Κωνσταντίνος
Καβάφης «Ο Ποιητής και η Μούσα» Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Προς τί καλόν, τί ὄφελος ἠθέλησεν ἡ τύχη, κ’ ἐν τῇἀδυναμίᾳ μου ἐπλάσθην ποιητής; Μάταιοι εἶν’ οἱ λόγοι μου· τῆς λύρας μου οἱἦχοι αὐτοί οἱ μουσικώτεροι δεν εἶναι ἀληθεῖς. Ἐάν θελήσω εὐγενές αἴσθημα να ὑμνήσω,5 ὄνειρα εἶν’, αἰσθάνομαι, ἡ δόξα κ’ ἡἀρετή. Παντοῦἀπογοήτευσιν εὑρίσκ’ ὅπου ἀτενίσω, κ’ ἐπί ἀκάνθων πανταχοῦὁ ποῦς μου ὀλισθεῖ. Ἡ γῆ ‘ναι σφαῖρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία. Τα ᾄσματά μου πλανερά τοῦ κόσμου εἶν’ εἰκών. 10 Ἔρωτα ψάλλω και χαράν. Ἀθλία παρῳδία, ἀθλία λύρα, ἕρμαιον παντοίων ἀπατῶν! Η ΜΟΥΣΑ Δεν εἶσαι ψεύστης, ποιητά. Ὁ κόσμος τον ὁποῖον ὁρᾷς ἐστίν ὁἀληθής. Τῆς λύρας αἱ χορδαί μόναι γνωρίζουν τ’
ἀληθές, και εἰς αὐτόν τον βίον 15 οἱἀσφαλεῖς μας ὁδηγοί μόναι εἰσίν αὐταί. Τοῦ θείου εἶσαι λειτουργός. Σοι ἔδωκε τον κλῆρον τοῦ κάλλους και τοῦἔαρος. Μελίρρυτος αὐδή ρέει ἀπό τα χείλη σου, και θησαυρεῖον μύρων εἶσαι — χρυσῆὑπόσχεσις και ἄνωθεν φωνή.20 Ἐάν ἡ γῆ καλύπτεται με σκότος, μη φοβεῖσαι. Μη ὅ,τι εἶναι ἔρεβος νόμιζε
διαρκές. Φίλε, πλησίον ἡδονῶν, ἀνθῶν, κοιλάδων εἶσαι· θάρρει, και
βάδισον ἐμπρός. Ἰδού το λυκαυγές! Ὁμίχλη μόνον ἐλαφρά το βλέμμα
σου τρομάζει.25 Ὑπό τον πέπλον εὐμενής ἡ φύσις δια σε ρόδων, και ἴων, κ εὐγενῶν ναρκίσσων ἑτοιμάζει στεφάνους, τῶν ᾀσμάτων σου εὐώδεις ἀμοιβαί. [1886] Κ. Π. Καβάφης,
Αποκηρυγμένα Ποιήματα και Μεταφράσεις (1886-1898), Φιλολογική Επιμέλεια: Γ. Π.
Σαββίδης, Εκδόσεις Ίκαρος Λεξιλόγιο: παρωδία: διακωμώδηση,
φτηνή απομίμηση ἕρμαιο: πρόσωπο ή αντικείμενο που παρασύρεται χωρίς να μπορεί να αντιδράσει μελίρρυτος αὐδή: γλυκιά φωνή σαν μέλι θησαυρεῖον μύρων: θησαυροφυλάκιο των αρωμάτων ἔρεβος: βαθύ και απόλυτο σκοτάδι λυκαυγές: χάραμα,
χαραυγή ρόδων και ἴων: τριαντάφυλλων και μενεξέδων» (ή βιολετών). Το αποκηρυγμένο «Ο
Ποιητής και η Μούσα» είναι το πρώτο ποίημα ποιητικής του Κωνσταντίνου Καβάφη,
στο οποίο ο ποιητής εκφράζει τις αμφιβολίες του σχετικά με το κατά πόσο έχει
πράγματι να προσφέρει κάτι το ουσιώδες. Οι θετικές όψεις της ζωής που
διατυπώνονται στους στίχους του μοιάζουν να βρίσκονται σε αναντιστοιχία με την
πραγματικότητα της καθημερινότητας, γεγονός που θορυβεί το ποιητικό υποκείμενο
και το ωθεί να αμφισβητήσει τον ρόλο του «ποιητή» σε ένα κόσμο με ποικίλες
παθογένειες. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Προς τί καλόν, τί ὄφελος ἠθέλησεν ἡ τύχη, κ’ ἐν τῇἀδυναμίᾳ μου ἐπλάσθην ποιητής; Μάταιοι εἶν’ οἱ λόγοι μου· τῆς λύρας μου οἱἦχοι αὐτοί οἱ μουσικώτεροι δεν εἶναι ἀληθεῖς. Το αίσθημα
απογοήτευσης του ποιητικού υποκειμένου γίνεται αμέσως αντιληπτό από τις ευθείες
ερωτήσεις που θέτει σχετικά με το γεγονός ότι απέκτησε την ποιητική ιδιότητα.
Θεωρεί πως δεν προκύπτει τίποτε καλό, όπως και κανένα όφελος, από την επιλογή
της τύχης να τον κάνει ποιητή, δοθέντος πως ο ίδιος είναι, όπως δηλώνει, ένα
άτομο αδύναμο, που δεν μπορεί να υπηρετήσει αποτελεσματικά την αποστολή του. Το
παράπονο αυτό προκύπτει από τη διαπίστωση του ποιητικού υποκειμένου πως τα όσα
γράφει δεν έχουν κάποιον αντίκτυπο, γεγονός που καθιστά την ποιητική του
δημιουργία μάταιη. Ενώ, παραλλήλως, αισθάνεται πως η μουσική που δημιουργεί -σε
μεταφορικό επίπεδο- ακόμη και στις πιο λυρικές της εκφάνσεις δεν
αντικατοπτρίζει την αλήθεια της ζωής. Η μουσική διάσταση
της ποίησης σαφώς δεν σχετίζεται με την ώριμη ποιητική δημιουργία του Καβάφη.
Πρόκειται, ωστόσο, για ένα αποκηρυγμένο ποίημα, το οποίο έχει συντεθεί προτού ο
ποιητής διαμορφώσει τη δική του ιδιαίτερη γραφή. Ἐάν θελήσω εὐγενές αἴσθημα να ὑμνήσω, ὄνειρα εἶν’, αἰσθάνομαι, ἡ δόξα κ’ ἡἀρετή. Παντοῦἀπογοήτευσιν εὑρίσκ’ ὅπου ἀτενίσω, κ’ ἐπί ἀκάνθων πανταχοῦὁ ποῦς μου ὀλισθεῖ. Το ποιητικό
υποκείμενο πικραίνεται, διότι θεωρεί πως κάθε του προσπάθεια να εξυμνήσει στην
ποίησή του κάποιο ευγενικό αίσθημα και κάποια αρετή συνιστά μια αναληθή
προσέγγιση της ζωής, εφόσον η αρετή και η δόξα, στον μικροπρεπή και σαθρό
κόσμο, μοιάζουν περισσότερο με όνειρα παρά με κάτι το επιτεύξιμο και υπαρκτό. Η
αληθινή ζωή είναι, όπως τη βιώνει το ποιητικό υποκείμενο, στερημένη από ηθικές
αρχές και αρετές, καθώς ό,τι κυριαρχεί είναι η απογοήτευση. Ο ίδιος ο ποιητής,
άλλωστε, νιώθει πως σε κάθε του βήμα γλιστράει πάνω σε αγκάθια και εμπόδια. Μια
τόσο δύσκολη ζωή, που το μόνο που προσφέρει σε αφθονία είναι η απογοήτευση, δεν
περιέχει τίποτε το υψηλό και το άξιο προς εξύμνηση. Ἡ γῆ ‘ναι σφαῖρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία. Τα ᾄσματά μου πλανερά τοῦ κόσμου εἶν’ εἰκών. 10 Ἔρωτα ψάλλω και χαράν. Ἀθλία παρῳδία, ἀθλία λύρα, ἕρμαιον παντοίων ἀπατῶν! Το ποιητικό
υποκείμενο συνεχίζει και ολοκληρώνει στην τρίτη στροφή το παράπονό του σχετικά
με τις αρνητικές πτυχές της ζωής και την αδυναμία του να προσαρμόσει τον
ποιητικό του λόγο στην πραγματικότητα. Η γη -και κατ’ επέκταση η ανθρώπινη
ζωή-, σύμφωνα με το ποιητικό υποκείμενο, διακρίνεται για την σκοτεινότητα, την
ψυχρότητα και τη δολιότητά της. Ως εκ τούτου, τα ποιήματά του, τα οποία ενέχουν
θετικό περιεχόμενο, διαμορφώνουν μια ψευδή εικόνα του κόσμου. Ο ίδιος ως
ποιητής συνθέτει ποιήματα που εξυμνούν τον έρωτα και τη χαρά. Πρόκειται,
ωστόσο, για μια άθλια παρανόηση, εφόσον η έμπνευσή του εξαπατάται και τον
οδηγεί να εκφράσει συναισθήματα που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Η χαρά
και ο έρωτας δεν έχουν θέση σε ένα τόσο δόλιο και ψυχρό κόσμο. Η ΜΟΥΣΑ Δεν εἶσαι ψεύστης, ποιητά. Ὁ κόσμος τον ὁποῖον ὁρᾷς ἐστίν ὁἀληθής. Τῆς λύρας αἱ χορδαί μόναι γνωρίζουν τ’
ἀληθές, και εἰς αὐτόν τον βίον 15 οἱἀσφαλεῖς μας ὁδηγοί μόναι εἰσίν αὐταί. Η απάντηση στις
ανησυχίες του ποιητικού υποκειμένου έρχεται -φαινομενικά- από τη Μούσα, ώστε να
δημιουργηθεί η αίσθηση ενός διαλόγου. Η εντύπωση του ποιητή πως δεν αποδίδει με
αληθή τρόπο τον κόσμο γύρω του είναι λανθασμένη, καθώς οι θετικές πτυχές που
εκείνος αντικρίζει και εξυμνεί συνιστούν την αληθινή όψη της ζωής. Οι στίχοι
του ποιητή -ή όπως αποδίδεται κατά το πρότυπο των αρχαίων ποιητών, η λύρα του
ποιητή- παρουσιάζουν την αλήθεια, διότι, ο ποιητής ως ευαίσθητος δέκτης της
πραγματικότητας έχει το προνόμιο να κατανοεί καλύτερα απ’ όλους τη ζωή. Ο
ποιητής, άρα, έχει τη δυνατότητα να καθοδηγεί με το «τραγούδι» του σωστά τούς
ανθρώπους, μιας και είναι σε θέση να βλέπει το αληθινό αγαθό και να το
μετουσιώνει σε ποιητικό λόγο. Τοῦ θείου εἶσαι λειτουργός. Σοι ἔδωκε τον κλῆρον τοῦ κάλλους και τοῦἔαρος. Μελίρρυτος αὐδή ρέει ἀπό τα χείλη σου, και θησαυρεῖον μύρων εἶσαι — χρυσῆὑπόσχεσις και ἄνωθεν φωνή. Ο Καβάφης
ακολουθεί στο συγκεκριμένο ποίημα τις πεποιθήσεις των αρχαίων Ελλήνων, οι
οποίοι θεωρούσαν πως μέσω του ποιητή εκφράζονται οι θεοί. Τα λόγια, δηλαδή, των
ποιητών έχουν θεϊκή προέλευση, γι’ αυτό και το έργο τους είχε σταθερά ιδιαίτερη
αξία. Η Μούσα, εν προκειμένω, διαβεβαιώνει τον ποιητή πως είναι λειτουργός του
θεϊκού στοιχείου, χάρη στο οποίο έλαβε το μοναδικό προνόμιο να υπηρετεί το
«κάλλος», την ομορφιά, και την «άνοιξη», την ανανεωτική δύναμη. Ο ποιητής,
σύμφωνα με τη Μούσα, έχει φωνή γλυκιά σαν μέλι και είναι φύλακας ευδαιμονικών
αρωμάτων⸱ είναι μια χρυσή
υπόσχεση σταλμένη από τους θεούς και ο λόγος του έρχεται από ψηλά, από τον
κόσμο των θεών. Έστω κι αν ο ποιητής δεν το κατανοεί, τα όσα γράφει και τα όσα
εξυμνεί με τους στίχους του συνιστούν δεσμεύσεις του θεού για τα όσα θα είναι
σε θέση να βιώσουν οι άνθρωποι. Ἐάν ἡ γῆ καλύπτεται με σκότος, μη φοβεῖσαι. Μη ὅ,τι εἶναι ἔρεβος νόμιζε
διαρκές. Φίλε, πλησίον ἡδονῶν, ἀνθῶν, κοιλάδων εἶσαι· θάρρει, και
βάδισον ἐμπρός. Ἰδού το λυκαυγές! Οι τρέχουσες
συνθήκες της πραγματικότητας, όσο κι αν φαίνονται δυσοίωνες και σκοτεινές, δεν
θα πρέπει να αποθαρρύνουν τον ποιητή. Ό,τι τώρα μοιάζει με απόλυτο σκοτάδι δεν
σημαίνει πως θα διαρκέσει για πολύ. Ο ποιητής οφείλει να εμπιστευτεί τη Μούσα
και να συνεχίσει απτόητος την πορεία του, διότι βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στην
ευδαιμονία και στο κάλλος των λουλουδιών και των εύφορων κοιλάδων. Πρέπει να
έχει εμπιστοσύνη στον δρόμο που ακολουθεί, διότι πολύ κοντά βρίσκεται η ανατολή
του φωτός που θα απομακρύνει τα σκοτάδια και τις αρνητικές όψεις της ζωής. Ο
προτρεπτικός λόγος της Μούσας, που αποδίδεται με τη χρήση προστακτικής έγκλισης
(«θάρρει», «βάδισον»), είναι αναγκαίος, καθώς φτάνει τη στιγμή της μεγάλης
απογοήτευσης του ποιητή. Ὁμίχλη μόνον ἐλαφρά το βλέμμα
σου τρομάζει.25 Ὑπό τον πέπλον εὐμενής ἡ φύσις δια σε ρόδων, και ἴων, κ εὐγενῶν ναρκίσσων ἑτοιμάζει στεφάνους, τῶν ᾀσμάτων σου εὐώδεις ἀμοιβαί. Ό,τι αποθαρρύνει
τον ποιητή δεν είναι παρά μια «ελαφρά ομίχλη», γι’ αυτό και δεν πρέπει να
εγκαταλείψει το έργο του. Οφείλει να συνεχίσει την εξύμνηση της αρετής, του
έρωτα και της χαράς, καθώς, αν και ο ίδιος το αγνοεί, η φύση σκοπεύει να τον
ανταμείψει για το έργο του. Κάτω από το πέπλο της ομίχλης, η φύση ετοιμάζει
στεφάνια από τριαντάφυλλα, μενεξέδες και νάρκισσους, τα οποία θα αποτελέσουν
την ανταμοιβή για το σημαντικό έργο που επιτελεί. Οι ευωδιές των λουλουδιών θα
του προσφέρουν τιμή, αλλά και παρηγοριά για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε όσο
υπηρετούσε με αφοσίωση την τέχνη της ποίησης. Η υπόσχεση της
μελλοντικής ανταμοιβής μοιάζει αναγκαία για τον ποιητή -για κάθε ποιητή-,
εφόσον η συνεισφορά του είναι σημαντική και η προσπάθειά του εργώδης. Επιχειρεί
να διακρίνει το καλό και το ενάρετο σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από
μικροπρέπεια και ανηθικότητα, και πασχίζει να μεταδώσει με τους στίχους του
μηνύματα ηθικής, όταν αυτά φαντάζουν παρωχημένα και ανώφελα. Χρειάζεται, ως εκ
τούτου, την ενθάρρυνση της μούσας, όπως, φυσικά, και την ενθάρρυνση των
αναγνωστών. Σχόλια του Γ. Π.
Σαββίδη: Ο λυρικός
μονόλογος του Ποιητή (στ. 1-12) εξελίσσεται σε υποτυπώδη διάλογο με την Μούσα
(στ. 13-28), πάντοτε με τετράστιχα παροξύτονων 15σύλλαβων και οξύτονων
14σύλλαβων στίχων, με ομοιοκαταληξία αβαβ κ.ο.κ. Ανάλογος διάλογος
παρουσιάζεται στο «Vulnerant Omnes, Ultima Necat» (δημ. 1893 — βλ. αρ. 7), αλλά
ιδίως στο «Το Πρώτο Σκαλί» (1895 — δημ. 1899). Πρώτο ποίημα
«ποιητικής» του Κ. Μετά τον Αύγουστο
1886 και έως τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο 1891, ο Κ. δεν φαίνεται να δημοσίεψε
ούτε ένα ποίημα. Αντίστοιχη αποχή παρατηρείται και στα πεζά του δημοσιεύματα.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου