Η δοκιμασία των προβληματικών επιχειρήσεων (1983)
Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 η ελληνική βιομηχανία εισήλθε σε μια περίοδο κρίσης. Η κρίση ήταν προϊόν ενός σύνθετου πλέγματος παραγόντων. Ανάμεσά τους, ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός, η χαλάρωση της εγχώριας ζήτησης σε σειρά κλάδων, η μείωση της προστασίας, η ανεπάρκεια των διοικητικών πρακτικών στις κορυφές των επιχειρήσεων, οι εσφαλμένες επενδυτικές αποφάσεις και η υπερχρέωση. Πρόκειται για παράγοντες που επενεργούσαν στο επιχειρηματικό επίπεδο. Αντίθετα, στο μακροοικονομικό επίπεδο οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες λόγω της συνεχούς διεύρυνσης της κρατικής ζήτησης.
Η κλίμακα της κρίσης γίνεται εμφανής εάν υπενθυμίσουμε ότι στο απώγειό της (περίπου το 1983) 11 από τους 19 βιομηχανικούς τομείς της Ελλάδας, η περηφάνεια της μεταπολεμικής εκβιομηχάνισης, εμφάνιζαν μεγάλες ζημιές. Ιδιαίτερα είχαν θιγεί οι παραδοσιακοί κλάδοι (OECD 1989). […]
Υπήρχε βέβαια ένα ευγενές κίνητρο πίσω από τις προσπάθειες υποστήριξης και, στη συνέχεια, της κρατικοποίησης. Συνίστατο στην επιθυμία να αποφευχθούν οι οδυνηρές συνέπειες της μαζικής χρεοκοπίας του πυρήνα της ελληνικής βιομηχανίας. Βέβαια, υπήρχαν και άλλες λιγότερο αθώες προθέσεις που τελικά προσδιόρισαν την τελική έκβαση των προσπαθειών: η ανταπόκριση στα αιτήματα οργανωμένων συμφερόντων που είχαν ως πρότυπο τη δημοσιοϋπαλληλική μονιμότητα και αποτελούσαν πολιτικά στηρίγματα του κυβερνώντος κόμματος και η τακτοποίηση κομματικών στελεχών σε διευθυντικές θέσεις.
Το 1983 η κυβέρνηση ανέλαβε μια μεγάλη επιχείρηση διάσωσης με την ίδρυση του ΟΑΕ. Ο διακηρυγμένος στόχος του ΟΑΕ ήταν να προωθήσει τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων, αλλά εκτός από τα οικονομικά κίνητρα λειτούργησαν και τα ιδεολογικά. Όπως εξηγούσε αργότερα ο Γεράσιμος Αρσένης, τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας «η εξυγίανση ιδιωτικών προβληματικών επιχειρήσεων από τον δημόσιο τομέα θα διέλυε το μύθο της συγκριτικής υπεροχής του ιδιωτικού τομέα στο χώρο της παραγωγής». Την ίδια στιγμή αναγνώριζε ότι το έργο αυτό θα έπρεπε κανονικά να αναληφθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και να συνδεθεί με την εξυγίανση της επίσης κρατικής Εθνικής, στην οποία ήταν χρεωμένες πολλές επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση, βεβαίωνε ο Γεράσιμος Αρσένης, με αφορμή την κρίση, είχε κηρύξει οικονομικό πόλεμο εναντίον του παλαιού οικονομικού κατεστημένου και των μηχανισμών δανειοδότησής του που δεν είχαν οδηγήσει πουθενά.
Ο νόμος για την ίδρυση του ΟΑΕ (1386/1983), άνοιξε τον δρόμο για είσοδο στον δημόσιο τομέα σε πολλές επιχειρήσεις. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα είχαν υποβληθεί 250 σχετικά αιτήματα και σε αυτά πρωτοστατούσαν τα εργατικά συνδικάτα. Ως το 1985 έγιναν δεκτές 44 επιχειρήσεις με πρώτη ένα από τα καμάρια της ελληνικής βιομηχανίας, την Πειραϊκή Πατραϊκή με 7.500 εργαζομένους. Ακολούθησαν μερικά από τα επίσης γνωστότερα ονόματα της βιομηχανίας. Το 1986 προστέθηκε η ΑΓΕΤ-Ηρακλής, μετά από συνεχείς αντεγκλήσεις ανάμεσα σε ιδιοκτήτες, κυβέρνηση και Εθνική Τράπεζα. Όλες μαζί απασχολούσαν 30.000 άτομα, χωρίς να συνυπολογίσουμε την απασχόληση στις προμηθεύουσες εταιρείες. Άλλη πηγή (ΟΑΕ το 1986) ανεβάζει τον αριθμό των απασχολουμένων σε 41 επιχειρήσεις του ΟΑΕ σε περίπου 54.5000. Οι επιχειρήσεις του ΟΑΕ αντιπροσώπευαν τέλος μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας στη μεταποίηση. Μεταγενέστερα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (Μάρτιος 1991) τις ανέβασαν σε 62 που απασχολούσαν 22.000 άτομα. Σε αυτές προσθέτουμε τις 44 επιχειρήσεις του κρατικοποιημένου ομίλου της Εμπορικής και της Εθνικής Τράπεζας με 35.000 απασχολούμενους, τις 67 επιχειρήσεις της Αγροτικής Τράπεζας και της ΕΤΒΑ με 19.000 απασχολούμενους και τους 57 λοιπούς δημόσιους φορείς με 132.000 απασχολούμενους, σύνολο 230 επιχειρήσεις με 208.000 απασχολούμενους. Το κράτος πίστευε ότι το ίδιο ήταν σε θέση να τα καταφέρει πολύ καλύτερα στην επιχείρηση εξυγίανσης μέσω του ΟΑΕ από τις «αχαλίνωτες δυνάμεις της αγοράς».
Ο ΟΑΕ δεν έδωσε λύση στο πρόβλημα. Απλά, το μετέθετε στο μέλλον, διατηρώντας στο μεταξύ τεχνητά σε λειτουργία μη βιώσιμες επιχειρήσεις με τεράστιο κόστος για το κράτος και την οικονομία. Ούτε η εξυγίανση έγινε. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Πειραϊκής-Πατραϊκής στην οποία επιχειρήθηκε έστω με μεγάλη αργοπορία το 1986 να εφαρμοστεί μετά από συμφωνία μετόχων, πιστωτών και ΟΑΕ ένα πρόγραμμα εξυγίανσης. Κατάληξη των προσπαθειών ήταν ο διαμελισμός και η διάλυση του συγκροτήματος. Ο ΟΑΕ απέτυχε συνεπώς στους δύο σκοπούς του, την εξυγίανση και επάνοδο στην οικονομική ζωή των βιώσιμων, το κλείσιμο των υπολοίπων. Μετατράπηκε σε εγγυητή μη παραγωγικής απασχόλησης και εισοδημάτων. Σύντομα, δημιουργήθηκε ένας μεγάλος συνασπισμός συμφερόντων μέσα και έξω από τον ΟΑΕ και τις επιχειρήσεις του, που ήταν ικανοποιημένος με το status quo. Η υποαπασχόληση μέσα σε όλες εκείνες τις επιχειρήσεις μεγάλωσε και προσδιόριζε τις νοοτροπίες. Τα χρέη διογκώθηκαν. Συνολικά η ζημιά θα πρέπει να έφθασε το 1 τρισεκατομμύριο δραχμές.
Μπροστά στην εξέλιξη αυτή, ο ΟΑΕ συμβολίζει την αποτυχία του κρατικού παρεμβατισμού στην Ελλάδα. Η σύλληψη, θεωρητικά, δεν ήταν λαθεμένη. Υπό άλλες συνθήκες το «μοντέλο ΟΑΕ» θα μπορούσε πράγματι να λειτουργήσει. Αλλά την περίοδο της ίδρυσης και των πρώτων βημάτων του κυριαρχούσαν πολιτικές ψευδαισθήσεις για τις δυνατότητες του κράτους και σχεδόν μη οικονομικές αντιλήψεις για τον ρόλο του (αναδιανεμητικές μάλλον παρά αναπτυξιακές) ενώ οι ισχυροί δεσμοί συνδικάτων και κυβερνώντος κόμματος δεν άφηναν πολλά περιθώρια για πολιτικές εξυγίανσης.
Το 1991-92, άρχισε με αργόσυρτες διαδικασίες και σκληρές πολιτικές αντιπαραθέσεις (π.χ. γύρω από την ιδιωτικοποίηση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής) που κράτησαν ως το τέλος του αιώνα (1999) η εκκαθάριση του χαρτοφυλακίου του ΟΑΕ με ιδιωτικοποιήσεις και οριστικό κλείσιμο επιχειρήσεων.
Τα υπόλοιπα στοιχεία της πολιτικής προσφοράς το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘80 είτε δεν εφαρμόστηκαν τελικά, όπως τα εποπτικά συμβούλια του νόμου 1385/1983, είτε διόγκωσαν το πλέγμα προβληματικών επιχειρήσεων (τα «αγροτοβιομηχανικά συμπλέγματα») είτε κατέληξαν να ενδυναμώσουν τον ρόλο των οργανωμένων συμφερόντων εντός του κράτους και των ΔΕΚΟ προς όφελός τους, όπως συνέβη με τις κοινωνικοποιήσεις, δηλαδή τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση κρίσιμων ΔΕΚΟ (ΔΕΗ κ.ά.) με βάση τον νόμο 1365/1983 (Ν. Χριστοδουλάκης, Το νέο τοπίο της ανάπτυξης, Αθήνα, 1998, σ. 31).
Η πολιτική μετασχηματισμού οικονομικών δομών και θεσμών με προοπτική ένα μάλλον ρευστό σοσιαλιστικό πρότυπο οργάνωσης της κοινωνίας, θα εγκαταλειφθεί μετά το 1985, μολονότι στο διακηρυκτικό επίπεδο θα επιβεβαιώνονται περιοδικά οι σοσιαλιστικοί στόχοι.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου