Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁμολογέω- ὁμολογῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁμολογέω- ὁμολογῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ὁμολογέω- ὁμολογῶ»
 
ὁμολογῶ = συμφωνώ, παραδέχομαι
 
Ενεργητική φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὁμολογῶ, ὁμολογεῖς, ὁμολογεῖ, ὁμολογοῦμεν, ὁμολογεῖτε, ὁμολογοῦσι(ν)
Υποτακτική
ὁμολογῶ, ὁμολογῇς, ὁμολογῇ, ὁμολογῶμεν, ὁμολογῆτε, ὁμολογῶσι(ν)
Ευκτική
ὁμολογοῖμι, ὁμολογοῖς, ὁμολογοῖ (ή ὁμολογοίην, ὁμολογοίης, ὁμολογοίη), ὁμολογοῖμεν, ὁμολογοῖτε, ὁμολογοῖεν
Προστακτική
---, ὁμολόγει, ὁμολογείτω, ---, ὁμολογεῖτε, ὁμολογούντων ή ὁμολογείτωσαν
Απαρέμφατο
ὁμολογεῖν
Μετοχή
ὁμολογῶν, ὁμολογοῦσα, ὁμολογοῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
ὡμολόγουν, ὡμολόγεις, ὡμολόγει, ὡμολογοῦμεν, ὡμολογεῖτε, ὡμολόγουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὁμολογήσω, ὁμολογήσεις, ὁμολογήσει, ὁμολογήσομεν, ὁμολογήσετε, ὁμολογήσουσι(ν)
Ευκτική
ὁμολογήσοιμι, ὁμολογήσοις, ὁμολογήσοι, ὁμολογήσοιμεν, ὁμολογήσοιτε, ὁμολογήσοιεν
Απαρέμφατο
ὁμολογήσειν
Μετοχή
ὁμολογήσων, ὁμολογήσουσα, ὁμολογῆσον
 
Αόριστος
Οριστική
ὡμολόγησα, ὡμολόγησας, ὡμολόγησε(ν), ὡμολογήσαμεν, ὡμολογήσατε, ὡμολόγησαν
Υποτακτική
ὁμολογήσω, ὁμολογήσῃς, ὁμολογήσῃ, ὁμολογήσωμεν, ὁμολογήσητε, ὁμολογήσωσι(ν)
Ευκτική
ὁμολογήσαιμι, ὁμολογήσαις ή ὁμολογήσειας, ὁμολογήσαι ή ὁμολογήσειε(ν), ὁμολογήσαιμεν, ὁμολογήσαιτε, ὁμολογήσαιεν ή ὁμολογήσειαν
Προστακτική
---, ὁμολόγησον, ὁμολογησάτω, ---, ὁμολογήσατε, ὁμολογησάντων (ή ὁμολογησάτωσαν)
Απαρέμφατο
ὁμολογῆσαι
Μετοχή
ὁμολογήσας, ὁμολογήσασα, ὁμολογῆσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὡμολόγηκα, ὡμολόγηκας, ὡμολόγηκε, ὡμολογήκαμεν, ὡμολογήκατε, ὡμολογήκασι(ν)
 
Υποτακτική
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός ὦ
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός ᾖς
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός ᾖ
ὡμολογηκότες- ὡμολογηκυῖαι- ὡμολογηκότα ὦμεν
ὡμολογηκότες- ὡμολογηκυῖαι- ὡμολογηκότα ἦτε
ὡμολογηκότες- ὡμολογηκυῖαι- ὡμολογηκότα ὦσι
 
Ευκτική
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός εἴην
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός εἴης
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός εἴη
ὡμολογηκότες- ὡμολογηκυῖαι- ὡμολογηκότα εἴημεν (εἶμεν)
ὡμολογηκότες- ὡμολογηκυῖαι- ὡμολογηκότα εἴητε (εἶτε)
ὡμολογηκότες- ὡμολογηκυῖαι- ὡμολογηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός ἴσθι
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός ἔστω
---
ὡμολογηκότες- ὡμολογηκυῖαι- ὡμολογηκότα ἔστε
ὡμολογηκότες- ὡμολογηκυῖαι- ὡμολογηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
ὡμολογηκέναι
Μετοχή
ὡμολογηκώς- ὡμολογηκυῖα- ὡμολογηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
ὡμολογήκειν, ὡμολογήκεις, ὡμολογήκει, ὡμολογήκεμεν, ὡμολογήκετε, ὡμολογήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
ὁμολογοῦμαι, ὁμολογῇ ή ὁμολογεῖ, ὁμολογεῖται, ὁμολογούμεθα, ὁμολογεῖσθε, ὁμολογοῦνται
Υποτακτική
ὁμολογῶμαι, ὁμολογῇ, ὁμολογῆται, ὁμολογώμεθα, ὁμολογῆσθε, ὁμολογῶνται
Ευκτική
ὁμολογοίμην, ὁμολογοῖο, ὁμολογοῖτο, ὁμολογοίμεθα, ὁμολογοῖσθε, ὁμολογοῖντο
Προστακτική
---,ὁμολογοῦ, ὁμολογείσθω, ---, ὁμολογεῖσθε, ὁμολογείσθων ή ὁμολογείσθωσαν
Απαρέμφατο
ὁμολογεῖσθαι
Μετοχή
ὁμολογούμενος
ὁμολογουμένη
ὁμολογούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
ὡμολογούμην, ὡμολογοῦ, ὡμολογεῖτο, ὡμολογούμεθα, ὡμολογεῖσθε, ὡμολογοῦντο
 
Μέλλοντας
Οριστική
ὁμολογήσομαι, ὁμολογήσῃ ή ὁμολογήσει, ὁμολογήσεται, ὁμολογησόμεθα, ὁμολογήσεσθε, ὁμολογήσονται
Ευκτική
ὁμολογησοίμην, ὁμολογήσοιο, ὁμολογήσοιτο, ὁμολογησοίμεθα, ὁμοολογήσοισθε, ὁμολογήσοιντο
Απαρέμφατο
ὁμολογήσεσθαι
Μετοχή
ὁμολογησόμενος
ὁμολογησομένη
ὁμολογησόμενον
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
ὁμολογηθήσομαι, ὁμολογηθήσῃ ή ὁμολογθήσει, ὁμολογηθήσεται, ὁμολογηθησόμεθα, ὁμολογηθήσεσθε, ὁμολογηθήσονται
Ευκτική
ὁμολογηθησοίμην, ὁμολογηθήσοιο, ὁμολογηθήσοιτο, ὁμολογηθησοίμεθα, ὁμολογηθήσοισθε, ὁμολογηθήσοιντο
Απαρέμφατο
ὁμολογηθήσεσθαι
Μετοχή
ὁμολογηθησόμενος
ὁμολογηθησομένη
ὁμολογηθησόμενον
 
Αόριστος
Οριστική
ὡμολογησάμην, ὡμολογήσω, ὡμολογήσατο, ὡμολογησάμεθα, ὡμολογήσασθε, ὡμολογήσαντο
Υποτακτική
ὁμολογήσωμαι, ὁμολογήσῃ, ὁμολογήσηται, ὁμολογησώμεθα, ὁμολογήσησθε, ὁμολογήσωνται
Ευκτική
ὁμολογησαίμην, ὁμολογήσαιο, ὁμολογήσαιτο, ὁμολογησαίμεθα, ὁμολογήσαισθε, ὁμολογήσαιντο
Προστακτική
---, ὁμολόγησαι, ὁμολογησάσθω, ---, ὁμολογήσασθε, ὁμολογησάσθων ή ὁμολογησάσθωσαν
Απαρέμφατο
ὁμολογήσασθαι
Μετοχή
ὁμολογησάμενος
ὁμολογησαμένη
ὁμολογησάμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
ὡμολογήθην, ὡμολογήθης, ὡμολογήθη, ὡμολογήθημεν, ὡμολογήθητε, ὡμολογήθησαν
Υποτακτική
ὁμολογηθῶ, ὁμολογηθῇς, ὁμολογηθῇ, ὁμολογηθῶμεν, ὁμολογηθῆτε, ὁμολογηθῶσι(ν)
Ευκτική
ὁμολογηθείην, ὁμολογηθείης, ὁμολογηθείη, ὁμολογηθείημεν ή ὁμολογηθεῖμεν, ὁμολογηθείητε ή ὁμολογηθεῖτε, ὁμολογηθείησαν ή ὁμολογηθεῖεν
Προστακτική
---, ὁμολογήθητι, ὁμολογηθήτω, ---, ὁμολογήθητε, ὁμολογηθέντων ή ὁμολογηθήτωσαν
Απαρέμφατο
ὁμολογηθῆναι
Μετοχή
ὁμολογηθείς
ὁμολογηθεῖσα
ὁμολογηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
ὡμολόγημαι, ὡμολόγησαι, ὡμολόγηται, ὡμολογήμεθα, ὡμολόγησθε, ὡμολόγηνται
 
Υποτακτική
ὡμολογημένος- ὡμολογημένη- ὡμολογημένον ὦ
ὡμολογημένος- ὡμολογημένη- ὡμολογημένον ᾖς
ὡμολογημένος- ὡμολογημένη- ὡμολογημένον ᾖ
ὡμολογημένοι- ὡμολογημέναι- ὡμολογημένα ὦμεν
ὡμολογημένοι- ὡμολογημέναι- ὡμολογημένα ἦτε
ὡμολογημένοι- ὡμολογημέναι- ὡμολογημένα ὦσι
 
Ευκτική
ὡμολογημένος- ὡμολογημένη- ὡμολογημένον εἴην
ὡμολογημένος- ὡμολογημένη- ὡμολογημένον εἴης
ὡμολογημένος- ὡμολογημένη- ὡμολογημένον εἴη
ὡμολογημένοι- ὡμολογημέναι- ὡμολογημένα εἴημεν (εἶμεν)
ὡμολογημένοι- ὡμολογημέναι- ὡμολογημένα εἴητε (εἶτε)
ὡμολογημένοι- ὡμολογημέναι- ὡμολογημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, ὡμολόγησο, ὡμολογήσθω, --- ὡμολόγησθε, ὡμολογήσθων ή ὡμολογήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
ἠρκέσθαι
Μετοχή
ὡμολογημένος,
ὡμολογημένη,
ὡμολογημένον
 
Υπερσυντέλικος
ὡμολογήμην, ὡμολόγησο, ὡμολόγητο, ὡμολογήμεθα, ὡμολόγησθε, ὡμολόγηντο
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου