαρακτηρισθεί, είχε χαρακτηρισθεί, είχαμε χαρακτηρισθεί, είχατε χαρακτηρισθεί, είχαν(ε) χαρακτηρισθεί
 
Σημείωση:
χαρακτηρίζομαι – διακατέχομαι: Σε ορισμένες περιπτώσεις τα ρήματα αυτά χρησιμοποιούνται σαν συνώνυμα στη μεσοπαθητική φωνή, ενώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Το ρήμα χαρακτηρίζομαι, εκτός από τη σημασία «μου αποδίδεται ορισμένη ιδιότητα» (π.χ. Η όλη στάση του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακραία – Η εμφάνισή της χαρακτηρίστηκε η καλύτερη της βραδιάς), σημαίνει επίσης «διαθέτω ορισμένη ιδιότητα ως βασικό γνώρισμα, διακρίνομαι από ορισμένη ιδιότητα». Η συγκεκριμένη σημασία μπορεί να αφορά τόσο σε πρόσωπα όσο και σε πράγματα, κάτι που δεν συμβαίνει με το ρήμα διακατέχομαι. Παραδείγματα: Το κείμενο χαρακτηρίζεται [όχι: *διακατέχεται] από οξύτητα – Ο στίχος των ιπποτικών μυθιστορημάτων χαρακτηριζόταν [όχι: *διακατεχόταν] από ευρηματικότητα. Το ρήμα διακατέχομαι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για πρόσωπα  ή ομάδες προσώπων και σημαίνει «κυριεύομαι από κάτι, διέπομαι ή κυριαρχούμαι από αυτό» (συνήθως για ισχυρό συναίσθημα). Παραδείγματα: «Το κόμμα σας διακατέχεται (όχι: *χαρακτηρίζεται) από πανικό» είπε ο βουλευτής – Το πλήθος διακατεχόταν (όχι: *χαρακτηριζόταν) από οργή…

Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας

Νέα Ελληνικά: Κλίση επιθέτων σε -ύς, -ιά, -ύ & σε -ύς, -εία, -ύ

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Peter Awax
 
Νέα Ελληνικά: Κλίση επιθέτων σε -ύς, -ιά, -ύ & σε -ύς, -εία, -ύ
 
Επίθετα σε -ύς, -ιά, -ύ
 
Ενικός αριθμός
ο ελαφρύς, του ελαφρύ ή του ελαφριού, τον ελαφρύ, (ελαφρύ)
η ελαφριά, της ελαφριάς, την ελαφριά, (ελαφριά)
το ελαφρύ, του ελαφρύ ή του ελαφριού, το ελαφρύ, (ελαφρύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι ελαφριοί ή ελαφρείς, των ελαφριών, τους ελαφριούς ή ελαφρείς, (ελαφριοί ή ελαφρείς)
οι ελαφριές, των ελαφριών, τις ελαφριές, (ελαφριές)
τα ελαφριά, των ελαφριών, τα ελαφριά, (ελαφριά)
 
Ενικός αριθμός
ο βαρύς, του βαρύ ή του βαριού, τον βαρύ, (βαρύ)
η βαριά, της βαριάς, τη βαριά, (βαριά)
το βαρύ, του βαρύ ή του βαριού, το βαρύ, (βαρύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι βαριοί ή βαρείς, των βαριών, τους βαριούς ή βαρείς, (βαριοί ή βαρείς)
οι βαριές, των βαριών, τις βαριές, (βαριές)
τα βαριά, των βαριών, τα βαριά, (βαριά)
 
Ενικός αριθμός
ο βαθύς, του βαθύ ή του βαθιού, τον βαθύ, (βαθύ)
η βαθιά, της βαθιάς, τη βαθιά, (βαθιά)
το βαθύ, του βαθύ ή του βαθιού, το βαθύ, (βαθύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι βαθιοί ή βαθείς, των βαθιών, τους βαθιούς ή βαθείς, (βαθιοί ή βαθείς)
οι βαθιές, των βαθιών, τις βαθιές, (βαθιές)
τα βαθιά, των βαθιών, τα βαθιά, (βαθιά)
 
Ενικός αριθμός
ο φαρδύς, του φαρδύ ή του φαρδιού, τον φαρδύ, (φαρδύ)
η φαρδιά, της φαρδιάς, τη φαρδιά, (φαρδιά)
το φαρδύ, του φαρδύ ή του φαρδιού, το φαρδύ, (φαρδύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι φαρδείς ή  φαρδιοί, των φαρδιών, τους φαρδείς ή τους φαρδιούς, (φαρδείς ή φαρδιοί)
οι φαρδιές, των φαρδιών, τις φαρδιές, (φαρδιές)
τα φαρδιά, των φαρδιών, τα φαρδιά, (φαρδιά)
 
Ενικός αριθμός
ο μακρύς, του μακρύ ή του μακριού, τον μακρύ, (μακρύ)
η μακριά, της μακριάς, τη μακριά, (μακριά)
το μακρύ, του μακρύ ή του μακριού, το μακρύ, (μακρύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι μακρείς ή  μακριοί, των μακριών, τους μακρείς ή τους μακριούς, (μακρείς ή μακριοί)
οι μακριές, των μακριών, τις μακριές, (μακριές)
τα μακριά, των μακριών, τα μακριά, (μακριά)
 
Ενικός αριθμός
ο παχύς, του παχύ ή του παχιού, τον παχύ, (παχύ)
η παχιά, της παχιάς, την παχιά, (παχιά)
το παχύ, του παχύ ή του παχιού, το παχύ, (παχύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι παχιοί ή παχείς, των παχιών, τους παχιούς ή παχείς, (παχιοί ή παχείς)
οι παχιές, των παχιών, τις παχιές, (παχιές)
τα παχιά, των παχιών, τα παχιά, (παχιά)
 
Ενικός αριθμός
ο τραχύς, του τραχύ, τον τραχύ, (τραχύ)
η τραχιά, της τραχιάς, την τραχιά, (τραχιά)
το τραχύ, του τραχύ, το τραχύ, (τραχύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι τραχείς, των τραχιών, τους τραχείς, (τραχείς)
οι τραχιές, των τραχιών, τις τραχιές, (τραχιές)
τα τραχιά, των τραχιών, τα τραχιά, (τραχιά)
 
Ενικός αριθμός
ο πλατύς, του πλατύ ή του πλατιού, τον πλατύ, (πλατύ)
η πλατιά, της πλατιάς, την πλατιά, (πλατιά)
το πλατύ, του πλατύ ή του πλατιού, το πλατύ, (πλατύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι πλατιοί ή πλατείς, των πλατιών, τους πλατιούς ή πλατείς, (πλατιοί ή πλατείς)
οι πλατιές, των πλατιών, τις πλατιές, (πλατιές)
τα πλατιά, των πλατιών, τα πλατιά, (πλατιά)
 
Σημειώσεις:
- Η γενική πτώση του αρσενικού και του ουδετέρου χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά και παρατηρείται ποικιλία στον σχηματισμό της, ειδικώς ως προς την επιλογή μεταξύ των καταλήξεων -ύ και -ίου. Αρκετές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι εμφανής ο λόγος της προτιμήσεως του ενός ή του άλλου ληκτικού τέρματος. Παραδείγματα: «αμαξίδιο ελαφριού τύπου – του βαθύ ύπνου – του βαρύ καφέ – Το υπόστεγο έγειρα από το βάρος του παχιού χιονιού – του φαρδύ / του φαρδιού δρόμου – του μακρύ γιαλού / του μακριού χειμώνα – του μακριού φορέματος».
 
- Σε στερεότυπες φράσεις και σε λόγιο ύφος ορισμένα από τα επίθετα της κατηγορίας (σε -ύς, -ία, -ύ) ακολουθούν το κλιτικό σχήμα της αρχαίας γλώσσας (δηλαδή των επιθέτων της κατηγορίας σε -ύς, -εία, -ύ), με αποτέλεσμα να σχηματίζουν διαφορετικά τη γενική πτώση και τον πληθυντικό αριθμό, αλλά και το θηλυκό του επιθέτου. Παραδείγματα: «όχημα βαρέος τύπου – παλαιστής βαρέων βαρών – κρέμα βαθέος καθαρισμού – βαθεία δομή – προϊόν βαθείας καταψύξεως – βαρείς χειμώνες – του παχέος εντέρου».
 
- Μερικά επίθετα της κατηγορίας αυτής παρουσιάζουν την ιδιαιτερότητα ότι σχηματίζουν τη γενική του αρσενικού μόνο με συγκεκριμένο τύπο, στον δε πληθυντικό ακολουθούν τη λόγια κλίση ανάλογα με το ύφος του λόγου. Παραδείγματα: «Το επίθετο θρασύς σχηματίζει τη γενική ενικού με τον τύπο -του θρασύ, όπως ακριβώς και το επίθετο τραχύς: -του τραχύ. Το επίθετο τραχείς σχηματίζει τον πληθυντικό άλλοτε «τραχιοί» και άλλοτε «τραχείς»: τραχιές επιφάνειες, δρόμοι τραχιοί και απότομοι – Το τοπίο χαρακτηρίζεται από τραχείς ορεινούς όγκους».
 
Επίθετα σε -ύς, -εία, -ύ
 
Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει λόγια επίθετα, τα οποία κλίνονται κατά το κλιτικό σχήμα της αρχαίας γλώσσας. Αρκετά από αυτά συνηθίζονται σε επιστημονικούς όρους ή φράσεις (π.χ. βραχεία συλλαβή, αμβλεία γωνία, οξεία βρογχίτιδα, βραχέα κύματα, δασέα σύμφωνα, του ευθέος λόγου κ.ά.), ενώ μερικά έχουν ουσιαστικοποιηθεί, π.χ. ευθεία (γραμμή), ταχεία (αμαξοστοιχία), τραχεία (αρτηρία), η οξεία (το τονικό σημείο) κ.ά.
 
Ενικός αριθμός
ο ευθύς, του ευθέος, τον ευθύ, (ευθύ)
η ευθεία, της ευθείας, την ευθεία, (ευθεία)
το ευθύ, του ευθέος, το ευθύ, (ευθύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι ευθείς, των ευθέων, τους ευθείς, (ευθείς)
οι ευθείες, των ευθειών, τις ευθείες, (ευθείες)
τα ευθέα, των ευθέων, τα ευθέα, (ευθέα)
 
Ενικός αριθμός
ο θρασύς, του θρασέος, τον θρασύ, (θρασύ)
η θρασεία, της θρασείας, τη θρασεία, (θρασεία)
το θρασύ, του θρασέος, το θρασύ, (θρασύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι θρασείς, των θρασέων, τους θρασείς, (θρασείς)
οι θρασείες, των θρασειών, τις θρασείες, (θρασείες)
τα θρασέα, των θρασέων, τα θρασέα, (θρασέα)
 
Ενικός αριθμός
ο βραχύς, του βραχέος, τον βραχύ, (βραχύ)
η βραχεία, της βραχείας, τη βραχεία, (βραχεία)
το βραχύ, του βραχέος, το βραχύ, (βραχύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι βραχείς, των βραχέων, τους βραχείς, (βραχείς)
οι βραχείες, των βραχειών, τις βραχείες, (βραχείες)
τα βραχέα, των βραχέων, τα βραχέα, (βραχέα)
 
Ενικός αριθμός
ο δριμύς, του δριμέος, τον δριμύ, (δριμύ)
η δριμεία, της δριμείας, τη δριμεία, (δριμεία)
το δριμύ, του δριμέος, το δριμύ, (δριμύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι δριμείς, των δριμέων, τους δριμείς, (δριμείς)
οι δριμείες, των δριμειών, τις δριμείες, (δριμείες)
τα δριμέα, των δριμέων, τα δριμέα, (δριμέα)
 
Ενικός αριθμός
ο οξύς, του οξέος, τον οξύ, (οξύ)
η οξεία, της οξείας, την οξεία, (οξεία)
το οξύ, του οξέος, το οξύ, (οξύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι οξείς, των οξέων, τους οξείς, (οξείς)
οι οξείες, των οξειών, τις οξείες, (οξείες)
τα οξέα, των οξέων, τα οξέα, (οξέα)
 
Ενικός αριθμός
ο ταχύς, του ταχέος, τον ταχύ, (ταχύ)
η ταχεία, της ταχείας, την ταχεία, (ταχεία)
το ταχύ, του ταχέος, το ταχύ, (ταχύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι ταχείς, των ταχέων, τους ταχείς, (ταχείς)
οι ταχείες, των ταχειών, τις ταχείες, (ταχείες)
τα ταχέα, των ταχέων, τα ταχέα, (ταχέα)
 
Ενικός αριθμός
ο αμβλύς, του αμβλέος, τον αμβλύ, (αμβλύ)
η αμβλεία, της αμβλείας, την αμβλεία, (αμβλεία)
το αμβλύ, του αμβλέος, το αμβλύ, (αμβλύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι αμβλείς, των αμβλέων, τους αμβλείς, (αμβλείς)
οι αμβλείες, των αμβλειών, τις αμβλείες, (αμβλείες)
τα αμβλέα, των αμβλέων, τα αμβλέα, (αμβλέα)
 
Ενικός αριθμός
ο δασύς, του δασέος, τον δασύ, (δασύ)
η δασεία, της δασείας, τη δασεία, (δασεία)
το δασύ, του δασέος, το δασύ, (δασύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι δασείς, των δασέων, τους δασείς, (δασείς)
οι δασείες, των δασειών, τις δασείες, (δασείες)
τα δασέα, των δασέων, τα δασέα, (δασέα)
 
Ενικός αριθμός
ο ευρύς, του ευρέος, τον ευρύ, (ευρύ)
η ευρεία, της ευρείας, τη ευρεία, (ευρεία)
το ευρύ, του ευρέος, το ευρύ, (ευρύ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι ευρείς, των ευρέων, τους ευρείς, (ευρείς)
οι ευρείες, των ευρειών, τις ευρείες, (ευρείες)
τα ευρέα, των ευρέων, τα ευρέα, (ευρέα)
 
Το αριθμητικό επίθετο ήμισυς
 
Ενικός αριθμός
ο ήμισυς, του ημίσεος, τον ήμισυ, (ήμισυ)
η ημίσεια, της ημισείας ή της ημίσειας, την ημίσεια, (ημίσεια)
το ήμισυ, του ημίσεος, το ήμισυ, (ήμισυ)
 
Πληθυντικός αριθμός
οι ήμισεις, των ημίσεων, τους ήμισεις, (ήμισεις)
οι ημίσειες, των ημισειών, τις ημίσειες, (ημίσειες)
τα ημίσεα ή τα ήμισυ, των ημίσεων, τα ημίσεα, (ημίσεα)
 
Πηγή σημειώσεων: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της Ελληνικής, Κέντρο Λεξικολογίας

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀμβλύνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Meysam Bagheri
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «μβλύνω»
 
(μβλύνω: κάνω κάτι αδύναμο, μετριάζω, κάνω κάτι λιγότερο αιχμηρό ή οξύ)
Το -υ του ρήματος είναι μακρό.
 
Ενεστώτας
Οριστική
μβλύνω, μβλύνεις, μβλύνει, μβλύνομεν, μβλύνετε, μβλύνουσι(ν)
Υποτακτική
μβλύνω, μβλύνς, μβλύν, μβλύνωμεν, μβλύνητε, μβλύνωσι(ν)
Ευκτική
μβλύνοιμι, μβλύνοις, μβλύνοι, μβλύνοιμεν, μβλύνοιτε, μβλύνοιεν
Προστακτική
---, μβλυνε, μβλυνέτω, ---, μβλύνετε, μβλυνόντων (ή μβλυνέτωσαν)
Απαρέμφατο
μβλύνειν
Μετοχή
μβλύνων, μβλύνουσα, μβλνον
 
Παρατατικός
Οριστική
μβλυνον, μβλυνες, μβλυνε, μβλύνομεν, μβλύνετε, μβλυνον
 
Μέλλοντας
Οριστική
μβλυν, μβλυνες, μβλυνε, μβλυνομεν, μβλυνετε, μβλυνοσι(ν)
Ευκτική
μβλυνομι, μβλυνος, μβλυνο, ή μβλυνοίην, μβλυνοίης, μβλυνοίη, μβλυνομεν, μβλυνοτε, μβλυνοεν
Απαρέμφατο
μβλυνεν
Μετοχή
μβλυνν, μβλυνοσα, μβλυνον
 
Αόριστος
Οριστική
μβλυνα, μβλυνας, μβλυνε(ν), μβλύναμεν, μβλύνατε, μβλυναν
Υποτακτική
μβλύνω, μβλύνς, μβλύν, μβλύνωμεν, μβλύνητε, μβλύνωσι(ν)
Ευκτική
μβλύναιμι, μβλύναις ή μβλύνειας, μβλύναι ή μβλύνειε(ν), μβλύναιμεν, μβλύναιτε, μβλύναιεν ή μβλύνειαν
Προστακτική
---, μβλυνον, μβλυνάτω, ---, μβλύνατε, μβλυνάντων (ή μβλυνάτωσαν)
Απαρέμφατο
μβλναι
Μετοχή
μβλύνας, μβλύνασα, μβλναν