Η Ελλάδα ως «σάπιο μήλο στο βαρέλι»
Υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεχόταν επίθεση από μια «σαφώς καλά οργανωμένη και εξοπλισμένη κομμουνιστική μειονότητα, με την υποστήριξη της ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της», η μελέτη τόνιζε τη σοβαρότητα της σύγκρουσης για τα αμερικανικά συμφέροντα:
Η στρατηγική σημασία της Ελλάδας για την αμερικανική ασφάλεια βασίζεται στο γεγονός ότι η χώρα αποτελεί το μοναδικό ανάχωμα στα Βαλκάνια για την επέκταση της ΕΣΣΔ μέχρι τη Μεσόγειο, σε θέση παρόμοια με τη θέση που κατέχει η Τουρκία ανατολικότερα [...] Αν η Ελλάδα υπαχθεί στη σοβιετική σφαίρα, θα υπάρξουν σί γουρα δυσμενείς συνέπειες σε όλες τις περιοχές όπου οι πολιτικές τάσεις κλίνουν επισφαλώς υπέρ της Δύσης και κατά του Σοβιετικού Κομμουνισμού.
Στην Αθήνα, εγκαταλείποντας την προηγούμενη θέση του, σύμφωνα με την οποία η αναταραχή στην Ελλάδα οφειλόταν σε εσωτερικές διενέξεις, ο Μακβή ανέφερε ότι το ΚΚΕ ελεγχόταν μυστικά από τη Μόσχα, καθώς και ότι «πολυπληθείς» εχθρικές δυνάμεις σε όλα τα Βαλκάνια «περιτριγυρίζουν τα ελληνικά σύνορα». Επίσης, «μοιάζει αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι πρέπει, σε τελευταία ανάλυση, να “αποδοθεί στη σοβιετική κυβέρνηση η ευθύνη για τη συνεχιζόμενη σύγκρουση”» στην Ελλάδα. Ενθαρρυμένος από το ξαφνικό ενδιαφέρον των ανωτέρων του για τις ελληνικές υποθέσεις, ο πρέσβης δεν έχασε ευκαιρία να συμβουλέψει Έλληνες αξιωματούχους για το πώς θα μπορούσαν να βελτιώσουν την εξωτερική εικόνα της χώρας. Όταν λοιπόν ο πολιτικός σύμβουλος του βασιλιά τον ρώτησε αν ήταν πρέπον να διατηρήσει ως υπουργό Άμυνας έναν διαβόητο δεξιό πολιτικό, ο Μακβή απάντησε ότι «η χαλιναγώγηση του κ. Μαυρομιχάλη δεν είναι τόσο σημαντική όσο η εξάλειψη των όσων πρεσβεύει, και ότι πρέπει να μείνει έξω από το νέο υπουργικό συμβούλιο, αν η ελληνική κυβέρνηση θέλει να φαίνεται δημοκρατική στα μάτια των Αμερικανών».
Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι φοβόνταν πλέον ότι η ανικανότητα και οι καταπιεστικές τακτικές της κυβέρνησης Τσαλδάρη ενδεχομένως να αποτελούσαν τροχοπέδη στις προσπάθειες τους να πείσουν το Κογκρέσο να εγκρίνει την παροχή σημαντικής αρωγής στην Ελλάδα. Ο Μακβή έλαβε εντολή να ξεκαθαρίσει στην Αθήνα ότι «η αμερικανική κοινή γνώμη δεν πρόκειται να είναι ευνοϊκά διακείμενη επί μακρόν απέναντι στην παροχή βοήθειας σε μια ελληνική κυβέρνηση που δεν απολαμβάνει την υποστήριξη των ίδιων των Ελλήνων». Η Ουάσινγκτον ανησυχούσε ότι «[...] η πολιτική δύναμη φαίνεται να περνάει από κεντρώες και φιλελεύθερες δυνάμεις στα χέρια αυταρχικών δεξιών ή αριστερών». Το επιθυμητό πολυσυλλεκτικό πολιτικό «κέντρο» θα μπορούσε να δημιουργηθεί αν υπεύθυνοι Έλληνες ηγέτες είχαν το όραμα, την αυτοσυγκράτηση και τον πατριωτισμό να σχηματίσουν έναν πολιτικό συνασπισμό στον οποίο θα συμμετείχαν εκείνες οι αριστερές, φιλελεύθερες και κεντρώες οργανώσεις που είναι αρκετά φωτισμένες και νομιμόφρονες ούτως ώστε να αρνηθούν να έχουν οποιαδήποτε άλλη σχέση ή συνεργασία με τους κομμουνιστές, καθώς και εκείνες οι δεξιές οργανώσεις που θα ήταν διατεθειμένες να συνεργαστούν με κάθε αντικομμουνιστική οργάνωση του κέντρου ή και της αριστεράς. Οι δεξιές οργανώσεις που δεν είναι διατεθειμένες να συνεργαστούν με ελληνικές αριστερές αντικομμουνιστικές ομάδες πρέπει να θεωρηθούν αντιδραστικές, ανάξιες να συμμετάσχουν σε έναν τέτοιο συνασπισμό, ενώ οργανώσεις που είναι διατεθειμένες να συνεργαστούν με τους κομμουνιστές πρέπει να θεωρηθούν προδοτικά, διαβρωμένα ή πολιτικά ανώριμα στοιχεία, η συμμετοχή των οποίων είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει δυσπιστία στο εσωτερικό ενός τέτοιου συνασπισμού [...]
Το υπουργείο πρότεινε τον Αρχιεπίσκοπο και τέως αντιβασιλέα Δαμασκηνό ως πιθανό προσωρινό επικεφαλής αυτού του προοδευτικού και πολυσυλλεκτικού «πιστού συνασπισμού». Έτσι, μήνες πριν ληφθεί η επίσημη απόφαση για παρέμβαση, η Ουάσινγκτον δεν έχανε ευκαιρία να επηρεάσει τη σύσταση και την ατζέντα της ελληνικής κυβέρνησης.
Από την άλλη πλευρά, παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες για την ευπάθεια της Ελλάδας, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι δίσταζαν να εμφανιστούν υπερβολικά πιεστικοί. Όπως εξήγησε ο Άτσεσον στον Μακβή στις 8 Νοεμβρίου: «[...] ανησυχούμε μήπως, στην περίπτωση που παράσχουμε όπλα και στρατιωτικό εξοπλισμό στην Ελλάδα, δοθεί η εντύπωση ότι έχουμε επιδοθεί σε μια πολιτική πρόκληση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και τις μαριονέτες της στα Βαλκάνια και ότι ενθαρρύνουμε το ξέσπασμα απροκάλυπτου πολέμου στην περιοχή». Για να λυθεί το δίλημμα της Ουάσινγκτον, ο Μακβή έλαβε την εντολή να εξηγήσει στην Αθήνα ότι «εφόσον βρίσκονται ήδη βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα και εφόσον, κατά το παρελθόν, η Μεγάλη Βρετανία παρείχε όπλα και στρατιωτικό εξοπλισμό στην Ελλάδα, θα ήταν προτιμότερο οι Έλληνες να συνεχίσουν να εφοδιάζονται από τη Μεγάλη Βρετανία, παρά από τις Ηνωμένες Πολιτείες».^64
Αυτή η επιφυλακτική και, κατά τα άλλα πρακτική, λύση δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και συγκεκριμένα την προφανή αναποτελεσματικότητα της βρετανικής βοήθειας προς τις δυνάμεις ασφαλείας της Ελλάδας. Στις 30 Νοεμβρίου 1946, οι βρετανικές αρχές στην Αθήνα ανέφεραν ότι η κατάσταση «επιδεινωνόταν καθημερινά» και θεωρούσαν ότι «είναι πιθανό να συμβούν κομμουνιστικές εξεγέρσεις στην πρωτεύουσα στις αρχές Δεκεμβρίου (στην επέτειο των γεγονότων του 1944)». Λίγες μέρες αργότερα, ο στρατάρχης Μοντγκόμερι είπε στον Μακβή ότι είχε πιέσει την ελληνική κυβέρνηση να μετατρέψει ολόκληρο τον στρατό σε αντιανταρτικές δυνάμεις και με μια επίθεση την άνοιξη «να εξαλείψει τελείως την παρανομία στην Ελλάδα». Και προσέθεσε: «Μπορεί να γίνει. Αν δεν γίνει, η Ελλάδα είναι χαμένη [...]». Στις 16 Δεκεμβρίου, ο Μακβή ανέφερε: «Δεν μπορώ να υπερβάλω την ανάγκη να εξοπλιστεί επαρκώς ο ελληνικός στρατός το συντομότερο». Φοβούμενος ότι οι βρετανικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα ίσως ήταν «και ανεπαρκείς και καθυστερημένες», πίεσε το υπουργείο να εξακριβώσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα αν η Βρετανία μπορούσε «να εφοδιάσει την Ελλάδα με τα αναγκαία όπλα για τη διατήρηση της ελληνικής ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας». Σε άλλη αναφορά εκτιμούσε ότι «η κατάσταση των δημοσιονομικών της χώρας άγγιζε καταστροφικά επίπεδα».
Στην Ουάσινγκτον οι κυβερνητικοί μηχανισμοί κινούνταν, αν και αργά. Μια οικονομική αποστολή ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για Αθήνα, αν και το έργο της δεν φαινόταν να είναι επείγον: καθήκον της ήταν απλώς να «εξετάσει κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να εφαρμόσει την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξη μέσω της αποτελεσματικής χρήσης των ελληνικών πόρων, καθώς και κατά πόσο μπορεί να χρειαστεί ξένη βοήθεια». Συμβολικά πιο σημαντική ήταν η ταχύτατη έγκριση της άμεσης παράδοσης στην Ελληνική Στρατιωτική Αεροπορία οκτώ αμερικανικών μεταγωγικών αεροσκαφών C-47, έναν τύπο αεροσκαφών που δεν μπορούσαν να προσφέρουν οι Βρετανοί. Τον Φεβρουάριο του 1947, ο Μακβή προώθησε στην Ουάσινγκτον μια έκθεση του ελληνικού Γενικού Επιτελείου, η οποία απαριθμούσε τις εκτεταμένες αντάρτικες ενέργειες σε ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα με την υποστήριξη των γειτονικών κομμουνιστικών καθεστώτων. Στόχος των ανταρτών, ανέφερε η έκθεση, ήταν να δημιουργήσουν συνθήκες μέσα στη χώρα που θα «δικαιολογούσαν τη ρωσική στρατιωτική και πολιτική επέμβαση». Παρόλο που χαρακτήριζε την έκθεση «εντελώς αντικειμενική», ο πρέσβης εξέφραζε τις αμφιβολίες του για το αν «η δημιουργία συνθηκών αναρχίας από τους κομμουνιστές θα δικαιολογούσε αναγκαστικά μια “άμεση ρωσική επέμβαση”, εφόσον για αυτόν τον σκοπό υπάρχουν δυνάμεις στα γειτονικά κράτη που ελέγχονται από τη Ρωσία».
Τον τόνο των κινδυνολογικών αναφορών της πρεσβείας επαναλάμβαναν και άλλοι Αμερικανοί στην Ελλάδα. Ο εκπρόσωπος στην Ερευνητική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Βαλκάνια Μαρκ Έθριτζ ανέφερε στις 17 Φεβρουαρίου ότι οι αντάρτες επέκτειναν τις επιχειρήσεις τους, ότι το φρόνημα του ελληνικού στρατού βρισκόταν στο «ναδίρ» και ότι η κυβέρνηση «έχανε σταθερά τη λαϊκή εμπιστοσύνη λόγω αναποτελεσματικότητας». Ο Γάλλος ομόλογός του πίστευε ότι το Παρίσι «δεν θα άντεχε την πίεση αν η Ελλάδα έπεφτε στην επιρροή των Σοβιετικών λόγω ανεπαρκούς υποστήριξης από τη Βρετανία και την Αμερική». Άλλοι υποστήριζαν ότι «έχοντας ηττηθεί στο Αζερμπαϊτζάν και στην Τουρκία, οι Σοβιετικοί βρίσκουν αναπάντεχα εύκολη την Ελλάδα και [...] το πράγμα έχει ξεπεράσει την απλή πρόκληση απέναντι στο κράτος και έχει μετατραπεί σε ολομέτωπη επίθεση». Ο επικεφαλής της άρτι αφιχθείσας οικονομικής αποστολής Πολ Α. Πόρτερ σκιαγράφησε τις πρώτες του εντυπώσεις με μελανά χρώματα:
Δεν υπάρχει στ’ αλήθεια κράτος εδώ, με τη δυτική έννοια του όρου. Αντίθετα, έχουμε μια χαλαρή ιεραρχία ιδιοτελών πολιτικών, μερικοί εκ των οποίων είναι χειρότεροι από άλλους, οι οποίοι είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας που δεν έχουν χρόνο, ακόμα και αν είχαν την ικανότητα, να χαράξουν μια οικονομική πολιτική [...] Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι μια θλιβερή φάρσα. Είμαι επιφυλακτικός ως προς την ικανότητα αυτής της κυβέρνησης, η οποία [...] αντιπροσωπεύει μόνο έναν συνασπισμό δεξιών και συντηρητικών στοιχείων [...] να εφαρμόσει αποτελεσματικά τις εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται [...] πιστεύω ότι θα είναι αναγκαία η καθημερινή καθοδήγηση της Ελλάδας από αμερικανικά στελέχη [...]
Ο Πόρτερ δεν αναφέρθηκε στον ρόλο της Βρετανίας στην Αθήνα. Στις 18 Φεβρουαρίου, αντιδρώντας στο κύμα των δυσοίωνων προειδοποιήσεων που έφταναν από την Αθήνα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έδωσε εντολή στον Μακβή να διαβουλευτεί με τον Πόρτερ και τον Έθριτζ και να αποτιμήσει το συντομότερο «πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση και, αν η κατάρρευση φαίνεται πιθανή και άμεση, πόσος χρόνος απομένει για να προβούν σε οποιαδήποτε διορθωτική ενέργεια οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο».
Θεωρούμε ότι η κατάσταση εδώ είναι τόσο κρίσιμη που δεν πρέπει να χαθεί ούτε λεπτό για τη λήψη οποιουδήποτε διορθωτικού μέτρου, ακόμα και προσωρινού χαρακτήρα, στο μέτρο των δυνατοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι αδύνατο να προβλέψουμε πόσο σύντομα πρέπει να αναμένεται η κατάρρευση, αλλά πιστεύουμε ότι θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο να τη θεωρήσουμε οτιδήποτε άλλο παρά επικείμενη.
Αν λαμβάνονταν υπόψη μόνο οικονομικοί και χρηματοπιστωτικοί παράγοντες, η πλήρης κατάρρευση από την τρέχουσα κατάσταση της Ελλάδας ίσως πάρει αρκετούς μήνες. Παρ’ όλα αυτά, η κάμψη του φρονήματος και των δημόσιων λειτουργών και των ενόπλων δυνάμεων, καθώς και της κοινής γνώμης, που οφείλεται στα ανεπαρκή εισοδήματα, στον φόβο για την αυξανόμενη παρανομία, στην έλλειψη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και στην εκμετάλλευση από τους διεθνείς κομμουνιστές, κάνει πιθανή μια πολύ πιο ραγδαία έκβαση. Ο Μακβή και οι συνεργάτες του συνέστησαν, ως «τον καλύτερο τρόπο για να αντιμετωπιστεί μια εκρηκτική κατάσταση», να γίνουν ενέργειες προκειμένου να απαλυνθεί «[...] ο αυξανόμενος φόβος του πληθωρισμού και συνακόλουθα της αυξανόμενης δυστυχίας [...]».
Επίσης, για να γίνει σαφής στους πάντες, «συμπεριλαμβανομένης της Σοβιετικής Ένωσης, η απόφασή μας να μην επιτρέψουμε την καταπάτηση, είτε εκ των έξω είτε εκ των έσω, της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της Ελλάδας». Μετά το τηλεγράφημα του Μακβή, το υπουργείο άλλαξε εντελώς ταχύτητα. Οι ανώτεροι υπάλληλοι Λόι Γ. Χέντερσον και Τζον Ντ. Χίκερσον προετοίμασαν μια έκθεση για την «Κρίση και το επικείμενο ενδεχόμενο κατάρρευσης της Ελλάδας» και την παρέδωσαν στον Άτσεσον, ο οποίος, εν τη απουσία του υπουργού Μάρσαλ, έδωσε εντολή στον Χέντερσον να συντάξει ένα υπόμνημα για τον πρόεδρο και το υπουργικό συμβούλιο. Η αίσθηση του κατεπείγοντος επιτάθηκε από μια τηλεφωνική κλήση από τη βρετανική πρεσβεία που ζητούσε αμέσως συνάντηση προκειμένου να παραδοθούν δύο επίσημες διακοινώσεις που γνωστοποιούσαν ότι η βρετανική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία θα τερματιζόταν στις 31 Μαρτίου. Ενώπιον της ξαφνικής, αλλά όχι αναπάντεχης, απόφασης των Βρετανών, ο Άτσεσον έδωσε εντολή στον Χέντερσον να ενημερώσει το υπόμνημά του και κάλεσε τον Τρούμαν και τον Μάρσαλ να τους ενημερώσει για τις τελευταίες εξελίξεις. Ο υφυπουργός ενημέρωσε έπειτα τους υπουργούς Πολέμου και Ναυτικών και τους ζήτησε να ετοιμάσουν επειγόντως προτάσεις για την Ελλάδα.
Σύμφωνα με την εξιστόρηση του Άτσεσον, όταν ο Χέντερσον τον ρώτησε «αν συνεχίζουμε να κάνουμε σχέδια επί χάρτου για να ληφθεί μια απόφαση ή για να εκτελεστεί, απάντησα το τελευταίο· υπό αυτές τις συνθήκες, μόνο μία απόφαση ήταν δυνατή. Τότε, ήπιαμε ένα δυο μαρτίνι για τη σύγχυση των εχθρών μας». Οι ζυμώσεις που έγιναν κατόπιν στα ανώτατα κλιμάκια, στις οποίες συμμετείχαν ο Τρούμαν, ο Μάρσαλ, το υπουργικό συμβούλιο και κοινοβουλευτικοί ηγέτες, ήταν κρίσιμες για να προχωρήσουν οι απαιτούμενες ενέργειες. Όμως, από τη στιγμή που ο πρόεδρος ενέκρινε το υπόμνημα και τις προτάσεις του Άτσεσον (25 Φεβρουαρίου), η κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει. Στις 27 Φεβρουαρίου, σε μια συνάντηση στον Λευκό Οίκο με τον Τρούμαν και κορυφαίους πολιτικούς ηγέτες, ο συνήθως λιγομίλητος Μάρσαλ κατέφυγε σε υπερβολές: «ο κόσμος έχει φτάσει σε ένα σημείο της ιστορίας του πρωτοφανές από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα [...]».
Ο Άτσεσον ήταν εξίσου υπερβολικός στις διατυπώσεις του: οι πιέσεις της Μόσχας στην Τουρκία, στο Ιράν και στην Ελλάδα, διακήρυξε: είχαν οδηγήσει τα Βαλκάνια στο σημείο όπου μια πολύ πιθανή επιτυχία να ανοίξει στους Σοβιετικούς τον δρόμο προς τρεις ηπείρους. Σαν μήλα στο βαρέλι που μολύνονται από το ένα και μοναδικό σάπιο, αν σαπίσει η Ελλάδα, θα μολυνθεί το Ιράν και όλη η Ανατολή. Η μόλυνση θα μεταδοθεί επίσης στην Αφρική, μέσω της Μικράς Ασίας και της Αιγύπτου, και στην Ευρώπη, μέσω της Ιταλίας και της Γαλλίας, που ήδη απειλούνται από τα ισχυρότατα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης. Η Σοβιετική Ένωση έπαιζε ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα στην ιστορία με μηδαμινό κόστος [...] Εμείς, και μόνο εμείς, ήμασταν σε θέση να χαλάσουμε το παιχνίδι [...] Ενώπιον του Τρούμαν κανείς δεν ρώτησε τίποτα ούτε έφερε αντιρρήσεις.
Στις 12 Μαρτίου 1947, ο Τρούμαν παρουσίασε στο Κογκρέσο μια ήπια, αλλά αποφασιστική εκδοχή της τολμηρής πολιτικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησής του. Αφού δήλωσε ότι ο κόσμος χωριζόταν σε δύο διακριτά ιδεολογικά στρατόπεδα, το ένα θεμελιωμένο στην ελευθερία και το άλλο στην τυραννία και την καταπίεση, διακήρυξε την αποφασιστικότητα της Αμερικής να υποστηρίξει «τους ελεύθερους λαούς που αντιστέκονται στην υποδούλωση που προσπαθούν να τους επιβάλουν ένοπλες μειονότητες ή εξωτερικές πιέσεις». Τονίζοντας τον συγκεκριμένο σκοπό του μηνύματός του, προειδοποίησε: «Αν δεν βοηθήσουμε την Ελλάδα και την Τουρκία αυτή την κρίσιμη ώρα, οι συνέπειες θα είναι εκτεταμένες και για τη Δύση και για την Ανατολή». Για να εφαρμόσει την πολιτική του, ο Τρούμαν ζήτησε από το Κογκρέσο να διαθέσει τετρακόσια εκατομμύρια δολάρια ως βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία, τα οποία θα διανέμονταν υπό την άμεση επίβλεψη των Αμερικανών.
Η στρατηγική της ανάσχεσης είχε βαθιές επιπτώσεις στην Ελλάδα, στην Τουρκία και στα Βαλκάνια. Τεράστια αμερικανική βοήθεια κάθε είδους, η οποία διανεμήθηκε υπό το άγρυπνο μάτι εκατοντάδων συμβούλων –στρατιωτικών και πολιτών–, εξασφάλισε την ήττα της κομμουνιστικής εξέγερσης στην Ελλάδα και έβαλε τη χώρα στον δρόμο της ανάκαμψης.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου