Ομιλία του Ελευθέριου Βενιζέλου για την κύρωση της Συμφωνίας της Άγκυρας (10 Ιουνίου 1930) | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Ομιλία του Ελευθέριου Βενιζέλου για την κύρωση της Συμφωνίας της Άγκυρας (10 Ιουνίου 1930)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 

Ομιλία του Ελευθέριου Βενιζέλου για την κύρωση της Συμφωνίας της Άγκυρας (10 Ιουνίου 1930)
 
Η ΑΓΟΡΕΥΣΙΣ ΤΟΥ Κ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΝ ΤΗ ΒΟΥΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΙΝ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΡΙ ΚΥΡΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ (17 ΙΟΥΝΙΟΥ 1930)
 
Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός):
     Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω την τιμήν να καταθέσω σχέδιον νόμου «περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας συμφωνίας περί τρόπου εφαρμογής της εν Λωζάννη υπογραφείσης συμβάσεως περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της υπ' αριθ. [...] δηλώσεως».
     Το σχέδιον τούτο νόμου το συνοδεύει μακρά αιτιολογική έκθεσις. Συγχρόνως καταθέτω και έκθεσιν του Γεν. Λογιστηρίου, την σχετικήν προς τα βάρη, τα οποία επιβάλλονται διά του νομοσχεδίου, εξ ης εκθέσεως αποδεικνύεται ότι διά την προκειμένην τουλάχιστον περίστασιν αντί βαρών πρόκειται περί επιστροφής εις το Δημόσιον 22.500.000 δραχμών, τα οποία ανήκουν εις τα παθητικά υπόλοιπα του έτους 1928. Επίσης καταθέτω την έκθεσιν των ουδετέρων η οποία προεκλήθη εκ της διατάξεως του άρθρου 4 της συμβάσεως. 
     Συγχρόνως καταθέτω 55 έγγραφα εκ του αρχείου του Υπουργείου των Εξωτερικών, τα οποία δύνανται να χρησιμεύσουν εις τους θέλοντας να μελετήσουν το τελευταίον στάδιον των διεξαχθεισών διαπραγματεύσεων, διότι αρχίζουν από του Ιανουαρίου ε.έ. και φθάνουν μέχρι της ημέρας της υπογραφής της συμβάσεως. Τα έγγραφα ταύτα συνοδεύει και σχετικός πίναξ. 
     Εις την αιτιολογικήν έκθεσιν, κύριοι βουλευταί, παρενέβαλον ένα μέρος ουσιώδες του ιστορικού της εφαρμογής της συνθήκης της Λωζάννης και της συμβάσεως της Ανταλλαγής. Αι πληροφορίαι, αι οποίαι περιέχονται εις την έκθεσιν, στηρίζονται εις σημείωμα το οποίον μου εδόθη υπό της υπηρεσίας του Υπουργείου των Εξωτερικών. 
[Η ευθύνη διά την καθυστέρησιν]
     Η ευθύνη διά την καθυστέρησιν της συντελέσεως της συμβάσεως περί ανταλλαγής βαρύνει και την Τουρκικήν αλλά και την Ελληνικήν Κυβέρνησιν. Οι κύριοι βουλευταί θα λάβουν την ευκαιρίαν να αναγνώσουν μετ’ επιμελείας, όπως είναι βέβαια, την αιτιολογικήν ταύτην έκθεσιν και εκ της μελέτης αυτής θα πορισθούν το συμπέρασμα, ότι η ευθύνη, δια την μη ταχείαν εκτέλεσιν των διατάξεων της συμβάσεως περί ανταλλαγής, δεν βαρύνει μονομερώς, όπως φρονεί η κοινή γνώμη εν Ελλάδι, μίαν των Κυβερνήσεων τούτων, και δη την Κυβέρνησιν της Άγκυρας.  Η ευθύνη βαρύνει και τας δύο Κυβερνήσεις. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένα συμφέρον να σταθμίσωμεν τας ευθύνας αυτάς, δια να ίδωμεν ποίον βαρύνουν περισσότερον. Θα ήτο άλλως τε δύσκολον ίσως να εύρη κανείς ποίος ευθύνεται περισσότερον. Εκείνο όμως, το οποίον είναι βέβαιον, είναι τούτο, ότι την σύμβασιν περί ανταλλαγής παρεβιάσαμεν πρώτοι ημείς, οι οποίοι, διότι είχομεν το μεγαλύτερον συμφέρον όπως εκτελεσθή η σύμβασις αύτη, είμεθα δια τούτο περισσότερον αδικαιολόγητοι. Σημειωτέον ότι εκ της μελέτης αυτής θα ίδετε, ότι κατ’ επανάληψιν κατά το διάστημα τούτο των 7 περίπου ετών, εφθάσαμεν εις συνεννόησιν με την Κυβέρνησιν της Άγκυρας, αλλά η συνεννόησις ή μάλλον αι συνεννοήσεις εις τας οποίας εφθάσαμεν δεν κατωρθώθη ποτέ να εκτελεσθούν. 
     Τα σφάλματα της Ελληνικής Κυβερνήσεως κατά τας ελληνοτουρκικάς συνεννοήσεις δια την εκτέλεσιν της συμβάσεως της ανταλλαγής.  
     Και δια την μη εκτέλεσιν αυτών δεν ημπορεί κανείς καλοπίστως να ισχυρισθή ότι όλη η ευθύνη βαρύνει την Τουρκικήν Κυβέρνησιν. Εσυνάψαμεν τον Ιούνιον του 1925 εν Άγκυρα μίαν συμφωνίαν, γνωστήν κοινώς υπό το όνομα Εξηντάρη-Ρουσδή, αλλά την συμφωνίαν αυτήν η Κυβέρνησις των Αθηνών, ευρεθείσα ενώπιον διαμαρτυριών των εδώ ενδιαφερομένων και λησμονούσα ότι υπάρχουν αντιστοίχως οι ενδιαφερόμενοι εν Κωνσταντινουπόλει κατ’ αντίθετον διεύθυνσιν, δεν ηθέλησε να την εφαρμόση, και εματαιώθη η συμφωνία. Υπεγράφη το επόμενον έτος εν Αθήναις συμφωνία, γνωστή υπό το όνομα Συμφωνία των Αθηνών, του Δεκεμβρίου του 1926. Η συμφωνία αυτή έθετεν ως βάσιν την παρακράτησιν υπό εκατέρας των Κυβερνήσεων, κατ’ αρχήν, των κτημάτων τα οποία είχον καταλάβει αλλ’ απεφασίζετο ειδικώς η επιστροφή των κτημάτων των αστικών των μη ανταλλαξίμων Τούρκων.  Όταν υπεγράφετο η σύμβασις αυτή και ανελαμβάνομεν την ρητήν υποχρέωσιν να επιστρέψωμεν τα αστικά κτήματα των μη ανταλλαξίμων, εγνώριζεν η Κυβέρνησις ότι ως προς τα αστικά αυτά κτήματα απόφασις της Μικτής Επιτροπής, ληφθείσα ένα και ήμισυ έτος ενωρίτερον, είχεν αναγνωρίσει 119 Τούρκους ως μη ανταλλαξίμους, λόγω του ότι τους εθεώρησεν ως ανήκοντας εις την εννάτην δήλωσιν, και επομένως εγνώριζεν ότι, αναλαμβάνοντες την απόδοσιν των αστικών αυτών κτημάτων, έπρεπε ν’ αποδώσωμεν τα αστικά κτήματα τα ανήκοντα εις τους 119 αυτούς Τούρκους. Τι συνέβη όμως; Ημείς ημφισβητούμεν ότι οι 119 αυτοί Τούρκοι οι οποίοι είχον χαρακτηρισθή υπό της Μικτής Επιτροπής ως μη ανταλλάξιμοι ήσαν πραγματικώς ανταλλάξιμοι. Ανεγνωρίζομεν δια πολλούς εξ αυτών ότι ήσαν τοιούτοι, αλλά δια τους υπολοίπους προεβάλομεν αμφισβητήσεις, και προς υποστήριξιν τούτων ελέγομεν ότι εις εξ αυτών διετέλεσε μουφτής εις το Ελληνικόν Κράτος, ότι ένας άλλος είχε παρουσιασθή ως υποψήφιος εις τας εκλογάς. Και αυτά τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι δεν ήσαν Τούρκοι υπήκοοι, ως έπρεπε να είνε δια να περιλαμβάνωνται εις την εννάτην δήλωσιν. Και δια τούτο ηρνήθημεν να εκτελέσωμεν εν συνόλω τον πίνακα αυτόν.
     Την άρνησιν αυτήν κύριοι την θεωρώ βαρύ πολιτικόν σφάλμα εκ μέρους μας, διότι την στιγμήν κατά την οποίαν εγνωρίζομεν ότι ένα και ήμισυ χρόνον προτήτερα δι’ αποφάσεως της Μικτής Επιτροπής είχεν αναγνωρισθή η μη ανταλλαξιμότης αυτών των 119, την στιγμήν κατά την οποίαν εγνωρίζομεν ότι μόλον ότι επεδιώξαμεν την τροποποίησιν της αποφάσεως της Μ.  Επιτροπής, δεν επετύχαμεν τούτο, διότι η Μ. Επιτροπή επέμενε εις την αντίληψίν της ότι επρόκειτο περί μη ανταλλαξίμων, προ πάντων δε την στιγμήν κατά την οποίαν εγνωρίζομεν, ότι η απόφασις της Μ. Επιτροπής περί μη ανταλλαξιμότητος αυτών των 119 είχε ληφθή συμπράττοντος και ομογνωμούντος του αντιπροσώπου της Ελλάδος εις την Μικτήν Επιτροπήν, είναι φανερόν ότι η άρνησις αύτη του Αντιπροσώπου της Ελλάδος εις το να εκτελέσωμεν τας συμφωνίας, τας οποίας ανελάβομεν το 1926, απετέλει βαρύ πολιτικόν σφάλμα. Διότι εδημιούργει υπόνοιαν, ότι η ενέργεια ημών δεν ήτο ειλικρινής.
     Εννοώ καλώς την ψυχολογίαν, κύριοι, των μονίμων υπαλλήλων οι οποίοι εκαλούντο να αποδώσουν τα κτήματα και οι οποίοι εν πλήρει καλή πίστει εθεώρουν μερικά εξ αυτών ως μη ανταλλάξιμα. Αλλ’ υφ’ ας περιστάσεις είχεν υπογραφή η συμφωνία του 1926 δεν είχον δικαίωμα αυτοί να κάμουν πολιτικήν επί του σημείου τούτου. Νομίζω ότι εκείνοι των οποίων ημφισβητούμεν την μη ανταλλαξιμότητα ήσαν περίπου 15-18. Ποίαν αξίαν θέλετε να έχουν αι περιουσίαι αυτών των ανθρώπων των 15-18; Πρόκειται περί αστικών κτημάτων τα οποία γνωρίζετε εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται.  Θέλετε να υπολογίσωμεν την αξίαν της περιουσίας εκάστου εις 1, 1 1/2 ή 2 εκατομμύρια; Βάλετε ό,τι θέλετε. Όσον δήποτε και αν ήτο το τίμημα, το οποίον θα επληρώναμεν, είχομεν καθήκον να το πληρώσωμεν, εάν ηθέλομεν να μη δημιουργήσωμεν κατάστασιν πραγμάτων η οποία θα εξετράχυνε τας σχέσεις και επακολούθημα θα είχε την επίτασιν των κατασχέσεων των εν Κωνσταντινουπόλει περιουσιών.  
     Κύριοι βουλευταί είναι ενδεχόμενον μερικοί είτε εκ των εν τη αιθούση ταύτη, είτε εκ των εν τοις ακροατηρίοις, να σκανδαλισθούν βλέποντες τον αρχηγόν της Ελληνικής Κυβερνήσεως ανερχόμενον επί του βήματος της Βουλής της Ελληνικής δια να αναγνωρίση ότι εις τας δυσχερείας αι οποίαι εδημιουργήθησαν μετέχομεν εξ ίσου και ημείς και οι εν Άγκυρα. Αλλ’ εγώ πιστεύω κύριοι, ότι εξυπηρετώ τα αληθή συμφέροντα της χώρας εκθέτων από του βήματος τούτου όλην την αλήθειαν. Πρώτιστον συμφέρον μίας χώρας πολιτισμένης είναι να εκτελή πιστώς τας διεθνείς υποχρεώσεις τας οποίας αναλαμβάνει. Πρέπει πρωτίστως η κοινή γνώμη η Ελληνική να μη διατελή υπό την πεπλανημένην εντύπωσιν, ότι συστηματική κακοπιστία εκ μέρους των εν Άγκυρα παρημπόδισε την εκτέλεσιν της συμβάσεως περί ανταλλαγής.
     Πρέπει εξ άλλου αι δημόσιαι ημών υπηρεσίαι, αι οποίαι εις περιστάσεις όπως η παρούσα ευθύνονται πολλάκις ουσιαστικώς, περισσότερον από τους πολιτικούς διότι ουσιαστικώς αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι εμπνέουν τους πολιτικούς επί τοιούτων ζητημάτων λεπτομερειακών, πρέπει, λέγω, αι δημόσιαι υπηρεσίαι να εμπνευσθούν από την ιδέαν, από την πεποίθησιν την βαθείαν, ότι πρώτιστον συμφέρον μιας χώρας πεπολιτισμένης είναι να εκτελή πιστώς τας διεθνείς υποχρεώσεις τας οποίας αναλαμβάνει (χειροκροτήματα). Πρέπει δε να προσθέσω, προς αποφυγήν παρεξηγήσεως εν προκειμένω, ότι αι παρατηρήσεις μου δι’ αυτήν τουλάχιστον την περίστασιν δεν απευθύνονται προς το Υπουργείον των Εξωτερικών. Αν αι τότε Κυβερνήσεις εφρόντιζον να εκτελέσουν την συμφωνίαν του 1926 (Συμφωνίαν των Αθηνών) ή την προ αυτής έτι ευνοϊκωτέραν συμφωνίαν Εξηντάρη - Ρουσδή θα ερρυθμίζαμεν τα μετά της Τουρκίας εκκρεμή ζητήματα της ανταλλαγής κατά τρόπον ευνοϊκώτερον από σήμερον.
     Η σύμβαση της Άγκυρας, κύριοι βουλευταί, η γνωστή υπό το όνομα Εξηντάρη - Ρουσδή, ήτο αναμφισβητήτως ευνοϊκωτέρα δι’ ημάς από την μετά εν και ήμισυ έτος συναφθείσαν συμφωνίαν των Αθηνών, η δε συμφωνία των Αθηνών του Δεκεμβρίου 1926, αν εφηρμόζετο, θα ήτο πολύ ευνοϊκωτέρα από την συμφωνίαν της οποίας την κύρωσιν σας ζητώ σήμερον. 
     Βλέπετε λοιπόν ποία ήσαν τα αποτελέσματα αυτής της ενεργείας. Οπωσδήποτε, κύριοι βουλευταί, η σύμβασις των Αθηνών, όπως εξήγησα ήδη, δεν εφηρμόσθη και αυτή και εδέησε ν’ αρχίσωμεν νέας διαπραγματεύσεις, δια να προσπαθήσωμεν να εύρωμεν νέον στάδιον συνεννοήσεως. Αι νέαι αυταί διαπραγματεύσεις ήρχισαν το πρώτον κατά το τέλος του 1927, βάσιν δε αυτών η Ελληνική Κυβέρνησις έθεσεν, ορθοτάτην βέβαια από της απόψεως του Ελληνικού συμφέροντος, την δια διαιτησίας λύσιν όλων των διαφορών αι οποίαι μας εχώριζον από την Κυβέρνησιν της Άγκυρας. Αλλά την λύσιν αυτήν απέκρουσεν επιμόνως η Τουρκική Κυβέρνησις και δια τούτο, όταν εξηκριβώθη ότι η άρνησις της Τουρκικής Κυβερνήσεως ν’ αποδεχθή την Ελληνικήν πρότασιν ήτο ανέκκλητος, ηναγκάσθημεν να εξεύρωμεν άλλην βάσιν συνεννοήσεως. 
     Το κύριον γνώρισμα της νέας βάσεως της συνεννοήσεως ήτο ότι κατά κανόνα εκάστη Κυβέρνησις θα παρακρατήση τα κτήματα, τα οποία ευρίσκονται ήδη εις την κατοχήν της, εξαιρουμένων των εν Κωνσταντινουπόλει κτημάτων των Ελλήνων υπηκόων και άλλων τινών μικροτέρας σημασίας. Η Τουρκία την βάσιν αυτήν την απεδέχθη, εζήτει όμως να επεκταθή η αρχή αυτή της παρακρατήσεως εκ μέρους εκατέρας των Κυβερνήσεων των μη ανταλλαξίμων κτημάτων, και εις τα ανταλλάξιμα, να επέλθη δηλ. πλήρης συμψηφισμός της αξίας και των κτημάτων των ανταλλαξίμων. Τούτο δε απετέλεσε το πρόσκομμα της επιτεύξεως μιας συνεννοήσεως επί ολόκληρον σχεδόν διετίαν.  Η Ελληνική Κυβέρνησις εγνώριζεν ότι η εκτέλεσις των σχετικών διατάξεων της συμβάσεως περί ανταλλαγής είχε καταστή αδύνατος ουσιαστικώς. Το προηγούμενον της ελληνοβουλγαρικής ανταλλαγής μάς εδίδαξεν ότι ήτο πρακτικώς αδύνατος, διότι θ’ απήτει δεκαετηρίδας ολοκλήρους, η ατομική εκτίμησις των περιουσιών όλων των Ελλήνων και Τούρκων ανταλλαξίμων.
     Και το εγνώριζε τούτο εκ της πικράς πείρας, την οποίαν είχε πορισθή εκ της διεξαγωγής της Ελληνοβουλγαρικής μεταναστεύσεως. Εγνώριζεν ότι με την υπογραφήν της συμβάσεως του Νεϊγύ υπεγράφη και σύμβασις, διά της οποίας επετρέπετο εις τους Έλληνας και Βουλγάρους, όσοι ήθελον να εγκαταλείψουν την χώραν, η οποία δεν τους ήρεσε διά να μεταβούν εις την χώραν των ομογενών των. Η μετανάστευσις αύτη είχε χαρακτήρα εντελώς εθελούσιον, διεξήχθη δε υπό την ευθύνην και την κατεύθυνσιν υποεπιτροπών της Μικτής Επιτροπής της Ελληνοβουλγαρικής μεταναστεύσεως, υπό τους αρίστους δηλαδή όρους. Και όμως, ενώ υπό τοιούτους όρους διεξήχθη η μετανάστευσις αύτη, και μολονότι η Βουλγαρική Κυβέρνησις είχε και συμφέρον αλλά και επέδειξε την επιθυμίαν, όπως εκ παντός τρόπου διευκολυνθή το έργον της Μικτής Επιτροπής αυτής, συνεπληρώθησαν κατ’ αυτάς 10 έτη από της λειτουργίας της Μικτής Επιτροπής της Ελληνοβουλγαρικής μεταναστεύσεως και μόλις μετά τινας μήνας ακόμη ελπίζομεν ότι θα έχει αχθή εις πέρας το έργον αυτό της εκτιμήσεως των περιουσιών των Ελλήνων και Βουλγάρων οι οποίοι μετανάστευσαν. 
     Ο αριθμός των επωφεληθέντων της συμβάσεως αυτής περί εκουσίας μεταναστεύσεως ανέρχεται εις 95.000 περίπου Βουλγάρους και 45.000 περίπου Έλληνας. Πρόκειται δηλαδή περί 140.000 ψυχών. Όταν έχετε τούτο υπ’ όψιν σας και ενθυμηθήτε ότι Έλληνες και Τούρκοι, περί ων προνοεί η σύμβασις της Λωζάνης, υπερβαίνουν το εν και ήμισυ εκατομμύριον ψυχών, θα αναγνωρίσητε ότι πρέπει να έχη κανείς μεγάλην αισιοδοξίαν εάν θα εδέχετο ότι διά δεκαπλάσιον πληθυσμόν Ελληνοτουρκικόν θα απητείτο τουλάχιστον δεκαπλάσιος χρόνος παρ’ όσος απητήθη διά την διεξαγωγήν της Ελληνοβουλγαρικής μεταναστεύσεως δηλαδή ένας ολόκληρος αιών.
     Μεταχειρίζομαι εννοείται την φράσιν μετανάσται ως τεχνικόν όρον διότι δεν ανταποκρίνεται δυστυχώς καθόλου προς τα πράγματα. Μόνον διά τους Μουσουλμάνους που απεχώρησαν από την Ελλάδα ισχύει τούτο, ας πούμε δε ότι ισχύει έν τινι μέτρω και διά 200.000 ομογενείς, δι’ εκείνους οι οποίοι κατά το τέλος του πολέμου ευρίσκοντο εις τα όρη της Μικράς Ασίας κρυπτόμενοι και τους οποίους κατορθώσαμεν διά της συμβάσεως της ανταλλαγής να τους φέρωμεν εις την Ελλάδα διά της παρεμβάσεως της Επιτροπής. Οι άλλοι δεν ήσαν μετανάσται, αλλά εκδιωχθέντες. Διατί η Κυβέρνησις εδέχθη τον συμψηφισμόν, όστις απέμενε πλέον η μοναδική πρακτική λύσις.
Το ιστορικόν των μετά της Τουρκίας διαπραγματεύσεων της Κυβερνήσεως Βενιζέλου.
     Εγνώριζομεν λοιπόν ότι αι διατάξεις της συμβάσεως περί ανταλλαγής είχον καταντήσει ανεκτέλεστοι. Αλλά δεν ηδυνάμεθα να δεχθώμεν την διά πράξεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως ακύρωσιν ή αθέτησιν των διατάξεων της Συμβάσεως της Λωζάννης, διότι εφοβήθημεν ότι θα εδημιουργείτο εντεύθεν εσωτερικόν ζήτημα, το οποίον ηδύνατο να παράσχη αρκετά προσκόμματα εις την κανονικήν εξέλιξιν των Ελληνικών ζητημάτων. Ενθυμούμαι ότι, όταν μίαν των ημερών ανεχωρούμεν από το Υπουργείον των Εξωτερικών μετά μίαν συνεδρίασιν της Συνταγματικής Επιτροπής των εξωτερικών υποθέσεων, είχα παρακαλέσει ένα εκ των συμμετασχόντων του Συμβουλίου να με συνοδεύση. Εντός της αμάξης εξέθηκα τας ανησυχίας μου επί του σημείου τούτου και έλεγα: Μα την αλήθειαν νομίζω ότι το καθήκον μου είναι να αντιμετωπίσω και αυτάς τας δυσχερείας και να δεχθώ τον συμψηφισμόν, διότι επί τέλους, εάν δεν επωφεληθή η χώρα της παρουσίας μιας ισχυράς Κυβερνήσεως, διά να τερματίση οριστικώς το ζήτημα τούτο, εκπληρώ εγώ το καθήκον μου προς την χώραν; 
     Και ο συνομιλητής μου, ο οποίος συνεμερίζετο τας ανησυχίας τας ιδικάς μου, μου είπε: Ναι, αυτή είναι η πρώτη άποψις του ζητήματος, η άλλη όμως άποψις του ζητήματος, την οποίαν δεν πρέπει να λησμονής, είναι ότι εάν το κάμης αυτό, μπορεί επί των ημερών σου να μη δημιουργηθούν δυσχέρειαι, αλλ’ είναι βέβαιον ότι θα δημιουργηθούν δυσχέρειαι κατά την διαδοχήν άλλων Κυβερνήσεων αι οποίαι θα ετύγχανον να είναι ολιγώτερον ισχυραί. 
     Εξέθηκα αυτά κύριοι, διά να δικαιολογήσω, έστω και μερικώς, διατί ενωρίτερον δεν επροχώρησα επί του σημείου τούτου δεχόμενος σαφώς και καθαρώς τον συμψηφισμόν και των ανταλλαξίμων περιουσιών, με την ελπίδα ότι θα μπορούσα να επιτύχω και τινα ανταλλάγματα. Ως εκ τούτου λοιπόν απέκρουσα επιμόνως μέχρι της τελευταίας στιγμής την διά συμπράξεως των δύο Κυβερνήσεων μεταβολήν των διατάξεων της συμβάσεως περί ανταλλαγής και αντεπροτείναμεν εις την Τουρκικήν Κυβέρνησιν να αναθέσουν τα δύο Κράτη εις τα ουδέτερα μέλη της Μ. Επιτροπής να προβούν εις την εκτίμησιν των περιουσιών των ανταλλαξίμων, όχι πλέον επί τη βάσει της ατομικής εκτιμήσεως, την οποίαν προβλέπει η Συνθήκη της Λωζάνης, αλλά, δι’ ενός συστήματος συνοπτικού και συνολικού, όπως το ωνομάσαμεν, το οποίον δεν θα ανταπεκρίνετο βεβαίως προς την απόλυτον δικαιοσύνην, θα ήτο όμως το μόνον πρακτικώς δυνατόν. 
     Παρ’ όλην την επί εν και ήμισυ έτος επιμονήν μας επί του σημείου τούτου εστάθη αδύνατον να πείσωμεν την Αγκυραν όπως συμφωνήση προς τας απόψεις ημών. Εφόσον δε επρόκειτο περί μεταβολής των ισχυουσών συνθηκών, φυσικά δεν είχομεν το δικαίωμα ούτε να παραπονούμεθα κατά της Αγκύρας διότι ηρνείτο να συναινέση εις την μεταβολήν των συνθηκών.  Άλλωστε, κύριοι πρέπει να λεχθή ότι εν τω μεταξύ και η Αγκυρα είχε πορισθή μαθήματα εκ της πείρας της Ελληνοβουλγαρικής μεταναστεύσεως. Είχε πορισθή και εκείνη την πείραν η οποία την εβεβαίου ότι η εκτέλεσις των διατάξεων της συνθήκης της Λωζάνης ήτο ανεφάρμοστος. Δεν είχε κανένα συμφέρον επομένως η Αγκυρα όπως συμφωνήση επί του σημείου τούτου. Όταν θα αναγνώσετε κύριοι την έκθεσιν των ουδετέρων θα εύρητε εκεί βεβαιούμενον ότι εις μίαν εποχήν, κατά Ιανουάριον του 1925, εν έτος περίπου και μόνον μετά την συγκρότησιν της Μικτής Επιτροπής αύτη ομοφώνως κατέληξεν εις το συμπέρασμα το οποίον διετύπωσεν εις πρακτικόν της, ότι η εκτέλεσις της περί ατομικής εκτιμήσεως διατάξεως της συνθήκης περί ανταλλαγής είναι αδύνατος και ότι πρέπει να εξευρεθή ένας άλλος τρόπος λύσεως της δυσχερείας. 
     Δεν την ωνόμαζον τότε συνοπτικόν και συνολικόν αλλ’ έλεγον «ένα άλλον τρόπον». Το δε παράδοξον είναι ότι εις τούτο τότε και η Τουρκική αντιπροσωπεία παρά τη Μικτή Επιτροπή συνεφώνει διότι κατά την εποχήν εκείνην δεν είχε ακόμη συναχθή το πόρισμα το εκ της Ελληνοβουλγαρικής μεταναστεύσεως, του απολύτως δηλαδή αδυνάτου της εκτιμήσεως. Εθεωρείτο ότι τούτο θα ήτο έργον μάλλον μακρόν και διά τούτο τα Τουρκικά μέλη συνεφώνουν ότι κάποιον άλλον τρόπον πρέπει να εύρωμεν. Δυστυχώς δεν επεδιώχθη περαιτέρω η υπόθεσις αυτή τότε. 
     Και όταν, όπως είπον προηγουμένως, διά της παρόδου του χρόνου εξηκριβώθη ότι η εκτέλεσις της συμβάσεως περί ανταλλαγής εις το σημείον τούτο δεν είναι δυνατή, ήτο φανερόν ότι η Τουρκική Κυβέρνησις επιμόνως θα ηρνείτο να συμφωνήση όπως μεταρρυθμίση τας διατάξεις της συνθήκης περί ανταλλαγής διά να καταστή δυνατή η εκτέλεσις της εκτιμήσεως. Διότι πρέπει επίσης να ομολογηθή ότι η Τουρκική Κυβέρνησις φαίνεται κατά τούτο σύμφωνος με τον προσφυγικόν μας κόσμον, ότι δηλαδή η εκτέλεσις της συμβάσεως αυτήν μάλλον θα απεδείκνυεν οφειλέτην.  Διά τούτο όταν εμείναμεν προ ολίγου χρόνου, προ μηνός περίπου ίσως, σύμφωνοι επί όλων των άλλων σημείων της συμφωνίας, εδέχθημεν την μεταρρύθμισιν του παρ’ ημών προταθέντος άρθρου 4 της συμφωνίας αυτής, διά του οποίου εζητούμεν να ανατεθή εις τους τρίτους να εκτιμήσουν όπως ήθελαν τα κτήματα. Εδέχθημεν να μεταρρυθμίσωμεν το άρθρον και να περιορισθώμεν να είπωμεν εις τους τρίτους να μας είπουν την γνώμην των περί του τρόπου κατά τον οποίον δύναται να γίνη η εκτίμησις αυτή, η λύσις του ζητήματος αυτού της εκτιμήσεως των κτημάτων. 
     Η γνωμοδότησις, κύριοι, εξεδόθη, μάλιστα τόσον ταχέως ώστε να είναι κανείς βέβαιος, ότι ήτο ετοίμη από πρωτήτερα, διότι από μακρού χρόνου εγνώριζον οι ουδέτεροι ότι θα προσεφεύγομεν εις αυτούς. Η γνωμοδότησις αυτή ήλθε το Σάββατον το εσπέρας και κατατίθεται απόψε εις την Βουλήν, όπως λάβη γνώσιν αυτής. Η συμφωνία, κύριοι, συνωμολογήθη υπό την ρητήν επιφύλαξιν ότι εκατέρα των δύο Κυβερνήσεων επιφυλάσσεται να υποβάλη εις τα νομοθετικά της σώματα προς κύρωσιν την συμφωνίαν μόνον μετά την έκδοσιν της γνωμοδοτήσεως των ουδετέρων και μόνον καθόσον θα έστεργε να αποδεχθή την γνώμην τούτων. 
     Η άρνησίς μας όπως δεχθώμεν την γνώμην των ουδετέρων περί συμψηφισμού θα εσήμαινε πλην των άλλων: Πλήρη καταστροφήν των 110 περίπου χιλιάδων Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως οίτινες θα ηναγκάζοντο να καταφύγουν εις Ελλάδα και θα μας έφεραν εις αδιέξοδον οικονομικόν.  Είσοδον εις αμείλικτον συναγωνισμόν πολεμικών εξοπλισμών μετά της Τουρκίας του οποίου αι συνέπειαι θα ήσαν καταστρεπτικαί διά τον προϋπολογισμόν μας. 
     Η Κυβέρνησις, κύριοι, η Ελληνική, μελετήσασα επισταμένως την έκθεσιν έφθασε να αποδεχθή αυτήν και διά τούτο εισάγει σήμερον ενώπιον της Βουλής προς κύρωσιν την συμφωνίαν της Αγκύρας. Κανείς σεβόμενος εαυτόν, κύριοι βουλευταί, δεν δύναται να υποστηρίζη ότι έπρεπε να επιμείνωμεν αρνούμενοι οιανδήποτε συνεννόησιν με την Τουρκίαν, να επιμείνωμεν, λέγω, αρνούμενοι, διότι ηξιούμεν να γίνη, η υπό της συμβάσεως της ανταλλαγής προβλεπομένη ατομική εκτίμησις, η οποία είχε καταδειχθή ως απραγματοποίητος. Θα ήτο αληθές πολιτικόν έγκλημα, αν επιμένοντες εις επιδίωξιν χιμαίρας, απολύτως χιμαίρας, διεκόπτομεν τας διαπραγματεύσεις μετά της Τουρκίας. 
     Όλοι εννοείτε καλώς ποίαι θα ήσαν αι συνέπειαι της τοιαύτης οριστικής ματαιώσεως των διαπραγματεύσεων. Αι σχέσεις μας με την Τουρκίαν θα εδηλητηριάζοντο, η επανάληψις της κατασχέσεως των εν Κωνσταντινουπόλει περιουσιών των Ελλήνων υπηκόων ήτο επικειμένη, η συνέχισις δε της αφορήτου καταστάσεως η οποία εδημιουργήθη διά τον ομογενή πληθυσμόν της Κωνσταντινουπόλεως εκ της αδυναμίας της ρυθμίσεως των ζητημάτων τα οποία προέκυψαν εξ της συμβάσεως της ανταλλαγής θα εγίνετο αφορμή ώστε ο πληθυσμός αυτός να μη είναι δυνατόν να ζήση υπό τοιούτους όρους και να διαρρεύση, εντός βραχέος χρονικού διαστήματος εις την Ελλάδα. Και πρόκειται περί πληθυσμού, κύριοι, 110 περίπου χιλιάδων ανθρώπων, αστών. Και εννοεί ο καθείς ποία θα ήσαν τα οικονομικά αποτελέσματα εκ της εισροής επί του Ελληνικού εδάφους ενός τοιούτου πληθυσμού αστικού καθαρώς. Περαιτέρω η οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων θα ώθει τας δύο χώρας εις διαγωνισμόν εξοπλισμών. 
     Αντιθέτως, κύριοι αποδεχόμενοι την γνώμην των ουδετέρων και αναγνωρίζοντες την αδυναμίαν της εκτελέσεως των σχετικών διατάξεων της συμβάσεως περί ανταλλαγής, επιτυγχάνομεν πρώτον μεν την άρσιν των κατασχέσεων των εν Κωνσταντινουπόλει περιουσιών των Ελλήνων υπηκόων, την αναγνώρισιν όλων των εν Κωνσταντινουπόλει ευρισκομένων ομογενών τούρκων υπηκόων των νυν σωματικώς ευρισκομένων εν Κωνσταντινουπόλει ως établis, την άρσιν όλων των σήμερον επιβεβλημένων περιοριστικών μέτρων, την οριστικήν παρακράτησιν των κτημάτων των Τουρκικών της εννάτης δηλώσεως των χρησιμοποιηθέντων εις εγκατάστασιν, τον συμψηφισμόν αυτών με τα κτήματα των Ελλήνων τα κείμενα έξω της Κωνσταντινουπόλεως και με τα κτήματα των φυγάδων établis. Επιτυγχάνομεν ακόμη την εδραίωσιν απολύτως φιλικών σχέσεων με την Τουρκίαν. Και την εδραίωσιν αυτήν θα επακολουθήση εντός του παρόντος θέρους η υπογραφή και άλλων συμβάσεων, όπως η εμπορική, η ναυτιλιακή, Προξενική, καθώς και συμφωνία φιλίας και διαιτησίας και η έναρξις διαπραγματεύσεων προς εξεύρεσιν ενός δυνατού τρόπου καθορίζοντος την κατ’ αρχήν αναγνωρισθείσαν εκατέρωθεν αρχήν της ισοπλίας κατά θάλασσα.  Άλλωστε και οι αντιτιθέμενοι κατά της ρυθμίσεως των σχέσεών μας μετά της Τουρκίας δεν έχουν αντίρρησιν όπως δεχθώμεν τον συμψηφισμόν, ζητούν όμως όπως το Ελληνικόν κράτος υποκατασταθή εις τας εκ της συμβάσεως ανταλλαγής υποχρεώσεις της Τουρκίας ως προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν.
     Οι αντιτιθέμενοι, κύριοι, κατά της ρυθμίσεως των σχέσεών μας με την Τουρκίαν, της οριστικής ρυθμίσεως διά της αναγνωρίσεως του ανέφικτου της εκτελέσεως της συμβάσεως της ανταλλαγής, ως προς το ζήτημα της εκτιμήσεως των ανταλλαξίμων περιουσιών, οι αντιτιθέμενοι λοιπόν ούτοι, ουσιαστικώς δεν είχον αντίρρησιν να υπογράψωμεν την σύμβασιν αυτήν. Υπεστήριζον μόνον ότι υπογράφοντες την σύμβασιν πρέπει να υποκαταστήσωμεν το Ελληνικόν Κράτος εις τας υποχρεώσεις τας οποίας υπέχει η Τουρκία εκ της συμβάσεως περί ανταλλαγής εν σχέσει προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν. Η ιδέα αυτή, ότι το Ελληνικόν Κράτος ηδύνατο να υποκατασταθή εις τας υποχρεώσεις αυτάς της Τουρκικής Κυβερνήσεως, δεν ήτο ιδέα νέα, υπεβλήθη ολίγας ημέρας προ των γερουσιαστικών εκλογών και μάλιστα τότε προεβλήθη υπό μορφήν ακόμη οξυτέραν.  Δεν εθεωρείτο καν ότι μόνον εάν ημείς παρεβιάζαμεν την Σύμβασιν της Λωζάννης θα εδημιουργείτο τοιαύτη υποχρέωσις, αλλ’ ασχέτως προς τοιαύτην τινά παραβίασιν, είμεθα ένα είδος εγγυητού, διά να μη είπω ότι είμεθα ένα είδος πρωτοφειλέτου εις τας υποχρεώσεις τας οποίας είχεν αναλάβει η Τουρκία διά της συμβάσεως περί ανταλλαγής.
     Ενθυμείσθε δε όλοι, νομίζω, καλώς πόσον κατηγορηματικώς και πόσον σαφώς απέκρουσα τότε τας αντιλήψεις αυτάς. Εδήλωσα μάλιστα, ότι είναι ευτύχημα ότι παρουσιάζονται αι αξιώσεις αυταί εις τας παραμονάς εκλογών, διότι δεν ήθελα να υποκλέψω τας ψήφους του προσφυγικού κόσμου. Πρέπει να γνωρίζη ο προσφυγικός κόσμος, είπον, ότι αι ιδέαι αυταί δεν είναι δυνατόν να εύρουν εν τω προσώπω μου, τουλάχιστον, υποστηρικτήν. 
     Ευτυχώς η δοθείσα ψήφος υπό του Ελληνικού λαού εις τας γερουσιαστικάς εκλογάς απέδειξεν, ότι η γνώμη μερικών αυτόκλητων υπερασπιστών των συμφερόντων του προσφυγικού κόσμου δεν κατώρθωσε να εύρη απήχησιν ούτε εις ένα μικρόν μέρος αυτού.
     Σήμερον όμως κύριοι, όταν εγνώσθη προ τίνων ημερών, ότι εφθάσαμεν εις την σύναψιν οριστικής συμφωνίας μετά της Τουρκίας, ήρχισε να διαδίδεται, ότι αι αντιλήψεις αυταί εύρισκον υποστήριξιν και εκ μέρους μερίδος τινός τουλάχιστον του πολιτικού κόσμου της Ελλάδος. Ουδείς πολιτικός εν τη Συνταγματική Επιτροπή υπεστήριξεν ότι εκ της συμφωνίας γεννάται υποκατάστασις της Ελλάδος εις τας υποχρεώσεις της Τουρκίας ως προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν. Το πράγμα βεβαίως, αν ήτο αληθές, θα ήτο σοβαρόν, διότι αν σοβαροί πολιτικοί άνδρες προσήρχοντο να βεβαιώσουν τον προσφυγικόν κόσμον, ότι η απαίτησις την οποίαν προέβαλλον οι αυτόκλητοι υπερασπισταί του είναι βάσιμος και δικαία, εγώ θα ανεγνώριζα, ότι ήτο φυσικόν, ότι ήτο πιθανόν δεν λέγω, ότι θα ήτο βέβαιον, αλλά θα ήτο τουλάχιστον ενδεχόμενον ένα άξιον λόγου μέρος του προσφυγικού κόσμου να ηκολούθει τον πολιτικόν άνδρα τον σοβαρόν, ο οποίος θα ενεφανίζετο να υποστηρίξη τοιαύτας ιδέας. Επομένως εγώ ενόμιζα, ότι ενώπιον τοιούτου ενδεχομένου η θέσις της Κυβερνήσεως πλέον δεν ήτο καθόλου συνταγματικώς άψογος, διότι αι προϋποθέσεις υπό τας οποίας είχον επιτύχει την πλειονοψηφίαν του Ελληνικού Λαού θα είχον ανατραπή.  Διά τούτο, κύριοι κατά την χθεσινήν συνεδρίασιν της Συνταγματικής Επιτροπής επί των εξωτερικών υποθέσεων εζήτησα να εξακριβωθή το πράγμα διά να γνωρίζω ποίον ήτο το καθήκον μου. Υπήρξα δε ευτυχής διότι διεπιστώθη, ότι ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος, καίπερ εν πολλοίς διαφωνών ή έχων επιφυλάξεις ως προς την υπογραφείσαν συμφωνίαν, ευρέθη απολύτως σύμφωνος εις το ότι εκ της συμφωνίας αυτής ουδεμία γεννάται υποκατάστασις της Ελλάδος εις τας υποχρεώσεις της Τουρκίας.
     Ο Ελληνικός Λαός είμαι βέβαιος, ότι θα ακούση μετ’ απολύτου ικανοποιήσεως, ότι εις την κρίσιμον στιγμήν όλοι οι πολιτικοί ηγέται ευρέθησαν εις το ύψος της αποστολής των και ότι κανείς δεν εσκέφθη να εκμεταλλευθή την φυσικήν δυσφορίαν της προσφυγικής μάζης. Είχα λοιπόν καθήκον από του βήματος τούτου σήμερον να επαναλάβω ελπίζω τελειωτικώς, εκείνο το οποίον είχα διακηρύξει εις τας παραμονάς των γερουσιαστικών εκλογών, ότι δηλαδή ζήτημα υποκαταστάσεως του Ελληνικού Κράτους εις την ευθύνην του Τουρκικού δεν δύναται να τεθή εν Ελλάδι. 
     Το Ελληνικόν Κράτος μίαν είχε και έχει υποχρέωσιν ως προς το σημείον τούτο, την υποχρέωσιν την νομικήν να διαθέση υπέρ της προσφυγικής μάζης την ανταλλάξιμον Τουρκικήν περιουσίαν την εν Ελλάδι κειμένην. Γνωρίζετε άλλως τε, ότι την υποχρέωσιν αυτήν την νομικήν έσπευσε να εκτελέση προκαταβολικώς διά της εκδόσεως των ομολογιών των ανταλλαξίμων, ποσού 6.000.000.000 δραχμών, των οποίων η κυκλοφορία εις την αγοράν γνωρίζετε πόσον συνεκλόνισε την εθνικήν οικονομίαν. Οφείλω να προσθέσω, διότι επί του σημείου τούτου επιβάλλεται απόλυτος ειλικρίνεια, ότι, και αν ακόμη ήτο δυνατή η εκτίμησις των ανταλλαξίμων περιουσιών και αν ακόμη η εκτέλεσις αύτη απεδείκνυε οφειλέτιδα την Τουρκικήν Κυβέρνησιν, και τότε πάλιν η υποχρέωσις της Ελληνικής Κυβερνήσεως θα ήτο να εξαντλήση τας προσπαθείας της όπως επιτύχη την είσπραξιν του ποσού τούτου, αλλ' ουδέποτε ήτο εγγυητής η Ελληνική Κυβέρνησις περί της προθυμίας προς πληρωμήν της Τουρκικής Κυβερνήσεως και της φερεγγυότητος αυτής. Δεν λέγω δε με έννοιαν μειωτικήν την λέξιν, αλλ’ όλοι γνωρίζομεν, ότι και εν Τουρκία ευρίσκονται προ ωρισμένων δυσχερειών, δημοσιονομικών, αι οποίαι επέβαλαν όπως η υπηρεσία του δημοσίου χρέους ανασταλή. Το ότι ματαιούται εκ των πραγμάτων και άνευ ενεργείας της Ελληνικής Κυβερνήσεως, του Ελληνικού Κράτους, η εκτέλεσις, ουδαμώς εκ τούτου δημιουργείται κατά του Κράτους υποχρέωσις. Δεν θα εδημιουργείτο νομική υποχρέωσις, ουδέ εάν μετερρυθμίζαμεν την σύμβασιν της ανταλλαγής, αφού και την σύμβασιν εκείνην συνωμολογήσαμεν, ακόντων των ενδιαφερομένων, όχι ως εντολοδόχοι, αλλά ακόντων, επαναλαμβάνω, των ενδιαφερομένων, αναχωρούντες από την γενικωτέραν αντίληψιν της προστασίας των συμφερόντων και της χώρας καθόλου και της προσφυγικής μάζης ιδιαιτέρως. 
     Ας αποστρέψουν οι πρόσφυγες το ους από εκείνους οι οποίοι κηρύσσουν το σύνθημα της ολοκληρωτικής αποζημιώσεως.Το σύνθημα της ολοκληρωτικής αποκαταστάσεως. Αλλ’ εάν δεν γεννάται καμμία νομική υποχρέωσις, δεν γεννάται όμως ούτε ηθική υποχρέωσις, την οποίαν θα εθεώρουν υφισταμένην μόνον, εάν εκ της ενεργείας ημών εματαιούτο η εκτέλεσις της συμβάσεως, οπότε θα εγεννάτο τουλάχιστον ηθική υποχρέωσις. Ηθική υποχρέωσις του Ελληνικού Κράτους είναι μία: Η συμπλήρωσις και η ολοκλήρωσις της προσφυγικής αποκαταστάσεως. Η ενδειχθείσα παρ' ημών, και μέλλουσα να υποβληθή εις την Βουλήν λύσις του ζητήματος των χρεών των αγροτών και αστών προσφύγων αποδεικνύει πόσον βαθέως εμφορείται η Κυβέρνησις από το ηθικόν καθήκον της ολοκληρώσεως της προσφυγικής αποκαταστάσεως. Θα μου επιτρέψετε επομένως απευθυνόμενος προς τον προσφυγικόν κόσμον να του είπω σήμερον, να αποστρέψη τα ώτά του, να μη τείνη ευήκοον ους προς εκείνους οι οποίοι του λέγουν, οι οποίοι του κηρύσσουν το σύνθημα της ολοκληρώσεως της αποζημιώσεως. 
     Αντί του απραγματοποιήτου τούτου συνθήματος, εγώ του δίδω ένα άλλο σύνθημα, το σύνθημα της ολοκληρώσεως της αποκαταστάσεως.  Θα τολμήσω μάλιστα να κάμω έκκλησιν προς εκείνους, οι οποίοι μεταχειρίζονται το σύνθημα της ολοκληρώσεως της αποζημιώσεως, να τους ζητήσω να το εγκαταλείψουν, διότι, ενώ γνωρίζουν καλώς, ότι δεν δύναται να φέρη εις ουδέν πρακτικόν αποτέλεσμα, δύναται εν τούτοις να δημιουργήση τας μεγαλυτέρας συμφοράς διά την χώραν και κυρίως να ανοίξη χάσμα μεταξύ του πληθυσμού της. Δικαιούμεθα κ. βουλευταί, να είμεθα πλήρεις χαράς, διότι αι προστριβαί, αι οποίαι ήτο φυσικόν να δημιουργηθούν εκ της επαφής δύο τόσον μεγάλων όγκων πληθυσμού, αι προστριβαί αύται καθ’ ημέραν αμβλύνονται και το έθνος παρίσταται σήμερον ενιαίον όχι μόνον από των άλλων απόψεων της εσωτερικής διαιρέσεως, αλλά και από της απόψεως ότι το έθνος το ελληνικόν είναι σήμερον εν, και δεν υπάρχει καμμία διάκρισις μεταξύ παλαιού και νέου ελληνικού κόσμου. Οι πρόσφυγες γνωρίζω καλώς ότι αναγνωρίζουν, ότι ο παλαιός πληθυσμός εξεπλήρωσε καθ’ όλην την έκτασιν του δυνατού τα καθήκοντα, τα οποία του υπέβαλλεν η εθνική αλληλεγγύη (χειροκροτήματα). Ο παλαιός εξ άλλου πληθυσμός αναγνωρίζει, ότι το εκ Τουρκίας συρρεύσαν ομογενές στοιχείον είναι πολυτιμότατον διά την μέλλουσαν εθνικήν σταδιοδρομίαν. 
     Πού θα ωδήγει ενδεχομένη πραγματοποίησις της ολοκληρωτικής αποζημιώσεως. Είναι αληθές, ότι οι πρόσφυγες δεν ηύξησαν την δύναμιν του Ελληνικού λαού μόνον κατά την διαφοράν των αριθμών του πληθυσμού. Γνωρίζομεν, ότι είμεθα έθνος πολύ ισχυρότερον πέραν και της διαφοράς ακόμη του αριθμού. Ας αναλογισθούν λοιπόν, εκείνοι οι οποίοι θα ήθελον να εξακολουθήσουν υποστηρίζοντες την ολοκληρωτικήν αποζημίωσιν, ας αναλογισθούν την βαρυτάτην ευθύνην, την οποίαν φέρουν, διότι όλον το επιτευχθέν αυτό αποτέλεσμα θα το έθετον πάλιν υπό αμφισβήτησιν.  Ας ελπίσωμεν, ότι η έκκλησις αύτη δεν θα αποβή επί ματαίω, ότι θα συναισθανθούν το καθήκον όπως καταπαύσουν αυτόν τον επί ματαίω αγώνα, ο οποίος από της στιγμής που είναι μάταιος αποβαίνει κατ' εμέ ανίερος. Αλλ' εάν η ελπίς αύτη δεν πραγματοποιηθή, είμαι βέβαιος, ότι ο προσφυγικός κόσμος, θα αποστρέψη αυτός το πρόσωπόν του, με την συναίσθησιν, ότι συντριβήν των οικονομικών της χώρας θα συνεπήγετο η πραγματοποίησις του συνθήματος της ολοκληρωτικής αποζημιώσεως και θα εβύθιζεν ολόκληρον το κράτος εις συμφοράν, αλλ' εν τοις πρώτοις και το προσφυγικόν στοιχείον, το οποίον είναι ασθενέστερον δυστυχώς ακόμη. 
     Η υπογραφή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας αποτελεί νέον ιστορικόν σταθμόν διά την Εγγύς Ανατολήν.Κύριοι βουλευταί, πριν κατέλθω το βήμα επιθυμώ να διαδηλώσω την χαράν μου, την ειλικρινεστέραν χαράν μου, διότι η υπογραφή της συμφωνίας, της οποίας εισηγούμαι την κύρωσιν εις την Βουλήν επιτρέπει την προσέγγισιν των δύο Κρατών και την δημιουργίαν σταθερών σχέσεων φιλίας μεταξύ αυτών. Δεν είναι υπερβολή εάν είπω, ότι, κατά την βαθείαν πεποίθησίν μου, η υπογραφή της συμφωνίας αυτής, ως απαρχή των νέων αυτών σχέσεων, αποτελεί νέον ιστορικόν σταθμόν διά την Εγγύς Ανατολήν, διά τα Κράτη της Εγγύς Ανατολής. 
     Η πολιτική της στενής προσεγγίσεως Ελλάδος και Τουρκίας.
Και θα σας ζητήσω να μου επιτρέψετε να ανατρέξω ολίγον προς το παρελθόν, διά να μας δοθή η ευκαιρία να σας πείσω, ότι την πολιτικήν αυτήν της στενής προσεγγίσεως των δύο Κρατών Ελλάδος και Τουρκίας δεν υποστηρίζω μόνον σήμερον, κατόπιν της ατυχούς εκβάσεως του πολέμου, όπερ θα ήτο άλλως τε εξ ίσου θεμιτόν, αλλ’ ότι σήμερον και πάλιν υποστηρίζω πολιτικήν της οποίας υπήρξα ανέκαθεν θερμός θιασώτης. 
     Επίστευα, κύριοι, προ των Βαλκανικών Πολέμων, και πολύ προ, διότι ήδη κατά τους Βαλκανικούς πολέμους τα όνειρα είχον αρχίσει να διαλύωνται ολίγον, επίστευα ότι ουδείς λαός είχε μεγαλύτερον συμφέρον διά την διατήρησιν και την στερέωσιν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρά ο Ελληνικός, και ουδέν κράτος είχε μεγαλύτερον συμφέρον παρά το Ελληνικόν, διότι εν μέγα μέρος του πληθυσμού του Έθνους, πολύ περισσότερον παρά το κατοικούν την ελευθέραν Ελλάδα, ήσαν πολίται της Αυτοκρατορίας εκείνης, εζούσαν και ευημερούσαν εις αυτήν. Και εάν εξελίσσοντο αι σχέσεις ημών φιλικαί εκάστοτε, η αρμονία της συνεργασίας θα επόριζεν εις τα δύο Κράτη, αλλά προ παντός εις το Ελληνικόν, τας μεγαλειτέρας δυνατάς ωφελείας.  Διηγήθην, κύριοι βουλευταί, εις την Βουλήν αυτήν μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, ότε είχον κατακριθή υπό των ρητόρων της αντιπολιτεύσεως, ότι δεν ήθελα τον δεύτερον Βαλκανικόν πόλεμον, διηγήθην, ανελθών επί του βήματος, ότι η κατηγορία την οποίαν μου απηύθυναν ήτο βασιμωτάτη, αλλά ατελής. Δεν γνωρίζετε ένα πράγμα, τους είπα. Δεν γνωρίζετε ότι εγώ δεν ήθελον ούτε τον πρώτον Βαλκανικόν πόλεμον.
     Λοιπόν, οφείλω να σας κάμω και αυτήν την ομολογίαν, διά να μπορείτε να με κατακρίνετε εν γνώσει του πράγματος. Διηγήθην τότε, ότι εις τας παραμονάς του Βαλκανικού πολέμου, εξ μήνας ή ένα έτος πριν, επεδίωξα να επιτύχω συνεννόησιν με την Τουρκίαν επί τη βάσει της οποίας θα επέτρεπεν αύτη την είσοδον των Κρητών βουλευτών εις το Ελληνικόν Κοινοβούλιον, πράγμα το οποίον είχε καταστήσει αδύνατον και την κανονικήν λειτουργίαν του πολιτεύματος. Δεν ετολμούσαμε να ανοίξωμε την Βουλήν, διότι ήρχοντο οι πληρεξούσιοι της Κρήτης και επεχείρουν να εισέλθουν βιαίως εντός αυτής. Επρότεινα να επιτραπή αυτό και μόνον και η Ελλάς να αναγνωρίση τα επί της Κρήτης κυριαρχικά δικαιώματα του Σουλτάνου, όχι πλέον διά μιας σημαίας επί της νησίδος της Σούδας, αλλά διά της πληρωμής φόρου υποτελείας, τον οποίον θα επλήρωνε το Ελληνικόν Κράτος, διά λογαριασμόν της Κρήτης. Και τότε ήτο φυσικόν, ότι μετά την άρνησιν της Κυβερνήσεως της Κωνσταντινουπόλεως να δεχθή την πρότασιν ταύτην δεν έμενεν εις ημάς τίποτε άλλο, αφού η ζωή μας ως Κράτους συνταγματικού καθίστατο αδύνατος, διότι δεν μπορούσαμε ούτε την Βουλήν να έχωμεν ανοικτήν, δεν έμενε, παρά να συμπράξωμεν μετά των λοιπών Βαλκανικών λαών, διά τον πρώτον Βαλκανικόν πόλεμον. 
Το ματαιωθέν σχέδιον εκουσίας ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών κατά το 1914.
     Θα μου επιτραπή ακόμη να υπενθυμήσω ότι, μετά τον Βαλκανικόν πόλεμον και μετά την αδιαλλαξίαν της τότε Τουρκικής Κυβερνήσεως επί του ζητήματος της κυριαρχίας των νήσων, έβλεπα την λαίλαπα επερχομένην, και ότε η Τουρκία η τότε εζήτησε να εξώση εκ του εδάφους της τους Ελληνικούς πληθυσμούς, επρότεινα εις αυτήν να συντελέση η Ελληνική Κυβέρνησις εις την μερικήν τουλάχιστον πραγματοποίησιν της ανταλλαγής των πληθυσμών, υπό τον απαράβατον μόνον όρον, ότι αυτή θα ήτο εκουσία, αρνούμενος να δεχθώ, απολύτως, την βιαίαν έξωσιν του πληθυσμού.
     Υπεσχέθην να ασκήσω όλην την επιρροήν μου όπως κατά το δυνατόν επιτευχθή μερική τουλάχιστον ανταλλαγή των πληθυσμών, διότι ήθελα να δώσω εις την Τουρκίαν, διά της εκ της συμπράξεώς μου επερχομένης μειώσεως του ελληνικού πληθυσμού εν Τουρκία, την απόδειξιν, ότι ημείς δεν επιβουλευόμεθα το Τουρκικόν καθεστώς και είμεθα διατεθειμένοι ειλικρινώς να δώσωμεν το χέρι.  Θα ενθυμείσθε, ίσως, επίσης, ότι όταν επεδόθη το Αυστριακόν τελεσίγραφον εις Σερβίαν, εγώ ευρισκόμην εις το Μόναχον μεταβαίνων εις Βρυξέλλας, όπου είχεν ορισθή τόπος συνεντεύξεως με τον Μέγαν Βεζύρην της Τουρκίας, διά να εξεύρωμεν εκεί τρόπον συνεννοήσεως. Εννοείται, ότι μόλις εγνώσθη η κοινοποίησις του τελεσιγράφου έσπευσα να διακόψω το ταξείδιόν μου και να επανέλθω εις την Ελλάδα, διά να μη ευρεθώ αποκλεισμένος εις την πολεμικήν ζώνην. Και η συνέντευξις εματαιώθη πλέον και εματαιώθη και αυτή η απόπειρα της διενεργείας μερικής τουλάχιστον, εκουσίας όμως, μεταναστεύσεως, πράγμα διά το οποίον έχω ακούσει των παθών μου τον τάραχον επί μακράν σειράν ετών. 
     Όταν, κύριοι, εματαιώθη η προσπάθεια αύτη, η ειλικρινής εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όπως εξευρεθή τρόπος συμβιβασμού με την Τουρκίαν, του οποίου συμβιβασμού βάσις θα ήτο η αναγνώρισις της Ελληνικής κυριαρχίας επί των νήσων, με την ειλικρινή σύμπραξιν της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όπως επιτευχθή μερική τουλάχιστον, αλλά ειλικρινής ανταλλαγή των πληθυσμών, όταν, εματαιώθη, λέγω, τούτο, ευρέθην και τότε, ως υπεύθυνος κυβερνήτης της χώρας, ενώπιον του διλήμματος: ή να αφήσω την Ελλάδα ουδετέραν, θεωμένην τον παγκόσμιον αυτόν πόλεμον και κινδυνεύουσαν κατά το τέλος αυτού, εάν ενίκα ο Γερμανικός συνδυασμός, να χάση και τας νήσους και να ίδη και τους ομογενείς της πληθυσμούς αποδιωκομένους από την Τουρκίαν, όπως είχεν ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται το πράγμα, εάν ενθυμείσθε, από τας αρχάς του 1914, ή να μετάσχη η Ελλάς του πολέμου, και συντελούσα εις την συμμαχικήν νίκην να περισώση τους εθνικούς πληθυσμούς εις τα εδάφη εις τα οποία εζούσαν επί αιώνας και να εξασφαλίση τας νήσους;  Δεν εδίστασα, ποίον ήτο το καθήκον το οποίον μοι επεβάλλετο. Ελπίζω, ότι και οι εν Αγκύρα, όταν έχουν ταύτα υπ’ όψει, θα αναγνωρίσουν ότι έκαμα και εις την περίστασιν αυτήν το καθήκον μου, όπως εκείνοι έκαμαν το ιδικόν των. 
     Τίποτε δεν μας εμποδίζει πλέον σήμερον να συνεργασθώμεν φιλικώς με την Τουρκίαν εν τω ειρηνικώ πεδίω. Αλλά, κύριοι, τώρα αυτά είναι παρελθόν. Αυτή η Τουρκία, η Νέα Τουρκία, είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της ιδέας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Νέα Τουρκία δεν θέλει να ακούση περί Αυτοκρατορίας Οθωμανικής. Επιδιώκει την συγκρότησιν εθνικού Τουρκικού Κράτους ομοιογενούς, αλλά και ημείς, μετά την Μικρασιατικήν καταστροφήν, όταν όλος σχεδόν ο ομογενής πληθυσμός εν Τουρκία συνέρρευσεν επί του εθνικού εδάφους, εις αντίστοιχον ασχολούμεθα ακριβώς εργασίαν, εις την δημιουργίαν ενός Κράτους εθνικού, περιλαμβάνοντος, καθόσον είναι δυνατόν, όλον τον υπάρχοντα ελληνικόν πληθυσμόν. Και κατορθώσαμεν να αποτελούμεν πράγματι κράτος το οποίον έχει ομοιογένειαν, η οποία δεν ημπορεί να ζηλέψη την ομοιογένειαν ουδενός ίσως άλλου ευρωπαϊκού Κράτους.
     Μετεβλήθησαν λοιπόν ριζικώς αι περιστάσεις, και θα ήτο ενδεδειγμένον να ακολουθήσωμεν σήμερον την πολιτικήν της δημιουργίας στενοτάτων φιλικών δεσμών μετά της Τουρκίας. Πρόκειται περί του τι έχει να κάμη η Ελλάς με την Τουρκίαν, αναγνωριζομένου ότι, με την επελθούσαν ριζικωτάτην μεταβολήν των δύο Κρατών, έχουν υπέρτατον συμφέρον αμφότερα τα Κράτη να προσεγγίσουν προς άλληλα και να καταστήσουν τας σχέσεις των όσον ένεστι φιλικάς. Γνωρίζετε τον βιολογικόν νόμον, κατά τον οποίον τα άτομα είναι αδύνατον να επιβιώσουν εάν δεν προσαρμοσθούν προς το περιβάλλον. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται και εις τα έθνη.  Όπως και άλλοτε εδήλωσα, ο ιστορικός μας αγών με την Τουρκίαν, ο οποίος διήρκεσε τόσας εκατονταετηρίδας, πρέπει να θεωρηθή, με τας συνθήκας του τελευταίου πολέμου, ως οριστικώς τερματισθείς. Η γειτονία ημών, και ιδίως η μακρά επί του αυτού εδάφους συμβίωσις των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, επιτρέπει την καλλιτέραν μεταξύ των δύο αυτών λαών συνεννόησιν, η οποία εγγυάται ότι η συνεργασία ημών και επί άλλων ζητημάτων, και ιδιαιτάτα επί του οικονομικού πεδίου, δύναται να εξυπηρετήση άριστα τα συμφέροντα αμφοτέρων των χωρών. 
     Και αι δύο άλλως τε χώραι αποδέχονται ειλικρινώς, όπως έλαβον αφορμήν άλλοτε να βεβαιώσω από του βήματος τούτου διά την Τουρκίαν, τα σημερινά των όρια. Δεν τρέφουν φιλοδοξίας εδαφικής επεκτάσεως και είναι αφωσιωμέναι εις την εσωτερικήν των ανασυγκρότησιν. Ημείς δε με ανυπόκριτον συμπάθειαν και με αληθινόν θαυμασμόν παρακολουθούμεν το έργον, το οποίον συντελείται σήμερον υπό των κυβερνώντων εν Τουρκία διά την ανασυγκρότησιν του Τουρκικού Κράτους. Έχομεν ακόμη, Τούρκοι και Έλληνες, υπέρτατον συμφέρον, να γνωρίζουν εκείνοι οι οποίοι μπορεί να ευρεθούν μίαν ημέραν εις αντίθετον προς το έτερον των δύο Κρατών, ότι δεν δύνανται να υπολογίσουν εις εκμετάλλευσιν της άλλοτε μεταξύ αυτών εχθρότητος. Τούτο είναι μέγα πολιτικόν συμφέρον και διά τα δύο Κράτη.  Ευτυχώς οι ηγέται της σημερινής Τουρκίας έχουν σαφεστάτην αντίληψιν, ότι η παγίωσις της φιλίας των δύο Εθνών εξυπηρετεί άριστα τα συμφέροντα αμφοτέρων. Είμαι βέβαιος ότι την πεποίθησιν, την οποίαν επί του σημείου τούτου έχομεν ημείς εδώ, συμμερίζονται απολύτως και οι κυβερνήται της Τουρκίας. Και διά τούτο, κύριοι, ζητώ από την Βουλήν την κύρωσιν του υποβαλλομένου νομοσχεδίου, την επιψήφισιν αυτού, διά του οποίου κυρούται η τελευταίως υπογραφείσα εν Αγκύρα σύμβασις. Ζητώ τούτο με την πεποίθησιν, ότι η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί το τέρμα των διαπραγματεύσεων με την Τουρκίαν, αλλά αποτελεί, αντιθέτως, ως είπον προ ολίγου, την αρχήν μιας νέας ιστορικής περιόδου διά τας σχέσεις των δύο Κρατών και διά την εξασφάλισιν και ευημερίαν της Εγγύς Ανατολής.
 
(Χειροκροτήματα παρατεταμένα). 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου