Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀφικνέομαι / ἀφικνοῦμαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀφικνέομαι / ἀφικνοῦμαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Barbara Keith
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἀφικνέομαι / ἀφικνοῦμαι»
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἀφικνοῦμαι, ἀφικνῇ/ἀφικνεῖ, ἀφικνεῖται, ἀφικνούμεθα, ἀφικνεῖσθε, ἀφικνοῦνται
Υποτακτική
ἀφικνῶμαι, ἀφικνῇ, ἀφικνῆται, ἀφικνώμεθα, ἀφικνῆσθε, ἀφικνῶνται
Ευκτική
ἀφικνοίμην, ἀφικνοῖο, ἀφικνοῖτο, ἀφικνοίμεθα, ἀφικνοῖσθε, ἀφικνοῖντο
Προστακτική
---, ἀφικνοῦ, ἀφικνείσθω, ---, ἀφικνεῖσθε, ἀφικνείσθων ή ἀφικνείσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀφικνεῖσθαι
Μετοχή
ἀφικνούμενος
ἀφικνουμένη
ἀφικνούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἀφικνούμην, ἀφικνοῦ, ἀφικνεῖτο, ἀφικνούμεθα, ἀφικνεῖσθε, ἀφικνοῦντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἀφίξομαι, ἀφίξῃ / ἀφίξει, ἀφίξεται, ἀφιξόμεθα, ἀφίξεσθε, ἀφίξονται
Ευκτική
ἀφιξοίμην, ἀφίξοιο, ἀφίξοιτο, ἀφιξοίμεθα, ἀφίξοισθε, ἀφίξοιντο
Απαρέμφατο
ἀφίξεσθαι
Μετοχή
ἀφιξόμενος
ἀφιξομένη
ἀφιξόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ἀφιχθήσομαι, ἀφιχθήσῃ/ἀφιχθήσει, ἀφιχθήσεται, ἀφιχθησόμεθα, ἀφιχθήσεσθε, ἀφιχθήσονται
Ευκτική
ἀφιχθησοίμην, ἀφιχθήσοιο, ἀφιχθήσοιτο, ἀφιχθησοίμεθα, ἀφιχθήσοισθε, ἀφιχθήσοιντο
Απαρέμφατο
ἀφιχθήσεσθαι
Μετοχή
ἀφιχθησόμενος
ἀφιχθησομένη
ἀφιχθησόμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἀφικόμην, ἀφίκου, ἀφίκετο, ἀφικόμεθα, ἀφίκεσθε, ἀφίκοντο
Υποτακτική
ἀφίκωμαι, ἀφίκῃ, ἀφίκηται, ἀφικώμεθα, ἀφίκησθε, ἀφίκωνται
Ευκτική
ἀφικοίμην, ἀφίκοιο, ἀφίκοιτο, ἀφικοίμεθα, ἀφίκοισθε, ἀφίκοιντο
Προστακτική
---, ἀφικοῦ, ἀφικέσθω, ---, ἀφίκεσθε, ἀφικέσθων ή ἀφικέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἀφικέσθαι
Μετοχή
ἀφικόμενος, ἀφικομένη, ἀφικόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἀφίχθην, ἀφίχθης, ἀφίχθη, ἀφίχθημεν, ἀφίχθητε, ἀφίχθησαν
Υποτακτική
ἀφιχθῶ, ἀφιχθῇς, ἀφιχθῇ, ἀφιχθῶμεν, ἀφιχθῆτε, ἀφιχθῶσι(ν)
Ευκτική
ἀφιχθείην, ἀφιχθείης, ἀφιχθείη, ἀφιχθείημεν ή ἀφιχθεῖμεν, ἀφιχθείητε ή ἀφιχθεῖτε, ἀφιχθείησαν ή ἀφιχθεῖεν
Προστακτική
---, ἀφίχθητι, ἀφιχθήτω, ---, ἀφίχθητε, ἀφιχθέντων ή ἀφιχθήτωσαν
Απαρέμφατο
ἀφιχθῆναι
Μετοχή
ἀφιχθείς
ἀφιχθεῖσα
ἀφιχθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἀφῖγμαι, ἀφῖξαι, ἀφῖκται, ἀφίγμεθα, ἀφῖχθε, ἀφιγμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
ἀφιγμένος- ἀφιγμένη-ἀφιγμένον ὦ
ἀφιγμένος- ἀφιγμένη-ἀφιγμένον ᾖς
ἀφιγμένος- ἀφιγμένη-ἀφιγμένον ᾖ
ἀφιγμένοι- ἀφιγμέναι-ἀφιγμένα ὦμεν
ἀφιγμένοι- ἀφιγμέναι-ἀφιγμένα ἦτε
ἀφιγμένοι- ἀφιγμέναι-ἀφιγμένα ὦσι
 
Ευκτική
ἀφιγμένος- ἀφιγμένη-ἀφιγμένον εἴην
ἀφιγμένος- ἀφιγμένη-ἀφιγμένον εἴης
ἀφιγμένος- ἀφιγμένη-ἀφιγμένον εἴη
ἀφιγμένοι- ἀφιγμέναι-ἀφιγμένα εἴημεν (εἶμεν)
ἀφιγμένοι- ἀφιγμέναι-ἀφιγμένα εἴητε (εἶτε)
ἀφιγμένοι- ἀφιγμέναι-ἀφιγμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ἀφῖξο, ἀφίχθω, --- ἀφῖχθε, ἀφίχθων ή ἀφίχθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἀφῖχθαι
Μετοχή
ἀφιγμένος,
ἀφιγμένη,
ἀφιγμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἀφίγμην, ἀφῖξο, ἀφῖκτο, ἀφίγμεθα, ἀφῖχθε, ἀφιγμένοι ἦσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου