Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος «δημεύω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος «δημεύω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος «δημεύω»
 
δημεύω: κάνω κάτι δημόσια περιουσία
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δημεύω, δημεύεις, δημεύει, δημεύομεν, δημεύετε, δημεύουσι(ν)
Υποτακτική
δημεύω, δημεύς, δημεύ, δημεύωμεν, δημεύητε, δημεύωσι(ν)
Ευκτική
δημεύοιμι, δημεύοις, δημεύοι, δημεύοιμεν, δημεύοιτε, δημεύοιεν
Προστακτική
---, δήμευε, δημευέτω, ---, δημεύετε, δημευόντων (ή δημευέτωσαν)
Απαρέμφατο
δημεύειν
Μετοχή
δημεύων, δημεύουσα, δημεον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δημεύων, το δημεύοντος, τ δημεύοντι, τόν δημεύοντα, δημεύων
ο δημεύοντες, τν δημευόντων, τος δημεύουσι, τούς δημεύοντας, δημεύοντες
 
Θηλυκό
δημεύουσα, τς δημευούσης, τ δημευούσ, τήν δημεύουσαν, δημεύουσα
α δημεύουσαι, τν δημευουσν, τας δημευούσαις, τάς δημευούσας, δημεύουσαι
 
Ουδέτερο
τό δημεον, το δημεύοντος, τ δημεύοντι, τό δημεον, δημεον
τά δημεύοντα, τν δημευόντων, τος δημεύουσι, τά δημεύοντα, δημεύοντα
 
Παρατατικός
Οριστική
δήμευον, δήμευες, δήμευε, δημεύομεν, δημεύετε, δήμευον
 
Αόριστος
Οριστική
δήμευσα, δήμευσας, δήμευσε(ν), δημεύσαμεν, δημεύσατε, δήμευσαν
Υποτακτική
δημεύσω, δημεύσς, δημεύσ, δημεύσωμεν, δημεύσητε, δημεύσωσι(ν)
Ευκτική
δημεύσαιμι, δημεύσαις ή δημεύσειας, δημεύσαι ή δημεύσειε(ν), δημεύσαιμεν, δημεύσαιτε, δημεύσαιεν ή δημεύσειαν
Προστακτική
---, δήμευσον, δημευσάτω, ---, δημεύσατε, δημευσάντων (ή δημευσάτωσαν)
Απαρέμφατο
δημεσαι
Μετοχή
δημεύσας, δημεύσασα, δημεσαν
 
Κλίση  μετοχής
Αρσενικό
δημεύσας, το δημεύσαντος, τ δημεύσαντι, τόν δημεύσαντα, δημεύσας
ο δημεύσαντες, τν δημευσάντων, τος δημεύσασι, τούς δημεύσαντας, δημεύσαντες
 
Θηλυκό
δημεύσασα, τς δημευσάσης, τ δημευσάσ, τήν δημεύσασαν, δημεύσασα
α δημεύσασαι, τν δημευσασν, τας δημευσάσαις, τάς δημευσάσας, δημεύσασαι
 
Ουδέτερο
τό δημεσαν, το δημεύσαντος, τ δημεύσαντι, τό δημεσαν, δημεσαν
τά δημεύσαντα, τν δημευσάντων, τος δημεύσασι, τά δημεύσαντα, δημεύσαντα
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
δημεύομαι, δημεύ/δημεύει, δημεύεται, δημευόμεθα, δημεύεσθε, δημεύονται
Υποτακτική
δημεύωμαι, δημεύ, δημεύηται, δημευώμεθα, δημεύησθε, δημεύωνται
Ευκτική
δημευοίμην, δημεύοιο, δημεύοιτο, δημευοίμεθα, δημεύοισθε, δημεύοιντο
Προστακτική
---, δημεύου, δημευέσθω, ---, δημεύεσθε, δημευέσθων ή δημευέσθωσαν
Απαρέμφατο
δημεύεσθαι
Μετοχή
δημευόμενος
δημευομένη
δημευόμενον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δημευόμενος, το δημευομένου, τ δημευομέν, τόν δημευόμενον, δημευόμενε
ο δημευόμενοι, τν δημευομένων, τος δημευομένοις, τούς δημευομένους, δημευόμενοι
 
Θηλυκό
δημευομένη, τς δημευομένης, τ δημευομέν, τήν δημευομένην, δημευομένη
α δημευόμεναι, τν δημευομένων, τας δημευομέναις, τάς δημευομένας, δημευόμεναι
 
Ουδέτερο
τό δημευόμενον, το δημευομένου, τ δημευομέν, τό δημευόμενον, δημευόμενον
τά δημευόμενα, τν δημευομένων, τος δημευομένοις, τά δημευόμενα, δημευόμενα
 
Παρατατικός
Οριστική
δημευόμην, δημεύου, δημεύετο, δημευόμεθα, δημεύεσθε, δημεύοντο
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
δημεύθην, δημεύθης, δημεύθη, δημεύθημεν, δημεύθητε, δημεύθησαν
Υποτακτική
δημευθ, δημευθς, δημευθ, δημευθμεν, δημευθτε, δημευθσι(ν)
Ευκτική
δημευθείην, δημευθείης, δημευθείη, δημευθείημεν ή δημευθεμεν, δημευθείητε ή δημευθετε, δημευθείησαν ή δημευθεεν
Προστακτική
---, δημεύθητι, δημευθήτω, ---, δημεύθητε, δημευθέντων ή δημευθήτωσαν
Απαρέμφατο
δημευθναι
Μετοχή
δημευθείς
δημευθεσα
δημευθέν
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δημευθείς, το δημευθέντος, τ δημευθέντι, τόν δημευθέντα, δημευθείς
ο δημευθέντες, τν δημευθέντων, τος δημευθεσι, τούς δημευθέντας, δημευθέντες
 
Θηλυκό
δημευθεσα, τς δημευθείσης, τ δημευθείσ, τήν δημευθεσαν, δημευθεσα
α δημευθεσαι, τν δημευθεισν, τας δημευθείσαις, τάς δημευθείσας, δημευθεσαι
 
Ουδέτερο
τό δημευθέν, το δημευθέντος, τ δημευθέντι, τό δημευθέν, δημευθέν
τά δημευθέντα, τν δημευθέντων, τος δημευθεσι, τά δημευθέντα, δημευθέντα
 
Παρακείμενος
Οριστική
δεδήμευμαι, δεδήμευσαι, δεδήμευται, δεδημεύμεθα, δεδήμευσθε, δεδήμευνται
 
Υποτακτική
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον ς
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα μεν
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα τε
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα σι
 
Ευκτική
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εην
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εης
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εη
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εημεν (εμεν)
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εητε (ετε)
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα εησαν (εεν)
 
Προστακτική
---, δεδήμευσο, δεδημεύσθω, ---, δεδήμευσθε, δεδημεύσθων
 
Απαρέμφατο
δεδημεσθαι
Μετοχή
δεδημευμένος,
δεδημευμένη,
δεδημευμένον
 
Κλίση μετοχής
Αρσενικό
δεδημευμένος, το δεδημευμένου, τ δεδημευμέν, τόν δεδημευμένον, δεδημευμένε
ο δεδημευμένοι, τν δεδημευμένων, τος δεδημευμένοις, τούς δεδημευμένους, δεδημευμένοι
 
Θηλυκό
δεδημευμένη, τς δεδημευμένης, τ δεδημευμέν, τήν δεδημευμένην, δεδημευμένη
α δεδημευμέναι, τν δεδημευμένων, τας δεδημευμέναις, τάς δεδημευμένας, δεδημευμέναι
 
Ουδέτερο
τό δεδημευμένον, το δεδημευμένου, τ δεδημευμέν, τό δεδημευμένον, δεδημευμένον
τά δεδημευμένα, τν δεδημευμένων, τος δεδημευμένοις, τά δεδημευμένα, δεδημευμένα
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
δεδημεύμην, δεδήμευσο, δεδήμευτο, δεδημεύμεθα, δεδήμευσθε, δεδήμευντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου