Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καλύπτω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καλύπτω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Jenny Newland 

 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «καλύπτω»
 
Ενεργητική Φωνή
(Το υ του ρήματος είναι βραχύχρονο)
 
Ενεστώτας
Οριστική
καλύπτω, καλύπτεις, καλύπτει, καλύπτομεν, καλύπτετε, καλύπτουσι(ν)
Υποτακτική
καλύπτω, καλύπτῃς, καλύπτῃ, καλύπτωμεν, καλύπτητε, καλύπτωσι(ν)
Ευκτική
καλύπτοιμι, καλύπτοις, καλύπτοι, καλύπτοιμεν, καλύπτοιτε, καλύπτοιεν
Προστακτική
---, κάλυπτε, καλυπτέτω, ---, καλύπτετε, καλυπτόντων (ή καλυπτέτωσαν)
Απαρέμφατο
καλύπτειν
Μετοχή
καλύπτων, καλύπτουσα, καλύπτον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκάλυπτον, ἐκάλυπτες, ἐκάλυπτε, ἐκαλύπτομεν, ἐκαλύπτετε, ἐκάλυπτον
 
Μέλλοντας
Οριστική
καλύψω, καλύψεις, καλύψει, καλύψομεν, καλύψετε, καλύψουσι(ν)
Ευκτική
καλύψοιμι, καλύψοις, καλύψοι, καλύψοιμεν, καλύψοιτε, καλύψοιεν
Απαρέμφατο
καλύψειν
Μετοχή
καλύψων, καλύψουσα, καλύψον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐκάλυψα, ἐκάλυψας, ἐκάλυψε(ν), ἐκαλύψαμεν, ἐκαλύψατε, ἐκάλυψαν
Υποτακτική
καλύψω, καλύψῃς, καλύψῃ, καλύψωμεν, καλύψητε, καλύψωσι(ν)
Ευκτική
καλύψαιμι, καλύψαις ή καλύψειας, καλύψαι ή καλύψειε(ν), καλύψαιμεν, καλύψαιτε, καλύψαιεν ή καλύψειαν
Προστακτική
---, κάλυψον, καλυψάτω, ---, καλύψατε, καλυψάντων (ή καλυψάτωσαν)
Απαρέμφατο
καλύψαι
Μετοχή
καλύψας, καλύψασα, καλύψαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεκάλυφα, κεκάλυφας, κεκάλυφε, κεκαλύφαμεν, κεκαλύφατε, κεκαλύφασι(ν)
 
Υποτακτική
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός ὦ
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός ᾖς
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός ᾖ
κεκαλυφότες- κεκαλυφυῖαι- κεκαλυφότα ὦμεν
κεκαλυφότες- κεκαλυφυῖαι- κεκαλυφότα ἦτε
κεκαλυφότες- κεκαλυφυῖαι- κεκαλυφότα ὦσι
 
Ευκτική
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός εἴην
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός εἴης
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός εἴη
κεκαλυφότες- κεκαλυφυῖαι- κεκαλυφότα εἴημεν (εἶμεν)
κεκαλυφότες- κεκαλυφυῖαι- κεκαλυφότα εἴητε (εἶτε)
κεκαλυφότες- κεκαλυφυῖαι- κεκαλυφότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός ἴσθι
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός ἔστω
---
κεκαλυφότες- κεκαλυφυῖαι- κεκαλυφότα ἔστε
κεκαλυφότες- κεκαλυφυῖαι- κεκαλυφότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
κεκαλυφέναι
Μετοχή
κεκαλυφώς- κεκαλυφυῖα- κεκαλυφός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ἐκεκαλύφειν, ἐκεκαλύφεις, ἐκεκαλύφει, ἐκεκαλύφεμεν, ἐκεκαλύφετε, ἐκεκαλύφεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
καλύπτομαι, καλύπτῃ ή καλύπτει, καλύπτεται, καλυπτόμεθα, καλύπτεσθε, καλύπτονται
Υποτακτική
καλύπτωμαι, καλύπτῃ, καλύπτηται, καλυπτώμεθα, καλύπτησθε, καλύπτωνται
Ευκτική
καλυπτοίμην, καλύπτοιο, καλύπτοιτο, καλυπτοίμεθα, καλύπτοισθε, καλύπτοιντο
Προστακτική
---, καλύπτου, καλυπτέσθω, ---, καλύπτεσθε, καλυπτέσθων ή καλυπτέσθωσαν
Απαρέμφατο
καλύπτεσθαι
Μετοχή
καλυπτόμενος
καλυπτομένη
καλυπτόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ἐκαλυπτόμην, ἐκαλύπτου, ἐκαλύπτετο, ἐκαλυπτόμεθα, ἐκαλύπτεσθε, ἐκαλύπτοντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
καλύψομαι, καλύψῃ ή καλύψει, καλύψεται, καλυψόμεθα, καλύψεσθε, καλύψονται
Ευκτική
καλυψοίμην, καλύψοιο, καλύψοιτο, καλυψοίμεθα, καλύψοισθε, καλύψοιντο
Απαρέμφατο
καλύψεσθαι
Μετοχή
καλυψόμενος
καλυψομένη
καλυψόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
καλυφθήσομαι, καλυφθήσῃ ή καλυφθήσει, καλυφθήσεται, καλυφθησόμεθα, καλυφθήσεσθε, καλυφθήσονται
Ευκτική
καλυφθησοίμην, καλυφθήσοιο, καλυφθήσοιτο, καλυφθησοίμεθα, καλυφθήσοισθε, καλυφθήσοιντο
Απαρέμφατο
καλυφθήσεσθαι
Μετοχή
καλυφθησόμενος
καλυφθησομένη
καλυφθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ἐκαλυψάμην, ἐκαλύψω, ἐκαλύψατο, ἐκαλυψάμεθα, ἐκαλύψασθε, ἐκαλύψαντο
Υποτακτική
καλύψωμαι, καλύψῃ, καλύψηται, καλυψώμεθα, καλύψησθε, καλύψωνται
Ευκτική
καλυψαίμην, καλύψαιο, καλύψαιτο, καλυψαίμεθα, καλύψαισθε, καλύψαιντο
Προστακτική
---, κάλυψαι, καλυψάσθω, ---, καλύψασθε, καλυψάσθων ή καλυψάσθωσαν
Απαρέμφατο
καλύψασθαι
Μετοχή
καλυψάμενος
καλυψαμένη
καλυψάμενον
 
Παθητικός Αόριστος Α΄
Οριστική
ἐκαλύφθην, ἐκαλύφθης, ἐκαλύφθη, ἐκαλύφθημεν, ἐκαλύφθητε, ἐκαλύφθησαν
Υποτακτική
καλυφθῶ, καλυφθῇς, καλυφθῇ, καλυφθῶμεν, καλυφθῆτε, καλυφθῶσι(ν)
Ευκτική
καλυφθείην, καλυφθείης, καλυφθείη, καλυφθείημεν ή καλυφθεῖμεν, καλυφθείητε ή καλυφθεῖτε, καλυφθείησαν ή καλυφθεῖεν
Προστακτική
---, καλύφθητι, καλυφθήτω, ---, καλύφθητε, καλυφθέντων ή καλυφθήτωσαν
Απαρέμφατο
καλυφθῆναι
Μετοχή
καλυφθείς
καλυφθεῖσα
καλυφθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κεκάλυμμαι, κεκάλυψαι, κεκάλυπται, κεκαλύμμεθα, κεκάλυφθε, κεκαλυμμένοι εἰσί(ν)
 
Υποτακτική
κεκαλυμμένος- κεκαλυμμένη- κεκαλυμμένον ὦ
κεκαλυμμένος- κεκαλυμμένη- κεκαλυμμένον ᾖς
κεκαλυμμένος- κεκαλυμμένη- κεκαλυμμένον ᾖ
κεκαλυμμένοι- κεκαλυμμέναι- κεκαλυμμένα ὦμεν
κεκαλυμμένοι- κεκαλυμμέναι- κεκαλυμμένα ἦτε
κεκαλυμμένοι- κεκαλυμμέναι- κεκαλυμμένα ὦσι
 
Ευκτική
κεκαλυμμένος- κεκαλυμμένη- κεκαλυμμένον εἴην
κεκαλυμμένος- κεκαλυμμένη- κεκαλυμμένον εἴης
κεκαλυμμένος- κεκαλυμμένη- κεκαλυμμένον εἴη
κεκαλυμμένοι- κεκαλυμμέναι- κεκαλυμμένα εἴημεν (εἶμεν)
κεκαλυμμένοι- κεκαλυμμέναι- κεκαλυμμένα εἴητε (εἶτε)
κεκαλυμμένοι- κεκαλυμμέναι- κεκαλυμμένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, κεκάλυψο, κεκαλύφθω, --- κεκάλυφθε, κεκαλύφθων ή κεκαλύφθωσαν
 
Απαρέμφατο
κεκαλύφθαι
Μετοχή
κεκαλυμμένος,
κεκαλυμμένη,
κεκαλυμμένον
 
Υπερσυντέλικος
ἐκεκαλύμμην, ἐκεκάλυψο, ἐκεκάλυπτο, ἐκεκαλύμμεθα, ἐκεκάλυφθε, κεκαλυμμένοι ἦσαν

1 σχόλια:

ΟΙ ΨΩΝΑΡΕΣ είπε...

Καταπληκτική δουλειά!! Συγχαρητήρια

Δημοσίευση σχολίου