Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση του ρήματος «δημεύω»
Οριστική
δημεύω, δημεύεις, δημεύει, δημεύομεν, δημεύετε, δημεύουσι(ν)
δημεύω, δημεύῃς, δημεύῃ, δημεύωμεν, δημεύητε, δημεύωσι(ν)
δημεύοιμι, δημεύοις, δημεύοι, δημεύοιμεν, δημεύοιτε, δημεύοιεν
Προστακτική
---, δήμευε, δημευέτω, ---, δημεύετε, δημευόντων (ή δημευέτωσαν)
Απαρέμφατο
δημεύειν
Μετοχή
δημεύων, δημεύουσα, δημεῦον
Αρσενικό
ὁ δημεύων, τοῦ δημεύοντος, τῷ δημεύοντι, τόν δημεύοντα, ὦ δημεύων
ἡ δημεύουσα, τῆς δημευούσης, τῇ δημευούσῃ, τήν δημεύουσαν, ὦ δημεύουσα
τό δημεῦον, τοῦ δημεύοντος, τῷ δημεύοντι, τό δημεῦον, ὦ δημεῦον
Οριστική
ἐδήμευον, ἐδήμευες, ἐδήμευε, ἐδημεύομεν, ἐδημεύετε, ἐδήμευον
Οριστική
ἐδήμευσα, ἐδήμευσας, ἐδήμευσε(ν), ἐδημεύσαμεν, ἐδημεύσατε, ἐδήμευσαν
δημεύσω, δημεύσῃς, δημεύσῃ, δημεύσωμεν, δημεύσητε, δημεύσωσι(ν)
δημεύσαιμι, δημεύσαις ή δημεύσειας, δημεύσαι ή δημεύσειε(ν), δημεύσαιμεν, δημεύσαιτε, δημεύσαιεν ή δημεύσειαν
Προστακτική
---, δήμευσον, δημευσάτω, ---, δημεύσατε, δημευσάντων (ή δημευσάτωσαν)
Απαρέμφατο
δημεῦσαι
δημεύσας, δημεύσασα, δημεῦσαν
Αρσενικό
ὁ δημεύσας, τοῦ δημεύσαντος, τῷ δημεύσαντι, τόν δημεύσαντα, ὦ δημεύσας
ἡ δημεύσασα, τῆς δημευσάσης, τῇ δημευσάσῃ, τήν δημεύσασαν, ὦ δημεύσασα
τό δημεῦσαν, τοῦ δημεύσαντος, τῷ δημεύσαντι, τό δημεῦσαν, ὦ δημεῦσαν
Οριστική
δημεύομαι, δημεύῃ/δημεύει, δημεύεται, δημευόμεθα, δημεύεσθε, δημεύονται
δημεύωμαι, δημεύῃ, δημεύηται, δημευώμεθα, δημεύησθε, δημεύωνται
δημευοίμην, δημεύοιο, δημεύοιτο, δημευοίμεθα, δημεύοισθε, δημεύοιντο
Προστακτική
---, δημεύου, δημευέσθω, ---, δημεύεσθε, δημευέσθων ή δημευέσθωσαν
Απαρέμφατο
δημεύεσθαι
Μετοχή
δημευόμενος
δημευομένη
δημευόμενον
Αρσενικό
ὁ δημευόμενος, τοῦ δημευομένου, τῷ δημευομένῳ, τόν δημευόμενον, ὦ δημευόμενε
ἡ δημευομένη, τῆς δημευομένης, τῇ δημευομένῃ, τήν δημευομένην, ὦ δημευομένη
τό δημευόμενον, τοῦ δημευομένου, τῷ δημευομένῳ, τό δημευόμενον, ὦ δημευόμενον
Οριστική
ἐδημευόμην, ἐδημεύου, ἐδημεύετο, ἐδημευόμεθα, ἐδημεύεσθε, ἐδημεύοντο
Οριστική
ἐδημεύθην, ἐδημεύθης, ἐδημεύθη, ἐδημεύθημεν, ἐδημεύθητε, ἐδημεύθησαν
δημευθῶ, δημευθῇς, δημευθῇ, δημευθῶμεν, δημευθῆτε, δημευθῶσι(ν)
δημευθείην, δημευθείης, δημευθείη, δημευθείημεν ή δημευθεῖμεν, δημευθείητε ή δημευθεῖτε, δημευθείησαν ή δημευθεῖεν
---, δημεύθητι, δημευθήτω, ---, δημεύθητε, δημευθέντων ή δημευθήτωσαν
Απαρέμφατο
δημευθῆναι
δημευθείς
δημευθεῖσα
Αρσενικό
ὁ δημευθείς, τοῦ δημευθέντος, τῷ δημευθέντι, τόν δημευθέντα, ὦ δημευθείς
ἡ δημευθεῖσα, τῆς δημευθείσης, τῇ δημευθείσῃ, τήν δημευθεῖσαν, ὦ δημευθεῖσα
τό δημευθέν, τοῦ δημευθέντος, τῷ δημευθέντι, τό δημευθέν, ὦ δημευθέν
Οριστική
δεδήμευμαι, δεδήμευσαι, δεδήμευται, δεδημεύμεθα, δεδήμευσθε, δεδήμευνται
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον ὦ
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον ᾖς
δεδημευμένοι- δεδημευμέναι-δεδημευμένα ὦμεν
δεδημευμένος- δεδημευμένη-δεδημευμένον εἴην
---, δεδήμευσο, δεδημεύσθω, ---, δεδήμευσθε, δεδημεύσθων
δεδημεῦσθαι
δεδημευμένος,
δεδημευμένη,
δεδημευμένον
Αρσενικό
ὁ δεδημευμένος, τοῦ δεδημευμένου, τῷ δεδημευμένῳ, τόν δεδημευμένον, ὦ δεδημευμένε
ἡ δεδημευμένη, τῆς δεδημευμένης, τῇ δεδημευμένῃ, τήν δεδημευμένην, ὦ δεδημευμένη
τό δεδημευμένον, τοῦ δεδημευμένου, τῷ δεδημευμένῳ, τό δεδημευμένον, ὦ δεδημευμένον
Οριστική
ἐδεδημεύμην, ἐδεδήμευσο, ἐδεδήμευτο, ἐδεδημεύμεθα, ἐδεδήμευσθε, ἐδεδήμευντο


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου