Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαίνω / βαίνομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαίνω / βαίνομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Anthony Mwangi

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «βαίνω / βαίνομαι»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βαίνω, βαίνεις, βαίνει, βαίνομεν, βαίνετε, βαίνουσι(ν)
Υποτακτική
βαίνω, βαίνῃς, βαίνῃ, βαίνωμεν, βαίνητε, βαίνωσι(ν)
Ευκτική
βαίνοιμι, βαίνοις, βαίνοι, βαίνοιμεν, βαίνοιτε, βαίνοιεν
Προστακτική
---, βαῖνε, βαινέτω, ---, βαίνετε, βαινόντων (ή βαινέτωσαν)
Απαρέμφατο
βαίνειν
Μετοχή
βαίνων, βαίνουσα, βαῖνον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔβαινον, ἔβαινες, ἔβαινε, ἐβαίνομεν, ἐβαίνετε, ἔβαινον
 
Μέλλοντας
Οριστική
βήσομαι, βήσῃ/βήσει, βήσεται, βησόμεθα, βήσεσθε, βήσονται
Ευκτική
βησοίμην, βήσοιο, βήσοιτο, βησοίμεθα, βήσοισθε, βήσοιντο
Απαρέμφατο
βήσεσθαι
Μετοχή
βησόμενος
βησομένη
βησόμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἔβην, ἔβης, ἔβη, ἔβημεν, ἔβητε, ἔβησαν
Υποτακτική
βῶ, βῇς, βῇ, βῶμεν, βῆτε, βῶσι(ν)
Ευκτική
βαίην, βαίης, βαίη, βαίημεν ή βαῖμεν, βαίητε ή βαῖτε, βαίησαν ή βαῖεν
Προστακτική
---, βῆθι, βήτω, ---, βῆτε, βάντων (ή βήτωσαν)
Απαρέμφατο
βῆναι
Μετοχή
βάς, βᾶσα, βάν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βέβηκα, βέβηκας, βέβηκε, βεβήκαμεν, βεβήκατε, βεβήκασι(ν)
 
Υποτακτική
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός ὦ
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός ᾖς
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός ᾖ
βεβηκότες- βεβηκυῖαι- βεβηκότα ὦμεν
βεβηκότες- βεβηκυῖαι- βεβηκότα ἦτε
βεβηκότες- βεβηκυῖαι- βεβηκότα ὦσι
 
Ευκτική
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός εἴην
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός εἴης
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός εἴη
βεβηκότες- βεβηκυῖαι- βεβηκότα εἴημεν (εἶμεν)
βεβηκότες- βεβηκυῖαι- βεβηκότα εἴητε (εἶτε)
βεβηκότες- βεβηκυῖαι- βεβηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός ἴσθι
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός ἔστω
---
βεβηκότες- βεβηκυῖαι- βεβηκότα ἔστε
βεβηκότες- βεβηκυῖαι- βεβηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
βεβηκέναι
Μετοχή
βεβηκώς- βεβηκυῖα- βεβηκός
 
Υπερσυντέλικος
ἐβεβήκειν, ἐβεβήκεις, ἐβεβήκει, ἐβεβήκεμεν, ἐβεβήκετε, ἐβεβήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
βαίνομαι, βαίνῃ/βαίνει, βαίνεται, βαινόμεθα, βαίνεσθε, βαίνονται
Υποτακτική
βαίνωμαι, βαίνῃ, βαίνηται, βαινώμεθα, βαίνησθε, βαίνωνται
Ευκτική
βαινοίμην, βαίνοιο, βαίνοιτο, βαινοίμεθα, βαίνοισθε, βαίνοιντο
Προστακτική
---, βαίνου, βαινέσθω, ---, βαίνεσθε, βαινέσθων ή βαινέσθωσαν
Απαρέμφατο
βαίνεσθαι
Μετοχή
βαινόμενος
βαινομένη
βαινόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐβαινόμην, ἐβαίνου, ἐβαίνετο, ἐβαινόμεθα, ἐβαίνεσθε, ἐβαίνοντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
βαθήσομαι, βαθήσῃ/βαθήσει, βαθήσεται, βαθησόμεθα, βαθήσεσθε, βαθήσονται
Ευκτική
βαθησοίμην, βαθήσοιο, βαθήσοιτο, βαθησοίμεθα, βαθήσοισθε, βαθήσοιντο
Απαρέμφατο
βαθήσεσθαι
Μετοχή
βαθησόμενος
βαθησομένη
βαθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐβάθην, ἐβάθης, ἐβάθη, ἐβάθημεν, ἐβάθητε, ἐβάθησαν
Υποτακτική
βαθῶ, βαθῇς, βαθῇ, βαθῶμεν, βαθῆτε, βαθῶσι(ν)
Ευκτική
βαθείην, βαθείης, βαθείη, βαθείημεν ή βαθεῖμεν, βαθείητε ή βαθεῖτε, βαθείησαν ή βαθεῖεν
Προστακτική
---, βάθητι, βαθήτω, ---, βάθητε, βαθέντων ή βαθήτωσαν
Απαρέμφατο
βαθῆναι
Μετοχή
βαθείς
βαθεῖσα
βαθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
βέβαμαι, βέβασαι, βέβαται, βεβάμεθα, βέβασθε, βέβανται
 
Υποτακτική
βεβαμένος- βεβαμένη- βεβαμένον ὦ
βεβαμένος- βεβαμένη- βεβαμένον ᾖς
βεβαμένος- βεβαμένη- βεβαμένον ᾖ
βεβαμένοι- βεβαμέναι- βεβαμένα ὦμεν
βεβαμένοι- βεβαμέναι- βεβαμένα ἦτε
βεβαμένοι- βεβαμέναι- βεβαμένα ὦσι
 
Ευκτική
βεβαμένος- βεβαμένη- βεβαμένον εἴην
βεβαμένος- βεβαμένη- βεβαμένον εἴης
βεβαμένος- βεβαμένη- βεβαμένον εἴη
βεβαμένοι- βεβαμέναι- βεβαμένα εἴημεν (εἶμεν)
βεβαμένοι- βεβαμέναι- βεβαμένα εἴητε (εἶτε)
βεβαμένοι- βεβαμέναι- βεβαμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, βέβασο, βεβάσθω, --- βέβασθε, βεβάσθων ή βεβάσθωσαν
 
Απαρέμφατο
βεβάσθαι
Μετοχή
βεβαμένος,
βεβαμένη,
βεβαμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐβεβάμην, ἐβέβασο, ἐβέβατο, ἐβεβάμεθα, ἐβέβασθε, ἐβέβαντο

1 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου