Κωνσταντίνος Καβάφης «Καλός και κακός καιρός» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Κωνσταντίνος Καβάφης «Καλός και κακός καιρός»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Κωνσταντίνος Καβάφης «Καλός και κακός καιρός»
 
Δεν με πειράζει ν πλών
ξω χειμνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει νοιξι, χαρά ληθινή.
Το γέλοιο εναι κτίνα, μαλαματένια λη,
σαν την γάπη λλο δεν εναι περιβόλι,
το τραγουδιο ζέστη λα τα χιόνια λυώνει.
 
Τί φελε που φυτρώνει
λουλούδια ξω νοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
χω χειμνα μέσα μου σαν καρδιά πονε.
στεναγμς τον λιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν χεις λύπη Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα εναι τα δάκρυα πό το κρύο χιόνι.
 
[1893]
 
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο αποκηρυγμένο αυτό ποίημα χρησιμοποιεί, καθ’ επίδραση του παρνασσισμού, τη δημοτική γλώσσα, ενώ, συνάμα, επηρεασμένος από τον συμβολισμό περιορίζει το νοηματικό βάθος του ποιήματος επιχειρώντας να αποδώσει στη σύνθεσή του έναν πιο λυρικό χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα είναι, όπως ο ίδιος σχολιάζει, ένα ποίημα «σχεδόν άνευ αξίας», γι’ αυτό και καταλήγει στα αποκηρυγμένα. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα ποίημα που προϊδεάζει για μια, εκ των υστέρων, διαπιστωμένη αλήθεια για το έργο του ποιητή, την ελάσσονα σημασία που αποδίδει ο Καβάφης στη φύση. Στο «Καλός και κακός καιρός» ο ποιητής δηλώνει πως η διάθεσή του δεν εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, αλλά καθώς εξελίσσεται το σώμα του ποιητικού του έργου διαφαίνεται πως ο Καβάφης τείνει να αντλεί τη συγκίνηση στην ποίησή του από καταστάσεις της νόησης και όχι από το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος. Μοιάζει, υπ’ αυτή την έννοια, να μας προδιαθέτει ο ποιητής για το γεγονός πως στο έργο του δεν πρόκειται να δώσει βαρύνουσα θέση στη φύση.
 
Δεν με πειράζει ν πλών
ξω χειμνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει νοιξι, χαρά ληθινή.
Το γέλοιο εναι κτίνα, μαλαματένια λη,
σαν την γάπη λλο δεν εναι περιβόλι,
το τραγουδιο ζέστη λα τα χιόνια λυώνει.
 
Το κείμενο κινείται στη λογική των αντιθέσεων, με κυριότερη εκείνη μεταξύ των δύο στροφών. Παραλλήλως, όμως, αντίθεση υπάρχει και στο εσωτερικό κάθε στροφής, προκειμένου να αναδειχθεί το γεγονός πως η συναισθηματική κατάσταση του ποιητή δεν επηρεάζεται από τον καιρό ή τις εποχές του χρόνου. Σε πρώτο πρόσωπο ο ποιητής δηλώνει πως τον αφήνουν ανεπηρέαστο οι εκφάνσεις του χειμωνιάτικου καιρού είτε πρόκειται για το κρύο και τα σύννεφα είτε για την ομίχλη. Όταν ο ποιητής αισθάνεται χαρούμενος, νιώθει σαν να επικρατεί μέσα του η άνοιξη και ο ίδιος είναι σε θέση να βιώνει αληθινή χαρά, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες. Η ευτυχία είναι μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση, που έχει τη δυνατότητα να υπερκεράσει τις καιρικές συνθήκες. Το γέλιο, το φανέρωμα αυτό της εύθυμης διάθεσης, μπορεί να λειτουργήσει σαν μια χρυσή ακτίνα που φωτίζει τον γύρω χώρο, όσο άσχημες κι αν είναι οι καιρικές συνθήκες. Ακόμη πιο ισχυρή είναι η δύναμη της αγάπης, εφόσον, όπως αυτό δηλώνεται με τη χρήση παρομοίωσης, λειτουργεί σαν ένα «περιβόλι» από το οποίο μπορούν να αναδυθούν και να γεννηθούν πλείστα θετικά συναισθήματα, τα οποία διαμορφώνουν ένα ισχυρός αίσθημα ευδαιμονίας. Η εύθυμη, συνάμα, προσέγγιση της ζωής, όπως αυτή επιτυγχάνεται μέσω του τραγουδιού μπορεί να δημιουργήσει ένα εσωτερικό συναίσθημα ζεστασιάς ικανό να «λιώσει» τα χιόνια και να αψηφήσει το εξωτερικό κρύο και τη φαινομενικά αρνητική όψη του χειμώνα.
 
Τί φελε που φυτρώνει
λουλούδια ξω νοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
χω χειμνα μέσα μου σαν καρδιά πονε.
στεναγμς τον λιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν χεις λύπη Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα εναι τα δάκρυα πό το κρύο χιόνι.
 
Κατά τρόπο αντίθετο, στο πλαίσιο της δεύτερης στροφής δηλώνεται από τον ποιητή πως όταν ο ίδιος είναι συναισθηματικά πληγωμένος δεν τον βοηθά ο ανοιξιάτικος καιρός και τα όσα τον συνοδεύουν. Τα λουλούδια και η πρασινάδα που προσφέρει σε αφθονία η άνοιξη δεν έχουν για τον ποιητή κανένα όφελος όταν είναι πικραμένος, εφόσον μοιάζει να επικρατεί χειμώνας μέσα του. Όταν το άτομο ωθείται στο να αναστενάξει από το εσωτερικό σφίξιμο που του προκαλεί η ψυχική οδύνη και η εσωτερική αγωνία, τότε επικαλύπτεται ακόμη και ο λαμπρότερος ήλιος, εφόσον το φως του δεν επαρκεί σε καμία περίπτωση για να βελτιώσει τη διάθεσή του. Όπως εύλογα επισημαίνει ο ποιητής, όταν αισθάνεσαι θλίψη ακόμη και ο ανοιξιάτικος Μάης μοιάζει με τον χειμωνιάτικο Δεκέμβρη, αφού το συναίσθημα της λύπης κάνει τα πάντα γύρω να φαίνονται στενάχωρα και θλιμμένα. Τα δάκρυα του πληγωμένου ανθρώπου είναι πιο κρύα κι από το χιόνι, καθώς φανερώνουν ένα βαθύ αίσθημα οδύνης και δεν επιτρέπουν στο άτομο να αισθανθεί ευδαιμονία όσο «καλές» κι αν είναι οι κλιματικές συνθήκες.
Το παιχνίδι αυτό των αντιθέσεων, αν και υποδηλώνει μια προσωπική τάση του Καβάφη να εστιάζει περισσότερο στον κόσμο των ιδεών και της νόησης παρά στη φύση, δεν παύει να έχει μια γενικότερη εφαρμογή. Ο ποιητής εντοπίζει μια πανανθρώπινη αλήθεια, δοθέντος πως μήτε ο πραγματικός πόνος μπορεί να αντιμετωπιστεί με την καλοκαιρία, μήτε η αληθινή χαρά να επισκιαστεί από τον κακό καιρό.
 
Σχόλια του Γ. Π. Σαββίδη:
Το ποίημα αποτελείται από δύο εξάστιχα συμμετρικά και σε περιεχόμενο και σε μετρική, με ομοιοκαταληξία αβγδδα - αβγεεα. Ο πρώτος στίχος κάθε στροφής είναι 9σύλλαβος, ο δεύτερος 15σύλλαβος, ο τρίτος οξύτονος 14σύλλαβος, και οι τρεις επόμενοι είναι «νόθοι» 14σύλλαβοι — δηλ. ο καθένας τους συντίθεται από δύο 7σύλλαβους.
Τούτο είναι το πρώτο δημοσιευμένο πρωτότυπο ποίημα του Κ. στην δημοτική. Το 1886 είχε δημοσιέψει το «Μάταιος, μάταιος Έρως», που εδώ περιλήφθηκε στις μεταφράσεις του (βλ. αρ. 28). Αντίστοιχα, ανάμεσα στα σωζόμενα Ανέκδοτα υπάρχουν δύο ποιήματα του 1885 γραμμένα σε δημοτική («Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα» και «Το Νιχώρι»), και το χρονολογικά αμέσως επόμενο («Οι Τέσσαρες Τοίχοι της Κάμαράς μου») είναι γραμμένο τον Μάρτιο 1893.
 
Το ποίημα τοτο —σχεδόν νευ ξίας— διεγράφη πό τον κατάλογον τν ποιημάτων μου. 24 Μαΐου 1906. (Αρχείο Παπουτσάκη).

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου