China Mieville «Μετά τον Οκτώβρη» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

China Mieville «Μετά τον Οκτώβρη»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
China Mieville «Μετά τον Οκτώβρη»
 
     Ο Τσόρτσιλ έχει γίνει ιδιαζόντως εμμονικός με το «ακατονόμαστο κτήνος», με την «αχρεία χωριάτικη φαυλότητα του μπολσεβικισμού» και δηλώνει απερίφραστα ότι είναι ο χειρότερος εχθρός του. «Απ’ όλες τις τυραννίες στην ιστορία, η μπολσεβίκικη τυραννία είναι η χειρότερη, η πιο ολέθρια, η πιο εκφυλιστική» αποφαίνεται το 1919. «Αποτελεί κατάφωρη ανοησία να παριστάνουμε ότι δεν είναι κατά πολύ χειρότερη από τη γερμανική στρατοκρατία». Καθώς τελειώνει ο πόλεμος, ο Τσόρτσιλ δημοσιοποιεί την πρόθεσή του: «Να τσακίσουμε τους μπολσεβίκους! Να φιλήσουμε τους Ούνους!».
     Οι Σύμμαχοι έστειλαν στρατεύματα στη Ρωσία, έστησαν εμπάργκο, εμπόδισαν τα τρόφιμα να φτάσουν στον πληθυσμό της Σοβιετικής Ρωσίας που λιμοκτονούσε. Και χρηματοδότησαν τους Λευκούς, όσο δυσάρεστοι κι αν τους ήταν – υποστήριξαν μια δικτατορία υπό τον Αλεξάντερ Κολτσάκ, ενώ θεωρούσαν τον Γκριγκόρι Σεμένοφ, του οποίου οι Κοζάκοι εξαπέλυσαν μια εκστρατεία τρόμου στη Σιβηρία, ως «ανεκτά αυστηρό» σύμφωνα με τα λόγια ενός Αμερικανού παρατηρητή.
     Μολαταύτα, οι ευέξαπτοι, καβγατζήδες Λευκοί, παρ’ όλη τη χρηματοδότηση, παρ’ όλη την υποστήριξη των Συμμάχων, είναι ανήμποροι να νικήσουν στο στρατιωτικό πεδίο ή να αποσπάσουν τη λαϊκή εύνοια, καθότι είναι αντίθετοι σε κάθε παραχώρηση στη ρωσική αγροτιά και τις ανήσυχες εθνοτικές μειονότητες – και εξαιτίας της βάρβαρης βίας τους. Τα στρατεύματά τους επιδίδονται αδιακρίτως σε σφαγές, καίνε χωριά και σκοτώνουν περίπου 150.000 Εβραίους σε παράφορα πογκρόμ, ενώ κάνουν βασανιστήρια για παραδειγματισμό –μαστιγώνουν μαζικά, θάβουν ζωντανούς, ακρωτηριάζουν, σέρνουν αιχμαλώτους πίσω από άλογα– και εκτελούν με συνοπτικές διαδικασίες. Συχνά έχουν ρητές εντολές, με χυδαίο τρόπο μάλιστα, να μην κρατάνε ζωντανούς αιχμαλώτους.
     Αυτή η τρομοκρατία υπηρετεί το όραμά τους για έναν νέο αυταρχισμό. Εάν ηττηθεί ο μπολσεβικισμός από τους Λευκούς, γράφει ο αυτόπτης μάρτυρας Τσάμπερλεν, θα αντικατασταθεί από έναν «αιμοσταγή στρατιωτικό δικτάτορα... που θα καλπάσει στη Μόσχα καβάλα σ’ ένα λευκό άτι». Δεν θα έδινε η ιταλική γλώσσα τη λέξη για τον φασισμό στον κόσμο αλλά η ρωσική, όπως το θέτει αργότερα ο Τρότσκι.
     Κάτω από τέτοιες αδυσώπητες πιέσεις, περνάνε μήνες και χρόνια ανείπωτης βαρβαρότητας και βασάνων, λιμοκτονίας, μαζικού θανάτου, σχεδόν ολοσχερούς κατάρρευσης της βιομηχανίας και του πολιτισμού, ληστειών, πογκρόμ, μαρτυρίων και κανιβαλισμού. Και το πολιορκημένο καθεστώς εξαπολύει τη δική του Κόκκινη Τρομοκρατία.
     Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι απλώνεται και βαθαίνει πέρα από κάθε έλεγχο· ότι κάποιοι πράκτορες της Τσεκά, της πολιτικής αστυνομίας, καταγοητευμένοι από την προσωπική εξουσία, τον σαδισμό ή την εξαχρείωση των καιρών, είναι κακοποιοί και φονιάδες, χωρίς την παραμικρή πολιτική πεποίθηση, φορείς ενός δικού τους, νέου αυταρχισμού. Αφθονούν οι μαρτυρίες για τα ειδεχθή εγκλήματά τους.
     Άλλοι πράκτορες κάνουν τη δουλειά τους με αγωνία. Κάποιοι είναι σκεπτικοί, ακόμα και αηδιασμένοι, απέναντι στην ιδέα της επιβολής, έστω και εξαιτίας μιας απεγνωσμένης αναγκαιότητας, ενός «ηθικού» τρόμου, μιας τρομοκρατίας έστω και όσο γίνεται περισσότερο περιορισμένης, αλλά και πάλι είναι συνταρακτικές οι μαρτυρίες αυτών των πρακτόρων που βασανίζονταν από τύψεις. «Έχω χύσει τόσο αίμα που δεν έχω πια το δικαίωμα να ζω» λέει μεθυσμένος και διασαλευμένος ο Ντζερζίνσκι στα τέλη του 1918. «Πρέπει να με σκοτώσετε τώρα αμέσως» εκλιπαρεί.
 
     Μια απίθανη πηγή, ο υποστράτηγος Γουίλιαμ Γκρέιβς, διοικητής των δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σιβηρία, θεωρεί ότι μπορεί να πει με κάθε βεβαιότητα πως «οι αντιμπολσεβίκοι σκότωναν εκατό ανθρώπους στην Ανατολική Σιβηρία για έναν που σκότωναν οι μπολσεβίκοι». Πολλοί ηγέτες του σοβιετικού καθεστώτος παλεύουν να συγκρατήσουν τις εκφυλιστικές τάσεις της δικής τους Τρομοκρατίας, για τις οποίες είναι φριχτά ενήμεροι. Το 1918, μια εφημερίδα της Τσεκά τάσσεται κραυγαλέα υπέρ των βασανιστηρίων· η Κεντρική Επιτροπή επικρίνει δριμύτατα τους συντάκτες και κλείνει την εφημερίδα, ενώ το Σοβιέτ ανανεώνει την καταδίκη τέτοιων πρακτικών. Δεν χωράει όμως αμφιβολία ότι απλώνεται σταθερά μια πολιτική και ηθική σήψη.
     Αντιμέτωπο με την ολοσχερή κατάρρευση και με έναν συνεχιζόμενο ολέθριο λιμό, στα 1921, το καθεστώς ανακαλεί τα έκτακτα μέτρα των δημεύσεων και του ελέγχου μέσω του στρατού, τη φάση που είναι γνωστή ως «Πολεμικός Κομμουνισμός» και προχωρεί στη Νέα Οικονομική Πολιτική, [Novaya Ekonomicheskaya Politika], γνωστή ως ΝΕΠ. Από το 1921 έως το 1927, το καθεστώς ενθαρρύνει έναν βαθμό ιδιωτικής πρωτοβουλίας και επιτρέπει σε μικρής κλίμακας επιχειρήσεις να κερδοφορούν. Η πολιτική των μισθών φιλελευθεροποιείται, εξουσιοδοτούνται αλλοδαποί ειδήμονες και τεχνικοί σύμβουλοι. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση δημιουργεί διάφορα μεγάλα συλλογικά αγροκτήματα, μεγάλες μερίδες γης παραδίδονται στους πιο εύπορους αγρότες. Οι «νεπίτες», κομπιναδόροι και κερδοσκόποι, αρχίζουν να βγάζουν πολλά με σπέκουλες και διοχέτευση αγαθών στη μαύρη αγορά.
     Η χώρα υπομένει ολέθρια επακόλουθα, τη διάλυση της βιομηχανίας και της γεωργίας αλλά και της ίδιας της εργατικής τάξης. Ο Πολεμικός Κομμουνισμός ήταν μια απεγνωσμένη επείγουσα αναγκαιότητα, και η ΝΕΠ μια απαραίτητη οπισθοδρόμηση, που διασφαλίζει έναν βαθμό σταθερότητας και επιφέρει τόνωση της παραγωγής. Είναι μια έκφραση αδυναμίας, και έχει το τίμημά της. Ο γραφειοκρατικός μηχανισμός εγείρεται τώρα πάνω από τα τσακισμένα απομεινάρια της τάξης την οποία διατείνεται ότι εκφράζει.
     Στο εσωτερικό των μπολσεβίκων υπάρχουν διαφωνούντα γκρουπούσκουλα, επίσημα και ανεπίσημα. Η Κολοντάι και ο Σλιάπνικοφ ηγούνται της «Εργατικής Αντιπολίτευσης» και λαχταράνε να δώσουν την εξουσία σε μια εργατική τάξη που σχεδόν δεν υπάρχει πια. Παλαιοί μπολσεβίκοι διανοούμενοι, «Δημοκράτες Κεντριστές» αντιτίθενται στον συγκεντρωτισμό. Το 1921, το Δέκατο Συνέδριο απαγορεύει τις τάσεις και τις φράξιες. Υπέρμαχοι της απαγόρευσης, όπως ο Λένιν, παρουσιάζουν την απαγόρευση αυτή σαν προσωρινή έκτακτη αναγκαιότητα για την ενότητα του κόμματος. Οι φράξιες που θα συγκροτηθούν αργότερα –η Αριστερή Αντιπολίτευση, η Ενωμένη Αντιπολίτευση– δεν θα είναι επίσημες.
     Η υγεία του Λένιν κλονίζεται. Θα υποστεί εγκεφαλικό το 1922 και το 1923, και θα δώσει την «ύστατη μάχη» όπως τη λένε, ενάντια στις γραφειοκρατικές διολισθήσεις, την αποστέωση και τη διαφθορά που βλέπει να εξαπλώνονται. Γίνεται καχύποπτος απέναντι στα στοιχεία της προσωπικότητας του Στάλιν και τη θέση του στον κομματικό μηχανισμό. Στα τελευταία του γραπτά επιμένει να απομακρυνθεί ο Στάλιν από τη θέση του γενικού γραμματέα.
 
Η συμβουλή του δεν εισακούεται.
 
Ο Λένιν πεθαίνει τον Ιανουάριο του 1924.
Το καθεστώς εσπευσμένα εγκαινιάζει μια κωμικοτραγική λατρεία για τον νεκρό, και σήμερα απ’ αυτήν απομένει το πιο κραυγαλέο στοιχείο της: η σορός του. Ένα ροζιασμένο και μακάβριο λείψανο που στο βάθρο του δέχεται υποκλίσεις.
     Το 1924, στο Δέκατο Τέταρτο Συνέδριο του Κόμματος, ενάντια στις διαμαρτυρίες του Τρότσκι και άλλων, το κόμμα προβαίνει σε μια ιλιγγιώδη μεταβολή. Τώρα αποδέχεται επισήμως τον ισχυρισμό του Στάλιν ότι «γενικά ο θρίαμβος του σοσιαλισμού (όχι με την έννοια της τελικής νίκης) είναι το δίχως άλλο εφικτός σε μία χώρα».
     Παρά τον εντός παρενθέσεως περιορισμό, η υιοθέτηση του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» είναι μια δραματική αντιστροφή μιας θεμελιώδους θέσης των μπολσεβίκων – και άλλων. Η μετατόπιση αυτή είναι γέννημα απελπισίας, καθώς ξεθωριάζουν οι όποιες προοπτικές για διεθνή επανάσταση. Αλλά εάν είναι ουτοπικό να ελπίζεις ότι η διεθνής βοήθεια πλησιάζει, πόσο πιο ουτοπικό είναι να στοιχηματίζεις στο ανέφικτο – στον αυταρχικό σοσιαλισμό; Μια πείσμων απαισιοδοξία, όσο δύσκολο κι αν θα ήταν να μεταβολιστεί, θα ήταν λιγότερο ολέθρια από τούτη τη φρούδα ελπίδα.
     Οι συνέπειες της νέας τοποθέτησης είναι καταστρεπτικές. Καθώς κάθε κατάλοιπο από την κουλτούρα διαλόγου και δημοκρατίας εξανεμίζεται, οι γραφειοκράτες γίνονται οι φύλακες μιας εκ των άνω προς τα κάτω εξέλιξης προς μια τερατωδία που τη βαφτίζουν «σοσιαλισμό». Και ο Στάλιν, η «γκρίζα μουντζούρα» στην καρδιά του μηχανισμού στήνει τα θεμέλια της εξουσίας του, το ίδιο του το κύρος ως πιο ίσου από όλους.
     Ανάμεσα στο 1924 και το 1928, η ατμόσφαιρα στη Ρωσία γίνεται ολοένα και πιο τοξική, οι εσωτερικές διαμάχες στο κόμμα γίνονται ολοένα και πιο σφοδρές, οι μετατοπίσεις στις εντάξεις και στις κλίκες ολοένα και πιο επιτακτικές και επικίνδυνες. Σύμμαχοι γίνονται αντίπαλοι και ύστερα πάλι σύμμαχοι. Το ουράνιο δίδυμο, οι Κάμενεφ και Ζινόβιεφ, συνάπτει ειρήνη με το καθεστώς. Ο Τρότσκι, όχι: εξαναγκάζεται σε έξοδο και από την Κεντρική Επιτροπή και από το κόμμα· οι υποστηρικτές του αποδοκιμάζονται και ταλαιπωρούνται, κακοποιούνται, ξυλοκοπούνται, οδηγούνται στην αυτοκτονία. Το 1928, η Αριστερή Αντιπολίτευση του Τρότσκι τσακίζεται και διαλύεται.
     Οι απειλές κατά του καθεστώτος πολλαπλασιάζονται, και ο Στάλιν εδραιώνει την ηγεμονία του. Καθώς η κρίση επεκτείνεται στην παγκόσμια οικονομία, αυτός αναγγέλλει τη «μεγάλη αλλαγή». «Δεν πρέπει να επιβραδύνουμε τον ρυθμό!» ανακοινώνει το 1931. Είναι το πρώτο Πεντάχρονο Πλάνο. «Είμαστε πενήντα ή και εκατό χρόνια πίσω από τις αναπτυγμένες χώρες. Πρέπει να καλύψουμε τούτη την απόσταση σε δέκα χρόνια. Αν δεν το κάνουμε, θα μας τσακίσουν».
     Έτσι δικαιολογείται η βάναυση εκβιομηχάνιση και κολεκτιβοποίηση, μια αμείλικτα συγκεντρωτική οικονομία και μια πολιτική κουλτούρα ελέγχου και διαταγών. Ακτιβιστές του κόμματος διώκονται μαζικά, αναγκάζονται να προδώσουν άλλους, να ομολογήσουν εξωφρενικά εγκλήματα με στεντόρειες διακηρύξεις. Στήνονται στο εκτελεστικό απόσπασμα από τούτη την αντεπανάσταση ενάντια στην παράδοσή τους, και στο όνομα αυτής της παράδοσης. Δεν αποτελεί άλλοθι και άμυνα η παλαιότερη πίστη και αφοσίωσή τους στον Στάλιν: ο μακρύς κατάλογος των μπολσεβίκων που θανατώθηκαν στη δεκαετία του 1930, και μετά, δεν περιλαμβάνει μόνο τον Τρότσκι και τον Μπουχάριν, αλλά και τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, και αναρίθμητους άλλους.
     Μαζί μ’ αυτόν τον εκφυλισμό προς τον δεσποτισμό έρχεται και μια αναβίωση του κρατισμού, του αντισημιτισμού και του εθνικισμού, καθώς και ζοφερές νόρμες στον πολιτισμό, τη σεξουαλικότητα αλλά και στην οικογενειακή ζωή. Ο σταλινισμός: ένα αστυνομικό κράτος παράνοιας, βαναυσότητας, δολοφονιών και κακογουστιάς.
Ύστερα από ένα παρατεταμένο σουύμερκι, «της λευτεριάς το αμυδρό το φως», αυτό που θα μπορούσε να είναι η αυγή γίνεται τελικά το σούρουπο. Όχι, δεν ανατέλλει, δεν έρχεται μια καινούργια μέρα. Έρχεται αυτό που ο Βικτόρ Σερζ αποκαλεί «τα μεσάνυχτα του αιώνα».
 
Οκτώβρης, Η Ιστορία της Ρωσικής Επανάσταση, Εκδόσεις Μεταίχμιο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου