Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δάκνω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δάκνω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Alessandro Catta
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «δάκνω»
 
(δάκνω= δαγκώνω, πικραίνω)
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δάκνω, δάκνεις, δάκνει, δάκνομεν, δάκνετε, δάκνουσι(ν)
Υποτακτική
δάκνω, δάκνῃς, δάκνῃ, δάκνωμεν, δάκνητε, δάκνωσι(ν)
Ευκτική
δάκνοιμι, δάκνοις, δάκνοι, δάκνοιμεν, δάκνοιτε, δάκνοιεν
Προστακτική
---, δάκνε, δακνέτω, ---, δάκνετε, δακνόντων (ή δακνέτωσαν)
Απαρέμφατο
δάκνειν
Μετοχή
δάκνων, δάκνουσα, δάκνον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἔδακνον, ἔδακνες, ἔδακνε, ἐδάκνομεν, ἐδάκνετε, ἔδακνον
 
Μέλλοντας
Οριστική
δήξομαι, δήξῃ/δήξει, δήξεται, δηξόμεθα, δήξεσθε, δήξονται
Ευκτική
δηξοίμην, δήξοιο, δήξοιτο, δηξοίμεθα, δήξοισθε, δήξοιντο
Απαρέμφατο
δήξεσθαι
Μετοχή
δηξόμενος
δηξομένη
δηξόμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἔδακον, ἔδακες, ἔδακε(ν), ἐδάκομεν, ἐδάκετε, ἔδακον
Υποτακτική
δάκω, δάκῃς, δάκῃ, δάκωμεν, δάκητε, δάκωσι(ν)
Ευκτική
δάκοιμι, δάκοις, δάκοι, δάκοιμεν, δάκοιτε, δάκοιεν
Προστακτική
---, δάκε, δακέτω, ---, δάκετε, δακόντων (ή δακέτωσαν)
Απαρέμφατο
δακεῖν
Μετοχή
δακών, δακοῦσα, δακόν
 
[Παρακείμενος
Οριστική
δέδηχα, δέδηχας, δέδηχε, δεδήχαμεν, δεδήχατε, δεδήχασι(ν)
 
Υποτακτική
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός ὦ
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός ᾖς
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός ᾖ
δεδηχότες- δεδηχυῖαι- δεδηχότα ὦμεν
δεδηχότες- δεδηχυῖαι- δεδηχότα ἦτε
δεδηχότες- δεδηχυῖαι- δεδηχότα ὦσι
 
Ευκτική
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός εἴην
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός εἴης
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός εἴη
δεδηχότες- δεδηχυῖαι- δεδηχότα εἴημεν (εἶμεν)
δεδηχότες- δεδηχυῖαι- δεδηχότα εἴητε (εἶτε)
δεδηχότες- δεδηχυῖαι- δεδηχότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός ἴσθι
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός ἔστω
---
δεδηχότες- δεδηχυῖαι- δεδηχότα ἔστε
δεδηχότες- δεδηχυῖαι- δεδηχότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
δεδηχέναι
Μετοχή
δεδηχώς- δεδηχυῖα- δεδηχός]
 
[Υπερσυντέλικος
ἐδεδήχειν, ἐδεδήχεις, ἐδεδήχει, ἐδεδήχεμεν, ἐδεδήχετε, ἐδεδήχεσαν]
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δάκνομαι, δάκνῃ/δάκνει, δάκνεται, δακνόμεθα, δάκνεσθε, δάκνονται
Υποτακτική
δάκνωμαι, δάκνῃ, δάκνηται, δακνώμεθα, δάκνησθε, δάκνωνται
Ευκτική
δακνοίμην, δάκνοιο, δάκνοιτο, δακνοίμεθα, δάκνοισθε, δάκνοιντο
Προστακτική
---, δάκνου, δακνέσθω, ---, δάκνεσθε, δακνέσθων ή δακνέσθωσαν
Απαρέμφατο
δάκνεσθαι
Μετοχή
δακνόμενος
δακνομένη
δακνόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐδακνόμην, ἐδάκνου, ἐδάκνετο, ἐδακνόμεθα, ἐδάκνεσθε, ἐδάκνοντο
 
Μέλλοντας
---
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ἐδήχθην, ἐδήχθης, ἐδήχθη, ἐδήχθημεν, ἐδήχθητε, ἐδήχθησαν
Υποτακτική
δηχθῶ, δηχθῇς, δηχθῇ, δηχθῶμεν, δηχθῆτε, δηχθῶσι(ν)
Ευκτική
δηχθείην, δηχθείης, δηχθείη, δηχθείημεν ή δηχθεῖμεν, δηχθείητε ή δηχθεῖτε, δηχθείησαν ή δηχθεῖεν
Προστακτική
---, δήχθητι, δηχθήτω, ---, δήχθητε, δηχθέντων ή δηχθήτωσαν
Απαρέμφατο
δηχθῆναι
Μετοχή
δηχθείς
δηχθεῖσα
δηχθέν
 
[Παρακείμενος
Οριστική
δέδηγμαι, δέδηξαι, δέδηκται, δεδήγμεθα, δέδηχθε, δεδηγμένοι εἰσί
 
Υποτακτική
δεδηγμένος- δεδηγμένη- δεδηγμένον ὦ
δεδηγμένος- δεδηγμένη- δεδηγμένον ᾖς
δεδηγμένος- δεδηγμένη- δεδηγμένον ᾖ
δεδηγμένοι- δεδηγμέναι- δεδηγμένα ὦμεν
δεδηγμένοι- δεδηγμέναι- δεδηγμένα ἦτε
δεδηγμένοι- δεδηγμέναι- δεδηγμένα ὦσι
 
Ευκτική
δεδηγμένος- δεδηγμένη- δεδηγμένον εἴην
δεδηγμένος- δεδηγμένη- δεδηγμένον εἴης
δεδηγμένος- δεδηγμένη- δεδηγμένον εἴη
δεδηγμένοι- δεδηγμέναι- δεδηγμένα εἴημεν (εἶμεν)
δεδηγμένοι- δεδηγμέναι- δεδηγμένα εἴητε (εἶτε)
δεδηγμένοι- δεδηγμέναι- δεδηγμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, δέδηξο, δεδήχθω, --- δέδηχθε, δεδήχθων ή δεδήχθωσαν
 
Απαρέμφατο
δεδῆχθαι
Μετοχή
δεδηγμένος,
δεδηγμένη,
δεδηγμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐδεδήγμην, ἐδέδηξο, ἐδέδηκτο, ἐδεδήγμεθα, ἐδέδηχθε, δεδηγμένοι ἦσαν]

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου