Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐπιπλέω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐπιπλέω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «πιπλέω»
 
πιπλέω: πλέω εναντίον κάποιου, ταξιδεύω
 
Ενεστώτας
Οριστική
πιπλέω, πιπλες, πιπλε, πιπλέομεν, πιπλετε, πιπλέουσι(ν)
Υποτακτική
πιπλέω, πιπλές, πιπλέ, πιπλέωμεν, πιπλέητε, πιπλέωσι(ν)
Ευκτική
πιπλέοιμι, πιπλέοις, πιπλέοι, πιπλέοιμεν, πιπλέοιτε, πιπλέοιεν
Προστακτική
 ---, πιπλε, πιπλείτω, ---, πιπλετε, πιπλεόντων (ή πιπλείτωσαν)
Απαρέμφατο
πιπλεν
Μετοχή
πιπλέων, πιπλέουσα, πιπλέον
 
Κλίση μετοχής
πιπλέων, το πιπλέοντος, τ πιπλέοντι, τόν πιπλέοντα, πιπλέων
πιπλέουσα, τς πιπλεούσης, τ πιπλεούσ, τήν πιπλέουσαν, πιπλέουσα
τό πιπλέον, το πιπλέοντος, τ πιπλέοντι, τό πιπλέον, πιπλέον
 
ο πιπλέοντες, τν πιπλεόντων, τος πιπλέουσι(ν), τούς πιπλέοντας, πιπλέοντες
α πιπλέουσαι, τν πιπλεουσν, τας πιπλεούσαις, τάς πιπλεούσας, πιπλέουσαι
τά πιπλέοντα, τν πιπλεόντων, τος πιπλέουσι(ν), τά πιπλέοντα, πιπλέοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
πέπλεον, πέπλεις, πέπλει, πεπλέομεν, πεπλετε, πέπλεον
 
Μέλλοντας
Οριστική
πιπλεύσομαι, πιπλεύσ/πιπλεύσει, πιπλεύσεται, πιπλευσόμεθα, πιπλεύσεσθε, πιπλεύσονται
Ευκτική
πιπλευσοίμην, πιπλεύσοιο, πιπλεύσοιτο, πιπλευσοίμεθα, πιπλεύσοισθε, πιπλεύσοιντο
Απαρέμφατο
πιπλεύσεσθαι
Μετοχή
πιπλευσόμενος, πιπλευσουμένη, πιπλευσόμενον
 
Μέλλοντας (συνηρημένος)
Οριστική
πιπλευσομαι, πιπλευσ/πιπλευσε, πιπλευσεται, πιπλευσούμεθα, πιπλευσεσθε, πιπλευσονται
Ευκτική
πιπλευσοίμην, πιπλευσοο, πιπλευσοτο, πιπλευσοίμεθα, πιπλευσοσθε, πιπλευσοντο
Απαρέμφατο
πιπλευσεσθαι
Μετοχή
πιπλευσούμενος, πιπλευσουμένη, πιπλευσούμενον
 
Αόριστος
Οριστική
πέπλευσα, πέπλευσας, πέπλευσε(ν), πεπλεύσαμεν, πεπλεύσατε, πέπλευσαν
Υποτακτική
πιπλεύσω, πιπλεύσς, πιπλεύσ, πιπλεύσωμεν, πιπλεύσητε, πιπλεύσωσι(ν)
Ευκτική
πιπλεύσαιμι, πιπλεύσαις/πιπλεύσειας, πιπλεύσαι/πιπλεύσειε(ν), πιπλεύσαιμεν, πιπλεύσαιτε, πιπλεύσαιεν/πιπλεύσειαν
Προστακτική
 ---, πίπλευσον, πιπλευσάτω, ---, πιπλεύσατε, πιπλευσάντων (ή πιπλευσάτωσαν)
Απαρέμφατο
πιπλεσαι
Μετοχή
πιπλεύσας, πιπλεύσασα, πιπλεσαν
 
Κλίση μετοχής
πιπλεύσας, πιπλεύσαντος, πιπλεύσαντι, πιπλεύσαντα, πιπλεύσας
πιπλεύσασα, πιπλευσάσης, πιπλευσάσ, πιπλεύσασαν, πιπλεύσασα
πιπλεσαν, πιπλεύσαντος, πιπλεύσαντι, πιπλεσαν, πιπλεσαν
 
πιπλεύσαντες, πιπλευσάντων, πιπλεύσασι(ν), πιπλεύσαντας, πιπλεύσαντες
πιπλεύσασαι, πιπλευσασν, πιπλευσάσαις, πιπλευσάσας, πιπλεύσασαι
πιπλεύσαντα, πιπλευσάντων, πιπλεύσασι(ν), πιπλεύσαντα, πιπλεύσαντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
πιπέπλευκα, πιπέπλευκας, πιπέπλευκε(ν), πιπεπλεύκαμεν, πιπεπλεύκατε, πιπεπλεύκασι(ν)
 
Υποτακτική
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός ς
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός
πιπεπλευκότες, πιπεπλευκυαι, πιπεπλευκότα μεν
πιπεπλευκότες, πιπεπλευκυαι, πιπεπλευκότα τε
πιπεπλευκότες, πιπεπλευκυαι, πιπεπλευκότα σι
 
Ευκτική
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός εην
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός εης
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός εη
πιπεπλευκότες, πιπεπλευκυαι, πιπεπλευκότα εημεν (εμεν)
πιπεπλευκότες, πιπεπλευκυαι, πιπεπλευκότα εητε (ετε)
πιπεπλευκότες, πιπεπλευκυαι, πιπεπλευκότα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός σθι
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός στω
---
πιπεπλευκότες, πιπεπλευκυαι, πιπεπλευκότα στε
πιπεπλευκότες, πιπεπλευκυαι, πιπεπλευκότα στων
 
Απαρέμφατο
πιπεπλευκέναι
 
Μετοχή
πιπεπλευκώς, πιπεπλευκυα, πιπεπλευκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
πεπεπλεύκειν, πεπεπλεύκεις, πεπεπλεύκει, πεπεπλεύκεμεν, πεπεπλεύκετε, πεπεπλεύκεσαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου