Oliver Frey
Ερωτήσεις ΚΕΕ Πρωταγόρας Ενότητα 5η
ἤ μή εἶναι ἐν ἀνθρώποις: Να συγκρίνετε την τιμωρία αυτή με τη θανάτωση που προτάθηκε παραπάνω (κτείνειν ὡς νόσον πόλεως). Είναι η κύρωση αυτή ηπιότερη ή όχι και γιατί;
[Είναι ζήτημα αν είναι ηπιότερη, δεδομένης της σημασίας που έχει για τον άνθρωπο η κοινωνική ζωή. Ειδικότερα για την εποχή εκείνη η εξορία ισοδυναμούσε με θάνατο. Πρβλ. τις απόψεις του Σωκράτη στον Κρίτωνα (κεφ. 15- 16) και την Ἀπολογία.]
Ενώ ο Δίας ορίζει ως τιμωρία εκείνου που δε συμμετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη, τη θανάτωση, ο Πρωταγόρας θεωρεί πως όποιος δε μετέχει της πολιτικής αρετής, δε θα πρέπει να ζει μαζί με τους άλλους ανθρώπους, θέτοντας δηλαδή ως ποινή την εξορία. Συγκρίνοντας τις δύο κυρώσεις, η θανάτωση μοιάζει σε πρώτο επίπεδο να είναι σκληρότερη, υπό την έννοια ότι επιφέρει στον άδικο άνθρωπο ένα βίαιο τερματισμό της ζωής του. Αν, όμως, εξετάσουμε την έννοια της εξορίας έχοντας υπόψη μας τον τρόπο σκέψης των Αθηναίων κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα, θα αντιληφθούμε πως για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, όπου η κοινωνική και πολιτική δράση αποτελούσε την πολυτιμότερη έκφανση του βίου τους, η εξορία έμοιαζε εξίσου αυστηρή, αν όχι αυστηρότερη, από τη θανάτωση.
Η εκδίωξη ενός πολίτη από τον τόπο όπου είχε δημιουργήσει την οικογένειά του και του οποίου αποτελούσε μέχρι τότε ενεργό μέλος, σήμαινε τον βίαιο τερματισμό της πολιτικής και κοινωνικής του ύπαρξης, στερώντας του αίφνης το σημαντικότερο τμήμα της προσωπικότητάς του. Οι Αθηναίοι, που μεγάλωναν και εκπαιδεύονταν στα πλαίσια μιας συμμετοχικής δημοκρατίας, δεν μπορούσαν να διανοηθούν τη ζωή τους, χωρίς τη δυνατότητα της κοινωνικής συναναστροφής και φυσικά της ενεργής συμμετοχής στις δημοκρατικές διαδικασίες. Αν τους στερούσαν τις βασικές αυτές κοινωνικές δράσεις, ήταν σαν να τους στερούσαν την ίδια τους τη ζωή. Ακούγοντας, επομένως, την πρόταση του Πρωταγόρα για εξόριση των αδίκων, την εκλάμβαναν ως αυστηρότατη κύρωση.
Άλλωστε, τόσο η θανατική ποινή που όριζε ο Δίας όσο και η εξορία που πρότεινε ο Πρωταγόρας, είχαν επί της ουσίας την ίδια επιδίωξη, να καταστήσουν σαφές στους πολίτες πως αποτελούσε καίρια υποχρέωσή τους να σέβονται και να ακολουθούν τα πρότυπα αλληλοσεβασμού και δικαιοσύνης που συνιστούσαν την πολιτική αρετή.
Αντιμέτωπος με το δίλημμα της θανάτωσης ή της εξορίας έρχεται και ο ίδιος ο Σωκράτης, κατά τη διάρκεια της δίκης του, αλλά και αμέσως κατόπιν όταν οι φίλοι και μαθητές του, του προτείνουν να αυτοεξοριστεί προκειμένου να γλιτώσει από τη θανατική ποινή που του έχει επιβληθεί.
Στην Απολογία του ο Σωκράτης τονίζει πως ακόμη και αν τον εξόριζαν, ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να σταματήσει τη συνήθη δράση του, να συνομιλεί δηλαδή με τους νέους και να εξετάζει τα ζητήματα της αρετής, γεγονός που θα τον καθιστούσε ανεπιθύμητο, όπου κι αν πήγαινε. Η ζωή, επομένως, για τον Σωκράτη δεν έχει καμία αξία, αν δεν μπορεί να επιτελεί το κοινωνικό του χρέος.
Πλάτωνα «Απολογία Σωκράτους»
ἀλλά δή φυγῆς τιμήσωμαι; ἴσως γάρ ἄν μοι τούτου τιμήσαιτε. πολλή μεντἄν με φιλοψυχία ἔχοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ οὕτως ἀλόγιστός εἰμι ὥστε μή δύνασθαι λογίζεσθαι ὅτι ὑμεῖς μέν ὄντες πολῖταί μου οὐχ οἷοί τε ἐγένεσθε ἐνεγκεῖν τάς ἐμάς [37d] διατριβάς καί τούς λόγους, ἀλλ᾽ ὑμῖν βαρύτεραι γεγόνασιν καί ἐπιφθονώτεραι, ὥστε ζητεῖτε αὐτῶν νυνί ἀπαλλαγῆναι· ἄλλοι δέ ἄρα αὐτάς οἴσουσι ῥᾳδίως; πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καλός οὖν ἄν μοι ὁ βίος εἴη ἐξελθόντι τηλικῷδε ἀνθρώπῳ ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβομένῳ καί ἐξελαυνομένῳ ζῆν. εὖ γάρ οἶδ᾽ ὅτι ὅποι ἄν ἔλθω, λέγοντος ἐμοῦ ἀκροάσονται οἱ νέοι ὥσπερ ἐνθάδε· κἄν μέν τούτους ἀπελαύνω, οὗτοί με αὐτοί ἐξελῶσι πείθοντες τούς πρεσβυτέρους· [37e] ἐάν δέ μή ἀπελαύνω, οἱ τούτων πατέρες δέ καί οἰκεῖοι δι᾽ αὐτούς τούτους. ἴσως οὖν ἄν τις εἴποι· “σιγῶν δέ καί ἡσυχίαν ἄγων, ὦ Σώκρατες, οὐχ οἷός τ᾽ ἔσῃ ἡμῖν ἐξελθών ζῆν;“ τουτί δή ἐστι πάντων χαλεπώτατον πεῖσαί τινας ὑμῶν. ἐάντε γάρ λέγω ὅτι τῷ θεῷ ἀπειθεῖν τοῦτ᾽ ἐστίν καί διά τοῦτ᾽ ἀδύνατον [38a] ἡσυχίαν ἄγειν, οὐ πείσεσθέ μοι ὡς εἰρωνευομένῳ· ἐάντ᾽ αὖ λέγω ὅτι καί τυγχάνει μέγιστον ἀγαθόν ὄν ἀνθρώπῳ τοῦτο, ἑκάστης ἡμέρας περί ἀρετῆς τούς λόγους ποιεῖσθαι καί τῶν ἄλλων περί ὧν ὑμεῖς ἐμοῦ ἀκούετε διαλεγομένου καί ἐμαυτόν καί ἄλλους ἐξετάζοντος, ὁ δέ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτός ἀνθρώπῳ, ταῦτα δ᾽ ἔτι ἧττον πείσεσθέ μοι λέγοντι. τά δέ ἔχει μέν οὕτως, ὡς ἐγώ φημι, ὦ ἄνδρες, πείθειν δέ οὐ ῥᾴδιον. καί ἐγώ ἅμα οὐκ εἴθισμαι ἐμαυτόν ἀξιοῦν κακοῦ [38b] οὐδενός.
Μετάφραση:
Μήπως τότε να προτείνω εξορία; Ίσως να
δεχόσαστε να με καταδικάσετε σε εξορία. Θα έπρεπε να αγαπώ πολύ τη ζωή μου, για
να είμαι τόσο ασυλλόγιστος ώστε να μην μπορώ να σκεφτώ ότι εσείς οι συμπολίτες
μου δεν μπορέσατε να υποφέρετε τον τρόπο της ζωής μου και τα λόγια μου και
δυσφορήσατε και οργιστήκατε ώστε να ζητάτε τώρα να απαλλαγείτε απ’ αυτά, πώς
λοιπόν θα υπήρχαν άλλοι που θα μπορούσαν να τα ανεχτούν αδιαμαρτύρητα;
Συμβαίνει το αντίθετο, άνδρες Αθηναίοι. Τι ωραία, αλήθεια, θα ήταν η ζωή μου,
αν έφευγα από την πόλη, παρόλο που έχω αυτή την ηλικία και αν ζούσα πηγαίνοντας
από πόλη σε πόλη, διωγμένος από παντού. Γιατί γνωρίζω καλά ότι, όπου κι αν πάω,
αν μιλώ, θα ακούνε τους λόγους μου οι νέοι, όπως συμβαίνει κι εδώ. Και αν
προσπαθήσω να τους απομακρύνω, αυτοί οι ίδιοι θα με διώξουν, πείθοντας τους πιο
ηλικιωμένους. Κι αν δεν τους απομακρύνω εγώ, θα το κάνουν γι’ αυτούς οι πατέρες
τους και οι συγγενείς τους.
Θα μπορούσε ίσως να μου πει κανείς: «Δεν μπορείς, Σωκράτη, να φύγεις από εδώ και να ζήσεις σε ξένη χώρα σωπαίνοντας;» Αυτό ακριβώς δυσκολεύομαι να το εξηγήσω σε ορισμένους από σας. Γιατί αν σας πω ότι αυτό είναι σαν να παρακούω το θεό και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατο να ζω ήσυχος, δεν θα με πιστέψετε, γιατί νομίζετε ότι σας ειρωνεύομαι.
Αν πάλι σας πω ότι είναι μεγάλο αγαθό για τον άνθρωπο το να μιλά καθημερινά για θέματα όπως η αρετή και για άλλα για τα οποία με ακούτε να συζητώ εξετάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους και ότι η ζωή, χωρίς να τα εξετάζει κανείς αυτά, είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος, τότε θα με πιστέψετε ακόμη λιγότερο. Παρ’ όλα αυτά, έτσι συμβαίνει, όπως σας τα λέω, άνδρες, και δεν είναι δύσκολο να σας πείσω. Εγώ πάντως δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου άξιο για οποιαδήποτε ποινή.
[Μετάφραση: Αλέκα Τσοκάκη]
Ο Σωκράτης, έχοντας πλέον καταδικαστεί σε θάνατο, αρνείται την πρόταση των φίλων του να δραπετεύσει από τη φυλακή και να ζήσει εξόριστος, μακριά από την Αθήνα. Εδώ, ο φιλόσοφος αναφέρεται εκτενέστερα στην έννοια της εξορίας, προβάλλοντας τη μεγάλη του αγάπη για την πατρίδα του, την ανάγκη να σεβαστεί τους νόμους της πολιτείας που τον γέννησε και τον ανέθρεψε, και φυσικά πόσο ανάξια θα ήταν η ζωή του αν βρισκόταν εξόριστος σε κάποια άλλη πόλη.
Στο πλατωνικό αυτό έργο ο Σωκράτης παρουσιάζει έναν υποθετικό διάλογο με τους Νόμους της αθηναϊκής πολιτείας, για να δείξει εναργέστερα στον Κρίτωνα το μέγεθος της παρανομίας που θα επιτελούσε, σε περίπτωση που δεχόταν να αποδράσει από τη φυλακή και να φύγει εξόριστος σε κάποια άλλη πόλη.
Πλάτωνα «Κρίτων»
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὐτός δέ πρῶτον μέν ἐάν εἰς τῶν ἐγγύτατά τινα πόλεων ἔλϑῃς, ἤ Θήβαζε ἤ Μέγαράδε—εὐνομοῦνται γάρ ἀμϕότεραι—πολέμιος ἥξεις, ὦ Σώϰρατες, τῇ τούτων πολιτείᾳ, ϰαί ὅσοιπερ ϰήδονται τῶν αὑτῶν πόλεων ὑποβλέψονταί σε διαϕϑορέα ἡγούμενοι τῶν νόμων, ϰαί βεβαιώσεις τοῖς διϰασταῖς τήν δόξαν, ὥστε δοϰεῖν ὀρϑῶς τήν [53c] δίϰην διϰάσαι· ὅστις γάρ νόμων διαϕϑορεύς ἐστιν σϕόδρα που δόξειεν ἄν νέων γε ϰαί ἀνοήτων ἀνϑρώπων διαϕϑορεύς εἶναι. πότερον οὖν ϕεύξῃ τάς τε εὐνομουμένας πόλεις ϰαί τῶν ἀνδρῶν τούς ϰοσμιωτάτους; ϰαί τοῦτο ποιοῦντι ἆρα ἄξιόν σοι ζῆν ἔσται; ἤ πλησιάσεις τούτοις ϰαί ἀναισχυντήσεις διαλεγόμενος—τίνας λόγους, ὦ Σώϰρατες; ἤ οὕσπερ ἐνϑάδε, ὡς ἡ ἀρετή ϰαί ἡ διϰαιοσύνη πλείστου ἄξιον τοῖς ἀνϑρώποις ϰαί τά νόμιμα ϰαί οἱ νόμοι; ϰαί οὐϰ οἴει ἄσχημον [ἄν] [53d] ϕανεῖσϑαι τό τοῦ Σωϰράτους πρᾶγμα; οἴεσϑαί γε χρή. ἀλλ᾽ ἐϰ μέν τούτων τῶν τόπων ἀπαρεῖς, ἥξεις δέ εἰς Θετταλίαν παρά τούς ξένους τούς Κρίτωνος; ἐϰεῖ γάρ δή πλείστη ἀταξία ϰαί ἀϰολασία, ϰαί ἴσως ἄν ἡδέως σου ἀϰούοιεν ὡς γελοίως ἐϰ τοῦ δεσμωτηρίου ἀπεδίδρασϰες σϰευήν τέ τινα περιϑέμενος, ἤ διϕϑέραν λαβών ἤ ἄλλα οἷα δή εἰώϑασιν ἐνσϰευάζεσϑαι οἱ ἀποδιδράσϰοντες, ϰαί τό σχῆμα τό σαυτοῦ μεταλλάξας· ὅτι δέ γέρων ἀνήρ, σμιϰροῦ χρόνου τῷ βίῳ λοιποῦ ὄντος ὡς τό [53e] εἰϰός, ἐτόλμησας οὕτω γλίσχρως ἐπιϑυμεῖν ζῆν, νόμους τούς μεγίστους παραβάς, οὐδείς ὅς ἐρεῖ; ἴσως, ἄν μή τινα λυπῇς· εἰ δέ μή, ἀϰούσῃ, ὦ Σώϰρατες, πολλά ϰαί ἀνάξια σαυτοῦ. ὑπερχόμενος δή βιώσῃ πάντας ἀνϑρώπους ϰαί δουλεύων—τί ποιῶν ἤ εὐωχούμενος ἐν Θετταλίᾳ, ὥσπερ ἐπί δεῖπνον ἀποδεδημηϰώς εἰς Θετταλίαν; λόγοι δέ ἐϰεῖνοι οἱ περί [54a] διϰαιοσύνης τε ϰαί τῆς ἄλλης ἀρετῆς ποῦ ἡμῖν ἔσονται;
Μετάφραση:
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ο ίδιος μάλιστα, εάν αρχικά καταφύγεις σε κάποια από τις κοντινές πόλεις ή τη Θήβα ή τα Μέγαρα –γιατί είναι ευνομούμενες και οι δύο- θα φτάσεις ως εχθρός, Σωκράτη, της πολιτείας τους και όσοι φροντίζουν την πόλη τους θα σε κοιτάζουν περιφρονητικά, θεωρώντας σε διαφθορέα των νόμων, και θα επιβεβαιώσεις έτσι τη γνώμη των δικαστών, ώστε να θεωρήσουν ότι σε δίκασαν δίκαια∙ γιατί όποιος είναι διαφθορέας των νόμων, μπορεί να εκληφθεί ως διαφθορέας των νέων και των ανόητων ανθρώπων. Τι θα κάνεις, λοιπόν, θα φύγεις μακριά από τις ευνομούμενες πόλεις και από τους πιο ευπρεπείς ανθρώπους; Και κάνοντας αυτό θα αξίζει για σένα να ζεις; Ή θα πλησιάσεις αυτούς και με θράσος θα συζητήσεις μαζί τους –και τι θα πεις, Σωκράτη; Μήπως, όπως εδώ, πως η αρετή, η δικαιοσύνη, τα νόμιμα και οι νόμοι αξίζουν περισσότερο για τους ανθρώπους; Και δε νομίζεις πως αυτό θα φανεί πράγμα ανάξιο για τον Σωκράτη; Νομίζεις ότι αξίζει; Αλλά θα φύγεις απ’ αυτούς τους τόπους και θα πας στη Θεσσαλία κοντά στους φίλους του Κρίτωνα; Εκεί βέβαια υπάρχει μεγάλη ανομία και ατιμωρησία, και μπορεί να ακούσουν μ’ ευχαρίστηση πόσο γελοία απέδρασες από τη φυλακή, φορώντας κάποια στολή ή μια κάπα ή αυτά που συνηθίζουν να μεταμφιέζονται οι δραπέτες, αλλάζοντας τη μορφή σου. Θεωρείς ότι κανείς δε θα σου πει ότι γέρος άνθρωπος, που σου απομένει ελάχιστος χρόνος ζωής, τόλμησες να προσκολληθείς τόσο στην επιθυμία σου να ζήσεις, παραβαίνοντας τους σημαντικότερους νόμους; Ίσως, εάν δεν δυσαρεστήσεις κανέναν∙ διαφορετικά θα ακούσεις, Σωκράτη, πολλά και ανάξια για σένα. Κι ερχόμενος κρυφά εδώ θα ζήσεις κολακεύοντας όλους τους ανθρώπους –τι θα κάνεις, μήπως θα είσαι φιλοξενούμενος στη Θεσσαλία, όπως σαν να επισκέφτηκε τη Θεσσαλία για να παραστείς σε κάποιο δείπνο; Και οι λόγοι εκείνοι για τη δικαιοσύνη και την άλλη αρετή τι θα γίνουν για εμάς;
[Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μάντης]
Ερωτήσεις ΚΕΕ Πρωταγόρας Ενότητα 5η
ἤ μή εἶναι ἐν ἀνθρώποις: Να συγκρίνετε την τιμωρία αυτή με τη θανάτωση που προτάθηκε παραπάνω (κτείνειν ὡς νόσον πόλεως). Είναι η κύρωση αυτή ηπιότερη ή όχι και γιατί;
[Είναι ζήτημα αν είναι ηπιότερη, δεδομένης της σημασίας που έχει για τον άνθρωπο η κοινωνική ζωή. Ειδικότερα για την εποχή εκείνη η εξορία ισοδυναμούσε με θάνατο. Πρβλ. τις απόψεις του Σωκράτη στον Κρίτωνα (κεφ. 15- 16) και την Ἀπολογία.]
Ενώ ο Δίας ορίζει ως τιμωρία εκείνου που δε συμμετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη, τη θανάτωση, ο Πρωταγόρας θεωρεί πως όποιος δε μετέχει της πολιτικής αρετής, δε θα πρέπει να ζει μαζί με τους άλλους ανθρώπους, θέτοντας δηλαδή ως ποινή την εξορία. Συγκρίνοντας τις δύο κυρώσεις, η θανάτωση μοιάζει σε πρώτο επίπεδο να είναι σκληρότερη, υπό την έννοια ότι επιφέρει στον άδικο άνθρωπο ένα βίαιο τερματισμό της ζωής του. Αν, όμως, εξετάσουμε την έννοια της εξορίας έχοντας υπόψη μας τον τρόπο σκέψης των Αθηναίων κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα, θα αντιληφθούμε πως για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, όπου η κοινωνική και πολιτική δράση αποτελούσε την πολυτιμότερη έκφανση του βίου τους, η εξορία έμοιαζε εξίσου αυστηρή, αν όχι αυστηρότερη, από τη θανάτωση.
Η εκδίωξη ενός πολίτη από τον τόπο όπου είχε δημιουργήσει την οικογένειά του και του οποίου αποτελούσε μέχρι τότε ενεργό μέλος, σήμαινε τον βίαιο τερματισμό της πολιτικής και κοινωνικής του ύπαρξης, στερώντας του αίφνης το σημαντικότερο τμήμα της προσωπικότητάς του. Οι Αθηναίοι, που μεγάλωναν και εκπαιδεύονταν στα πλαίσια μιας συμμετοχικής δημοκρατίας, δεν μπορούσαν να διανοηθούν τη ζωή τους, χωρίς τη δυνατότητα της κοινωνικής συναναστροφής και φυσικά της ενεργής συμμετοχής στις δημοκρατικές διαδικασίες. Αν τους στερούσαν τις βασικές αυτές κοινωνικές δράσεις, ήταν σαν να τους στερούσαν την ίδια τους τη ζωή. Ακούγοντας, επομένως, την πρόταση του Πρωταγόρα για εξόριση των αδίκων, την εκλάμβαναν ως αυστηρότατη κύρωση.
Άλλωστε, τόσο η θανατική ποινή που όριζε ο Δίας όσο και η εξορία που πρότεινε ο Πρωταγόρας, είχαν επί της ουσίας την ίδια επιδίωξη, να καταστήσουν σαφές στους πολίτες πως αποτελούσε καίρια υποχρέωσή τους να σέβονται και να ακολουθούν τα πρότυπα αλληλοσεβασμού και δικαιοσύνης που συνιστούσαν την πολιτική αρετή.
Αντιμέτωπος με το δίλημμα της θανάτωσης ή της εξορίας έρχεται και ο ίδιος ο Σωκράτης, κατά τη διάρκεια της δίκης του, αλλά και αμέσως κατόπιν όταν οι φίλοι και μαθητές του, του προτείνουν να αυτοεξοριστεί προκειμένου να γλιτώσει από τη θανατική ποινή που του έχει επιβληθεί.
Στην Απολογία του ο Σωκράτης τονίζει πως ακόμη και αν τον εξόριζαν, ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να σταματήσει τη συνήθη δράση του, να συνομιλεί δηλαδή με τους νέους και να εξετάζει τα ζητήματα της αρετής, γεγονός που θα τον καθιστούσε ανεπιθύμητο, όπου κι αν πήγαινε. Η ζωή, επομένως, για τον Σωκράτη δεν έχει καμία αξία, αν δεν μπορεί να επιτελεί το κοινωνικό του χρέος.
Πλάτωνα «Απολογία Σωκράτους»
ἀλλά δή φυγῆς τιμήσωμαι; ἴσως γάρ ἄν μοι τούτου τιμήσαιτε. πολλή μεντἄν με φιλοψυχία ἔχοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ οὕτως ἀλόγιστός εἰμι ὥστε μή δύνασθαι λογίζεσθαι ὅτι ὑμεῖς μέν ὄντες πολῖταί μου οὐχ οἷοί τε ἐγένεσθε ἐνεγκεῖν τάς ἐμάς [37d] διατριβάς καί τούς λόγους, ἀλλ᾽ ὑμῖν βαρύτεραι γεγόνασιν καί ἐπιφθονώτεραι, ὥστε ζητεῖτε αὐτῶν νυνί ἀπαλλαγῆναι· ἄλλοι δέ ἄρα αὐτάς οἴσουσι ῥᾳδίως; πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καλός οὖν ἄν μοι ὁ βίος εἴη ἐξελθόντι τηλικῷδε ἀνθρώπῳ ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβομένῳ καί ἐξελαυνομένῳ ζῆν. εὖ γάρ οἶδ᾽ ὅτι ὅποι ἄν ἔλθω, λέγοντος ἐμοῦ ἀκροάσονται οἱ νέοι ὥσπερ ἐνθάδε· κἄν μέν τούτους ἀπελαύνω, οὗτοί με αὐτοί ἐξελῶσι πείθοντες τούς πρεσβυτέρους· [37e] ἐάν δέ μή ἀπελαύνω, οἱ τούτων πατέρες δέ καί οἰκεῖοι δι᾽ αὐτούς τούτους. ἴσως οὖν ἄν τις εἴποι· “σιγῶν δέ καί ἡσυχίαν ἄγων, ὦ Σώκρατες, οὐχ οἷός τ᾽ ἔσῃ ἡμῖν ἐξελθών ζῆν;“ τουτί δή ἐστι πάντων χαλεπώτατον πεῖσαί τινας ὑμῶν. ἐάντε γάρ λέγω ὅτι τῷ θεῷ ἀπειθεῖν τοῦτ᾽ ἐστίν καί διά τοῦτ᾽ ἀδύνατον [38a] ἡσυχίαν ἄγειν, οὐ πείσεσθέ μοι ὡς εἰρωνευομένῳ· ἐάντ᾽ αὖ λέγω ὅτι καί τυγχάνει μέγιστον ἀγαθόν ὄν ἀνθρώπῳ τοῦτο, ἑκάστης ἡμέρας περί ἀρετῆς τούς λόγους ποιεῖσθαι καί τῶν ἄλλων περί ὧν ὑμεῖς ἐμοῦ ἀκούετε διαλεγομένου καί ἐμαυτόν καί ἄλλους ἐξετάζοντος, ὁ δέ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτός ἀνθρώπῳ, ταῦτα δ᾽ ἔτι ἧττον πείσεσθέ μοι λέγοντι. τά δέ ἔχει μέν οὕτως, ὡς ἐγώ φημι, ὦ ἄνδρες, πείθειν δέ οὐ ῥᾴδιον. καί ἐγώ ἅμα οὐκ εἴθισμαι ἐμαυτόν ἀξιοῦν κακοῦ [38b] οὐδενός.
Θα μπορούσε ίσως να μου πει κανείς: «Δεν μπορείς, Σωκράτη, να φύγεις από εδώ και να ζήσεις σε ξένη χώρα σωπαίνοντας;» Αυτό ακριβώς δυσκολεύομαι να το εξηγήσω σε ορισμένους από σας. Γιατί αν σας πω ότι αυτό είναι σαν να παρακούω το θεό και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατο να ζω ήσυχος, δεν θα με πιστέψετε, γιατί νομίζετε ότι σας ειρωνεύομαι.
Αν πάλι σας πω ότι είναι μεγάλο αγαθό για τον άνθρωπο το να μιλά καθημερινά για θέματα όπως η αρετή και για άλλα για τα οποία με ακούτε να συζητώ εξετάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους και ότι η ζωή, χωρίς να τα εξετάζει κανείς αυτά, είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος, τότε θα με πιστέψετε ακόμη λιγότερο. Παρ’ όλα αυτά, έτσι συμβαίνει, όπως σας τα λέω, άνδρες, και δεν είναι δύσκολο να σας πείσω. Εγώ πάντως δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου άξιο για οποιαδήποτε ποινή.
[Μετάφραση: Αλέκα Τσοκάκη]
Ο Σωκράτης, έχοντας πλέον καταδικαστεί σε θάνατο, αρνείται την πρόταση των φίλων του να δραπετεύσει από τη φυλακή και να ζήσει εξόριστος, μακριά από την Αθήνα. Εδώ, ο φιλόσοφος αναφέρεται εκτενέστερα στην έννοια της εξορίας, προβάλλοντας τη μεγάλη του αγάπη για την πατρίδα του, την ανάγκη να σεβαστεί τους νόμους της πολιτείας που τον γέννησε και τον ανέθρεψε, και φυσικά πόσο ανάξια θα ήταν η ζωή του αν βρισκόταν εξόριστος σε κάποια άλλη πόλη.
Στο πλατωνικό αυτό έργο ο Σωκράτης παρουσιάζει έναν υποθετικό διάλογο με τους Νόμους της αθηναϊκής πολιτείας, για να δείξει εναργέστερα στον Κρίτωνα το μέγεθος της παρανομίας που θα επιτελούσε, σε περίπτωση που δεχόταν να αποδράσει από τη φυλακή και να φύγει εξόριστος σε κάποια άλλη πόλη.
Πλάτωνα «Κρίτων»
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὐτός δέ πρῶτον μέν ἐάν εἰς τῶν ἐγγύτατά τινα πόλεων ἔλϑῃς, ἤ Θήβαζε ἤ Μέγαράδε—εὐνομοῦνται γάρ ἀμϕότεραι—πολέμιος ἥξεις, ὦ Σώϰρατες, τῇ τούτων πολιτείᾳ, ϰαί ὅσοιπερ ϰήδονται τῶν αὑτῶν πόλεων ὑποβλέψονταί σε διαϕϑορέα ἡγούμενοι τῶν νόμων, ϰαί βεβαιώσεις τοῖς διϰασταῖς τήν δόξαν, ὥστε δοϰεῖν ὀρϑῶς τήν [53c] δίϰην διϰάσαι· ὅστις γάρ νόμων διαϕϑορεύς ἐστιν σϕόδρα που δόξειεν ἄν νέων γε ϰαί ἀνοήτων ἀνϑρώπων διαϕϑορεύς εἶναι. πότερον οὖν ϕεύξῃ τάς τε εὐνομουμένας πόλεις ϰαί τῶν ἀνδρῶν τούς ϰοσμιωτάτους; ϰαί τοῦτο ποιοῦντι ἆρα ἄξιόν σοι ζῆν ἔσται; ἤ πλησιάσεις τούτοις ϰαί ἀναισχυντήσεις διαλεγόμενος—τίνας λόγους, ὦ Σώϰρατες; ἤ οὕσπερ ἐνϑάδε, ὡς ἡ ἀρετή ϰαί ἡ διϰαιοσύνη πλείστου ἄξιον τοῖς ἀνϑρώποις ϰαί τά νόμιμα ϰαί οἱ νόμοι; ϰαί οὐϰ οἴει ἄσχημον [ἄν] [53d] ϕανεῖσϑαι τό τοῦ Σωϰράτους πρᾶγμα; οἴεσϑαί γε χρή. ἀλλ᾽ ἐϰ μέν τούτων τῶν τόπων ἀπαρεῖς, ἥξεις δέ εἰς Θετταλίαν παρά τούς ξένους τούς Κρίτωνος; ἐϰεῖ γάρ δή πλείστη ἀταξία ϰαί ἀϰολασία, ϰαί ἴσως ἄν ἡδέως σου ἀϰούοιεν ὡς γελοίως ἐϰ τοῦ δεσμωτηρίου ἀπεδίδρασϰες σϰευήν τέ τινα περιϑέμενος, ἤ διϕϑέραν λαβών ἤ ἄλλα οἷα δή εἰώϑασιν ἐνσϰευάζεσϑαι οἱ ἀποδιδράσϰοντες, ϰαί τό σχῆμα τό σαυτοῦ μεταλλάξας· ὅτι δέ γέρων ἀνήρ, σμιϰροῦ χρόνου τῷ βίῳ λοιποῦ ὄντος ὡς τό [53e] εἰϰός, ἐτόλμησας οὕτω γλίσχρως ἐπιϑυμεῖν ζῆν, νόμους τούς μεγίστους παραβάς, οὐδείς ὅς ἐρεῖ; ἴσως, ἄν μή τινα λυπῇς· εἰ δέ μή, ἀϰούσῃ, ὦ Σώϰρατες, πολλά ϰαί ἀνάξια σαυτοῦ. ὑπερχόμενος δή βιώσῃ πάντας ἀνϑρώπους ϰαί δουλεύων—τί ποιῶν ἤ εὐωχούμενος ἐν Θετταλίᾳ, ὥσπερ ἐπί δεῖπνον ἀποδεδημηϰώς εἰς Θετταλίαν; λόγοι δέ ἐϰεῖνοι οἱ περί [54a] διϰαιοσύνης τε ϰαί τῆς ἄλλης ἀρετῆς ποῦ ἡμῖν ἔσονται;
Μετάφραση:
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ο ίδιος μάλιστα, εάν αρχικά καταφύγεις σε κάποια από τις κοντινές πόλεις ή τη Θήβα ή τα Μέγαρα –γιατί είναι ευνομούμενες και οι δύο- θα φτάσεις ως εχθρός, Σωκράτη, της πολιτείας τους και όσοι φροντίζουν την πόλη τους θα σε κοιτάζουν περιφρονητικά, θεωρώντας σε διαφθορέα των νόμων, και θα επιβεβαιώσεις έτσι τη γνώμη των δικαστών, ώστε να θεωρήσουν ότι σε δίκασαν δίκαια∙ γιατί όποιος είναι διαφθορέας των νόμων, μπορεί να εκληφθεί ως διαφθορέας των νέων και των ανόητων ανθρώπων. Τι θα κάνεις, λοιπόν, θα φύγεις μακριά από τις ευνομούμενες πόλεις και από τους πιο ευπρεπείς ανθρώπους; Και κάνοντας αυτό θα αξίζει για σένα να ζεις; Ή θα πλησιάσεις αυτούς και με θράσος θα συζητήσεις μαζί τους –και τι θα πεις, Σωκράτη; Μήπως, όπως εδώ, πως η αρετή, η δικαιοσύνη, τα νόμιμα και οι νόμοι αξίζουν περισσότερο για τους ανθρώπους; Και δε νομίζεις πως αυτό θα φανεί πράγμα ανάξιο για τον Σωκράτη; Νομίζεις ότι αξίζει; Αλλά θα φύγεις απ’ αυτούς τους τόπους και θα πας στη Θεσσαλία κοντά στους φίλους του Κρίτωνα; Εκεί βέβαια υπάρχει μεγάλη ανομία και ατιμωρησία, και μπορεί να ακούσουν μ’ ευχαρίστηση πόσο γελοία απέδρασες από τη φυλακή, φορώντας κάποια στολή ή μια κάπα ή αυτά που συνηθίζουν να μεταμφιέζονται οι δραπέτες, αλλάζοντας τη μορφή σου. Θεωρείς ότι κανείς δε θα σου πει ότι γέρος άνθρωπος, που σου απομένει ελάχιστος χρόνος ζωής, τόλμησες να προσκολληθείς τόσο στην επιθυμία σου να ζήσεις, παραβαίνοντας τους σημαντικότερους νόμους; Ίσως, εάν δεν δυσαρεστήσεις κανέναν∙ διαφορετικά θα ακούσεις, Σωκράτη, πολλά και ανάξια για σένα. Κι ερχόμενος κρυφά εδώ θα ζήσεις κολακεύοντας όλους τους ανθρώπους –τι θα κάνεις, μήπως θα είσαι φιλοξενούμενος στη Θεσσαλία, όπως σαν να επισκέφτηκε τη Θεσσαλία για να παραστείς σε κάποιο δείπνο; Και οι λόγοι εκείνοι για τη δικαιοσύνη και την άλλη αρετή τι θα γίνουν για εμάς;
[Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μάντης]


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου