Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ζώννυμι» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ζώννυμι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Kim Lockman 
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ζώννυμι»
 
ζώννυμι = ζώνω
 
Ενεστώτας
Οριστική
ζώννυμι, ζώννυς, ζώννυσι, ζώννυμεν, ζώννυτε, ζωννύασι(ν)
Υποτακτική
ζωννύω, ζωννύς, ζωννύ, ζωννύωμεν, ζωννύητε, ζωννύωσι(ν)
Ευκτική
ζωννύοιμι, ζωννύοις, ζωννύοι, ζωννύοιμεν, ζωννύοιτε, ζωννύοιεν
Προστακτική
---, ζώννυ, ζωννύτω, ---, ζώννυτε, ζωννύντων (ή ζωννύτωσαν)
Απαρέμφατο
ζωννύναι
Μετοχή
ζωννύς, ζωννσα, ζωννύν
 
Αόριστος
Οριστική
ζωσα, ζωσας, ζωσε(ν), ζώσαμεν, ζώσατε, ζωσαν
Υποτακτική
ζώσω, ζώσς, ζώσ, ζώσωμεν, ζώσητε, ζώσωσι(ν)
Ευκτική
ζώσαιμι, ζώσαις ή ζώσειας, ζώσαι ή ζώσειε(ν), ζώσαιμεν, ζώσαιτε, ζώσαιεν ή ζώσειαν
Προστακτική
---, ζσον, ζωσάτω, ---, ζώσατε, ζωσάντων (ή ζωσάτωσαν)
Απαρέμφατο
ζσαι
Μετοχή
ζώσας, ζώσασα, ζσαν
 
Παθητικός Παρακείμενος
Οριστική
ζωσμαιζωμαι), ζωσαι, ζωσται, ζώσμεθα, ζωσθε, ζωσμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
ζωσμένος- ζωσμένη- ζωσμένον
ζωσμένος- ζωσμένη- ζωσμένον ς
ζωσμένος- ζωσμένη- ζωσμένον
ζωσμένοι- ζωσμέναι- ζωσμένα μεν
ζωσμένοι- ζωσμέναι- ζωσμένα τε
ζωσμένοι- ζωσμέναι- ζωσμένα σι
 
Ευκτική
ζωσμένος- ζωσμένη- ζωσμένον εην
ζωσμένος- ζωσμένη- ζωσμένον εης
ζωσμένος- ζωσμένη- ζωσμένον εη
ζωσμένοι- ζωσμέναι- ζωσμένα εημεν (εμεν)
ζωσμένοι- ζωσμέναι- ζωσμένα εητε (ετε)
ζωσμένοι- ζωσμέναι- ζωσμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, ζωσο, ζώσθω, --- ζωσθε, ζώσθων ή ζώσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ζσθαι
Μετοχή
ζωσμένος,
ζωσμένη,
ζωσμένον

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...