Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κατηγορέω- κατηγορῶ» | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κατηγορέω- κατηγορῶ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
 
Αρχαία ελληνικά: Αναλυτική κλίση ρήματος «κατηγορέω-κατηγορῶ»
 
Ενεργητική Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κατηγορῶ, κατηγορεῖς, κατηγορεῖ, κατηγοροῦμεν, κατηγορεῖτε, κατηγοροῦσι(ν)
Υποτακτική
κατηγορῶ, κατηγορῇς, κατηγορῇ, κατηγορῶμεν, κατηγορῆτε, κατηγορῶσι(ν)
Ευκτική
κατηγοροῖμι, κατηγοροῖς, κατηγοροῖ (ή κατηγοροίην, κατηγοροίης, κατηγοροίη), κατηγοροῖμεν, κατηγοροῖτε, κατηγοροῖεν
Προστακτική
---, κατηγόρει, κατηγορείτω, ---, κατηγορεῖτε, κατηγορούντων
Απαρέμφατο
κατηγορεῖν
Μετοχή
κατηγορῶν, κατηγοροῦσα, κατηγοροῦν
 
Παρατατικός
Οριστική
κατηγόρουν, κατηγόρεις, κατηγόρει, κατηγοροῦμεν, κατηγορεῖτε, κατηγόρουν
 
Μέλλοντας
Οριστική
κατηγορήσω, κατηγορήσεις, κατηγορήσει, κατηγορήσομεν, κατηγορήσετε, κατηγορήσουσι(ν)
Ευκτική
κατηγορήσοιμι, κατηγορήσοις, κατηγορήσοι, κατηγορήσοιμεν, κατηγορήσοιτε, κατηγορήσοιεν
Απαρέμφατο
κατηγορήσειν
Μετοχή
κατηγορήσων, κατηγορήσουσα, κατηγορῆσον
 
Μέλλοντας συνηρημένος
Οριστική
κατερῶ, κατερεῖς, κατερεῖ, κατεροῦμεν, κατερεῖτε, κατεροῦσι(ν)
Ευκτική
κατεροῖμι ή κατεροίην, κατεροῖς ή κατεροίης, κατεροῖ ή κατεροίη, κατεροῖμεν, κατεροῖτε, κατεροῖεν
Απαρέμφατο
κατερεῖν
Μετοχή
κατερῶν, κατεροῦσα, κατεροῦν
 
Αόριστος
Οριστική
κατηγόρησα, κατηγόρησας, κατηγόρησε(ν), κατηγορήσαμεν, κατηγορήσατε, κατηγόρησαν
Υποτακτική
κατηγορήσω, κατηγορήσῃς, κατηγορήσῃ, κατηγορήσωμεν, κατηγορήσητε, κατηγορήσωσι(ν)
Ευκτική
κατηγορήσαιμι, κατηγορήσαις ή κατηγορήσειας, κατηγορήσαι ή κατηγορήσειε(ν), κατηγορήσαιμεν, κατηγορήσαιτε, κατηγορήσαιεν ή κατηγορήσειαν
Προστακτική
---, κατηγόρησον, κατηγορησάτω, ---, κατηγορήσατε, κατηγορησάντων (ή κατηγορησάτωσαν)
Απαρέμφατο
κατηγορῆσαι
Μετοχή
κατηγορήσας, κατηγορήσασα, κατηγορῆσαν
 
Αόριστος Β΄
Οριστική
κατεῖπον, κατεῖπες, κατεῖπε, κατείπομεν, κατείπετε, κατεῖπον
Υποτακτική
κατείπω, κατείπῃς, κατείπῃ, κατείπωμεν, κατείπητε, κατείπωσι(ν)
Ευκτική
κατείποιμι, κατείποις, κατείποι, κατείποιμεν, κατείποιτε, κατείποιεν
Προστακτική
---, κάτειπε, κατειπέτω, ---, κατείπετε, κατειπόντων ή κατειπέτωσαν
Απαρέμφατο
κατειπεῖν
Μετοχή
κατειπών, κατειποῦσα, κατειπόν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κατηγόρηκα, κατηγόρηκας, κατηγόρηκε, κατηγορήκαμεν, κατηγορήκατε, κατηγορήκασι(ν)
 
Υποτακτική
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός ὦ
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός ᾖς
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός ᾖ
κατηγορηκότες- κατηγορηκυῖαι- κατηγορηκότα ὦμεν
κατηγορηκότες- κατηγορηκυῖαι- κατηγορηκότα ἦτε
κατηγορηκότες- κατηγορηκυῖαι- κατηγορηκότα ὦσι
 
Ευκτική
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός εἴην
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός εἴης
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός εἴη
κατηγορηκότες- κατηγορηκυῖαι- κατηγορηκότα εἴημεν (εἶμεν)
κατηγορηκότες- κατηγορηκυῖαι- κατηγορηκότα εἴητε (εἶτε)
κατηγορηκότες- κατηγορηκυῖαι- κατηγορηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός ἴσθι
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός ἔστω
---
κατηγορηκότες- κατηγορηκυῖαι- κατηγορηκότα ἔστε
κατηγορηκότες- κατηγορηκυῖαι- κατηγορηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
κατηγορηκέναι
Μετοχή
κατηγορηκώς- κατηγορηκυῖα- κατηγορηκός
 
& Παρακείμενος
Οριστική
κατείρηκα, κατείρηκας, κατείρηκε, κατειρήκαμεν, κατειρήκατε, κατειρήκασι(ν)
 
Υποτακτική
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός ὦ
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός ᾖς
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός ᾖ
κατειρηκότες- κατειρηκυῖαι- κατειρηκότα ὦμεν
κατειρηκότες- κατειρηκυῖαι- κατειρηκότα ἦτε
κατειρηκότες- κατειρηκυῖαι- κατειρηκότα ὦσι
 
Ευκτική
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός εἴην
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός εἴης
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός εἴη
κατειρηκότες- κατειρηκυῖαι- κατειρηκότα εἴημεν (εἶμεν)
κατειρηκότες- κατειρηκυῖαι- κατειρηκότα εἴητε (εἶτε)
κατειρηκότες- κατειρηκυῖαι- κατειρηκότα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός ἴσθι
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός ἔστω
---
κατειρηκότες- κατειρηκυῖαι- κατειρηκότα ἔστε
κατειρηκότες- κατειρηκυῖαι- κατειρηκότα ἔστων
 
Απαρέμφατο
κατειρηκέναι
Μετοχή
κατειρηκώς- κατειρηκυῖα- κατειρηκός
 
Υπερσυντέλικος
Οριστική
κατηγορήκειν, κατηγορήκεις, κατηγορήκει, κατηγορήκεμεν, κατηγορήκετε, κατηγορήκεσαν
 
Μέση Φωνή
 
Ενεστώτας
Οριστική
κατηγοροῦμαι, κατηγορῇ ή κατηγορεῖ, κατηγορεῖται, κατηγορούμεθα, κατηγορεῖσθε, κατηγοροῦνται
Υποτακτική
κατηγορῶμαι, κατηγορῇ, κατηγορῆται, κατηγορώμεθα, κατηγορῆσθε, κατηγορῶνται
Ευκτική
κατηγοροῖμην, κατηγοροῖο, κατηγοροῖτο, κατηγοροίμεθα, κατηγοροῖσθε, κατηγοροῖντο
Προστακτική
---, κατηγοροῦ, κατηγορείσθω, ---, κατηγορεῖσθε, κατηγορείσθων ή κατηγορείσθωσαν
Απαρέμφατο
κατηγορεῖσθαι
Μετοχή
κατηγορούμενος
κατηγορουμένη
κατηγορούμενον
 
Παρατατικός
Οριστική
κατηγορούμην, κατηγοροῦ, κατηγορεῖτο, κατηγορούμεθα, κατηγορεῖσθε, κατηγοροῦντο
 
Παθητικός Μέλλοντας
Οριστική
κατηγορηθήσομαι, κατηγορηθήσῃ ή κατηγορηθήσει, κατηγορηθήσεται, κατηγορηθησόμεθα, κατηγορηθήσεσθε, κατηγορηθήσονται
Ευκτική
κατηγορηθησοίμην, κατηγορηθήσοιο, κατηγορηθήσοιτο, κατηγορηθησοίμεθα, κατηγορηθήσοισθε, κατηγορηθήσοιντο
Απαρέμφατο
κατηγορηθήσεσθαι
Μετοχή
κατηγορηθησόμενος
κατηγορηθησομένη
κατηγορηθησόμενον
 
Παθητικός Αόριστος
Οριστική
κατηγορήθην, κατηγορήθης, κατηγορήθη, κατηγορήθημεν, κατηγορήθητε, κατηγορήθησαν
Υποτακτική
κατηγορηθῶ, κατηγορηθῇς, κατηγορηθῇ, κατηγορηθῶμεν, κατηγορηθῆτε, κατηγορηθῶσι(ν)
Ευκτική
κατηγορηθείην, κατηγορηθείης, κατηγορηθείη, κατηγορηθείημεν ή κατηγορηθεῖμεν, κατηγορηθείητε ή κατηγορηθεῖτε, κατηγορηθείησαν ή κατηγορηθεῖεν
Προστακτική
---, κατηγορήθητι, κατηγορηθήτω, ---, κατηγορήθητε, κατηγορηθέντων ή κατηγορηθήτωσαν
Απαρέμφατο
κατηγορηθῆναι
Μετοχή
κατηγορηθείς
κατηγορηθεῖσα
κατηγορηθέν
 
Παρακείμενος
Οριστική
κατηγόρημαι, κατηγόρησαι, κατηγόρηται, κατηγορήμεθα, κατηγόρησθε, κατηγόρηνται
 
Υποτακτική
κατηγορημένος- κατηγορημένη- κατηγορημένον ὦ
κατηγορημένος- κατηγορημένη- κατηγορημένον ᾖς
κατηγορημένος- κατηγορημένη- κατηγορημένον ᾖ
κατηγορημένοι- κατηγορημέναι- κατηγορημένα ὦμεν
κατηγορημένοι- κατηγορημέναι- κατηγορημένα ἦτε
κατηγορημένοι- κατηγορημέναι- κατηγορημένα ὦσι
 
Ευκτική
κατηγορημένος- κατηγορημένη- κατηγορημένον εἴην
κατηγορημένος- κατηγορημένη- κατηγορημένον εἴης
κατηγορημένος- κατηγορημένη- κατηγορημένον εἴη
κατηγορημένοι- κατηγορημέναι- κατηγορημένα εἴημεν (εἶμεν)
κατηγορημένοι- κατηγορημέναι- κατηγορημένα εἴητε (εἶτε)
κατηγορημένοι- κατηγορημέναι- κατηγορημένα εἴησαν (εἶεν)
 
Προστακτική
---, κατηγόρησο, κατηγορήσθω, ---, κατηγόρησθε, κατηγορήσθων ή κατηγορήσθωσαν
 
Απαρέμφατο
κατηγορῆσθαι
Μετοχή
κατηγορημένος,
κατηγορημένη,
κατηγορημένον
 
Υπερσυντέλικος
κατηγορήμην, κατηγόρησο, κατηγόρητο, κατηγορήμεθα, κατηγόρησθε, κατηγόρηντο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου