Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐεργετέω-ῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐεργετέω-ῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Mohammed Alnaser

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «εὐεργετέω-ῶ»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
εὐεργετῶ, εὐεργετεῖς, εὐεργετεῖ, εὐεργετοῦμεν, εὐεργετεῖτε, εὐεργετοῦσι(ν)
Υποτακτική
εὐεργετῶ, εὐεργετῇς, εὐεργετῇ, εὐεργετῶμεν, εὐεργετῆτε, εὐεργετῶσι(ν)
Ευκτική
εὐεργετοῖμι, εὐεργετοῖς, εὐεργετοῖ, ή εὐεργετοίην, εὐεργετοίης, εὐεργετοίη, εὐεργετοῖμεν, εὐεργετοῖτε, εὐεργετοῖεν
Προστακτική
---, εὐεργέτει, εὐεργετείτω, ---, εὐεργετεῖτε, εὐεργετούντων (ή εὐεργετείτωσαν)
Απαρέμφατο
εὐεργετεῖν
Μετοχή
εὐεργετῶν, εὐεργετοῦσα, εὐεργετοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
εὐηργέτουν, εὐηργέτεις, εὐηργέτει, εὐηργετοῦμεν, εὐηργετεῖτε, εὐηργέτουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
εὐεργετήσω, εὐεργετήσεις, εὐεργετήσει, εὐεργετήσομεν, εὐεργετήσετε, εὐεργετήσουσι(ν)
Ευκτική
εὐεργετήσοιμι, εὐεργετήσοις, εὐεργετήσοι, εὐεργετήσοιμεν, εὐεργετήσοιτε, εὐεργετήσοιεν
Απαρέμφατο
εὐεργετήσειν
Μετοχή
εὐεργετήσων, εὐεργετήσουσα, εὐεργετῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
εὐηργέτησα, εὐηργέτησας, εὐηργέτησε(ν), εὐηργετήσαμεν, εὐηργετήσατε, εὐηργέτησαν
Υποτακτική
εὐεργετήσω, εὐεργετήσῃς, εὐεργετήσῃ, εὐεργετήσωμεν, εὐγεργετήσητε, εὐγεργετήσωσι(ν)
Ευκτική
εὐεργετήσαιμι, εὐεργετήσαις ή εὐεργετήσειας, εὐεργετήσαι ή εὐεργετήσαιε(ν) εὐεργετήσαιμεν, εὐεργετήσαιτε, εὐεργετήσαιεν ή εὐργετήσειαν
Προστακτική
---, εὐεργέτησον, εὐεργετησάτω, ---, εὐεργετήσατε, εὐεργετησάντων (ή εὐεργετησάτωσαν)
Απαρέμφατο
εὐεργετῆσαι
Μετοχή
εὐεργετήσας, εὐεργετήσασα, εὐεργετῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εὐηργέτηκα, εὐηργέτηκας, εὐηργέτηκε, εὐηργετήκαμεν, εὐηργετήκατε, εὐηργετήκασι(ν)
 
Υποτακτική
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός ὦ
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός ᾖς
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός ᾖ
εὐηργετηκότες- εὐηργετηκυῖαι- εὐηργετηκότα ὦμεν
εὐηργετηκότες- εὐηργετηκυῖαι- εὐηργετηκότα ἦτε
εὐηργετηκότες- εὐηργετηκυῖαι- εὐηργετηκότα ὦσι
 
Ευκτική
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός εἴην
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός εἴης
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός εἴη
εὐηργετηκότες- εὐηργετηκυῖαι- εὐηργετηκότα εἴημεν (εἶμεν)
εὐηργετηκότες- εὐηργετηκυῖαι- εὐηργετηκότα εἴητε (εἶτε)
εὐηργετηκότες- εὐηργετηκυῖαι- εὐηργετηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός ἴσθι
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός ἔστω
---
εὐηργετηκότες- εὐηργετηκυῖαι- εὐηργετηκότα ἔστε
εὐηργετηκότες- εὐηργετηκυῖαι- εὐηργετηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
εὐηργετηκέναι
Μετοχή
εὐηργετηκώς- εὐηργετηκυῖα- εὐηργετηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εὐηργετήκειν, εὐηργετήκεις, εὐηργετήκει, εὐηργετήκεμεν, εὐηργετήκετε, εὐηργετήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
εὐεργετοῦμαι, εὐεργετῇ/εὐεργετεῖ, εὐεργετεῖται, εὐεργετοῦμεθα, εὐεργετεῖσθε, εὐργετοῦνται
Υποτακτική
εὐεργετῶμαι, εὐεργετῇ, εὐεργετῆται, εὐεργετώμεθα, εὐεργετῆσθε, εὐεργετῶνται
Ευκτική
εὐεργετοίμην, εὐεργετοῖο, εὐεργετοῖτο, εὐεργετοίμεθα, εὐεργετοῖσθε, εὐεργετοῖντο
Προστακτική
---,εὐεργετοῦ, εὐεργετείσθω, ---, εὐεργετεῖσθε, εὐεργετείσθων ή εὐεργετείσθωσαν
Απαρέμφατο
εὐεργετεῖσθαι
Μετοχή
εὐεργετούμενος
εὐεργετουμένη
εὐεργετούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
εὐηργετούμην, εὐηργετοῦ, εὐηργετεῖτο, εὐηργετούμεθα, εὐηργετεῖσθε, εὐηργετοῦντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
εὐεργετηθήσομαι, εὐεργετηθήσῃ ή εὐεργετηθήσει, εὐεργετηθήσεται, εὐεργετηθησόμεθα, εὐεργετηθήσεσθε, εὐεργετηθήσονται
Ευκτική
εὐεργετηθησοίμην, εὐεργετηθήσοιο, εὐεργετηθήσοιτο, εὐεργετηθησοίμεθα, εὐεργετηθήσοισθε, εὐεργετηθήσοιντο
Απαρέμφατο
εὐεργετηθήσεσθαι
Μετοχή
εὐεργετηθησόμενος
εὐεργετηθησομένη
εὐεργετηθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
εὐηργετήθην, εὐηργετήθης, εὐηργετήθη, εὐηργετήθημεν, εὐηργετήθητε, εὐηργετήθησαν
Υποτακτική
εὐεργετηθῶ, εὐεργετηθῇς, εὐεργετηθῇ, εὐεργετηθῶμεν, εὐεργετηθῆτε, εὐεργετηθῶσι(ν)
Ευκτική
εὐεργετηθείην, εὐεργετηθείης, εὐεργετηθείη, εὐεργετηθείημεν ή εὐεργετηθεῖμεν, εὐεργετηθείητε ή εὐεργετηθεῖτε, εὐεργετηθείησαν ή εὐεργετηθεῖεν
Προστακτική
---, εὐεργετήθητι, εὐεργετηθήτω, ---, εὐεργετήθητε, εὐεργετηθέντων ή εὐεργετηθήτωσαν
Απαρέμφατο
εὐεργετηθῆναι
Μετοχή
εὐεργετηθείς
εὐεργετηθεῖσα
εὐεργετηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εὐηργέτημαι, εὐηργέτησαι, εὐηργέτηται, εὐηργετήμεθα, εὐηργέτησθε, εὐηργέτηνται
 
Υποτακτική
εὐηργετημένος- εὐηργετημένη-εὐηργετημένον ὦ
εὐηργετημένος- εὐηργετημένη-εὐηργετημένον ᾖς
εὐηργετημένος- εὐηργετημένη-εὐηργετημένον ᾖ
εὐηργετημένοι- εὐηργετημέναι-εὐηργετημένα ὦμεν
εὐηργετημένοι- εὐηργετημέναι-εὐηργετημένα ἦτε
εὐηργετημένοι- εὐηργετημέναι-εὐηργετημένα ὦσι
 
Ευκτική
εὐηργετημένος- εὐηργετημένη-εὐηργετημένον εἴην
εὐηργετημένος- εὐηργετημένη-εὐηργετημένον εἴης
εὐηργετημένος- εὐηργετημένη-εὐηργετημένον εἴη
εὐηργετημένοι- εὐηργετημέναι-εὐηργετημένα εἴημεν (εἶμεν)
εὐηργετημένοι- εὐηργετημέναι-εὐηργετημένα εἴητε (εἶτε)
εὐηργετημένοι- εὐηργετημέναι-εὐηργετημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, εὐηργέτησο, εὐηργετήσθω, --- εὐηργέτησθε, εὐηργετήσθων ή εὐηργετήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
εὐηργετῆσθαι
Μετοχή
εὐηργετημένος,
εὐηργετημένη,
εὐηργετημένον
 
Υπερσυντέλικος
εὐηργετήμην, εὐηργέτησο, εὐηργέτητο, εὐηργετήμεθα, εὐηργέτησθε, εὐηργέτηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου