Γιώργος Ιωάννου "Ο θείος Βαγγέλης" Συλλογή: Η μόνη κληρονομιά

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Vincent van Gogh

Ο θείος Βαγγέλης

Περίληψη Κειμένου: Ο Ιωάννου στο κείμενο αυτό ασχολείται με την ιστορία του θείου του Βαγγέλη, ο οποίος αν και ήταν δάσκαλος, στα πλαίσια του 2ου παγκοσμίου πολέμου θα καταταχτεί ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Με το τέλος του πολέμου και την έναρξη του εμφυλίου, ο ήρωας του διηγήματος θα ανέβει στο βαθμό του λοχαγού και θα αναλάβει το καθήκον να διαβάζει τους επικήδειους λόγους των στρατιωτών που χάνουν τη ζωή τους στις διάφορες μάχες. Ο θείος Βαγγέλης σταδιακά θα χάσει κάθε ίχνος συγκίνησης απέναντι στους νεαρούς που κείτονται νεκροί και θα αντιμετωπίζει την ανάγνωση των επικήδειων ως μια αδιάφορη αγγαρεία. Ο ήρωας του διηγήματος θα αισθανθεί τον πόνο της απώλειας και θα καταλάβει τι σημαίνει να χάνεις κάποιον δικό σου άνθρωπο μόνο όταν θα πεθάνει η γυναίκα του. 


- Το διήγημα αυτό αναφέρεται σε μία από τις τραγικότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, αυτή του εμφυλίου πολέμου, με μεγαλύτερη έμφαση στα δύο τελευταία χρόνια του το 1948 και το 1949. Ο συγγραφέας με αρκετά χιουμοριστική διάθεση, μέσω της ιστορίας του θείου Βαγγέλη, προσεγγίζει τον εμφύλιο έμμεσα δίνοντας μας πληροφορίες για τις ταφές των στρατιωτών που συμμετείχαν στον κυβερνητικό στρατό. Ένα τόσο επίπονο θέμα, όπως είναι ο θάνατος τόσων νέων ανθρώπων στα πλαίσια ενός εμφύλιου πολέμου, αντιμετωπίζεται από το θείο Βαγγέλη ως μια τυπική διαδικασία. Με έτοιμους επικήδειους λόγους αποχαιρετά τους νεκρούς του πολέμου, δείχνοντας με τη στάση του αυτή πόσο αδιάφορη του είναι τελικά η θυσία αυτών των ανθρώπων και πόσο εν γένει αδιάφορος μοιάζει αυτός ο πόλεμος για όσους είναι μακριά από τα μέτωπα των ενόπλων συγκρούσεων.
- Ο ήρωας του διηγήματος, ένας θείος του συγγραφέα, είναι δάσκαλος που υπηρετεί ως έφεδρος στον πόλεμο της Ελλάδας με την Ιταλία από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 23 Απριλίου 1941, οπότε οι Έλληνες συνθηκολόγησαν καθώς στον πόλεμο είχε εισέλθει πλέον και η Γερμανία. Χαρακτηριστικό του ελληνοϊταλικού πολέμου είναι ότι ο ελληνικός στρατός είχε αποκρούσει επιτυχώς όλες τις ιταλικές επιθέσεις και είχε καθηλώσει τα ιταλικά στρατεύματα στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ο ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να παραδοθεί ήταν η συμμετοχή της Γερμανίας με ισχυρές και άρτια εξοπλισμένες δυνάμεις.
- Στον πόλεμο κατά των Ιταλών στην Αλβανία ο θείος Βαγγέλης, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, τίθεται επικεφαλής ενός λόχου κρητικών. Οι Κρητικοί πολεμούν με μεγάλη γενναιότητα αλλά και με μεγάλη εκδικητικότητα γεγονός που αναγκάζει τον ήρωα του διηγήματος να προσπαθεί διαρκώς να προφυλάξει τη ζωή των αιχμαλώτων. Οι Κρητικοί για να εκδικηθούν για το χαμό κάθε δικού τους στρατιώτη επιχειρούν να σκοτώσουν όσο περισσότερους Ιταλούς μπορούν, προτού γίνει βέβαια η καταμέτρηση των αιχμαλώτων, καθώς από τη στιγμή που έχει γίνει η μέτρηση και καταγραφή των αιχμαλώτων δεν μπορούν να τους σκοτώσουν χωρίς να χρειαστεί να απολογηθούν γι’ αυτό.
- Η προστατευτική στάση του θείου Βαγγέλη απέναντι στους αιχμάλωτους Ιταλούς δείχνει το σεβασμό που είχε για την ανθρώπινη ζωή καθώς και το γεγονός ότι ο πόλεμος δεν είχε κατορθώσει να τον αλλάξει σε σημείο που να αδιαφορεί πλέον για τους συνανθρώπους του, έστω κι αν αυτοί ήταν εχθροί.
[Ανταρτοπόλεμο ονομάζουμε τον πόλεμο που διεξάγεται από ομάδες επαναστατών (αντάρτες) και όχι από οργανωμένο στρατό. Στην προκειμένη περίπτωση ανταρτοπόλεμος αποκαλείται ο εμφύλιος πόλεμος μιας και οι κομμουνιστές αφενός δεν είχαν τακτικό στρατό και αφετέρου δεν πολεμούσαν για την απελευθέρωση ή την προστασία της πατρίδας του από κάποιον εξωτερικό εχθρό.]
- Στον θείο Βαγγέλη κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ανατέθηκε η εκφώνηση επικήδειων λόγων για τους στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού. Ένα από τα σημαντικότερα πεδία συγκρούσεων κατά τον εμφύλιο πόλεμο ήταν η περιοχή της Μακεδονίας και εκεί στέλνονταν στρατιώτες απ’ όλη την Ελλάδα. Για το λόγο αυτό πολλοί στρατιώτες κηδεύτηκαν χωρίς να έχουν έρθει οι δικοί τους μιας και εκείνη την εποχή με τα υπάρχοντα μέσα ήταν δύσκολο αφενός να ενημερωθούν έγκαιρα οι συγγενείς των νεκρών και αφετέρου να προλάβουν να φτάσουν στη Θεσσαλονίκη προτού γίνει η ταφή.
[Για τους στρατιώτες που πέθαιναν σε εμπόλεμη περίοδο προβλεπόταν στρατιωτική ταφή με την εκφώνηση επικήδειου λόγου και τη συνοδεία στρατιωτικού αγήματος που πυροβολούσε στον αέρα προς τιμή του νεκρού.]
- Ο συγγραφέας παρουσιάζοντας την τακτική που ακολουθούσε ο κυβερνητικός στρατός για τις ταφές των στρατιωτών μας δίνει μια διαφορετική εικόνα του εμφυλίου πολέμου. Αντί να μας μιλήσει για το πώς ήταν η κατάσταση ανάμεσα στους Έλληνες που είχαν χωριστεί σε παρατάξεις και πολεμούσαν μεταξύ τους, μας δείχνει απλώς πόσο απρόσωπα και αδιάφορα γινόταν ο ενταφιασμός τόσων νέων ανθρώπων. Στρατιώτες που έδιναν τη ζωή τους για να υποστηρίξουν την κυβέρνηση κατέληγαν να θάβονται μακριά από τους δικούς τους, χωρίς καμία συγκίνηση και χωρίς κανένα ενδιαφέρον για το θάνατό τους. Η διήγηση αυτή του συγγραφέα παρουσιάζει με πολύ αποτελεσματικό τρόπο πόσο μάταιη έμοιαζε η θυσία αυτή των στρατιωτών που το μόνο που κέρδιζαν ήταν να σωριάζονται όλοι μαζί στο νεκροστάσιο μέχρι να έρθει η σειρά τους να κηδευτούν.
- Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η κυβερνητική παράταξη χρησιμοποιούσε τους στρατιώτες μόνο και μόνο για να πετύχει τους δικούς της σκοπούς κι από εκεί και πέρα αδιαφορούσε γι’ αυτούς. Μια παρόμοια αναφορά υπάρχει και στο διήγημα “Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ” «Στο στρατό, ώσπου να τους κάνουν να πέσουν στη φωτιά, τους έταζαν λαγούς με πετραχήλια. Τώρα δε γύριζε κανένας να τους δει.» Όσο σημαντικά και αν ήταν τα σχέδια της κυβέρνησης, για τους απλούς πολίτες τελικά δε σήμαιναν τίποτε άλλο πέρα από θάνατο, φτώχια και εκμηδενισμό της ύπαρξής τους. Κατέληγαν να γίνονται αδιάφοροι νεκροί που περιμένουν τη σειρά τους για να ενταφιαστούν.
- Ο ήρωας του διηγήματος καθώς αναγκάζεται να παραστεί σε πάρα πολλές κηδείες, αρχίζει να αντιμετωπίζει με πλήρη αδιαφορία το χαμό των νέων και για να κάνει τη δουλειά του πιο εύκολα συντάσσει τρεις διαφορετικούς επικήδειους, στο τέλος των οποίων απλώς προσέθετε το όνομα του νεκρού: έναν για τους απλούς στρατιώτες, έναν για τους έφεδρους υπαξιωματικούς και έναν για τους μόνιμους υπαξιωματικούς.
- Ο θείος Βαγγέλης μαζί με την «τρελή» γυναίκα του το βράδυ της πρωτοχρονιάς του 1949, του τελευταίου χρόνου του εμφυλίου πολέμου, πηγαίνουν στο σπίτι του συγγραφέα για να γιορτάσουν μαζί το τέλος του 1948. Ο συγγραφέας το 1949 ήταν 22 χρονών και σπούδαζε στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης.
- Με την ευκαιρία της επίσκεψης του θείου Βαγγέλη ο συγγραφέας μας περιγράφει πώς συνήθιζε να περνάει η οικογένειά του το βράδυ, της πρωτοχρονιάς, δίνοντάς μας παράλληλα μια εικόνα για το πώς ήταν η καθημερινή ζωή των ανθρώπων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
- Ιδιαίτερη εντύπωση από το βράδυ εκείνης της πρωτοχρονιάς προκαλεί το γεγονός ότι ο θείος Βαγγέλης για να διασκεδάσει τους υπόλοιπους της οικογένειας τους διαβάζει τους επικήδειους λόγους που είχε γράψει για τους στρατιώτες. Με την πράξη του αυτή δείχνει πόσο συναισθηματικά αμέτοχος ήταν ως προς το θάνατο των στρατιωτών και πόσο αδιάφορο τον άφηνε ο χαμός τους. Με το περιστατικό αυτό ο συγγραφέας δίνει με μεγαλύτερη έμφαση την ματαιότητα αυτού του πολέμου καθώς και την ψυχρότητα που προκαλεί στους ανθρώπους η συνεχής επαφή με το θάνατο.
- Ο θείος Βαγγέλης που ασυγκίνητος παρακολουθούσε τον ενταφιασμό τόσων στρατιωτών, συγκλονίζεται όταν ο θάνατος έρχεται στη δική του οικογένεια, όταν η γυναίκα του αρρωσταίνει και πεθαίνει. Αυτός που με τόση ευκολία μιλούσε στις κηδείες ανθρώπων που δε γνώριζε, όταν ήρθε η στιγμή να κηδέψει τη γυναίκα του δεν ήταν σε θέση να αρθρώσει ούτε λέξη. Η αντίθεση αυτή είναι βέβαια αρκετά εύλογη μιας και οι άνθρωποι συνηθίζουν να αδιαφορούν για τις στενοχώριες των άλλων ανθρώπων και αισθάνονται τον πόνο μόνο όταν πρόκειται για κάτι πολύ προσωπικό τους. Έτσι και ο θείος Βαγγέλης τώρα που ήρθε η ώρα να κηδέψει έναν δικό του άνθρωπο, τη γυναίκα του, λυγίζει απ’ τον πόνο.

Εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα

Ο Εμφύλιος πόλεμος επίσημα διήρκεσε από τον Μάρτιο του 1946 μέχρι τον Οκτώβριο του 1949 και διεξάχθηκε ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους κεντροδεξιούς. Ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε με την ήττα των κομμουνιστών.
Οι πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους κεντροδεξιούς είχαν ήδη ξεκινήσει από τα τελευταία χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα (1941-44) το 1943 και το 1944. Οι κομμουνιστές έχοντας πρωτοστατήσει στην αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών ήθελαν μετά το τέλος της κατοχής να πάρουν την εξουσία ή τουλάχιστον να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση. Οι κεντροδεξιοί όμως με τη βοήθεια των ΗΠΑ και ιδίως της Αγγλίας δεν ήθελαν να επιτρέψουν καμία συμμετοχή των κομμουνιστών στην ελληνική κυβέρνηση γιατί θεωρούσαν ότι έτσι θα τους δοθεί η ευκαιρία να καταλάβουν πλήρως τον έλεγχο της χώρας και να κάνουν την Ελλάδα ένα κομμουνιστικό κράτος υπό τον έλεγχο της ΕΣΣΔ.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) είχε δημιουργήσει την αντιστασιακή οργάνωση «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» (ΕΑΜ), της οποίας το στρατιωτικό σκέλος ονομαζόταν «Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός» (ΕΛΑΣ). Ενώ οι κεντροδεξιές αντικομμουνιστικές δυνάμεις είχαν δική τους αντιστασιακή οργάνωση που ονομαζόταν «Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος» (ΕΔΕΣ).
Δύο μήνες μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα (Οκτώβρης 1994), το Δεκέμβριο του 1944, πραγματοποιείται ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στους κομμουνιστές και τις αγγλικές δυνάμεις που ο Βρετανός πρωθυπουργός Winston Churchill είχε συγκεντρώσει στην Αθήνα.
Ο Churchill έλεγε: «Περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ (τους Έλληνες κομμουνιστές) και δεν πρέπει να την αποφύγουμε, με την προϋπόθεση ότι θα διαλέξουμε καλά το έδαφος της σύγκρουσης».
Οι κομμουνιστές δεν κατορθώνουν να κερδίσουν τους Βρετανούς και αναγκάζονται να υπογράψουν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, με την οποία τυπικά τελείωνε η σύγκρουση. Για τους κομμουνιστές όμως η συμφωνία αυτή ήταν ένας ελιγμός που τους επέτρεπε να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους.
Στις 30 Μαρτίου 1946 τμήμα κομμουνιστών ανταρτών επιτέθηκε στο Λιτόχωρο του Ολύμπου. Η επίθεση αυτή σηματοδοτεί την έναρξη του Εμφύλιου Πολέμου, ενός πολέμου που θα διαρκέσει έως το 1949, θα επιφέρει μεγάλες καταστροφές και θα σημαδέψει την ιστορία της Ελλάδας για τις επόμενες δεκαετίες.
Οι κομμουνιστές κατά τη διάρκεια του πολέμου πίστευαν ότι θα έχουν βοήθεια από τον Στάλιν αρχηγό της ΕΣΣΔ (Ρωσίας), ο οποίος όμως είχε ήδη συμφωνήσει από τον Οκτώβριο του 1944 με τον Winston Churchill ότι η Ελλάδα θα παρέμενε υπό τον έλεγχο της Αγγλίας. Οι κομμουνιστές αναγκασμένοι να λαμβάνουν στρατιωτική βοήθεια για να μπορέσουν να κερδίσουν τον πόλεμο είχαν στραφεί στον Τίτο, ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας, και δεν δίστασαν μάλιστα να συμφωνήσουν στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους, το οποίο θα περιείχε και την ελληνική Μακεδονία. Η σκέψη αυτή των κομμουνιστών χωρίς τελικά να τους προσφέρει κάποιο ουσιαστικό όφελος κατέστησε το Κομμουνιστικό Κόμμα υπόλογο για εσχάτη προδοσία και επέτρεψε στις αστικές δυνάμεις να πραγματοποιήσουν αιματηρές διώξεις των κομμουνιστών τα επόμενα χρόνια.

Δείτε επίσης:
Η “μοναξιά” στα πεζογραφήματα του Ιωάννου


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X