Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὠθέω-ῶ / ὠθοῦμαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὠθέω-ῶ / ὠθοῦμαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Naxart Studio

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὠθέω-ῶ / ὠθοῦμαι»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὠθῶ, ὠθεῖς, ὠθεῖ, ὠθοῦμεν, ὠθεῖτε, ὠθοῦσι(ν)
Υποτακτική
ὠθῶ, ὠθῇς, ὠθῇ, ὠθῶμεν, ὠθῆτε, ὠθῶσι(ν)
Ευκτική
ὠθοῖμι, ὠθοῖς, ὠθοῖ, ή ὠθοίην, ὠθοίης, ὠθοίη, ὠθοῖμεν, ὠθοῖτε, ὠθοῖεν
Προστακτική
---, ὤθει, ὠθείτω, ---, ὠθεῖτε, ὠθούντων (ή ὠθείτωσαν)
Απαρέμφατο
ὠθεῖν
Μετοχή
ὠθῶν, ὠθοῦσα, ὠθοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐώθουν, ἐώθεις, ἐώθει, ἐωθοῦμεν, ἐωθεῖτε, ἐώθουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὤσω, ὤσεις, ὤσει, ὤσομεν, ὤσετε, ὤσουσι(ν)
Ευκτική
ὤσοιμι, ὤσοις, ὤσοι, ὤσοιμεν, ὤσοιτε, ὤσοιεν
Απαρέμφατο
ὤσειν
Μετοχή
ὤσων, ὤσουσα, ὦσον
 
Αόριστος
Οριστική
ἔωσα, ἔωσας, ἔωσε(ν), ἐώσαμεν, ἐώσατε, ἔωσαν
Υποτακτική
ὤσω, ὤσῃς, ὤσῃ, ὤσωμεν, ὤσητε, ὤσωσι(ν)
Ευκτική
ὤσαιμι, ὤσαις / ὤσειας, ὤσαι / ὤσειε(ν), ὤσαιμεν, ὤσαιτε, ὤσαιεν / ὤσειαν 
Προστακτική
---, ὦσον, ὠσάτω, ---, ὤσατε, ὠσάντων (ή ὠσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὦσαι
Μετοχή
ὤσας, ὤσασα, ὤσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὠθοῦμαι, ὠθῇ/ὠθεῖ, ὠθεῖται, ὠθοῦμεθα, ὠθεῖσθε, ὠθοῦνται
Υποτακτική
ὠθῶμαι, ὠθῇ, ὠθῆται, ὠθῶμεθα, ὠθῆσθε, ὠθῶνται
Ευκτική
ὠθοίμην, ὠθοῖο, ὠθοῖτο, ὠθοίμεθα, ὠθοῖσθε, ὠθοῖντο
Προστακτική
---, ὠθοῦ, ὠθείσθω, ---, ὠθεῖσθε, ὠθείσθων ή ὠθείσθωσαν
Απαρέμφατο
ὠθεῖσθαι
Μετοχή
ὠθούμενος
ὠθουμένη
ὠθούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐωθούμην, ἐωθοῦ, ἐωθεῖτο, ἐωθούμεθα, ἐωθεῖσθε, ἐωθοῦντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὤσομαι, ὤσῃ / ὤσει, ὤσεται, ὠσόμεθα, ὤσεσθε, ὤσονται
Ευκτική
ὠσοίμην, ὤσοιο, ὤσοιτο, ὠσοίμεθα, ὤσοισθε, ὤσοιντο
Απαρέμφατο
ὤσεσθαι
Μετοχή
ὠσόμενος
ὠσομένη
ὠσόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ὠσθήσομαι, ὠσθήσῃ/ὠσθήσει, ὠσθήσεται, ὠσθησόμεθα, ὠσθήσεσθε, ὠσθήσονται
Ευκτική
ὠσθησοίμην, ὠσθήσοιο, ὠσθήσοιτο, ὠσθησοίμεθα, ὠσθήσοισθε, ὠσθήσοιντο
Απαρέμφατο
ὠσθήσεσθαι
Μετοχή
ὠσθησόμενος
ὠσθησομένη
ὠσθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐωσάμην, ἐώσω, ἐώσατο, ἐωσάμεθα, ἐώσασθε, ἐώσαντο
Υποτακτική
ὤσωμαι, ὤσῃ, ὤσηται, ὠσώμεθα, ὤσησθε, ὤσωνται
Ευκτική
ὠσαίμην, ὤσαιο, ὤσαιτο, ὠσαίμεθα, ὤσαισθε, ὤσαιντο
Προστακτική
---, ὦσαι, ὠσάσθω, ---, ὤσασθε, ὠσάσθων ή ὠσάσθωσαν
Απαρέμφατο
ὤσασθαι
Μετοχή
ὠσάμενος
ὠσαμένη
ὠσάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐώσθην, ἐώσθης, ἐώσθη, ἐώσθημεν, ἐώσθητε, ἐώσθησαν
Υποτακτική
ὠσθῶ, ὠσθῇς, ὠσθῇ, ὠσθῶμεν, ὠσθῆτε, ὠσθῶσι(ν)
Ευκτική
ὠσθείην, ὠσθείης, ὠσθείη, ὠσθείημεν ή ὠσθεῖμεν, ὠσθείητε ή ὠσθεῖτε, ὠσθείησαν ή ὠσθεῖεν
Προστακτική
---, ὤσθητι, ὠσθήτω, ---, ὤσθητε, ὠσθέντων ή ὠσθήτωσαν
Απαρέμφατο
ὠσθῆναι
Μετοχή
ὠσθείς
ὠσθεῖσα
ὠσθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἔωσμαι, ἔωσαι, ἔωσται, ἐώσμεθα, ἔωσθε, ἐωσμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἐωσμένος- ἐωσμένη-ἐωσμένον ὦ
ἐωσμένος- ἐωσμένη-ἐωσμένον ᾖς
ἐωσμένος- ἐωσμένη-ἐωσμένον ᾖ
ἐωσμένοι- ἐωσμέναι-ἐωσμένα ὦμεν
ἐωσμένοι- ἐωσμέναι-ἐωσμένα ἦτε
ἐωσμένοι- ἐωσμέναι-ἐωσμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἐωσμένος- ἐωσμένη-ἐωσμένον εἴην
ἐωσμένος- ἐωσμένη-ἐωσμένον εἴης
ἐωσμένος- ἐωσμένη-ἐωσμένον εἴη
ἐωσμένοι- ἐωσμέναι-ἐωσμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἐωσμένοι- ἐωσμέναι-ἐωσμένα εἴητε (εἶτε)
ἐωσμένοι- ἐωσμέναι-ἐωσμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἔωσο, ἐώσθω, --- ἔωσθε, ἐώσθων ή ἐώσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἐῶσθαι
Μετοχή
ἐωσμένος,
ἐωσμένη,
ἐωσμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου