Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐθίζω» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «ἐθίζω»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «θίζω»
 
θίζω: συνηθίζω κάτι, εθίζω κάποιον, εξοικειώνω
[Το ι του ρήματος είναι βραχύχρονο]
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
θίζω, θίζεις, θίζει, θίζομεν, θίζετε, θίζουσι(ν)
Υποτακτική
θίζω, θίζς, θίζ, θίζωμεν, θίζητε, θίζωσι(ν)
Ευκτική
θίζοιμι, θίζοις, θίζοι, θίζοιμεν, θίζοιτε, θίζοιεν
Προστακτική
---, θιζε, θιζέτω, ---, θίζετε, θιζόντων (ή θιζέτωσαν)
Απαρέμφατο
θίζειν
Μετοχή
θίζων, θίζουσα, θίζον
 
Παρατατικός
Οριστική
εθιζον, εθιζες, εθιζε, εθίζομεν, εθίζετε, εθιζον
 
Μέλλοντας
Οριστική
θι, θιες, θιε, θιομεν, θιετε, θιοσι(ν)
Ευκτική
θιομι, θιος, θιο, θιομεν, θιοτε, θιοεν
Απαρέμφατο
θιεν
Μετοχή
θιν, θιοσα, θιον
 
Αόριστος
Οριστική
εθισα, εθισας, εθισε(ν), εθίσαμεν, εθίσατε, εθισαν
Υποτακτική
θίσω, θίσς, θίσ, θίσωμεν, θίσητε, θίσωσι(ν)
Ευκτική
θίσαιμι, θίσαις (ή θίσειας), θίσαι (ή θίσειε[ν]), θίσαιμεν, θίσαιτε, θίσαιεν (ή θίσειαν)
Προστακτική
---, θισον, θισάτω, ---, θίσατε, θισάντων (ή θισάτωσαν)
Απαρέμφατο
θίσαι
Μετοχή
θίσας, θίσασα, θίσαν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εθικα, εθικας, εθικε, εθίκαμεν, εθίκατε, εθίκασι(ν)
 
Υποτακτική
εθικς - εθικυα - εθικς
εθικς - εθικυα - εθικς ς
εθικς - εθικυα - εθικς
εθικότες - εθικυαι - εθικότα μεν
εθικότες - εθικυαι - εθικότα τε
εθικότες - εθικυαι - εθικότα σι(ν)
ή
εθίκω, εθίκς, εθίκ, εθίκωμεν, εθίκητε, εθίκωσι(ν)
 
Ευκτική
εθικς - εθικυα - εθικς εην
εθικς - εθικυα - εθικς εης
εθικς - εθικυα - εθικς εη
εθικότες - εθικυαι - εθικότα εημεν (ή εμεν)
εθικότες - εθικυαι - εθικότα εητε (ή ετε)
εθικότες - εθικυαι - εθικότα εησαν (ή εεν)
ή
εθίκοιμι, εθίκοις, εθίκοι, εθίκοιμεν, εθίκοιτε, εθίκοιεν
 
Προστακτική
---, εθικς σθι, εθικς στω, ---, εθικότες στε, εθικότες στων
Απαρέμφατο
εθικέναι
Μετοχή
εθικώς, εθικυα, εθικός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εθίκειν, εθίκεις, εθίκει, εθίκεμεν, εθίκετε, εθίκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
θίζομαι, θίζθίζει), θίζεται, θιζόμεθα, θίζεσθε, θίζονται
Υποτακτική
θίζωμαι, θίζ, θίζηται, θιζώμεθα, θίζησθε, θίζωνται
Ευκτική
θιζοίμην, θίζοιο, θίζοιτο, θιζοίμεθα, θίζοισθε, θίζοιντο
Προστακτική
---, θίζου, θιζέσθω, ---, θίζεσθε, θιζέσθων (ή θιζέσθωσαν)
Απαρέμφατο
θίζεσθαι
Μετοχή
θιζόμενος
θιζομένη
θιζόμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
εθιζόμην, εθίζου, εθίζετο, εθιζόμεθα, εθίζεσθε, εθίζοντο
 
Μέλλοντας (Μέσος)
Οριστική
θιομαι, θιε, θιεται, θιούμεθα, θιεσθε, θιονται (και θίσομαι, θίσ κτλ.)
Ευκτική
θιοίμην, θιοο, θιοτο, θιοίμεθα, θιοσθε, θιοντο (και θισοίμην)
Απαρέμφατο
θιεσθαι (και θίσεσθαι)
Μετοχή
θιούμενος, θιουμένη, θιούμενον (και θισόμενος)
 
Μέλλοντας (Παθητικός)
Οριστική
θισθήσομαι, θισθήσ (ή -ει), θισθήσεται, θισθησόμεθα, θισθήσεσθε, θισθήσονται
Ευκτική
θισθησοίμην, θισθήσοιο, θισθήσοιτο, θισθησοίμεθα, θισθήσοισθε, θισθήσοιντο
Απαρέμφατο
θισθήσεσθαι
Μετοχή
θισθησόμενος
θισθησομένη
θισθησόμενον
 
Αόριστος (Παθητικός Α΄)
Οριστική
εθίσθην, εθίσθης, εθίσθη, εθίσθημεν, εθίσθητε, εθίσθησαν
Υποτακτική
θισθ, θισθς, θισθ, θισθμεν, θισθτε, θισθσι(ν)
Ευκτική
θισθείην, θισθείης, θισθείη, θισθείημεν (ή εμεν), θισθείητε (ή ετε), θισθείησαν (ή εεν)
Προστακτική
---, θίσθητι, θισθήτω, ---, θίσθητε, θισθέντων (ή θισθήτωσαν)
Απαρέμφατο
θισθναι
Μετοχή
θισθείς
θισθεσα
θισθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
εθισμαι, εθισαι, εθισται, εθίσμεθα, εθισθε, εθισμένοι εσί(ν)
 
Υποτακτική
εθισμένος- εθισμένη- εθισμένον
εθισμένος- εθισμένη- εθισμένον ς
εθισμένος- εθισμένη- εθισμένον
εθισμένοι- εθισμέναι- εθισμένα μεν
εθισμένοι- εθισμέναι- εθισμένα τε
εθισμένοι- εθισμέναι- εθισμένα σι
 
Ευκτική
εθισμένος- εθισμένη- εθισμένον εην
εθισμένος- εθισμένη- εθισμένον εης
εθισμένος- εθισμένη- εθισμένον εη
εθισμένοι- εθισμέναι- εθισμένα εμεν
εθισμένοι- εθισμέναι- εθισμένα ετε
εθισμένοι- εθισμέναι- εθισμένα εεν
 
Προστακτική
---, εθισο, εθίσθω, ---, εθισθε, εθίσθων
 
Απαρέμφατο
εθίσθαι
Μετοχή
εθισμένος,
εθισμένη,
εθισμένον
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
εθίσμην, εθισο, εθιστο, εθίσμεθα, εθισθε, εθισμένοι σαν

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου