Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἕπομαι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἕπομαι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Johan Swanepoel

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἕπομαι»
 
[ἕπομαι: ακολουθώ]
 
Ενεστώτας
Οριστική
ἕπομαι, ἕπῃ/ἕπει, ἕπεται, ἑπόμεθα, ἕπεσθε, ἕπονται
Υποτακτική
ἕπωμαι, ἕπῃ, ἕπηται, ἑπώμεθα, ἕπησθε, ἕπωνται
Ευκτική
ἑποίμην, ἕποιο, ἕποιτο, ἑποίμεθα, ἕποισθε, ἕποιντο
Προστακτική
---, ἕπου, ἑπέσθω, ---, ἕπεσθε, ἑπέσθων ή ἑπέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἕπεσθαι
Μετοχή
ἑπόμενος
ἑπομένη
ἑπόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
εἱπόμην, εἵπου, εἵπετο, εἱπόμεθα, εἵπεσθε, εἵποντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ἕψομαι, ἕψῃ/ἕψει, ἕψεται, ἑψόμεθα, ἕψεσθε, ἕψονται
Ευκτική
ἑψοίμην, ἕψοιο, ἕψοιτο, ἑψοίμεθα, ἕψοισθε, ἕψοιντο
Απαρέμφατο
ἕψεσθαι
Μετοχή
ἑψόμενος
ἑψομένη
ἑψόμενον
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
ἑσπόμην, ἕσπου, ἕσπετο, ἑσπόμεθα, ἕσπεσθε, ἕσποντο
Υποτακτική
ἑπίσπωμαι, ἑπίσπῃ, ἑπίσπηται, ἑπισπώμεθα, ἑπίσπησθε, ἑπίσπωνται
Ευκτική
ἑπισποίμην, ἑπίσποιο, ἑπίσποιτο, ἑπισποίμεθα, ἑπίσποισθε, ἑπίσποιντο
Προστακτική
---, ἑπίσπου, ἑπισπέσθω, ----, ἑπίσπεσθε, ἑπισπέσθων ή ἑπισπέσθωσαν
Απαρέμφατο
ἑπισπέσθαι
Μετοχή
ἑπισπόμενος, ἑπισπομένη, ἑπισπόμενον
 
Παρακείμενος
Οριστική
ἠκολούθηκα, ἠκολούθηκας, ἠκουληθηκε, ἠκολουθήκαμεν, ἠκολουθήκατε, ἠκολουθήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ὦ
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ᾖς
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ᾖ
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ὦμεν
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ἦτε
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός εἴην
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός εἴης
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός εἴη
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα εἴητε (εἶτε)
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ἴσθι
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός ἔστω
---
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ἔστε
ἠκολουθηκότες- ἠκολουθηκυῖαι- ἠκολουθηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ἠκολουθηκέναι
Μετοχή
ἠκολουθηκώς- ἠκολουθηκυῖα- ἠκολουθηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἠκολουθήκειν, ἠκολουθήκεις, ἠκολουθήκει, ἠκολουθήκεμεν, ἠκολουθήκετε, ἠκολουθήκεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου