Θουκυδίδη Ιστορία Βιβλίο 3. Κεφάλαια 71-73 (Κλίση ουσιαστικών – επιθέτων – μετοχών - αντωνυμιών)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Forgotten Romance by Naxart Studio

 
Θουκυδίδη Ιστορία Βιβλίο 3. Κεφάλαια 71-73 (Κλίση ουσιαστικών – επιθέτων – μετοχών - αντωνυμιών)
 
Ενικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης)
Κερκυραος - το Κερκυραίου - τ Κερκυραί - τόν Κερκυραον - () Κερκυραε
Κερκυραία - τς Κερκυραίας - τ Κερκυραί - τήν Κερκυραίαν - () Κερκυραία
τό Κερκυραον - το Κερκυραίου - τ Κερκυραί - τό Κερκυραον - () Κερκυραον
 
Πληθυντικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης)
ο Κερκυραοι - τν Κερκυραίων - τος Κερκυραίοις - τούς Κερκυραίους - () Κερκυραοι
α Κερκυρααι - τν Κερκυραίων - τας Κερκυραίαις - τάς Κερκυραίας - () Κερκυρααι
τά Κερκυραα - τν Κερκυραίων - τος Κερκυραίοις - τά Κερκυραα - () Κερκυραα
 
Ενικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης)
θηναος - το θηναίου - τ Αηναί - τόν θηναον - () θηναε
θηναία - τς θηναίας - τ θηναί - τήν θηναίαν - () θηναία
τό θηναον - το θηναίου - τ θηναί - τό θηναον - () θηναον
 
Πληθυντικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης)
ο θηναοι - τν θηναίων - τος θηναίοις - τούς θηναίους - () θηναοι
α θηνααι - τν θηναίων - τας θηναίαις - τάς θηναίας - () θηνααι
τά θηναα - τν θηναίων - τος θηναίοις - τά θηναα - () θηναα
 
Ενικός αριθμός (δεικτική αντωνυμία)
οτος - τούτου - τούτ - τοτον - () οτος
ατη - ταύτης - ταύτ - ταύτην - () ατη
τοτο - τούτου - τούτ - τοτο - ---
 
Πληθυντικός αριθμός
οτοι - τούτων - τούτοις - τούτους
αται - τούτων - ταύταις - ταύτας
τατα - τούτων - τούτοις - τατα
 
Ενικός αριθμός (ανώμαλο ουσιαστικό)
νας - τς νεώς - τ νηί - τήν ναν - () να
 
Πληθυντικός αριθμός
α νες - τν νεν - τας ναυσί(ν) - τάς νας - () νες
 
Ενικός αριθμός (αόριστη επιμεριστική αντωνυμία)
μηδέτερος - μηδετέρου - μηδετέρ - μηδέτερον
μηδετέρα - μηδετέρας - μηδετέρ - μηδετέραν
μηδέτερον - μηδετέρου - μηδετέρ - μηδέτερον
 
Πληθυντικός αριθμός
μηδέτεροι - μηδετέρων - μηδετέροις - μηδετέρους
μηδέτεραι - μηδετέρων - μηδετέραις - μηδετέρας
μηδέτερα - μηδετέρων - μηδετέροις - μηδέτερα
 
Ενικός (υπερθετικός του επιθέτου γαθός)
βέλτιστος, το βελτίστου, τ βελτίστ, τόν βέλτιστον, () βέλτιστε
βελτίστη, τς βελτίστης, τ βελτίστ, τήν βελτίστην, () βελτίστη
τό βέλτιστον, το βελτίστου, τ βελτίστ, τό βέλτιστον, () βέλτιστον
 
Πληθυντικός
ο βέλτιστοι, τν βελτίστων, τος βελτίστοις, τούς βελτίστους, () βέλτιστοι
α βέλτισται, τν βελτίστων, τας βελτίσταις, τάς βελτίστας, () βέλτισται
τά βέλτιστα, τν βελτίστων, τος βελτίστοις, τά βέλτιστα, () βέλτιστα
 
Ενικός (υπερθετικός του επιθέτου λιγον)
κιστος, το κίστου, τ κίστ, τόν κιστον, () κιστε
κίστη, τς κίστης, τ κίστ, τήν κίστην, () κίστη
τό κιστον, το κίστου, τ κίστ, τό κιστον, () κιστον
 
Πληθυντικός
ο κιστοι, τν κίστων, τος κίστοις, τούς κίστους, () κιστοι
α κισται, τν κίστων, τας κίσταις, τάς κίστας, () κισται
τά κιστα, τν κίστων, τος κίστοις, τά κιστα, () κιστα
 
Το κιστα (πληθυντικό ουδετέρου, υπερθετικού) σε επιρρηματική χρήση = ελάχιστα
 
Ενικός αριθμός (απόλυτο αριθμητικό)
ες - νός - νί - να
μία - μις - μι - μίαν
ν - νός - νί - ν
 
Ενικός αριθμός (α΄ κλίση)
γνώμη - τς γνώμης - τ γνώμ - τήν γνώμην - () γνώμη
 
Πληθυντικός αριθμός
α γνμαι - τν γνωμν - τας γνώμαις - τάς γνώμας - () γνμαι
 
Πληθυντικός αριθμός (α΄ κλίση)
α θναι - τν θηνν - τας θήναις - τάς θήνας - () θναι
 
Ενικός αριθμός (ανώμαλο)
πρεσβευτής - το πρεσβευτο - τ πρεσβευτ - τόν πρεσβευτήν - () πρεσβευτά
 
Πληθυντικός αριθμός
ο πρέσβεις - τν πρέσβεων - τος πρέσβεσι(ν) - τούς πρέσβεις - () πρέσβεις
 
Αρσενικό (μετοχή Ενεστώτα του συχάζω)
συχάζων, το συχάζοντος, τ συχάζοντι, τόν συχάζοντα, συχάζων
ο συχάζοντες, τν συχαζόντων, τος συχάζουσι, τούς συχάζοντας, συχάζοντες
Θηλυκό
συχάζουσα, τς συχαζούσης, τ συχαζούσ, τήν συχάζουσαν, συχάζουσα
α συχάζουσαι, τν συχαζουσν, τας συχαζούσαις, τάς συχαζούσας, συχάζουσαι
Ουδέτερο
τό συχάζον, το συχάζοντος, τ συχάζοντι, τό συχάζον, συχάζον
τά συχάζοντα, τν συχαζόντων, τος συχάζουσι, τά συχάζοντα, συχάζοντα
 
Ενικός αριθμός (αόριστη επιμεριστική αντωνυμία)
μηδείς - μηδενός - μηδενί - μηδένα
μηδεμία - μηδεμις - μηδεμι - μηδεμίαν
μηδέν - μηδενός - μηδενί - μηδέν
 
Πληθυντικός αριθμός
μηδένες - μηδένων - μηδέσι(ν) – μηδένας
 
Ενικός αριθμός (αόριστη αντωνυμία)
αρσ. και θηλ.
τς - τινς ή του - τιν ή τ - τιν
ουδέτ.
τ - τινς ή του - τιν ή τ - τ
 
Πληθυντικός αριθμός
αρσ. και θηλ.
τινς - τινν - τισ(ν) - τινς
ουδέτ.
τιν ή ττα - τινν - τισ(ν) - τιν ή ττα
 
Ενικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης)
νεπιτήδειος - το τς νεπιτηδείου - τ τ νεπιτηδεί - τν τν νεπιτήδειον - () νεπιτήδειε
τό νεπιτήδειον - το νεπιτηδείου - τ νεπιτηδεί - τό νεπιτήδειον - () νεπιτήδειον
 
Πληθυντικός αριθμός
ο α νεπιτήδειοι - τν νεπιτηδείων - τος τας νεπιτηδείοις - τος τς νεπιτηδείους - () νεπιτήδειοι
τά νεπιτήδεια - τν νεπιτηδείων - τος νεπιτηδείοις - τά νεπιτήδεια - () νεπιτήδεια
 
Ενικός αριθμός (α΄ κλίση)
πιστροφή - τς πιστροφς - τ πιστροφ - τήν πιστροφήν - () πιστροφή
 
Πληθυντικός αριθμός
α πιστροφαί - τν πιστροφν - τας πιστροφας - τάς πιστροφάς - () πιστροφαί
 
Αρσενικό (μετοχή Παρακειμένου του πράττομαι)
πεπραγμένος, το πεπραγμένου, τ πεπραγμέν, τόν πεπραγμένον, πεπραγμένε
ο πεπραγμένοι, τν πεπραγμένων, τος πεπραγμένοις, τούς πεπραγμένους, πεπραγμένοι
Θηλυκό
πεπραγμένη, τς πεπραγμένης, τ πεπραγμέν, τήν πεπραγμένην, πεπραγμένη
α πεπραγμέναι, τν πεπραγμένων, τας πεπραγμέναις, τάς πεπραγμένας, πεπραγμέναι
Ουδέτερο
τό πεπραγμένον, το πεπραγμένου, τ πεπραγμέν, τό πεπραγμένον, πεπραγμένον
τά πεπραγμένα, τν πεπραγμένων, τος πεπραγμένοις, τά πεπραγμένα, πεπραγμένα
 
Ενικός αριθμός (α΄ κλίση)
Αγινα - τς Αγίνης - τ Αγίν - τήν Αγιναν - () Αγινα
 
Ενικός αριθμός (αναφορική αντωνυμία)
σος - σου - σ - σον
ση - σης - σ - σην
σον - σου - σ - σον
 
Πληθυντικός αριθμός
σοι - σων - σοις - σους
σαι - σων - σαις - σας            
σα - σων - σοις - σα
 
Ενικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης από το λείπω)
λοιπός - το λοιπο - τ λοιπ - τόν λοιπόν - () λοιπέ
λοιπή - τς λοιπς - τ λοιπ - τήν λοιπήν - () λοιπή
τό λοιπόν - το λοιπο - τ λοιπ - τό λοιπόν - () λοιπόν
 
Πληθυντικός αριθμός
ο λοιποί - τν λοιπν - τος λοιπος - τούς λοιπούς - () λοιποί
α λοιπαί - τν λοιπν - τας λοιπας - τάς λοιπάς - () λυπαί
τά λοιπά - τν λοιπν - τος λοιπος - τά λοιπά - () λοιπά
 
Ενικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης)
πολέμιος - το πολεμίου - τ πολεμί - τόν πολέμιον - () πολέμιε
πολεμία - τς πολεμίας - τ πολεμί - τήν πολεμίαν - () πολεμία
τό πολέμιον - το πολεμίου - τ πολεμί - τό πολέμιον - () πολέμιον
 
Πληθυντικός αριθμός
ο πολέμιοι - τν πολεμίων - τος πολεμίοις - τούς πολεμίους - () πολέμιοι
α πολέμιαι - τν πολεμίων - τας πολεμίαις - τάς πολεμίας - () πολέμιαι
τά πολέμια - τν πολεμίων - τος πολεμίοις - τά πολέμια - () πολέμια
 
Ενικός (συγκριτικός του επιθέτου πολύς)
πλείων, το πλείονος, τ πλείονι, τόν πλείονα /πλείω, () πλεον
πλείων, τς πλείονος, τ πλείονι, τήν πλείονα /πλείω, () πλεον
τό πλέον, το πλείονος, τ πλείονι, τό πλέον, () πλέον
 
Πληθυντικός
ο πλείονες /πλείους, τν πλειόνων, τος πλείοσι(ν), τούς πλείονας /πλείους, () πλείονες /πλείους
α πλείονες /πλείους, τν πλειόνων, τας πλείοσι(ν), τάς πλείονας /πλείους, () πλείονες /πλείους
τά πλείονα /πλείω, τν πλειόνων, τος πλείοσι(ν), τά πλείονα /πλείω, () πλείονα /πλείω
 
Ενικός αριθμός (γ΄ κλίση)
τό πργμα - το πράγματος - τ πράγματι - τό πργμα - () πργμα
 
Πληθυντικός αριθμός
τά πράγματα - τν πραγμάτων - τος πράγμασι(ν) - τά πράγματα - () πράγματα
 
Ενικός αριθμός (γ΄ κλίση)
τριήρης - τς τριήρους - τ τριήρει - τήν τριήρη - () τριρες
 
Πληθυντικός αριθμός
α τριήρεις - τν τριήρων - τας τριήρεσι - τάς τριήρεις - () τριήρεις
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
δμος - το δήμου - τ δήμ - τόν δμον - () δμε
 
Πληθυντικός αριθμός
ο δμοι - τν δήμων - τος δήμοις - τούς δήμους - () δμοι
 
Ενικός αριθμός (γ΄ κλίση)
νύξ - τς νυκτός - τ νυκτί - τήν νύκτα - () νύξ
 
Πληθυντικός αριθμός
α νύκτες - τν νυκτν - τας νυξί(ν) - τάς νύκτας - () νύκτες
 
Ενικός αριθμός (γ΄ κλίση)
κρόπολις - τς κροπόλεως - τ κροπόλει - τήν κρόπολιν - () κρόπολι
 
Πληθυντικός αριθμός
α κροπόλεις - τν κροπόλεων - τας κροπόλεσι(ν) - τάς κροπόλεις - () κροπόλεις
 
Ενικός αριθμός (γ΄ κλίση)
πόλις - τς πόλεως - τ πόλει - τήν πόλιν - () πόλι
 
Πληθυντικός αριθμός
α πόλεις - τν πόλεων - τας πόλεσι(ν) - τάς πόλεις - () πόλεις
 
Ενικός αριθμός (επαναληπτική αντωνυμία)
ατός - ατο - ατ - ατόν
ατή - ατς - ατ - ατήν
ατό - ατο - ατ - ατό
 
Πληθυντικός αριθμός
ατοί - ατν - ατος - ατούς
αταί - ατν - ατας - ατάς
ατά - ατν - ατος - ατά
 
Ενικός αριθμός (γ΄ κλίση)
λιμήν - το λιμένος - τ λιμένι - τόν λιμένα - () λιμήν
 
Πληθυντικός αριθμός
ο λιμένες - τν λιμένων - τος λιμέσι(ν) - τούς λιμένας - () λιμένες
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
λλαϊκός - το λλαϊκο - τ λλαϊκ - τόν λλαϊκόν - () λλαϊκέ
 
Ενικός αριθμός (ανώμαλο επίθετο)
πολύς - το πολλο - τ πολλ - τόν πολύν - () πολύ
πολλή - τς πολλς - τ πολλ - τήν πολλήν - () πολλή
τό πολύ - το πολλο - τ πολλ - τό πολύ - () πολύ
 
Πληθυντικός αριθμός
ο πολλοί - τν πολλν - τος πολλος - τούς πολλούς - () πολλοί
α πολλαί - τν πολλν - τας πολλας - τάς πολλάς - () πολλαί
τά πολλά - τν πολλν - τος πολλος - τά πολλά - () πολλά
 
Ενικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης)
μετέωρος - το τς μετεώρου - τ τ μετεώρ - τν τν μετέωρον - () μετέωρε
τό μετέωρον - το μετεώρου - τ μετεώρ - τό μετέωρον - () μετέωρον
 
Πληθυντικός αριθμός
ο α μετέωροι - τν μετεώρων - τος τας μετεώροις - τος τς μετεώρους - () μετέωροι
τά μετέωρα - τν μετεώρων - τος μετεώροις - τά μετέωρα - () μετέωρα
 
Ενικός αριθμός (α΄ κλίση)
γορά - τς γορς - τ γορ - τήν γοράν - () γορά
 
Πληθυντικός αριθμός
α γοραί - τν γορν - τας γορας - τάς γοράς - () γοραί
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
πειρος - τς πείρου - τ πείρ - τήν πειρον - () πειρε
 
Πληθυντικός αριθμός
α πειροι - τν πείρων - τας πείροις - τάς πείρους - () πειροι
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
Λακεδαιμόνιος - το Λακεδαιμονίου - τ Λακεδαιμονί - τόν Λακεδαιμόνιον - () Λακεδαιμόνιε
 
Πληθυντικός αριθμός
ο Λακεδαιμόνιοι - τν Λακεδαιμονίων - τος Λακεδαιμονίοις - τούς Λακεδαιμονίους - () Λακεδαιμόνιοι
 
Ενικός αριθμός (επίθετο β΄ κλίσης)
Κορίνθιος - το Κορινθίου - τ Κορινθί - τόν Κορίνθιον - () Κορίνθιε
Κορινθία - τς Κορινθίας - τ Κορινθί - τήν Κορινθίαν - () Κορινθία
τό Κορίνθιον - το Κορινθίου - τ Κορινθί - τό Κορίνθιον - () Κορίνθιον
 
Πληθυντικός αριθμός
ο Κορίνθιοι - τν Κορινθίων - τος Κορινθίοις - τούς Κορινθίους - () Κορίνθιοι
α Κορίνθιαι - τν Κορινθίων - τας Κορινθίαις - τάς Κορινθίας - () Κορίνθιαι
τά Κορίνθια - τν Κορινθίων - τος Κορινθίοις - τά Κορίνθια - () Κορίνθια
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
στεραος - το στεραίου - τ στεραί - τόν στεραον - () στεραε
στεραία - τς στεραίας - τ στεραί - τήν στεραίαν - () στεραία
τό στεραον - το στεραίου - τ στεραί - τό στεραον - () στεραον
 
Πληθυντικός αριθμός
ο στεραοι - τν στεραίων - τος στεραίοις - τούς στεραίους - () στεραοι
α στερααι - τν στεραίων - τας στεραίαις - τάς στεραίας - () στερααι
τά στεραα - τν στεραίων - τος στεραίοις - τά στεραα - () στεραα
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
γρός - το γρο - τ γρ - τόν γρόν - () γρέ
 
Πληθυντικός αριθμός
ο γροί - τν γρν - τος γρος - τούς γρούς - () γροί
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
λίγος - το λίγου - τ λίγ - τόν λίγον - () λίγε
λίγη - τς λίγης - τ λίγ - τήν λίγην - () λίγη
τό λίγον - το λίγου - τ λίγ - τό λίγον - () λίγον
 
Πληθυντικός αριθμός
ο λίγοι - τν λίγων - τος λίγοις - τούς λίγους - () λίγοι
α λίγαι - τν λίγων - τας λίγαις - τάς λίγας - () λίγαι
τά λίγα - τν λίγων - τος λίγοις - τά λίγα - () λίγα
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
δολος - το δούλου - τ δούλ - τόν δολον - () δολε
 
Πληθυντικός αριθμός
ο δολοι - τν δούλων - τος δούλοις - τούς δούλους - () δολοι
 
Ενικός αριθμός (α΄ κλίση)
λευθερία - τς λευθερίας - τ λευθερί - τήν λευθερίαν - () λευθερία
 
Πληθυντικός αριθμός
α λευθερίαι - τν λευθεριν - τας λευθερίαις - τάς λευθερίας - () λευθερίαι
 
Ενικός αριθμός (α΄ κλίση)
οκέτης - το οκέτου - τ οκέτ - τόν οκέτην - () οκέτα
 
Πληθυντικός αριθμός
ο οκέται - τν οκετν - τος οκέταις - τούς οκέτας - () οκέται
 
Ενικός αριθμός (γ΄ κλίση)
τό πλθος - το πλήθους - τ πλήθει - τό πλθος - () πλθος
 
Πληθυντικός αριθμός
τά πλήθη - τν πληθν - τος πλήθεσι(ν) - τά πλήθη - () πλήθη
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
πίκουρος - το πικούρου - τ πικούρ - τόν πίκουρον - () πίκουρε
 
Πληθυντικός αριθμός
ο πίκουροι - τν πικούρων - τος πικούροις - τούς πικούρους - () πίκουροι  
 
Πληθυντικός αριθμός (β΄ κλίση)
ο κτακόσιοι - τν κτακοσίων - τος κτακοσίοις - τούς κτακοσίους - () κτακόσιοι
α κτακόσιαι - τν κτακοσίων - τας κτακοσίαις - τάς κτακοσίας - () κτακόσιαι
τά κτακόσια - τν κτακοσίων - τος κτακοσίοις - τά κτακόσια - () κτακόσια
 
Ενικός αριθμός (β΄ κλίση)
ξύμαχος - το τς ξυμάχου - τ τ ξυμάχ - τν τν ξύμαχον - () ξύμαχε
τό ξύμαχον - το ξυμάχου - τ ξυμάχ - τό ξύμαχον - () ξύμαχον
 
Πληθυντικός αριθμός
ο α ξύμαχοι - τν ξυμάχων - τος τας ξυμάχοις - τος τς ξυμάχους - () ξύμαχοι
τά ξύμαχα - τν ξυμάχων - τος ξυμάχοις - τά ξύμαχα - () ξύμαχα
 
Πληθυντικός αριθμός (αόριστη επιμεριστική αντωνυμία)
μφότεροι - μφοτέρων - μφοτέροις - μφοτέρους
μφότεραι - μφοτέρων - μφοτέραις - μφοτέρας
μφότερα - μφοτέρων - μφοτέροις - μφότερα
 
Ενικός αριθμός (αόριστη επιμεριστική αντωνυμία)
τερος - τέρου - τέρ - τερον
τέρα - τέρας - τέρ - τέραν
τερον - τέρου - τέρ - τερον
 
Πληθυντικός αριθμός
τεροι - τέρων - τέροις - τέρους
τεραι - τέρων - τέραις - τέρας
τερα - τέρων - τέροις - τερα
 
Αρσενικό (μετοχή Αορίστου του δράω-δρ)
δράσας, το δράσαντος, τ δράσαντι, τόν δράσαντα, δράσας
ο δράσαντες, τν δρασάντων, τος δράσασι, τούς δράσαντας, δράσαντες
Θηλυκό
δράσασα, τς δρασάσης, τ δρασάσ, τήν δράσασαν, δράσασα
α δράσασαι, τν δρασασν, τας δρασάσαις, τάς δρασάσας, δράσασαι
Ουδέτερο
τό δρσαν, το δράσαντος, τ δράσαντι, τό δρσαν, δρσαν
τά δράσαντα, τν δρασάντων, τος δράσασι, τά δράσαντα, δράσαντα
 
Αρσενικό (μετοχή Αορίστου του ξυγκαλέω-ξυγκαλ)
ξυγκαλέσας, το ξυγκαλέσαντος, τ ξυγκαλέσαντι, τόν ξυγκαλέσαντα, ξυγκαλέσας
ο ξυγκαλέσαντες, τν ξυγκαλεσάντων, τος ξυγκαλέσασι, τούς ξυγκαλέσαντας, ξυγκαλέσαντες
Θηλυκό
ξυγκαλέσασα, τς ξυγκαλεσάσης, τ ξυγκαλεσάσ, τήν ξυγκαλέσασαν, ξυγκαλέσασα
α ξυγκαλέσασαι, τν ξυγκαλεσασν, τας ξυγκαλεσάσαις, τάς ξυγκαλεσάσας, ξυγκαλέσασαι
Ουδέτερο
τό ξυγκαλέσαν, το ξυγκαλέσαντος, τ ξυγκαλέσαντι, τό ξυγκαλέσαν, ξυγκαλέσαν
τά ξυγκαλέσαντα, τν ξυγκαλεσάντων, τος ξυγκαλέσασι, τά ξυγκαλέσαντα, ξυγκαλέσαντα
 
Αρσενικό (μετοχή Μέλλοντα του διδάσκω)
διδάξων, το διδάξοντος, τ διδάξοντι, τόν διδάξοντα, διδάξων
ο διδάξοντες, τν διδαξόντων, τος διδάξουσι, τούς διδάξοντας, διδάξοντες
Θηλυκό
διδάξουσα, τς διδαξούσης, τ διδαξούσ, τήν διδάξουσαν, διδάξουσα
α διδάξουσαι, τν διδαξουσν, τας διδαξούσαις, τάς διδαξούσας, διδάξουσαι
Ουδέτερο
τό διδάξον, το διδάξοντος, τ διδάξοντι, τό διδάξον, διδάξον
τά διδάξοντα, τν διδαξόντων, τος διδάξουσι, τά διδάξοντα, διδάξοντα
 
Αρσενικό (μετοχή Αορίστου Β΄ του ρχομαι)
λθών, το λθόντος, τ λθόντι, τόν λθόντα, () λθών
ο λθόντες, τν λθόντων, τος λθοσι(ν), τούς λθόντας, () λθόντες
Θηλυκό
λθοσα, τς λθούσης, τ λθούσ, τήν λθοσαν, () λθοσα
α λθοσαι, τν λθουσν, τας λθούσαις, τάς λθούσας, () λθοσαι
Ουδέτερο
τό λθόν, το λθόντος, τ λθόντι, τό λθόν, () λθόν
τά λθόντα, τν λθόντων, τος λθοσι(ν), τά λθόντα, () λθόντα
 
Αρσενικό (μετοχή Ενεστώτα του χω)
χων, το χοντος, τ χοντι, τόν χοντα, χων
ο χοντες, τν χόντων, τος χουσι, τούς χοντας, χοντες
Θηλυκό
χουσα, τς χούσης, τ χούσ, τήν χουσαν, χουσα
α χουσαι, τν χουσν, τας χούσαις, τάς χούσας, χουσαι
Ουδέτερο
τό χον, το χοντος, τ χοντι, τό χον, χον
τά χοντα, τν χόντων, τος χουσι, τά χοντα, χοντα
 
Αρσενικό (μετοχή Αορίστου Β΄ του ξυλλαμβάνω)
ξυλλαβών, το ξυλλαβόντος, τ ξυλλαβόντι, τόν ξυλλαβόντα, ξυλλαβών
ο ξυλλαβόντες, τν ξυλλαβόντων, τος ξυλλαβοσι, τούς ξυλλαβόντας, ξυλλαβόντες
Θηλυκό
ξυλλαβοσα, τς ξυλλαβούσης, τ ξυλλαβούσ, τήν ξυλλαβοσαν, ξυλλαβοσα
α ξυλλαβοσαι, τν ξυλλαβουσν, τας ξυλλαβούσαις, τάς ξυλλαβούσας, ξυλλαβοσαι
Ουδέτερο
τό ξυλλαβόν, το ξυλλαβόντος, τ ξυλλαβόντι, τό ξυλλαβόν, ξυλλαβόν
τά ξυλλαβόντα, τν ξυλλαβόντων, τος ξυλλαβοσι, τά ξυλλαβόντα, ξυλλαβόντα
 
Αρσενικό (μετοχή Ενεστώτα του νεωτερίζω)
νεωτερίζων, το νεωτερίζοντος, τ νεωτερίζοντι, τόν νεωτερίζοντα, νεωτερίζων
ο νεωτερίζοντες, τν νεωτεριζόντων, τος νεωτερίζουσι, τούς νεωτερίζοντας, νεωτερίζοντες
Θηλυκό
νεωτερίζουσα, τς νεωτεριζούσης, τ νεωτεριζούσ, τήν νεωτερίζουσαν, νεωτερίζουσα
α νεωτερίζουσαι, τν νεωτεριζουσν, τας νεωτεριζούσαις, τάς νεωτεριζούσας, νεωτερίζουσαι
Ουδέτερο
τό νεωτερίζον, το νεωτερίζοντος, τ νεωτερίζοντι, τό νεωτερίζον, νεωτερίζον
τά νεωτερίζοντα, τν νεωτεριζόντων, τος νεωτερίζουσι, τά νεωτερίζοντα, νεωτερίζοντα
 
Αρσενικό (μετοχή Αορίστου Β΄ του φικνέομαι-φικνομαι)
φικόμενος, το φικομένου, τ φικομέν, τόν φικόμενον, φικόμενε
ο φικόμενοι, τν φικομένων, τος φικομένοις, τούς φικομένους, φικόμενοι
Θηλυκό
φικομένη, τς φικομένης, τ φικομέν, τήν φικομένην, φικομένη
α φικόμεναι, τν φικομένων, τας φικομέναις, τάς φικομένας, φικόμεναι
Ουδέτερο
τό φικόμενον, το φικομένου, τ φικομέν, τό φικόμενον, φικόμενον
τά φικόμενα, τν φικομένων, τος φικομένοις, τά φικόμενα, φικόμενα
 
Αρσενικό (μετοχή παθητικού Αορίστου του ξυλλέγομαι)
ξυλλεγείς, το ξυλλεγέντος, τ ξυλλεγέντι, τόν ξυλλεγέντα, ξυλλεγείς
ο ξυλλεγέντες, τν ξυλλεγέντων, τος ξυλλεγεσι, τούς ξυλλεγέντας, ξυλλεγέντες
Θηλυκό
ξυλλεγεσα, τς ξυλλεγείσης, τ ξυλλεγείσ, τήν ξυλλεγεσαν, ξυλλεγεσα
α ξυλλεγεσαι, τν ξυλλεγεισν, τας ξυλλεγείσαις, τάς ξυλλεγείσας, ξυλλεγεσαι
Ουδέτερο
τό ξυλλεγέν, το ξυλλεγέντος, τ ξυλλεγέντι, τό ξυλλεγέν, ξυλλεγέν
τά ξυλλεγέντα, τν ξυλλεγέντων, τος ξυλλεγεσι, τά ξυλλεγέντα, ξυλλεγέντα
 
Αρσενικό (μετοχή Ενεστώτα του μάχομαι)
μαχόμενος, το μαχομένου, τ μαχομέν, τόν μαχόμενον, μαχόμενε
ο μαχόμενοι, τν μαχομένων, τος μαχομένοις, τούς μαχομένους, μαχόμενοι
Θηλυκό
μαχομένη, τς μαχομένης, τ μαχομέν, τήν μαχομένην, μαχομένη
α μαχόμεναι, τν μαχομένων, τας μαχομέναις, τάς μαχομένας, μαχόμεναι
Ουδέτερο
τό μαχόμενον, το μαχομένου, τ μαχομέν, τό μαχόμενον, μαχόμενον
τά μαχόμενα, τν μαχομένων, τος μαχομένοις, τά μαχόμενα, μαχόμενα
 
Αρσενικό (μετοχή Ενεστώτα του παρακαλέω-παρακαλ)
παρακαλν, το παρακαλοντος, τ παρακαλοντι, τόν παρακαλοντα, παρακαλν
ο παρακαλοντες, τν παρακαλούντων, τος παρακαλοσι, τούς παρακαλοντας, παρακαλοντες
Θηλυκό
παρακαλοσα, τς παρακαλούσης, τ παρακαλούσ, τήν παρακαλοσαν, παρακαλοσα
α παρακαλοσαι, τν παρακαλουσν, τας παρακαλούσαις, τάς παρακαλούσας, παρακαλοσαι
Ουδέτερο
τό παρακαλον, το παρακαλοντος, τ παρακαλοντι, τό παρακαλον, παρακαλον
τά παρακαλοντα, τν παρακαλούντων, τος παρακαλοσι, τά παρακαλοντα, παρακαλοντα
 
Αρσενικό (μετοχή Ενεστώτα του πισχνέομαι-πισχνομαι)
πισχνούμενος, το πισχνουμένου, τ πισχνουμέν, τόν πισχνούμενον, πισχνούμενε
ο πισχνούμενοι, τν πισχνουμένων, τος πισχνουμένοις, τούς πισχνουμένους, πισχνούμενοι
Θηλυκό
πισχνουμένη, τς πισχνουμένης, τ πισχνουμέν, τήν πισχνουμένην, πισχνουμένη
α πισχνούμεναι, τν πισχνουμένων, τας πισχνουμέναις, τάς πισχνουμένας, πισχνούμεναι
Ουδέτερο
τό πισχνούμενον, το πισχνουμένου, τ πισχνουμέν, τό πισχνούμενον, πισχνούμενον
τά πισχνούμενα, τν πισχνουμένων, τος πισχνουμένοις, τά πισχνούμενα, πισχνούμενα
 
Αρσενικό (μετοχή Παρακειμένου του καταφεύγω)
καταπεφευγώς, το καταπεφευγότος, τ καταπεφευγότι, τόν καταπεφευγότα, καταπεφευγώς
ο καταπεφευγότες, τν καταπεφευγότων, τος καταπεφευγόσι, τούς καταπεφευγότας, καταπεφευγότες
Θηλυκό
καταπεφευγυα, τς καταπεφευγυίας, τ καταπεφευγυί, τήν καταπεφευγυαν, καταπεφευγυα
α καταπεφευγυαι, τν καταπεφευγυιν, τας καταπεφευγυίαις, τάς καταπεφευγυίας, καταπεφευγυαι
Ουδέτερο
τό καταπεφευγός, το καταπεφευγότος, τ καταπεφευγότι, τό καταπεφευγός, καταπεφευγός
τά καταπεφευγότα, τν καταπεφευγότων, τος καταπεφευγόσι, τά καταπεφευγότα, καταπεφευγότα
 
Αρσενικό (μετοχή Μέλλοντα του πείθω)
πείσων, το πείσοντος, τ πείσοντι, τόν πείσοντα, πείσων
ο πείσοντες, τν πεισόντων, τος πείσουσι, τούς πείσοντας, πείσοντες
Θηλυκό
πείσουσα, τς πεισούσης, τ πεισούσ, τήν πείσουσαν, πείσουσα
α πείσουσαι, τν πεισουσν, τας πεισούσαις, τάς πεισούσας, πείσουσαι
Ουδέτερο
τό πεσον, το πείσοντος, τ πείσοντι, τό πεσον, πεσον
τά πείσοντα, τν πεισόντων, τος πείσουσι, τά πείσοντα, πείσοντα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...